← Κύπρος

Αστυνομία Πάφου ν. Χαράλαμπος Χαραλάμπους, Αρ. Υπόθεσης 6423/04, 17.7.06

Αστυνομία Πάφου ν. Χαράλαμπος Χαραλάμπους, Αρ. Υπόθεσης 6423/04, 17.7.06 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2006:B8 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ: ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 6423/04 Μεταξύ: Αστυνομία Πάφου και Χαράλαμπος Χαραλάμπους, από την Πάφο Κατηγορουμένου ------------------- Ημερομηνία: 17.7.06 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ Ν. Νεοκλέους Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ν. Τσιαπαλής Κατηγορούμενος παρών ........................ Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αλόγιστης ή επικίνδυνης οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 7 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου, Ν. 86/72, όπως τροποποιήθηκε. Η κατηγορία αυτή ήταν το αποτέλεσμα εξέτασης από την Αστυνομία τροχαίου δυστυχήματος που έλαβε χώρα στις 23.5.04 στον κύριο δρόμο Πόλης Χρυσοχούς - Λατσί, με ενεχόμενο το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚΕΧ 549, το οποίο οδηγούσε ο Κατηγορούμενος. Θύμα της σύγκρουσης ήταν ο Ιωάννης Σταματόπουλος (ΜΚ 1). Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεσή της κάλεσε πέντε μάρτυρες κατηγορίας: τον Ιωάννη Σταματόπουλο (ΜΚ 1), την Μιχαλίνα Κουπάρη (ΜΚ 2), τον Αστ. 2177, Γ. Κουλουντή, (ΜΚ 3), τον Αστ. 726, Ι. Παναγή, (ΜΚ 4) και τον Γιάγκο Κούππα (ΜΚ 5). Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή το Δικαστήριο αποφάσισε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου, τον οποίον και κάλεσε σε απολογία. Ο Κατηγορούμενος, αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του από το Δικαστήριο, σύμφωνα με τον Νόμο, επέλεξε να τηρήσει το δικαίωμα της σιωπής. Στο τέλος της διαδικασίας οι ευπαίδευτοι δικηγόροι επιχειρηματολόγησαν παραπέμποντας το Δικαστήριο σε σχετική νομολογία προς υποστήριξη ο καθένας της δικής του θέσης. Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής, ενόσω αυτοί έδιναν μαρτυρία ενώπιόν μου, και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτοί απάντησαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Κατ' αρχή, θα πρέπει να λεχθεί ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει το βάρος να αποδείξει την κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ένας μάρτυρας μπορεί, επίσης, να γίνει πιστευτός εξ' ολοκλήρου ή μερικώς και η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας του μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου

(1988)1 ΑΑΔ 263, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207 και Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva, ΠΕ 10351, ημερομηνίας 27.3.02). Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω και αφού έλαβα υπόψη μου το σύνολο της μαρτυρίας, όπως αυτή είναι καταγραμμένη στα πρακτικά, προχωρώ στην αξιολόγηση των μαρτύρων. Ο ΜΚ 1 υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία (Τεκμήριο 1). Στην εν λόγω κατάθεση ο μάρτυρας αναφέρεται σε τρία συμβάντα, τα οποία έλαβαν χώρα στην περιοχή Λατσί. Το πρώτο επισυνέβη την νύκτα της 22.5.04 σε μπαρ με την ονομασία Piano bar μεταξύ αγνώστων σε εκείνον προσώπων και φίλων του με τους οποίους το βράδυ εκείνο είχε βγει. Το δεύτερο, το οποίο πληροφορήθηκε τηλεφωνικώς, έλαβε χώρα νωρίς το απόγευμα της επομένης, την ίδια, δηλαδή, ημέρα που επισυνέβη και η σύγκρουση με το όχημα του Κατηγορουμένου και το τρίτο ήταν η σύγκρουση με το όχημα του Κατηγορουμένου, το οποίο έλαβε χώρα αργότερα το απόγευμα της ίδιας ημέρας. Η αντεξέταση του μάρτυρα ήταν πολύ σύντομη. Ο μάρτυρας ρωτήθηκε μόνο αν κατά πόσο ήταν παρών στο επεισόδιο που επισυνέβη «το μεσημέρι». Προκύπτει σαφώς από την απάντηση του μάρτυρα, ότι αυτός εξέλαβε την ερώτηση ως αυτή να σχετιζόταν με το συμβάν που έλαβε χώρα την ίδια ημέρα που έλαβε χώρα και η σύγκρουση με το όχημα του Κατηγορουμένου, αλλά πριν λάβει χώρα η σύγκρουση αυτή. Προκύπτει σαφώς, ότι ο μάρτυρας θεώρησε ότι ρωτήθηκε αναφορικά με το συμβάν που έλαβε χώρα, όταν, όπως είχε μάθει, κάποιος Σίμος, ο οποίος είχε λάβει μέρος στην φασαρία που είχε προηγηθεί την προηγούμενη νύκτα, είχε πάει να ζητήσει τον λόγο από ένα εκ των φίλων του με τους οποίους είχε βγει έξω το προηγούμενο βράδυ κατά το οποίο σημειώθηκε και η πρώτη φασαρία. Ως εκ της επανεξέτασης προκύπτει, το δεύτερο αυτό επεισόδιο κατέληξε σε συμπλοκή και «τσακωμό». Η απάντηση του μάρτυρα δεν ξενίζει το Δικαστήριο, αφού και τα δύο συμβάντα, όπως προκύπτει τόσο από το Τεκμήριο 1, όσο και από την υπόλοιπη μαρτυρία στην υπόθεση, έλαβαν χώρα νωρίς το απόγευμα της 23.5.04 και κοντά το ένα με το άλλο, ώστε να μπορεί να λεχθεί, ότι και τα δύο έλαβαν χώρα «το μεσημέρι» ή δικαιολογημένα να μπορεί να εκληφθεί από τον μάρτυρα ότι η ερώτηση θα μπορούσε να αναφέρεται είτε στο ένα επεισόδιο είτε στο άλλο. Ο μάρτυρας απάντησε ότι κατά τον χρόνο που σημειώθηκε το επεισόδιο, για το οποίο θεώρησε ότι ρωτήθηκε από την Υπεράσπιση, βρισκόταν σε πλωτή εκδρομική κρουαζιέρα στην περιοχή του Ακάμα. Η παρουσία και συμμετοχή του μάρτυρα στην εν λόγω κρουαζιέρα επιβεβαιώνεται από την μαρτυρία των ΜΚ 2 και ΜΚ
  1. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του ότι «ξεκίνησα να πάω στο Λατσί» δεν βρίσκω πως ο ισχυρισμός αυτός δεν συνάδει με ό,τι εκ της υπόλοιπης μαρτυρίας θα μπορούσε να εξαχθεί, ότι, δηλαδή, ο μάρτυρας ξεκίνησε για να πάει στο μέρος που του υποδείχθηκε τηλεφωνικώς αφού κατέβηκε από την βάρκα. Μάλιστα, κάτι τέτοιο θεώρησε εύκολο να σκεφθεί και να υποδείξει στο Δικαστήριο και η ΜΚ 2 σε σχετική κατά την αντεξέταση ερώτηση. Η κατάθεση του μάρτυρα αναμφίβολα περιέχει ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση. Γι' αυτό από την μαρτυρία του δέχομαι μόνο ότι κτυπήθηκε από μηχανοκίνητο όχημα μάρκας Celica και χρώματος άσπρου. Ας σημειωθεί, ότι ούτε το όχημα που υπέδειξε ο μάρτυρας ούτε ότι ο Κατηγορούμενος συγκρούσθηκε με τον μάρτυρα αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Η ΜΚ 2 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση σαν μάρτυρας της αλήθειας. Ήταν αφοπλιστικά ειλικρινής και ευθύς στις απαντήσεις της σε βαθμό που εντυπωσίασε το Δικαστήριο. Παρέθεσε, επίσης, στο Δικαστήριο τα ουσιώδη γεγονότα με λεπτομέρεια και φάνηκε να μην έχει κανένα ενδοιασμό ως προς το πώς αυτά έλαβαν χώρα. Ο τρόπος, επίσης, και το ύφος με το οποίο απαντούσε στις διάφορες ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν με έπεισαν για την αλήθεια των όσων κατέθεσε. Ήταν θετική, ακριβής και μετρημένη στην κατάθεσή της και δεν διέκρινα οποιαδήποτε τάση υπερβολής στην μαρτυρία της. Φάνηκε, επίσης, να είναι σίγουρη για τις απαντήσεις που έδινε. Οι απαντήσεις της ήταν αυθόρμητες και δεν φάνηκε να τις υπολογίζει από πριν, παρέμεινε δε σταθερή στην μαρτυρία της μέχρι τέλους χωρίς να πέσει σε αντιφάσεις ή να κλονισθεί παρά την μακρά αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε. Μέσα από την μαρτυρία της έχω πεισθεί, ότι είχε την δυνατότητα να δει και ότι είδε καθαρά και από κοντινή απόσταση την σύγκρουση μεταξύ του οχήματος του Κατηγορουμένου και του ΜΚ
  2. Η θέση της δε αναφορικά με το ότι ο Κατηγορούμενος χτύπησε τον ΜΚ 1, ενώ ο τελευταίος στεκόταν και μιλούσε με συνομήλικους του εκτός του κύριου δρόμου, και συγκεκριμένα, σε είσοδο χώρου στάθμευσης συγκροτήματος διαμερισμάτων καθώς επίσης ότι η σύγκρουση επισυνέβη ενώ ο Κατηγορούμενος κατηύθυνε το όχημά του προς τον εν λόγω χώρο στάθμευσης παρέμεινε σταθερή και αναλλοίωτη καθόλη την διάρκεια της μαρτυρίας της. Σταθερή, επίσης, παρέμεινε στην θέση της αναφορικά με το ότι στην περιοχή που επισυνέβη η σύγκρουση υπήρχε κίνηση από κόσμο και αυτοκίνητα, ότι στον τόπο όπου στεκόταν ο Σταματόπουλος και την περίμενε υπήρχαν και άλλα άτομα και ότι η σύγκρουση έγινε, αφότου κατεβήκανε αυτή και ο Σταματόπουλος από πλοιάριο, το οποίο πήρανε για να πάνε κρουαζιέρα στον Ακάμα. Η μάρτυρας φάνηκε, επίσης, να θυμάται και να είναι σε θέση να καταθέσει και αναφορικά με γεγονότα, τα οποία περιέβαλαν το ουσιώδη γεγονότα, όπως το ότι την στιγμή της σύγκρουσης εκείνη διασταύρωνε τον δρόμο, ότι καθ' ον χρόνο διασταύρωνε η μάρτυρας κοίταζε προς τον Σταματόπουλο, ώστε να μην τον χάσει από τα μάτια της, γιατί θα την μετέφερε με το αυτοκίνητό του στο σπίτι της, και ότι το μέρος όπου στεκόταν ο Σταματόπουλος και την περίμενε ήταν είσοδος, η οποία οδηγούσε σε χώρο στάθμευσης του συγκροτήματος Aristo και η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν ήταν ασφαλτοστρωμένη, αλλά χωμάτινη. Η μάρτυρας μου έδωσε την εντύπωση μιας έξυπνης και εύστροφης νεαρής κοπέλας, η οποία προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια. Δεν βρίσκω, ότι πλήττει με οποιοδήποτε τρόπο την αξιοπιστία της το ότι στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία η μάρτυρας δεν είχε αναφέρει το όνομα του Κατηγορουμένου. Όπως ανέφερε στο Δικαστήριο, τότε δεν το γνώριζε. Για όλους τους πιο πάνω λόγους μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας και αποδέχομαι την μαρτυρία της. Το μόνο σημείο από την μαρτυρία της που δεν αποδέχομαι είναι αυτό που αναφέρεται στην θέση του σημείου σύγκρουσης. Σύμφωνα με την μάρτυρα το όχημα του Κατηγορουμένου είχε μετακινηθεί. Από την μαρτυρία της, όμως, διεφάνη ότι δεν ήταν βεβαία αν κατά πόσο αυτό είχε μετακινηθεί πριν φθάσει η Αστυνομία στην σκηνή ή μετά. Κρίνω, πως η μαρτυρία της επί του σημείου τούτου δεν ήταν θετική. Η μάρτυρας δεν έδειχνε να θυμάται επακριβώς. Η μάρτυρας έκανε, επίσης, αναφορά στο σχέδιο της Αστυνομίας. Δεν υπάρχει, όμως, οποιαδήποτε ένδειξη από την κατάθεσή της, ότι αναφερόταν στο Τεκμήριο
  3. Αλλά και αν ακόμα η μάρτυρας αναφερόταν στο εν λόγω τεκμήριο δεν θα πρέπει να λησμονούμε, ότι αυτό δεν είναι επί κλίμακος. Συνεπώς, δεν θεωρώ πως θα ήταν ασφαλές να αποδεχτώ ή να προσδώσω στο μέρος αυτό της κατάθεσής της οποιαδήποτε βαρύτητα. Ο ΜΚ 3 μου έκανε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας της αλήθειας. Ο μάρτυρας αυτός παρέθεσε στο Δικαστήριο τα ευρήματά του από την σκηνή του δυστυχήματος με ειλικρίνεια, θετικότητα και ευθύτητα. Δεν παρατήρησα καμία προσπάθεια εκ μέρους του παραποίησης της αλήθειας ή αλλοίωσης των γεγονότων. Αξίζει να σημειωθεί, ότι η πλευρά του Κατηγορουμένου δεν αμφισβήτησε την μαρτυρία του, ούτε και την φιλαλήθειά του. Περιορίσθηκε δε σε αντεξέταση, η οποία ήταν διευκρινιστικής φύσεως. Ο μάρτυρας ήταν θετικός αναφορικά με το ότι το σημείο της σύγκρουσης δεν ήταν επί του κύριου δρόμου, αλλά εκτός κύριου δρόμου. Βρισκόταν δε σε απόσταση 3,30 μέτρα από την άκρια του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του Κατηγορουμένου, εντός, όπως την χαρακτήρισε, παρόδου, που οδηγεί προς συγκρότημα διαμερισμάτων της εταιρείας Aristo. Η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε την μαρτυρία του εξεταστή. Μάλιστα, τα ευρήματα του μάρτυρα η Υπεράσπιση τα επικαλέστηκε κατά την τελική της αγόρευση προς υποστήριξη των δικών της θέσεων. Θεωρώ ότι πρόκειται περί ενός αντικειμενικού και αμερόληπτου εξεταστή της σκηνής του δυστυχήματος και δέχομαι τα ευρήματα και τις μετρήσεις του, τα οποία μετέφερε επί του Τεκμηρίου
  4. Η μαρτυρία του υπήρξε βοηθητική στο έργο του Δικαστηρίου. Η ορθή και αληθινή καταγραφή της πραγματικής μαρτυρίας έριξε φως στις συνθήκες κάτω από τις οποίες επισυνέβη το επίδικο δυστύχημα. Κατά συνέπεια δέχομαι την μαρτυρία του στην ολότητά της. Η μαρτυρία του ΜΚ 4 ήταν τυπικής μορφής. Δέχομαι την μαρτυρία του, ότι η εμπλοκή του στην υπόθεση περιορίσθηκε μόνο στο να κατηγορήσει τον Κατηγορούμενο και κατ' επέκταση ότι το Τεκμήριο 4 αποτελεί την γραπτή κατηγορία. Ο ΜΚ 5 μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Ήταν ευθύς και θετικός στην μαρτυρία του και η θέση του αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα, όπως τα κατέθεσε στην μαρτυρία του, παρέμεινε αναλλοίωτη και σταθερή καθόλη την διάρκεια της. Μέσα, επίσης, από το ύφος και τον τρόπο με τον οποίο απαντούσε μου έδωσε την εντύπωση, ότι έλεγε την αλήθεια. Δέχομαι, ότι ο μάρτυρας είδε την σύγκρουση από απόσταση, που δεν υπερέβαινε τα 20 μέτρα και η μαρτυρία του αναφορικά με τον τρόπο που έλαβε χώρα ήταν θετική. Θετικός ήταν, επίσης, ο μάρτυρας και αναφορικά με την κατεύθυνση με την οποία οδηγείτο και την πορεία που ακολούθησε το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου πριν την σύγκρουση όπως επίσης και την θέση του σημείου σύγκρουσης. Ο μάρτυρας κατέθεσε, ότι η σύγκρουση έγινε τρία περίπου μέτρα εκτός του κύριου δρόμου, προς την πλευρά που οδηγεί σε χώρο στάθμευσης και πέρα από το παγκέτο, που υπήρχε στα αριστερά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του Κατηγορουμένου. Η μαρτυρία του επιβεβαιώνεται από την πραγματική μαρτυρία. Δεν πλήττει την αξιοπιστία του μάρτυρα, το ότι στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία ανέφερε, ότι η σύγκρουση έγινε ενώ ο ΜΚ 1 διασταύρωνε. Ο μάρτυρας απέδωσε την διάσταση επί του σημείου τούτου ανάμεσα στην διά ζώσης μαρτυρία του και την κατάθεσή του στην Αστυνομία σε λάθος διατύπωση στην κατάθεσή του καθώς επίσης σε άγνοια αναφορικά με το ότι και η αναφορά στην παραμικρή λεπτομέρεια είναι χρήσιμη. Όπως και να έχουν τα πράγματα, κρίνω, πως εν' όψει του ότι η κατάθεση του μάρτυρα δεν βρίσκεται κατατεθειμένη ενώπιον του Δικαστηρίου, θα ήταν ακροσφαλές για το Δικαστήριο να προβεί σε οποιοδήποτε συμπέρασμα αναφορικά με την αξιοπιστία του μάρτυρα με δεδομένο μιαν αντίφαση ανάμεσα στην διά ζώσης μαρτυρία του και την κατάθεσή του στην Αστυνομία, η οποία, ναι μεν, έγινε παραδεχτή από τον μάρτυρα, δεν παύει, όμως, να έχει υποβληθεί στον μάρτυρα από την κατάθεσή του με τρόπο αποσπασματικό και χωρίς το Δικαστήριο να έχει την ευκαιρία να διαβάσει, να παρατηρήσει και να δει το έγγραφο στην ολότητά του. Για όλους τους πιο πάνω λόγους ο μάρτυρας μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας, γι' αυτό και αποδέχομαι την μαρτυρία του στην ολότητά της. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Ο Κατηγορούμενος κατά την 23.5.04 και περί ώρα 3:00 μ.μ. οδηγούσε το αυτοκίνητό του με αριθμούς εγγραφής ΚΕΧ 549 επί του κύριου δρόμου Πόλης Χρυσοχούς - Λατσί με κατεύθυνση το Νέο Χωριό. Ο ΜΚ 1, Γιάννης Σταματόπουλος, κατά τον ίδιο χρόνο στεκόταν έξω από τον χώρο στάθμευσης ιδιωτικού συγκροτήματος, που βρίσκεται πλησίον του λιμανιού στο Λατσί και αριστερά σε σχέση με την πορεία του Κατηγορουμένου. Στον τόπο όπου βρισκόταν ο ΜΚ 1 στέκονταν και άλλα άτομα, ενώ ο δρόμος είχε κίνηση από αυτοκίνητα και πεζούς. Πλησίον του ΜΚ 1 υπήρχε σταθμευμένο λεωφορείο από το οποίο κατέβαιναν τουρίστες. Ο Κατηγορούμενος ενώ κατευθυνόταν ευθεία ακολούθως άλλαξε πορεία, οδήγησε το όχημά του προς τα αριστερά, βγήκε εκτός του κύριου δρόμου και εισήλθε στον χώρο, που οδηγεί στο χώρο στάθμευσης του εν λόγω συγκροτήματος με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί με τον ΜΚ
  5. Το σημείο της σύγκρουσης βρίσκεται εκτός του κύριου δρόμου και απέχει 3,30 μέτρα από την αριστερή άκρια του δρόμου. Το αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης, στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 7 του Νόμου 86/72, έτυχε νομολογιακής ανάλυσης. Στην υπόθεση Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 119 ο Δικαστής Κωνσταντινίδης ανέφερε, ότι σε μια τέτοια περίπτωση αυτό που το Δικαστήριο αναζητά είναι αν η συγκεκριμένη οδήγηση είναι επικίνδυνη. Στην Αγγλική υπόθεση R v. Gosney
(1971)55 Cr. App. Rep. 502, η οποία υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Σάββα ν. Αστυνομίας, που πιο πάνω αναφέρεται, τονίστηκε, ότι για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος της επικίνδυνης οδήγησης χρειάζεται να αποδειχθεί αφενός, ότι δημιουργήθηκε μια επικίνδυνη κατάσταση από τον οδηγό, αφετέρου ότι αυτή προκλήθηκε από κάποιο σφάλμα του οδηγού. Ως προς την έννοια του σφάλματος που αρκεί για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος αναφέρθηκε, πως δεν περιλαμβάνει απαραίτητα εσκεμμένη συμπεριφορά (deliberate misconduct) ή απερισκεψία (recklessness) ή πρόθεση για οδήγηση με τρόπο που δεν συνάδει με τα ορθά πρότυπα ή ηθικό σφάλμα (moral blame). Το σφάλμα πρέπει να: «εμπεριέχει αποτυχία. Πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας του ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια είναι αρκετό, έστω και αν είναι μικρό ή αποτελεί στιγμιαίο ολίσθημα ή κανένας κίνδυνος δεν θα προκαλείτο κανονικά από αυτό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί την μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν λογικά αποτελεί μια αιτία». (Βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας, που πιο πάνω αναφέρεται). Στις πλείστες των περιπτώσεων το σφάλμα συμπεραίνεται από το Δικαστήριο από τα γεγονότα της υπόθεσης. Το αδίκημα, όμως, δεν είναι απόλυτο και η απόδειξη μιας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Αν ο κατηγορούμενος προτίθεται να αποδείξει κάποιο ειδικό γεγονός (special fact) με σκοπό να αποτρέψει το Δικαστήριο από του να εξάξει το συμπέρασμα δεν πρέπει να εμποδιστεί από του να το πράξει. Είναι, επίσης, σαφώς νομολογημένο, ότι στο αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης δεν υπεισέρχεται το στοιχείο της ένοχης διάνοιας (mens rea) (Βλ. Hill v. Baxter
(1958)42 Cr. App. Rep. 51 και Simpson v. Peat
(1952)2 QB 24). Ενώ αυτό υποδηλοί, ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν χρειάζεται να αποδείξει, ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να οδηγήσει επικίνδυνα ή άσχημα, δεν σημαίνει, ότι το αδίκημα μπορεί να διαπραχθεί χωρίς σφάλμα του οδηγού. Στην υπόθεση Μιχαλάκης Πέτρου ν. Αστυνομία
(1994)2 ΑΑΔ 233 ο εφεσείοντας οδηγούσε το αυτοκίνητό του κατά μήκος λεωφόρου, η οποία είχε τέσσερις λωρίδες κυκλοφορίας με δύο λωρίδες στην κάθε κατεύθυνση. Συγκρούσθηκε με πεζή, η οποία διέσχιζε την λεωφόρο από τα δεξιά του προς τα αριστερά με αποτέλεσμα τον θάνατό της. Ο εφεσείοντας κατά την στιγμή της σύγκρουσης οδηγούσε στην εξωτερική λωρίδα, το δε σημείο σύγκρουσης βρισκόταν στο αριστερό άκρο της λωρίδας αυτής. Ο εφεσείοντας χτύπησε την πεζή με την αριστερή μπροστινή γωνιά του αυτοκινήτου του. Το Ανώτατο Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες του δυστυχήματος και ειδικότερα την ορατότητα στην σκηνή καθώς και την μεγάλη απόσταση που διένυσε η πεζή περνώντας μπροστά από το αυτοκίνητο του εφεσείοντα μέχρι την σύγκρουση, αποφάσισε, ότι η αποτυχία του να την δει, ενώ θα έπρεπε να την δει και να λάβει μέτρα για να μην την χτυπήσει, ενέπιπτε στον ορισμό της αλόγιστης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς και επικύρωσε την καταδίκη για το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου με βάση το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα. Στην υπόθεση Μιχάλης Ανδρέου ν. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 409 το αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο εφεσείοντας επί λεωφόρου παρεξέκλεινε απότομα της πορείας του, τέθηκε εκτός ελέγχου και προχωρώντας πλαγίως μπήκε στην αντίθετη πλευρά του δρόμου με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί βίαια με αυτοκίνητο, που ερχόταν εξ' αντιθέτου. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε, ότι η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο εφεσείοντας οδηγούσε επικίνδυνα ήταν αναμφίβολα ορθή. Ο εφεσείοντας ήταν υπόλογος για το ότι, ενώ το αυτοκίνητό του θα έπρεπε να παραμείνει στην δική του μεριά του δρόμου, λόγω απώλειας του ελέγχου του, προχώρησε απότομα προς την αντίθετη μεριά, ενώ εξ' αντιθέτου οδηγείτο σε ελάχιστη απόσταση άλλο αυτοκίνητο χωρίς δυνατότητα αποφυγής θανατηφόρας σύγκρουσης. Στην υπό εξέταση περίπτωση ο Κατηγορούμενος κατηύθυνε το όχημά του προς τα αριστερά, με αποτέλεσμα να εξέλθει του κύριου δρόμου και να χτυπήσει τον ΜΚ 1, ο οποίος νομίμως στεκόταν εντός της πορείας του. Ο Κατηγορούμενος όφειλε να λάβει εκείνα τα μέτρα που θα του επέτρεπαν να στρίψει με ασφάλεια και χωρίς να θέσει σε κίνδυνο την ζωή κανενός. Η ενέργειά του να κινηθεί από τον κύριο δρόμο επί του οποίου οδηγούσε προς τα αριστερά σε μέρος όπου υπήρχε ή ενδέχετο να υπάρχει κόσμος και η αποτυχία του να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για να στρίψει με ασφάλεια και χωρίς να θέσει σε κίνδυνο την ζωή κανενός αναμφίβολα εμπίπτει στον ορισμό της επικίνδυνης οδήγησης. Ο Κατηγορούμενος με τον τρόπο που οδήγησε το όχημά του δημιούργησε μια επικίνδυνη κατάσταση. Ελλείψει μαρτυρίας από την Υπεράσπιση, που να υποστηρίζει ότι η επικίνδυνη τούτη κατάσταση οφείλεται σε κάποιο γεγονός, ώστε να μπορεί να υποστηριχθεί, ότι η συγκεκριμένη οδήγηση δεν οφείλεται σε σφάλμα του Κατηγορουμένου, τα περιστατικά της υπόθεσης είναι τέτοια που άνετα δικαιολογούν το συμπέρασμα ότι τούτη η επικίνδυνη κατάσταση δημιουργήθηκε από σφάλμα του Κατηγορουμένου. Συνακόλουθα καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, γι' αυτό βρίσκω τον Κατηγορούμενο ένοχο στην εναντίον του κατηγορία. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.