Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Νίκου Παναγιώτου, Αρ. Υπόθεσης: 8062/04, 25 Αυγούστου 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2006:B13 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8062/04 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου Κατηγορούσας Αρχής - και - Νίκου Παναγιώτου Κατηγορούμενου ------------------------------ Ημερομηνία: 25 Αυγούστου 2006 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Ξ. Ξενοφώντος Για τον Κατηγορούμενο : κ. Ε. Πουργουρίδης Κατηγορούμενος : παρών ------------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με το κατηγορητήριο αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες: Του τραυματισμού, κατά παράβαση του άρθρου 234(α) του Ποινικού Κώδικα, της κοινής επίθεσης, κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα και τέλος της δημόσιας εξύβρισης, κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα. Επισημαίνεται ότι, σ΄ ό,τι αφορά το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης (βλ. την 3η κατηγορία) με δεδομένο το χρόνο της κατ΄ ισχυρισμό διάπραξης του εν λόγω αδικήματος (26/5/2003) σε συνδυασμό με την ημερομηνία καταχώρησης της υπόθεσης (11/10/2004), δηλαδή, 16 και πλέον μήνες μετά, λαμβάνοντας υπόψη την προβλεπόμενη στο νόμο ποινή για το συγκεκριμένο αδίκημα, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 88 της Ποινικής Δικονομίας, αυτό έχει παραγραφεί. Επισημαίνεται ακόμη, ότι παρότι κατά τη διάρκεια της δίκης, κατατέθηκαν 19 συνολικά τεκμήρια, με εξαίρεση το τελευταίο, τα υπόλοιπα κατατέθηκαν εκ συμφώνου, ενώ το περιεχόμενό τους, δηλώθηκε ως κοινό παραδεκτό γεγονός και ως τέτοιο εγκρίθηκε από το Δικαστήριο. Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί, ότι η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε στο Δικαστήριο και ένα μάρτυρα, τον αστυφύλακα 779 Ανδρέα Ιωάννου, ενώ ο κατηγορούμενος αφού κλήθηκε σε απολογία και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση, με την οποία υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής του. Καθώς έχει νομολογηθεί, αποτελεί νομική αρχή, ότι εκεί που υπάρχει σύγκρουση μαρτυρίας με τα παραδεκτά γεγονότα, υπερισχύουν τα παραδεκτά γεγονότα. Βλ. Μεταξύ άλλων, Γιαννίδης v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 143, σελ. 149 και Κ.Ο.Τ. v. Χαραλάμπους
(2000)2 Α.Α.Δ. 186. Λέγοντας αυτά, θέλω να πω, ότι το Δικαστήριο από τα διάφορα παραδεκτά γεγονότα που δηλώθηκαν ή κατατέθηκαν από κοινού κατά τη διάρκεια της δίκης και εγκρίθηκαν ως τέτοια από το Δικαστήριο, είναι υποχρεωμένο να προβεί στην εξαγωγή ανάλογων συμπερασμάτων, ως προς τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, παρά τις διάφορες αντικρουόμενες θέσεις που διαπιστώνω να υπάρχουν μεταξύ των δύο πλευρών, αναφορικά με μερικά από αυτά. Ερώτημα. Υπάρχουν τέτοια γεγονότα (παραδεκτά) που καθιστούν μη αναγκαία την κρίση του Δικαστηρίου ως προς αυτά, στη βάση της αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και απόφανσης ως προς το ποιαν από τις δύο εκδοχές αποδέχομαι; Η απάντηση είναι καταφατική. Το τεκμήριο 12 (Αποτελέσματα Επιστημονικής Εξέτασης Αστυνομικών Τεκμηρίων) κατατέθηκε στο Δικαστήριο εκ συμφώνου, και το περιεχόμενό του δηλώθηκε από κοινού ως παραδεκτό γεγονός. Μέρος του εν λόγω τεκμηρίου, αποτελεί και το έγγραφο υπό τον τίτλο «αίτηση για επιστημονική εξέταση τεκμηρίων» από το οποίο προκύπτουν τα ακόλουθα: Στις 26/5/2003 και ώρα 02:40, οι παραπονούμενοι Christopher Patrick από την Ιρλανδία και Ian Freeman από την Αυστραλία, μόνιμος κάτοικος Κύπρου, προκάλεσαν ανησυχία έξω από την οικία του κατηγορούμενου Νικόλα Παναγιώτου από το Προδρόμι, με αποτέλεσμα να τον ξυπνήσουν. Ο κατηγορούμενος βγήκε στη βεράντα της οικίας του τότε και τους παρακάλεσε να σταματήσουν να κάνουν φασαρία, οπότε αυτοί τον εξύβρισαν και του επιτέθηκαν χτυπώντας τον με τα χέρια τους στο πρόσωπο. Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος μπήκε στο σπίτι του, οπότε αυτοί του έριχναν πέτρες, σπάζοντας το γυαλί της πόρτας της κουζίνας. Τότε, ο κατηγορούμενος πήρε ένα μαχαίρι ψωμιού και εξήλθε της οικίας, με πρόθεση να εκφοβίσει τους δυο παραπονούμενους για να φύγουν από το σπίτι του. Αντ΄ αυτού, οι παραπονούμενοι του επιτέθηκαν, του πήραν το μαχαίρι και το έσπασαν. Επειδή φοβήθηκε ο κατηγορούμενος, ξαναμπήκε στο σπίτι του. Γείτονες που άκουσαν τη φασαρία, ειδοποίησαν την αστυνομία, η οποία επισκέφθηκε το μέρος και βρήκε τον Ian Freeman τραυματισμένο στην κοιλιακή χώρα. Από τα πιο πάνω, συνάγεται καθαρά, πως οποιοσδήποτε ισχυρισμός είτε του κατηγορούμενου είτε του Christopher Patrick είτε γενικά οποιουδήποτε άλλου προσώπου που δε συνάδει με αυτά, ασφαλώς και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Ωστόσο, την ίδια ώρα, κάθε τέτοιος ισχυρισμός, αποτελεί ένα από τους βασικούς δείκτες προσδιορισμού της αξίας (από πλευράς βαρύτητας) που προσλαμβάνει κάθε περαιτέρω ισχυρισμός οποιουδήποτε εμπλεκόμενου με την παρούσα υπόθεση, για τα υπόλοιπα ουσιαστικά γεγονότα που τη συνθέτουν. Προτιμώ να παραθέσω πλήρως τα γεγονότα που προκύπτουν από το περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων και μετά να αποφανθώ για όσα αμφισβητούνται. Ειδικότερα: Ο Ian Freeman τραυματίστηκε με το μαχαίρι που έφερε ο κατηγορούμενος από το σπίτι του (ως ανωτέρω) σε σημείο κοντά στον ομφαλό. Για πληρέστερη αναφορά στους τραυματισμούς του, παραπέμπω στο περιεχόμενο των τεκμηρίων 1 και 2, που είναι αντίστοιχα: η κατάθεση του γιατρού Δ. Χαραλαμπίδη, ο οποίος χειρούργησε αυθημερόν το Freeman στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου και η ιατρική έκθεση της γιατρού Η. Θεοχάρους, η οποία προηγουμένως και συγκεκριμένα στις 03:15, εξέτασε το Freeman στο Νοσοκομείο Πόλεως Χρυσοχού και ακολούθως τον παρέπεμψε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Προκύπτει ακόμη από τα παραδεκτά γεγονότα, ότι, όταν μερικά λεπτά μετά το επεισόδιο που επεσυνέβη έξω από την οικία του κατηγορούμενου, έφθασε στο μέρος η Αστυνομία και συγκεκριμένα ο Μ.Κ.1 αστυφύλακας 779 Α. Ιωάννου και ο συνάδελφος του, αστυφύλακας 4333 Σ. Χαραλάμπους, ο Freeman, ως ήταν τραυματισμένος, ανάφερε στον αστυφύλακα Χαραλάμπους ότι τον τραυμάτισε ο κατηγορούμενος, τον οποίο και του υπέδειξε. Στη δήλωση αυτή του Freeman, κατά κύριο λόγο, είναι που εστίασε την βασική επιχειρηματολογία της η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής, προκειμένου να πείσει το Δικαστήριο, ότι είναι ο κατηγορούμενος που τραυμάτισε το Freeman, κατά τρόπο ώστε να στοιχειοθετείται το αδίκημα που του καταλογίζεται με τη σχετική - πρώτη κατηγορία. Η επίμαχη δήλωση, κατά την κυρία Ξενοφώντος που εκπροσωπεί την Κατηγορούσα Αρχή, θα πρέπει να γίνει αποδεκτή προς απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου της, αφού αποτελεί μέρος της συναλλαγής και κατά συνέπεια μπορεί να γίνει αποδεκτή κάτω από το δόγμα του Res Gestae. Κατά δεύτερο λόγο, η κυρία Ξενοφώντος, αναφέρθηκε σε κάποιες αντιφάσεις που διαπίστωσε να υπάρχουν ανάμεσα στις δύο γραπτές καταθέσεις του κατηγορούμενου (τεκμήρια 3 και 9) καθώς και στο περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης, του επίσης παραπονούμενου στην υπόθεση Christopher Patrick (τεκμήριο 19) για να εισηγηθεί, ότι, από τη συνολική θεώρηση των πιο πάνω, στοιχειοθετείται η ενοχή του κατηγορούμενου τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη κατηγορία. Με τη σειρά του, ο ευπαίδευτος δικηγόρος του κατηγορούμενου, αντιτείνει ότι, πρώτο, το δόγμα του Res Gestae δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής επί του προκειμένου, δεύτερο, η κατάθεση του Christopher Patrick δε θα πρέπει να ληφθεί καθόλου υπόψη, τρίτο, ο τραυματισμός του Freeman, που δεν αμφισβητείται ως γεγονός, δεν αποκλείεται να προήλθε είτε από αυτοτραυματισμό είτε από απλό ατύχημα και τέταρτο, για λόγους που έχει αναφέρει, που κατά βάση άπτονται της νομικής πτυχής της υπόθεσης, η Κατηγορούσα Αρχή, απότυχε να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου, τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη κατηγορία. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή, το μοναδικό μάρτυρα που έχει καταθέσει στο Δικαστήριο (αστυφύλακας 779 Α. Ιωάννου) και είμαι πεπεισμένος ότι κατάθεσε αληθώς για τις ενέργειες του και γενικά για οτιδήποτε γνώριζε ως προς τα γεγονότα που διαδραματίσθηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ο εν λόγω μάρτυρας, που έσπευσε στη σκηνή του επεισοδίου μαζί με το συνάδελφό του, αστυφύλακα 4333 Σ. Χαραλάμπους, μερικά λεπτά αργότερα, παρότι αντεξετάστηκε, δεν κατέστη δυνατό να κλονιστεί η αξιοπιστία του σε κανένα σημείο. Ούτε και επιχειρήθηκε θα έλεγα κάτι τέτοιο από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του κατηγορούμενου. Κατά συνέπεια, η μαρτυρία του γίνεται δεκτή στο σύνολό της. Αν είναι κάτι που θα πρέπει να επισημανθεί απ΄ όσα έχει αναφέρει ο μάρτυρας, είναι ότι αρκετά από αυτά, ταυτίζονται σχεδόν απόλυτα με το περιεχόμενο αρκετών παραδεκτών γεγονότων καθώς και με την ιατρική, πραγματική και επιστημονική μαρτυρία. Δύο είναι τα βασικά ερωτήματα που καλείται να απαντήσει το Δικαστήριο. Πρώτο, ποιος και με ποιο τρόπο τραυμάτισε το Freeman, και δεύτερο, έχει αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας και μάλιστα στη βάση των λεπτομερειών αδικήματος της σχετικής κατηγορίας, που αφορά το αδίκημα της κοινής επίθεσης; Αρχίζοντας από το δεύτερο ερώτημα, η απάντηση είναι αρνητική. Βάθρο της κατάληξής μου, αποτελεί το περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων που παρατίθενται στην αρχή της απόφασης και περιλαμβάνονται στο τεκμήριο 12, από τα οποία προκύπτει ότι είναι οι παραπονούμενοι που επιτέθηκαν στον κατηγορούμενο και όχι το αντίθετο. Πέραν αυτού, θα πρέπει να σημειωθούν και τα εξής: Παρότι ο κατηγορούμενος προέβη σε ανώμοτη δήλωση, έχω κατά νου το ανεπίτρεπτο σχολιασμού ως σχετικού προς ενοχή, της άσκησης εκ μέρους του αυτού του δικαιώματος. Βλ. Ιωάννου κ.α. v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195 κ.ο.κ.. Αποδίδω δε σ΄ αυτή το βάρος που της αρμόζει και ασφαλώς θα τη λάβω υπόψη, προτού αποφασίσω κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή, πέτυχε να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου στις κατηγορίες που αυτός αντιμετωπίζει. Βλ. το σύγγραμμα «Απόδειξη» του Γ. Π. Κακογιάννη
(1983)σελ. 253. Αναφορικά δε με την αξία που προσλαμβάνει η ανώμοτη δήλωση, παραπέμπω στην υπόθεση R v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11 και στα ακόλουθα που έχουν λεχθεί από το Λόρδο Shaw (από το σύγγραμμα του Κακογιάννη και πάλι, στη σελ. 253, σε μετάφραση του συγγραφέα): «Αυτό που λέγεται σε μια τέτοια κατάθεση δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα, αλλά η ενδεχόμενη αξίας της είναι πειστική μάλλον παρά αποδειχτική. Δεν μπορεί ν΄ αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδειγμένα με μαρτυρία που βρίσκεται μπροστά στους ενόρκους˙ μπορεί όμως να κάνει τους ένορκους να δουν τα αποδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν απ΄ αυτά με διαφορετικό φως.» Και επειδή με την ανώμοτή του δήλωση, ο κατηγορούμενος βασικά υιοθέτησε το περιεχόμενο των καταθέσεων του (παρότι με αυτή αναφέρθηκε σε κατάθεση, προκύπτει από το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων που ακολούθησαν, ότι οι εκπρόσωποι και των δύο πλευρών, εξέλαβαν τη δήλωση του κατηγορούμενου με αναφορά και στις δύο καταθέσεις) θα πρέπει να σημειωθεί, ότι αυτές (καταθέσεις) υπόκεινται σε αξιολόγηση και από αυτή τη σκοπιά: Καθώς έχει νομολογηθεί (Βλ. Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109) το βάρος που θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη τους, επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Τέλος, θα πρέπει να σημειωθούν και τα εξής, αναφορικά με την αξία που προσλαμβάνει κατά το στάδιο αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων, η πραγματική μαρτυρία. Σύμφωνα με όσα επισημαίνονται στην υπόθεση Δημητρίου v. Αστυνομίας (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 326, 366, «. η πραγματική μαρτυρία συνιστά γνώμονα για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και της ακρίβειας του περιεχομένου της μαρτυρίας». Για εκτενέστερη ανάλυση του όρου πραγματική ή εμπράγματη μαρτυρία, ιδιαίτερα χρήσιμη αναφορά, γίνεται στην υπόθεση Έπαρχος Λεμεσού v. Γιωργαλλά
(2003)2 Α.Α.Δ.
- Όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω, με αναφορά σε νομολογία, αποτελούν το βάθρο της κατάληξης μου, ότι η εκδοχή του κατηγορούμενου για πλείστα όσα αναφέρει με το περιεχόμενο των δύο καταθέσεών του (τεκμήρια 3 και 9) γενικά, βρίσκονται πάρα πολύ κοντά και άλλοτε ταυτίζονται απόλυτα, με σημαντικό αριθμό παραδεκτών γεγονότων ενώ την ίδια ώρα υποστηρίζονται και από ισχυρά στοιχεία πραγματικής, ιατρικής και επιστημονικής μαρτυρίας. Και όλα αυτά, παρά τις κάποιες ομολογουμένως μικροαντιφάσεις που διαπιστώνω να υπάρχουν ανάμεσα στις δύο καταθέσεις του, οι οποίες όμως, σε καμία περίπτωση αλλοιώνουν ή επηρεάζουν καθοιονδήποτε τρόπο τον πυρήνα των ουσιαστικών γεγονότων της υπόθεσης, όπως αυτά εξάγονται από το περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων. Αυτό που θέλω να πω, κατά προέκταση των πιο πάνω, είναι ότι ο ισχυρισμός του Patrick, ότι ο κατηγορούμενος επιτέθηκε σ΄ αυτόν και το Freeman ρίχνοντας τους μπογιά, καταρρίπτεται τουλάχιστον ως αναληθής και για τους εξής λόγους: Πως μπορεί να ισχυρίζεται ο παραπονούμενος, ότι ο κατηγορούμενος μπήκε στο διαμέρισμα και βγήκε ξανά από αυτό με ένα δοχείο από μπογιά στα χέρια, το οποίο έριξε σ΄ αυτόν και στο Freeman (βλ. το τεκμήριο 19 - κατάθεση Christopher Patrick -) τη στιγμή που κατά το Μ.Κ.1, μετά από εξετάσεις διαπιστώθηκε ότι το δοχείο με την μπογιά βρισκόταν στην αυλή του διαμερίσματος; Έπειτα, ο Patrick φέρει τον κατηγορούμενο να έχει ρίξει την μπογιά από το μπαλκόνι του δεύτερου ορόφου (βλ. τη φωτογραφία αρ. 9 του τεκμηρίου 4). Μα, αν έτσι είχαν τα γεγονότα, τότε, πως δικαιολογούνται οι μπογιές στο πεζούλι του παράθυρου καθώς και στη γλάστρα που βρίσκεται πάνω σ΄ αυτό, όπως προκύπτει καθαρά από το περιεχόμενο της φωτογραφίας 4 του τεκμηρίου 4, λαμβάνοντας υπόψη τη σχέση του μπαλκονιού με το παράθυρο, το οποίο καλύπτεται εμφανώς από το δάπεδο του μπαλκονιού; Ακολουθεί ότι η δεύτερη κατηγορία δεν έχει αποδειχθεί. Ωστόσο, εδικά για το θέμα της βαρύτητας που θα δοθεί στην κατάθεση του Christopher Patrick, θα επανέλθω. Ακολουθεί απάντηση στο ερώτημα, κατά πόσο μπορώ να δεχθώ ως αληθές το περιεχόμενο της δήλωσης του Freeman προς τον αστυφύλακα 4333 Χαραλάμπους, σε εφαρμογή του δόγματος του Res Gestae, οπότε με τη συνδρομή της απόδειξης και των άλλων στοιχείων, καθίσταται δυνατή η καταδίκη του κατηγορούμενου στην πρώτη κατηγορία. Στο σύγγραμμα του Τάκη Ηλιάδη «Το Δίκαιο της Απόδειξης (Μια πρακτική προσέγγιση)» στις σελ. 303 μέχρι 309, γίνεται εκτενής αναφορά στο δόγμα του Res Gestae. Το ίδιο συμβαίνει και στο σύγγραμμα του Κακογιάννη «Η Απόδειξη» στις σελ. 139 μέχρι 141 και 608 μέχρι
- Και οι δύο συγγραφείς, πραγματεύονται το θέμα με αναφορά σε νομολογία, από την οποία μπορούν να εξαχθούν χρήσιμα συμπεράσματα, ως προς τις προϋποθέσεις αποδοχής δηλώσεων που αποτελούν μέρος της συναλλαγής, οι οποίες γίνονται αποδεκτές, προς απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου τους, κάτω από το δόγμα του Res Gestae. Η ουσία του πράγματος, έγκειται στα όσα έχουν αναφερθεί από το Λόρδο Ackner, ο οποίος εξέδωσε την ομόφωνη απόφαση της Βουλής των Λόρδων, στην υπόθεση R. v. Andrews
(1987)84 App. R. 382 (απόφαση στην οποία με παρέπεμψε και η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής). Σύμφωνα πάντοτε με τον Τ. Ηλιάδη (βλ. τη σελ. 309 του συγγράμματος του), «. Ο Λόρδος Ackner καθόρισε ότι σε περίπτωση που εξετάζεται κατά πόσο μια δήλωση αποτελεί μέρος της συναλλαγής,
(1)Το Δικαστήριο πρέπει να εξετάζει κατά πόσο υπάρχει πιθανότητα «κατασκευής» της δήλωσης.
(2)Για να απαντηθεί η πιο πάνω ερώτηση και να γίνει αποδεκτή η δήλωση το Δικαστήριο πρέπει να πεισθεί ότι η δήλωση έγινε σχεδόν αλλά όχι τελείως ταυτόχρονα με το γεγονός.
(3)Η δήλωση για να είναι ταυτόχρονη ή αυθόρμητη (spontaneous) πρέπει να είναι τόσο στενά συνδεδεμένη με τη συναλλαγή που το μυαλό του προσώπου που έκαμε τη δήλωση να κυριαρχείται από τα περιστατικά της συναλλαγής.
(4)Το Δικαστήριο πρέπει να εξετάζει κατά πόσο υπάρχει οποιοδήποτε κίνητρο κακίας (malice) από το πρόσωπο που έκαμε τη δήλωση εναντίον του προσώπου που επηρεάζεται από τη δήλωση.
(5)Το Δικαστήριο πρέπει να εξετάζει την πιθανότητα ύπαρξης λάθους στο περιεχόμενο της δήλωσης όπως π.χ. αν το θύμα βρισκόταν κάτω από την επήρεια οινοπνευματοδών ποτών ή η όραση του ήταν μειωμένη.» Στο ερώτημα λοιπόν, κατά πόσο η δήλωση του Freeman προς τον Αστυφύλακα 4333 Σ. Χαραλάμπους, σύμφωνα με την οποία είναι ο κατηγορούμενος που τον τραυμάτισε, μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί μέρος της συναλλαγής, διαπιστώνω τα΄ ακόλουθα: Πρώτο. Η προϋπόθεση υπ΄ αριθμό
(3)(ανωτέρω) δεν πληρείται. Και τούτο γιατί, η ευρύτερη συναλλαγή, μέρος της οποίας κατά την Κατηγορούσα Αρχή, αποτελεί η δήλωση του Freeman, φαίνεται να είναι περισσότερο συνδεδεμένη με το μυαλό του κατηγορούμενου παρά με το μυαλό των δυο παραπονουμένων, αν υποτεθεί ότι ο Freeman υιοθετεί την εκδοχή του Patrick. Αυτό που με απλά λόγια θέλω να πω, είναι ότι η εκδοχή του κατηγορούμενου για το επεισόδιο που έλαβε χώρα κατά τον ουσιώδη χρόνο, για όλους τους λόγους που μέχρι στιγμής έχουν αναφερθεί, φαίνεται να είναι πολύ πιο κοντά προς τα πραγματικά γεγονότα, απ΄ ό,τι η εκδοχή του, εκ των παραπονουμένων Patrick. Ακόμη και ότι έσπασε το μαχαίρι με το οποίο τραυματίστηκε ο Freeman, επιβεβαιώνεται από τα παραδεκτά γεγονότα, με την προσθήκη ότι το μαχαίρι το απέσπασαν οι δύο παραπονούμενοι από τον κατηγορούμενο, επιτιθέμενοι εναντίον του, οπότε και το έσπασαν. Επομένως, από τα περιστατικά ποιας συναλλαγής κυριαρχείτο το μυαλό του Freeman όταν προέβαινε στη συγκεκριμένη δήλωση; Προφανώς δεν υπάρχει απάντηση. Δεύτερο. Είχε ο Freeman οποιοδήποτε κίνητρο κακίας (malice) εναντίον του κατηγορούμενου; Η απάντηση είναι καταφατική, με βάθρο ό,τι τον ώθησε να του επιτεθεί μαζί με το Patrick και να προκαλέσουν όλες τις ζημιές που προκάλεσαν στην περιουσία του (Βλ. τη μαρτυρία του Μ.Κ.1, τις καταθέσεις του κατηγορούμενου καθώς και τις φωτογραφίες 1, 4, 5, 6 και 7 του τεκμηρίου 4, μαζί με τη σχετική ανάλυση για κάθε φωτογραφία που περιέχεται στον επισυνημμένο αναλυτικό πίνακα). Προστίθεται και το εξής, το οποίο σε συνδυασμό με όλα τ΄ άλλα, έχει κάποια αξία. Γιατί ο Freeman, αν όντως τον τραυμάτισε ο κατηγορούμενος, δεν είπε στον αστυνομικό, ότι είναι με το μαχαίρι που τον τραυμάτισε; Όμως ο Freeman είχε ακόμη ένα κίνητρο και μάλιστα πιο έντονο από τον πρώτο. Χρεώνοντας τον τραυματισμό του στον κατηγορούμενο, θα απόσειε τις τεράστιες ευθύνες του για οτιδήποτε άλλο διαδραματίστηκε στον ουσιώδη χρόνο, έξω από το σπίτι του κατηγορούμενου, σε βάρος του και της περιουσίας του, για τα οποία κατά πάσα πιθανότητα και οι δύο παραπονούμενοι θα οδηγούνταν στο Δικαστήριο, όπου θα αντιμετώπιζαν αριθμό κατηγοριών, για διάπραξη ποινικών αδικημάτων. Τρίτο, ούτε και η πιθανότητα ύπαρξης λάθους στο περιεχόμενο της δήλωσης αποκλείεται, με δεδομένο ότι ο Freeman τη στιγμή που προέβαινε σ΄ αυτή, βρισκόταν κάτω από την επήρεια οινοπνευματοδών ποτών, κατά τον Patrick, ενώ κατά τη γιατρό Η. Θεοχάρους, η οποία τον εξέτασε μισή περίπου ώρα μετά τον τραυματισμό του, ήταν μεθυσμένος (βλ. το τεκμήριο 1 - πρώτη πρόταση-). Ακολουθεί ότι η υπό αναφορά δήλωση, που εν πάση περιπτώσει έγινε, δεν μπορεί να γίνει δεχτή, προς απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου της. Ό,τι απομένει να εξεταστεί, είναι κατά πόσο μπορώ να βασιστώ στον ισχυρισμό του Patrick (από την κατάθεση του πάντοτε - βλ. το τεκμήριο 19 -), σύμφωνα με τον οποίο είδε το μαχαίρι να μπαίνει στο στομάχι του φίλου του, με ενέργεια του κατηγορούμενου. Η συγκεκριμένη κατάθεση, παρά τη σφοδρή ένσταση της Υπεράσπισης, καταρχήν, έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο, ως σχετική με την παρούσα υπόθεση. Προκύπτει από τη σχετική επιφύλαξη του άρθρου 24
(1)της Ποινικής Δικονομίας, ότι το Δικαστήριο σ΄ οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, μπορεί να μην αποδεχθεί εξ΄ ακοής μαρτυρία, αν κρίνει ότι αυτό εξυπηρετεί τους σκοπούς της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 27
(1)
(2)(γ) του ιδίου νόμου, το Δικαστήριο κατά το στάδιο αξιολόγησης της βαρύτητας που θα προσδοθεί σε εξ΄ ακοής μαρτυρία, λαμβάνει υπόψη και κατά πόσο οποιοδήποτε εμπλεκόμενο πρόσωπο, είχε οποιοδήποτε κίνητρο να αποκρύψει ή παραποιήσει τα γεγονότα. Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω, διερωτώμαι ειλικρινά κατά πόσο θα εξυπηρετείτο η ορθή απονομή της δικαιοσύνης ή κατά πόσο θα μπορούσε να λεχθεί, ότι ο κατηγορούμενος στο τέλος της ημέρας έτυχε δίκαιης δίκης, σε περίπτωση που αποδεχόμουν τη συγκεκριμένη αναφορά του Patrick ως αληθινή, με δεδομένα: (α) Το περιεχόμενο της κατάθεσης του Patrick στο σύνολό του, αποτελεί εξ΄ ακοής μαρτυρία. (β) Πλείστα όσα αναφέρει ο Patrick στην κατάθεσή του, όχι μόνο δε δόθηκε η ευκαιρία στον κατηγορούμενο να τα αμφισβητήσει, αντεξετάζοντάς τον, αλλά, καταρρίπτονται εξ΄ αντικειμένου, ως αναληθή, από συντριπτικά στοιχεία πραγματικής μαρτυρίας καθώς και από τα παραδεκτά γεγονότα. (γ) Αδυνατώ να κατανοήσω, πως είναι δυνατό ο Patrick να μην έχει αντιληφθεί μια σειρά από γεγονότα στα οποία συμμετείχε μάλιστα (με οδηγό τα παραδεκτά γεγονότα που αναφέρονται στο τεκμήριο 12 και για τα οποία το Δικαστήριο προέβηκε στην εξαγωγή ανάλογων συμπερασμάτων) και για το μόνο που ήταν βέβαιος παρά τη μέθη και αυτού, καθ΄ ομολογία του, είναι ότι είδε το μαχαίρι που κρατούσε ο κατηγορούμενος να μπαίνει στο στομάχι του φίλου του. (δ) Ο Patrick καθώς και ο Freeman, είναι συναυτουργοί για οτιδήποτε έγινε στον ουσιώδη χρόνο σε βάρος του κατηγορούμενου και της περιουσίας του και κατά συνέπεια διακατέχονταν από τα ίδια αισθήματα έναντι του κατηγορούμενου, ο πρώτος όταν κλήθηκε να δώσει κατάθεση και ο δεύτερος όταν προέβαινε στη γνωστή δήλωση προς τον αστυφύλακα 4333 Χαραλάμπους. Το ίδιο ισχύει φυσικά και για τα κίνητρα τους. Προφανώς και ο ένας και ο άλλος είχαν λόγο και να αποκρύψουν και να παραποιήσουν τα γεγονότα. Ούτε και μου διαφεύγει ότι ο παραπονούμενος προέβαλε το συγκεκριμένο ισχυρισμό (μεταξύ άλλων ισχυρισμών που προέβαλε) στο πλαίσιο ανακριτικής κατάθεσης που κλήθηκε να δώσει ως ύποπτος διάπραξης αριθμού αδικημάτων και όχι ως μάρτυρας σε διερευνόμενη υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου. Κατά συνέπεια, πως μπορώ να βασιστώ επιλεκτικά σε μια και μόνο φράση του Patrick από την κατάθεσή του και στην ουσία να καταδικάσω τον κατηγορούμενο για το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας, με δεδομένο ότι αυτή κατά τα λοιπά βρίθει τόσων αναληθειών; (ε) Έχοντας κατά νου την κατάληξη μου ως προς την τύχη της δήλωσης του Freeman, ακόμη ένας λόγος για τον οποίο δε μπορώ να βασιστώ στο περιεχόμενο της κατάθεσης του Patrick για το ίδιο θέμα, είναι ότι η μαρτυρία του τελευταίου, επί του προκειμένου καταλήγει να είναι η μόνη, κύρια και πιο ουσιαστική μαρτυρία για το πλέον σημαντικό και συνάμα καθοριστικό γεγονός για τη διάγνωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου, σε σχέση με την πρώτη κατηγορία που είναι και η πιο σοβαρή. Όμως, παρά την προφανή μου κατάληξη, θεωρώ ότι υπάρχουν ακόμη τρία στοιχεία που ενισχύουν ακόμη περισσότερο τις αμφιβολίες μου, για το ποιος και κάτω από ποιες συνθήκες τραυμάτισε τον Freeman. Στα δύο με παρέπεμψε και ο κ. Πουργουρίδης. Αναφέρομαι ασφαλώς στο γενετικό υλικό του Freeman που εντοπίστηκε στη χειρολαβή του μαχαιριού (βλ. το τεκμήριο 11), με αναφορά στα αποτελέσματα των επιστημονικών εξετάσεων στις οποίες υποβλήθηκε η χειρολαβή (βλ. το τεκμήριο 12). Τεράστια σημασία επίσης, για να περάσω στο άλλο από τα δύο στοιχεία που εντόπισε ο ευπαίδευτος δικηγόρος του κατηγορούμενου, αποδίδω και στο γεγονός, ότι το μαχαίρι με το οποίο τραυματίστηκε ο Freeman, έσπασε σε δύο κομμάτια (χειρολαβή και λεπίδα). Το επιχείρημα του κ. Πουργουρίδη, ότι έχει σημασία πότε έσπασε το μαχαίρι, διότι αν έσπασε πριν από τον τραυματισμό του Freeman, τότε το ενδεχόμενο αυτός να έχει τραυματιστεί από ενέργεια του κατηγορούμενου, καθίσταται ακόμη πιο απομακρυσμένο, κάθε άλλο παρά ευκαταφρόνητο είναι. Δυστυχώς, αυτό το κρίσιμο γεγονός δεν έχει αποδειχθεί και γι΄ αυτό, περνώντας έτσι και στο τρίτο στοιχείο που θέλω να θίξω, δημιουργούνται ακόμη πιο έντονες αμφιβολίες στο μυαλό μου, για το τι ακριβώς έγινε εκείνο το βράδυ. Ποιο είναι λοιπόν το τρίτο στοιχείο; Ενώ τόσο ο κατηγορούμενος όσο και ο Patrick τοποθετούν το επεισόδιο με το μαχαίρι μεταξύ του πρώτου και του Freeman στα σκαλοπάτια της οικίας του κατηγορούμενου, δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιόν μου, που να καταδεικνύει έστω, πως βρέθηκε η λεπίδα του μαχαιριού στο πεζοδρόμιο. Βλ. το τεκμήριο 6 και τις φωτογραφίες αρ. 1 και 2 του τεκμηρίου 4. Συμπερασματικά λοιπόν, αυτό που θέλω να πω, είναι ότι ο παραπονούμενος Ian Freeman είναι δυνατό να τραυματίστηκε είτε με ενέργεια δική του (αυτοτραυματισμός) είτε από ενέργεια του κατηγορούμενου, χωρίς να αποκλείεται και το ενδεχόμενο του ατυχήματος. Ωστόσο, καθώς έχει νομολογηθεί, (βλ. Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363), σε επίπεδο ποινικής δίκης δεν επιτρέπονται υποθέσεις όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη. Κατά συνέπεια, η Κατηγορούσα Αρχή απότυχε να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη κατηγορία ενώ η τρίτη κατηγορία, για λόγους που ήδη έχουν αναφερθεί, εξ΄ αρχής ήταν καταδικασμένη σε απόρριψη, με δεδομένο ότι το αδίκημα που περικλείει, παραγράφηκε. Επομένως, ο κατηγορούμενος αθωώνεται στις δύο πρώτες κατηγορίες, ενώ στην 3η απαλλάσσεται. (Υπ.) ............................................ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής ..../Ε.Π. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο