Αστυνομία Πάφου ν. Κώστας Χαραλάμπους, Αρ. Υπόθεσης: 8192/04, 17.7.06 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2006:B9 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ: ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8192/04 Μεταξύ: Αστυνομία Πάφου και Κώστας Χαραλάμπους, από την Πάφο Κατηγορουμένου ------------------- Ημερομηνία: 17.7.06 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ Ν. Νεοκλέους Για τον Κατηγορούμενο: κ. Γ. Δημητριάδης με κα Ελίζα Μιχαήλ Κατηγορούμενος παρών -------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8 και 19 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου, Ν. 86/72, όπως τροποποιήθηκε (1η κατηγορία). Η δεύτερη κατηγορία αφορά οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος με αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή, που υπερέβαινε το καθορισθέν από το Νόμο όριο. Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη μόνο αναφορικά με την πρώτη κατηγορία, αφού ο Κατηγορούμενος παραδέχτηκε την δεύτερη κατηγορία. Μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, όπως τροποποιήθηκε, εισήγηση, ότι από την προσαχθείσα μαρτυρία δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου αναφορικά με την πρώτη κατηγορία, ώστε αυτός να κληθεί σε απολογία. Καταληκτικά ο κ. Δημητριάδης ζήτησε από το Δικαστήριο να απαλλάξει και αθωώσει τον Κατηγορούμενο στην εν λόγω κατηγορία από το στάδιο αυτό. Εκ διαμέτρου αντίθετη υπήρξε η θέση του ευπαίδευτου δικηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής εν' όψει του συνόλου της προσκομισθείσας μαρτυρίας περιλαμβανομένων και των γραπτών καταθέσεων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Η απαλλαγή του κατηγορουμένου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με την Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δικαιολογείται μόνο όταν: (α) δεν στοιχειοθετείται εξ' αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου (Βλ. Δικαστική πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England issued in 1962 -
(1962)1 All E R 448). Η κλήση κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως, δηλαδή, μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή, την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133). Στο στάδιο που γίνεται η υποβολή το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορίας. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962, η οποία υιοθετήθηκε στην απόφαση της Ολομέλειας στην υπόθεση Azinas and Another v. Police
(1981)2 CLR 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται επί του θέματος. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό δικαστήριο θα κατέληγε, εν' όψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό τόσο στην πρώτη όσο και στην δεύτερη περίπτωση. Το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου (δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης), αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (Βλ. Azinas and Another v. Police, που πιο πάνω αναφέρεται). Ο ΜΚ 1 τοποθέτησε το σημείο σύγκρουσης στο μέσο της απόστασης που χωρίζει το σημείο από το οποίο αρχίζουν τα ίχνη γδαρσίματος του δεξιού μπροστινού τροχού του οχήματος του Κατηγορουμένου (Β2) και το σημείο από το οποίο αρχίζουν τα ίχνη μαυρίσματος που άφησε ο ίδιος τροχός επί της ασφάλτου (Α1). Η μαρτυρία του εξεταστή αναφορικά με την θέση του σημείου σύγκρουσης στερείται πειστικότητας σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να στηριχθεί σε αυτήν για να καταδικάσει τον Κατηγορούμενο. Οι λόγοι είναι οι ακόλουθοι: Ο μάρτυρας παραδέχτηκε, ότι δεν μπορούσε να είναι σίγουρος για την ακριβή θέση του σημείου σύγκρουσης. Το γεγονός αυτό το απέδωσε στην ανεπάρκεια της πραγματικής μαρτυρίας, η οποία του στέρησε την δυνατότητα να το προσδιορίσει με ακρίβεια. Παρόλα αυτά τοποθέτησε το σημείο σύγκρουσης επί του Τεκμηρίου 2 σε συγκεκριμένο σημείο, 35 εκατοστά από την άσπρη διαχωριστική γραμμή και εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του άλλου οχήματος. Δεύτερον, από το γεγονός ότι ενώ τοποθέτησε το σημείο σύγκρουσης στο Χ, στην διά ζώσης μαρτυρία του ανέφερε, ότι το σημείο σύγκρουσης στην πραγματικότητα δεν είναι στο Χ, αλλά κάπου πλησίον του Χ, ενδεχομένως ένα πόδι πάνω ή ένα πόδι κάτω από το Χ. Δεν απέκλεισε, μάλιστα, το ενδεχόμενο το σημείο σύγκρουσης να βρίσκεται και πάνω στην άσπρη διαχωριστική γραμμή. Τρίτον, κρίνοντας από τον λόγο που ο μάρτυρας επέλεξε να τοποθετήσει το σημείο σύγκρουσης στο Χ, η τοποθέτηση αυτή μόνο ως αυθαίρετη θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί. Υπενθυμίζεται, ότι ο λόγος που ο μάρτυρας σημείωσε το σημείο σύγκρουσης στην θέση που το σημείωσε επί του Τεκμηρίου 2 είναι για να μην αδικηθεί κανένας εκ των εμπλεκομένων οδηγών. Τέταρτο, από το γεγονός ότι ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει στο Δικαστήριο πώς η θέση του σημείου σύγκρουσης στο Χ υποστηρίζεται λογικά από τα ευρήματα του, ήτοι από τα ίχνη γδαρσίματος και τα ίχνη μαυρίσματος του δεξιού μπροστινού τροχού του οχήματος του Κατηγορουμένου ή την θέση των γυαλιών από τον δεξιό μπροστινό δείχτη του ιδίου οχήματος. Πέμπτο, από το γεγονός, το οποίο είναι απόρροια του τέταρτου λόγου, ότι ο μάρτυρας κατέληξε στο Χ ουσιαστικά κατόπιν δικού του υπολογισμού και όχι βασιζόμενος επί των ευρημάτων στην σκηνή ή άλλων αντικειμενικών κριτηρίων. Έκτο, από το ότι ενώ ισχυρίσθηκε, ότι η πραγματική μαρτυρία ήταν τέτοια που δεν του επέτρεπε να υπολογίσει επακριβώς την θέση του σημείου σύγκρουσης, εντούτοις στηρίχθηκε σε αυτή για να κατηγορήσει τον Κατηγορούμενο για το αδίκημα της αμελούς οδήγησης. Έβδομο, από το γεγονός ότι ενώ υποστήριζε, ότι το σημείο σύγκρουσης δεν θα μπορούσε να είναι εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του άλλου οχήματος, στην αντεξέταση δέχτηκε, ότι υπάρχει πιθανότητα αυτό να βρίσκεται και εντός της άλλης λωρίδας κυκλοφορίας. Όγδοο, δεν εξήγησε επαρκώς και πειστικά γιατί τα αντικειμενικά ευρήματα στη σκηνή απέκλειαν το σημείο σύγκρουσης να βρίσκεται εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του Κατηγορουμένου. Ένατο, από το ότι, όπως και ο ίδιος παραδέχτηκε, η τοποθέτηση του σημείου σύγκρουσης στο σημείο Χ ήταν αποτέλεσμα της επιλογής του και ότι ούτε ο ίδιος είναι πεπεισμένος ότι το Χ αντιπροσωπεύει την αληθινή θέση του σημείου σύγκρουσης. Στην υπόθεση The Police v. Kallenos
(1980)1 JSC 145 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τον κ. Γ Νικολάου, τότε Επαρχιακό Δικαστή: «. η νομοθετική διάταξη που περιέχεται στο άρθρο 74
(1)(β) του Κεφ. 155. δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να αποτελεί απλή αναφορά στα συμπεράσματα που βγαίνουν από την μαρτυρία, όπως επιφανειακά φαίνεται, αλλά κατά τρόπο που να επεκτείνεται και να απαιτεί μαρτυρία που να θεωρείται αρκετά αξιόπιστη από το δικαστήριο των γεγονότων, ώστε να είναι δυνατόν να εγείρει τεκμήριο ενοχής. Η έννοια ¨εκ πρώτης όψεως υπόθεση¨ δεν αναφέρεται μόνο στην ποσότητα της μαρτυρίας και στα αντικειμενικά και επιφανειακά συμπεράσματα από αυτήν, αλλά και στην εσωτερική ποιότητά της και την επάρκειά της να οδηγήσει σε συμπεράσματα ενοχής. Το δικαστήριο οφείλει, ακόμη και στο στάδιο τούτο, να οδηγήσει το μυαλό του, αν και μόνο προκαταρκτικά, στο κατά πόσο το δικαστήριο θα μπορεί να στηριχθεί στην μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί. Για παράδειγμα, έχουν οι μάρτυρες γίνει πιστευτοί; Και έτσι και αλλιώς, θα ήταν το δικαστήριο διατεθειμένο να βασισθεί στη μαρτυρία τους; Εκείνο που το άρθρο 74
(1)(β) διαλαμβάνει είναι ότι στο κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορίας πρέπει να υπάρχει τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία μπροστά στο δικαστήριο, που να είναι αρκετή για να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής, που αν αφεθεί αμάχητο, θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορουμένου. . Με λίγα λόγια, ένας κατηγορούμενος τότε μόνο πρέπει να καλείται σε απολογία, όταν η κατηγορία έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από τον κατηγορούμενο μια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα καλείται, όχι για να υπερασπίζει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώνει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορία». Η μαρτυρία του εξεταστή για τους λόγους που πιο πάνω αναφέρθηκαν στερείται αξιοπιστίας, ποιότητας, επάρκειας και ισχύος, και ως τέτοια, δεν μπορεί να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής. Θεωρώ, ότι έχει κλονισθεί σε τέτοιο βαθμό από την αντεξέταση, που κανένα Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να καταδικάσει τον Κατηγορούμενο βασιζόμενο σε αυτή. Πιο κάτω παρατίθενται και άλλες αδυναμίες από την μαρτυρία του μάρτυρα. Ενώ ήταν ο εξεταστής της σκηνής του δυστυχήματος δεν θυμόταν να πει στο Δικαστήριο τι ανέφεραν ο αυτόπτης μάρτυρας και η σύζυγός του στις καταθέσεις τους αναφορικά με την θέση του σημείου σύγκρουσης. Όταν δε του υπεβλήθη από την Υπεράσπιση αυτά που η Υπεράσπιση ισχυρίσθηκε ότι αναφέρθηκαν από τους αυτόπτες μάρτυρες στις καταθέσεις τους, ούτε διέψευσε, αλλά ούτε και επιβεβαίωσε τον κ. Δημητριάδη, με την δικαιολογία ότι δεν θυμόταν. Δεν θυμόταν, ακόμα, αν ρώτησε τον Κατηγορούμενο αναφορικά με την θέση του σημείου σύγκρουσης όταν ο τελευταίος έδινε κατάθεση ή επί της σκηνής όταν ολοκλήρωσε το πρόχειρο σχεδιάγραμμα. Επίσης, ενώ κατέθεσε ως εξεταστής του δυστυχήματος στην αντεξέταση παραδέχτηκε, ότι στη βασική εκπαίδευση της οποίας έτυχε στην Αστυνομική Ακαδημία δεν διδάχθηκε ή δεν θυμόταν αν διδάχθηκε να υπολογίζει τα σημεία σύγκρουσης σε ένα τροχαίο δυστύχημα ή να τα υπολογίζει επακριβώς. Ολόκληρη η μαρτυρία του ήταν διάτρητη από ασάφειες, έπασχε από έλλειψη ωριμότητας και στερείτο του κύρους που πρέπει να χαρακτηρίζει την μαρτυρία εμπειρογνώμονα. Η υπό της Κατηγορούσας Αρχής προσαχθείσα μαρτυρία απέχει από την μαρτυρία εκείνη, που, σύμφωνα με την Νομολογία, πρέπει να είναι τόσο αξιόπιστη και ισχυρή στην ουσία της, ώστε να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα και να οδηγεί σε συμπεράσματα ενοχής. Συνακόλουθα η εισήγηση αναφορικά με την πρώτη κατηγορία πετυχαίνει. Ο Κατηγορούμενος αθωώνεται στην πρώτη κατηγορία. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο