← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Κώστα Κωνσταντίνου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 10866/01, 12 Σεπτεμβρίου 2006

Δημοκρατία ν. Κώστα Κωνσταντίνου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 10866/01, 12 Σεπτεμβρίου 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDPAF:2006:19 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΗΝ ΠΑΦΟ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. Χ. Μαλαχτού, Α.Ε.Δ. Ρ. Λιμνατίτου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10866/01 Δημοκρατία Κατηγορούσας Αρχής ν.

  1. Κώστα Κωνσταντίνου
  2. Ανδρέα Σάββα
  3. Κρίνου Θεοχάρους
  4. Μιχάλη Καλαθά
  5. Χαράλαμπου Χαραλάμπους
  6. Γεώργιου Σάββα Κατηγορουμένων ------------------------ Ημερομηνία: 12 Σεπτεμβρίου 2006 Για τη Δημοκρατία: κ. Σ. Μάτσας Για τον Κατηγορούμενο 1: κα Α. Σαββίδου Για τους Κατηγορούμενους 2 και 3: κ. Ε. Πουργουρίδης Για τον Κατηγορούμενο 4: κ. Α. Αλεξάνδρου Για τον Κατηγορούμενο 5: κ. Κ. Ευσταθίου Για τον Κατηγορούμενο 6: κ. Γ. Γεωργίου Κατηγορούμενοι 1, 2, 3, 4, 5 και 6: παρόντες --------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ -------------------------- ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η υπόθεση της κατηγορίας είναι πως οι κατηγορούμενοι συνωμότησαν μεταξύ τους και επέτυχαν παράνομα να εγγραφούν επ' ονόματι δύο γερόντων τρία τεμάχια γης (βλ. κατηγορίες 1, 2, 3 και 4 - άρθρο 302 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154) τα οποία πωλήθηκαν στη συνέχεια σε εταιρεία ανάπτυξης γης. Αποσπάστηκε στη μορφή του τιμήματος αγοράς το ποσό των £972.000 (βλ. κατηγορία 5 - άρθρα 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154) που κατέληξε στους κατηγορούμενους. Οι δύο γέροντες δεν ήταν τυχαία πρόσωπα. Η Ελένη Σάββα επ' ονόματι της οποίας ενεγράφη το 1/3 μερίδιο των τριών τεμαχίων είναι η γιαγιά του κατηγορούμενου 1, ενώ ο Σάββας Παπασάββας επ' ονόματι του οποίου ενεγράφησαν τα 2/3 μερίδια των τριών τεμαχίων είναι ο πατέρας του κατηγορούμενου
  7. Για την προώθηση του κοινού σκοπού οι κατηγορούμενοι 1 και 2 φέρονται να ενήργησαν ως οι πληρεξούσιοι αντιπρόσωποι των πιο πάνω συγγενών τους αντίστοιχα. Ο κατηγορούμενος 3 ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ο Πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου του χωριού Κάτω Πύργος της Επαρχίας Λευκωσίας. Τα επίδικα τεμάχια ευρίσκονται στα χώματα του χωριού Άγιος Θεόδωρος αλλά ελλείψει κοινοτάρχη στο χωριό Αγ. Θεόδωρος (λόγω της κατάστασης συνεπεία των γεγονότων του 1964 στην περιοχή Τυλληρίας) ο κατηγορούμενος 3 μπορούσε να εκδώσει πιστοποιητικό κατοχής για γη που βρισκόταν εντός των ορίων του Αγίου Θεοδώρου. Εξέδωσε τέτοια πιστοποιητικά προς όφελος των δυο πιο πάνω γερόντων ψευδή, (κατηγορίες 29 και 30 - άρθρο 107 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154) και κακόπιστα, σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή καταχρώμενος την εξουσία του (κατηγορίες 27 και 28 - άρθρο 105 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154) για την προώθηση του κοινού σκοπού. Ο κατηγορούμενος 4 ήταν Κτηματολογικός Λειτουργός αποσπασμένος στον Κλάδο Επιτόπιων Ερευνών του Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας. Φέρεται ως ο λειτουργός που διενήργησε την υπό του νόμου προβλεπόμενη επιτόπια έρευνα κατ' ακολουθία των αιτήσεων των δύο γερόντων για εγγραφή επ' ονόματι των δυνάμει χρησικτησίας των τριών επίδικων τεμαχίων. Σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή κακόπιστα κατέληξε σε θετικό για τις αιτήσεις αποτέλεσμα καταχρώμενος την εξουσία του (κατηγορίες 42, 43 και 44 - άρθρο 105 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154) και προωθώντας το κοινό σκοπό. Οι κατηγορούμενοι 5 και 6 είναι υπάλληλοι του Κοινοτικού Συμβουλίου του χωριού Κάτω Πύργος. Φέρονται να εμπλέκονται στην εικόνα της συνωμοσίας με επιμέρους ενέργειες και σημαδιακές παρουσίες. Ως πληρεξούσιοι αντιπρόσωποι των πωλητών οι κατηγορούμενοι 1 και 2 εισέπραξαν το καθαρό προϊόν της πώλησης. Αντιμετωπίζουν συναφείς κατηγορίες επί το ότι απέκτησαν τα διάφορα ποσά κατά παράβαση του Περί Συγκάλυψης Έρευνας και Δημοσίων Εσόδων από Ορισμένες Εγκληματικές Πράξεις Νόμου του 1996 έως 2000 άρθρα 2, 4

(1)(α)(iii),
(2), 5 και
  1. Ο κατηγορούμενος 1 που πήρε 4 ποσά - 6 κατηγορίες (ποσό £10.000 κατηγορίες 6 και 10, ποσό £214.653 κατηγορίες 7 και 11, ποσό £30.000 κατηγορία 8 και ποσό £70.000 κατηγορίες 9 και 12), ενώ ο κατηγορούμενος 2 που πήρε 2 ποσά - 4 κατηγορίες (ποσό £10.000 κατηγορίες 19 και 21 και ποσό £434.498 κατηγορίες 20 και
  2. H κατηγορία 23 αποσύρθηκε). Ο κατηγορούμενος 2 που εισέπραξε και το μεγαλύτερο ποσό «διένειμε» διάφορα ποσά στους υπόλοιπους κατηγορούμενους. Έτσι αντιμετωπίζει 3 κατηγορίες για δεκασμό κατά παράβαση του άρθρου 100(β) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμο αρ. 38
(1)του 1999 και αντίστοιχες κατηγορίες για διαφθορά κατά παράβαση του άρθρου 3(β) του Περί Προλήψεως της Διαφθορά Νόμου, Κεφ. 161, για ποσά που έδωσε στους κατηγορούμενους 3 και
  1. Στον κατηγορούμενο 3 £130.000 (κατηγορίες 15 και 18) και στον κατηγορούμενο 4 £10.000 και £90.000 (κατηγορίες 13 και 16 για το πρώτο ποσό και 14 και 17 για το δεύτερο). Οι κατηγορούμενοι 3 και 4 αντιμετωπίζουν αντίστοιχες κατηγορίες δεκασμού κατά παράβαση του άρθρου 100(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και διαφθοράς κατά παράβαση του άρθρου 3(α) του Περί Προλήψεως της Διαφθοράς Νόμου, Κεφ.
  2. (Ο κατηγορούμενος 3 τις κατηγορίες 25 και 26 και ο κατηγορούμενος 4 τις κατηγορίες 38 και 40 και 39 και 41 αντίστοιχα) και ότι ως δημόσιοι λειτουργοί αποδέχθηκαν τα εν λόγω ποσά αντίστοιχα κατά παράβαση του άρθρου 101 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (ο κατηγορούμενος 3 την κατηγορία 24 και ο κατηγορούμενος 4 τις κατηγορίες 36 και 37). Αντιμετωπίζουν ακόμα οι κατηγορούμενοι 3 και 4 κατηγορίες κατά παράβαση των Περί Συγκάλυψης Έρευνας και Δημοσίων Εσόδων από Ορισμένες Εγκληματικές Πράξεις Νόμου του 1996 έως 2000 άρθρα 2, 4
(1)(iii),
(2), 5 και 7 συναφείς προς κάθε μια από τις προηγούμενες κατηγορίες (ο κατηγορούμενος 3 τις κατηγορίες 31 μέχρι 35 και ο κατηγορούμενος 4 τις κατηγορίες 45 μέχρι 54). Οι κατηγορούμενοι 5 και 6 που φέρονται να έλαβαν από £90.000 από τον κατηγορούμενο 2 αντιμετωπίζουν από 2 κατηγορίες επί το ότι απέκτησαν τα εκατέρωθεν ποσά κατά παράβαση των Περί Συγκάλυψης ΄Ερευνας και Δημοσίων Εσόδων από Ορισμένες Εγκληματικές Πράξεις Νόμου του 1996 έως 2000 άρθρα 2, 4
(1)(iii),
(2), 5 και
  1. (Ο κατηγορούμενος 5 τις κατηγορίες 56 και 57 και ο κατηγορούμενος 6 τις κατηγορίες 59 και
  2. Συναφείς κατηγορίες 55 και 58 για κλεπταποδοχή αποσύρθηκαν). ΟΙ ΠΤΥΧΕΣ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ Η Κατηγορούσα Αρχή σε μια χρονοβόρα και μακρά διαδικασία παρουσίασε 100 μάρτυρες κατηγορίας ενώ εγκρίθηκε σειρά αποδεκτών γεγονότων και αποφεύχθηκε η κλήση αρκετών άλλων. Παρουσιάστηκαν 410 Τεκμήρια, πολλά αποτελούμενα από αρκετά έγγραφα το καθένα. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή και αφότου οι κατηγορούμενοι κλήθηκαν να προβάλουν την υπεράσπιση τους στις πιο πάνω κατηγορίες και τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους, επέλεξαν, όλοι τους, να προβούν σε ανώμοτες δηλώσεις από το εδώλιο του κατηγορούμενου και ουδείς κάλεσε μάρτυρα υπεράσπισης. Οι κατηγορούμενοι αρνήθηκαν τη συνομωσία. Η Κατηγορούσα Αρχή προσέφερε μαρτυρία για το κατά την εισήγηση της πραγματικό ιστορικό κατοχής των επίδικων τεμαχίων για να καταδείξει πως ο κατηγορούμενος 3 ενήργησε κακόπιστα. Παρουσιάστηκε ακόμη μαρτυρία για τον τρόπο διεκπεραίωσης μιας επιτόπιας έρευνας και τι έπρεπε να ληφθεί υπόψη για να πείσει η κατηγορούσα αρχή πως ο κατηγορούμενος 4 όχι μόνο λανθασμένος ήταν αλλά και πως ενήργησε με ένοχη σκέψη. Παρουσιάστηκε μαρτυρία και για την εμπλοκή κάποιων κατηγορουμένων στη διαδικασία πώλησης των επιδίκων τεμαχίων. Άλλη ενότητα μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής αφορά στην ανίχνευση (tracing) του ποσού που πληρώθηκε για την αγορά των τριών τεμαχίων για να καταδείξει, μεταξύ άλλων, η κατηγορούσα αρχή πως πέραν των κατηγορούμενων 1 και 2 και οι κατηγορούμενοι 3, 4, 5 και 6 αποκόμισαν οικονομικό όφελος. Με τις ανώμοτες δηλώσεις τους οι κατηγορούμενοι 5 και 6 αρνήθηκαν ότι έλαβαν οποιοδήποτε ποσό ενώ οι κατηγορούμενοι 3 και 4 αποδέχθηκαν πως έλαβαν οικονομικό όφελος από το προϊόν της πώλησης των επιδίκων τεμαχίων (ο κατηγορούμενος 4 ήταν συγκεκριμένος για τα ποσά που εισέπραξε), διατεινόμενοι όμως, πως μαζί με δυο άλλα πρόσωπα που δεν κατονόμασαν, αγόρασαν συνεταιρικά από τον κατηγορούμενο 2 τα μερίδια του πατέρα του και όταν πραγματοποιήθηκε η επίδικη πώληση δικαιωματικά εισέπραξαν ό,τι ο καθένας δικαιούτο. Ο κατηγορούμενος 2 κινήθηκε στα ίδια πλαίσια, ενώ ο κατηγορούμενος 1 ανέφερε πως τότε αγνοούσε τη σχέση. ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΩΝ 3, 4, 5 ΚΑΙ 6 Σύμφωνα με τα αρχεία που κρατούνται στην Επαρχιακή Διοίκηση Λευκωσίας ο κατηγορούμενος 3 ήταν από το 1994 ο Πρόεδρος της Χωρητικής Επιτροπής του χωριού Κάτω Πύργος της Επαρχίας Λευκωσίας. Το 1999 η Χωρητική Επιτροπή μετονομάστηκε σε Κοινοτικό Συμβούλιο (βλ. Ο Περί Κοινονήτων Νόμος του 1999, αρ. 86
(1)του 1999) και ο κατηγορούμενος 3 ήταν μέχρι και διαρκούσης της δίκης ο Κοινοτάρχης και Πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου του χωριού Κάτω Πύργος (άρθρο 11
(1)(α) του Ν. 86
(1)/99.) Σχετική είναι η μαρτυρία του Γιαννάκη Χαραλάμπους (Μ.Κ.3), (καταθέσεις Τεκμήρια 7 και 8) που συνταξιοδοτήθηκε το 2001 από τη θέση του Βοηθού Επάρχου Λευκωσίας. Εξάλλου στην κατάθεση του στην Αστυνομία (Τεκμήριο 161) ο κατηγορούμενος 3 παραδέχεται ότι ήταν ο Κοινοτάρχης Κάτω Πύργου από το
  1. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154: ο όρος «Δημόσιος Λειτουργός» περιλαμβάνει (vii) τον εκάστοτε Κοινοτάρχη της Χωρητικής Επιτροπής οποιασδήποτε κοινότητας (σήμερα Πρόεδρο του Κοινοτικού Συμβουλίου). Όπως μετέφερε ενώπιον μας ο Βάσος Παπαδημητρίου, Μ.Κ.2, ο κατηγορούμενος 4 είναι Δημόσιος Υπάλληλος, διορίστηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας στις 2.3.1982 ως ημερομίσθιος βοηθός γραφέας και μονιμοποιήθηκε ως κτηματολογικός γραφέας Β' στις 8.1.
  2. Κατά τον ουσιώδη χρόνο και από το 1995 μέχρι σήμερα εργάστηκε στον Κλάδο Επιτοπίων Ερευνών στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας. Ο κατηγορούμενος 4 παραδέχεται στην κατάθεση του στην αστυνομία (Τεκμήριο 249) πως εργάζεται στο Κτηματολόγιο από το 1984, δόθηκε δε μαρτυρία από πληθώρα μαρτύρων αναφορικά με τη θέση που κατείχε και τα καθήκοντα του. «Δημόσιος Λειτουργός» σύμφωνα με το άρθρο 4 (πιο πάνω) σημαίνει και πρόσωπο που κατέχει οποιαδήποτε δημόσια θέση και η περίπτωση του κατηγορούμενου 4 καλύπτεται στις παραγράφους (α), (β) και (γ) του άρθρου. Σύμφωνα με το άρθρο 2 των Περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμων του 1990 έως (αρ. 2) του 1996 δημόσια θέση σημαίνει κάθε υπηρεσία που υπάγεται στη Δημοκρατία όπως είναι το Κτηματολόγιο. Συνεπώς οι κατηγορούμενοι 3 και 4 ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο δημόσιοι λειτουργοί. Σύμφωνα με των Περί Κοινοτήτων Νόμο άρθρο 46(ιβ) ο κοινοτάρχης έχει την αρμοδιότητα να παρέχει πιστοποιητικά για ακίνητη ιδιοκτησία και τα δικαιώματα που δικαιούται να εισπράξει καθορίζονται στο Δεύτερο Πίνακα του Νόμου. Ακόμη σύμφωνα με το άρθρο 46(ιγ) αυτός εκτελεί όλα τα καθήκοντα και τις εξουσίες που ανατίθενται ή επιβάλλονται σε αυτόν από οποιοδήποτε Νόμο. Σύμφωνα με τον Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο άρθρο 82
(1)ο κοινοτάρχης υπογράφει και σφραγίζει κάθε πιστοποιητικό της Χωρητικής Αρχής (τώρα Κοινοτικού Συμβουλίου) που απαιτείται να προσαχθεί στο Κτηματολόγιο και αφορά ακίνητη ιδιοκτησία που βρίσκεται στα όρια του χωριού του. Στην περίπτωση που η προσαγωγή πιστοποιητικού του Κοινοτικού Συμβουλίου του χωριού όπου βρίσκεται η ιδιοκτησία δεν είναι δυνατή, ο Διευθυντής του Κτηματολογίου μπορεί να δεχτεί πιστοποιητικό άλλου Κοινοτικού Συμβουλίου (επιφύλαξη εδαφίου
(1)του άρθρου 82 (πιο πάνω)). Τα δικαιώματα που καταβάλλονται στον κοινοτάρχη για την έκδοση τέτοιου πιστοποιητικού καθορίζονται με το άρθρο 83 και τον Τέταρτο Πίνακα (α) του Νόμου. Ο Χαράλαμπος Πλαστήρας ή Χαραλάμπους, κατηγορούμενος 5, και Γεώργιος Αντρέα Σάββα κατηγορούμενος 6 ήταν μισθωτοί υπάλληλοι του Κοινοτικού Συμβουλίου Κάτω Πύργου και προσλαμβάνονταν ή διορίζονταν από το Κοινοτικό Συμβούλιο, χωρίς να υπέχουν θέση Δημοσίου Υπαλλήλου. ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ - ΕΡΕΥΝΑ Δυστυχώς πολύτιμος δικαστικός χρόνος σπαταλήθηκε από την προσκόμιση μαρτυρίας η οποία ήταν ουσιαστικά επανάληψη των θέσεων άλλων μαρτύρων που ήδη είχαν καταθέσει. Αναφερόμαστε κατά κύριο λόγο σε μαρτυρία Κτηματολογικών Λειτουργών οι οποίοι επεξήγησαν ενώπιον μας τις διαδικασίες και την πρακτική που ακολουθείται στο Κτηματολόγιο κατά τρόπο θα λέγαμε αντιπαραγωγικό και αχρείαστο. Στην καθυστέρηση συνέβαλε σε κάποια έκταση και η στάση που υπέδειξε η υπεράσπιση με την αρχική αμφισβήτηση σειράς θεμάτων και γεγονότων όπως π.χ. την ανασύσταση των Κρατικών Αρχείων, θέματα τα οποία στη συνέχεια έγιναν αποδεκτά. Εξετάζοντας τη σχετική μαρτυρία σε συνάφεια με το πιο πάνω θέμα, επιχειρήσαμε να τη συνοψίσουμε όσο καλύτερα μπορούσαμε και ν΄ αποφύγουμε έτσι την επανάληψη. Κατά την παράθεση του ουσιώδους πλέον της μαρτυρίας των Κτηματολογικών κατά κύριο λόγο υπαλλήλων θα έχουμε πάντοτε κατά νου το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μας για όλα τα επιμέρους θέματα και θα παραπέμπουμε, όπου κρίνουμε αναγκαίο, σε συγκεκριμένη μαρτυρία, συμπεριλαμβανομένων και των ενώπιον μας τεκμηρίων, βλέπε Χρυσούλλα Καννάουρου κ.α. ν. Ανδρέα Σταθακιώτη
(1990)1 Α.Α.Δ.
  1. Στις μέρες που προηγήθηκαν της 10.10.2001 περιήλθαν σε γνώση υπαλλήλων του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας διάφορες, αόριστες καταρχήν, πληροφορίες σχετικά με εγγραφές διαφόρων κτημάτων που βρίσκονταν στον Άγιο Θεόδωρο Τυλληρίας, επ΄ ονόματι Ελληνοκυπρίων, τα οποία όμως προηγουμένως ήσαν καταχωρημένα σε Τουρκοκύπριους και τα οποία είχαν πωληθεί σε πολύ ψηλές τιμές (Μ.Κ.27 Π. Αργυρού, καταθέσεις του Τεκμήριο 175 - 180, Μ.Κ.17 Σάββας Πολυνείκης, καταθέσεις του Τεκμήριο 139 -144, Μ.Κ.19 Χαρίλαος Μαρδάς, καταθέσεις του Τεκμήριο 148 - 149, Μ.Κ.98 Ανδρέας Χριστοδούλου, Διευθυντής Κτηματολογίου Λευκωσίας καταθέσεις του Τεκμήρια 405 και 406 και Μ.Κ.16 Ιωάννης Πίτσιλλος, Τεκμήριο 137). Ενημερώθηκε από τον Παναγιώτη Αργυρού ο βοηθός του Ιωσήφ Λοϊζου Μ.Κ.34, Κτηματολογικός Λειτουργός Α΄ Τάξης και ο Διευθυντής του Τμήματος Ανδρέας Χριστοδούλου, Μ.Κ.
  2. Διευθετήθηκε συνάντηση την επομένη για τον παραπέρα χειρισμό του θέματος στο Γραφείο του Διευθυντή. Δόθηκαν οδηγίες από τον Διευθυντή Ανδρέα Χριστοδούλου στον Π. Αργυρού να διεξάγει σε βάθος έρευνα για εντοπισμό όλων των σχετικών φακέλων και υποβολή σχετικής έκθεσης. Η έρευνα διεξήχθη από τον Π. Αργυρού σε συνεργασία με τον Σ. Πολυνείκη, και τον Ιωσήφ Λοϊζου. Η έρευνα στον κλάδο κατέδειξε ότι αριθμός φακέλων, ανάμεσα στους οποίους οι Α.716/00, Α.1165/00 και Α.221/01 πιθανόν να σχετίζονταν με Τουρκοκυπριακά ακίνητα και ο τρόπος απόκτησής τους να ήταν πλασματικός. Αφορούσαν περιουσίες που είτε υπήρχε γι΄ αυτές προηγούμενη εγγραφή, όπως στην Α.221/01, είτε υπήρχαν καταχωρήσεις επ΄ ονόματι Τουρκοκυπρίων. Ο μάρτυρας Αργυρού αναφέρει, πως ο Σάββας Πολυνείκης πληροφόρησε τον Διευθυντή πως τις σχετικές πληροφορίες ο Πολυνείκης της πήρε από το συνάδελφο τους Νίκο Σιακαλλή. Έγινε επίσης αναφορά σε ονόματα άλλων συναδέλφων τους, ανάμεσα στους οποίους και ο Ανδρέας Καλλιδώνης, τη μαρτυρία του οποίου θα εξετάσουμε αυτοτελώς και στο κατάλληλο σημείο. Δόθηκαν οδηγίες από το Διευθυντή να εντοπιστούν και συγκεντρωθούν, όλοι οι φάκελοι που σχετίζονταν με την εγγραφή Τουρκοκυπριακών περιουσιών σε Ελληνοκυπρίους ή φακέλων που υπήρχαν υπόνοιες ότι η εγγραφή ακινήτων και ο τρόπος απόκτησής τους από Ελληνοκύπριους ήταν «πλασματικός». Ερευνήθηκαν οι αποθήκες όπου φυλάσσονται οι σχετικοί φάκελοι. Η αποθήκη για την οποία ήταν υπεύθυνος ο Πέτρος Αθανασίου (Μ.Κ.6) και η αποθήκη όπου υπεύθυνος ήταν ο Σωτήρης Νικολάου (Μ.Κ.7), όπου αρχειοθετούνται οι φάκελοι. Αναζητήθηκαν 17 περίπου φάκελοι αιτήσεων ανάμεσα στους οποίους και ο φάκελος Α.716/00 ο οποίος όμως δεν βρέθηκε. Από τους υπόλοιπους βρέθηκαν μόνο 4, παρόλο που οι περισσότεροι από αυτούς είτε είχαν συμπληρωθεί είτε είχαν παραμεριστεί και έπρεπε να βρίσκονταν κανονικά στην αποθήκη. Από τα διαθέσιμα στοιχεία που είχαν στη διάθεσή τους ο Π. Αργυρού ήταν σε θέση να διαπιστώσει ότι η επιτόπια έρευνα έγινε από τον Μιχάλη Καλαθά, κατηγορούμενο 4, ο έλεγχος και οι οδηγίες για εγγραφή δόθηκαν από τον Κώστα Μακαρίτη (Τεκμήριο 141) ενώ το πιστοποιητικό εγγραφής επ΄ ονόματι των «Αιτητών» το υπέγραψε ο Κτηματολογικός Γραφέας Ανδρέας Λαζαρίδης Μ.Κ.99, το δε πιστοποιητικό εγγραφής για την εταιρεία ο Απόστολος Αθηνοδώρου Μ.Κ.
  3. Στις 18.10.2001 ο Π. Αργυρού ζήτησε τηλεφωνικώς από τον κατηγορούμενο 4 να του παραδώσει οποιουσδήποτε φακέλους είχε στην κατοχή του. Ο κατηγορούμενος 4 αυθημερόν παρέδωσε στον Π. Αργυρού πέντε φακέλους , υπέγραψε σχετική σημείωση παράδοσης τους και ο Π. Αργυρού μονόγραψε σχετική σημείωση παραλαβής τους, Τεκμήριο 19 επισυνημμένο Α. Ταυτόχρονα δε ο κατηγορούμενος 4 δήλωσε στον Π. Αργυρού ότι δεν είχε άλλους φακέλους στην κατοχή του. Την ίδια ημέρα ο κατηγορούμενος 4 παρέδωσε και τα κλειδιά για τα συρτάρια του γραφείου του. Είναι η θέση του Π. Αργυρού, την οποία και αποδεχόμαστε, ότι ζήτησε συγκεκριμένα από τον κατηγορούμενο 4 τον Μ.Α.477/91, ως φάκελο που θα έπρεπε να βρίσκεται στην κατοχή του. Ο κατηγορούμενος 4 ισχυρίστηκε ότι τον παρέδωσε στον αποθηκάριο χωρίς συγκεκριμένα να κατονομάσει ποιο ακριβώς αποθηκάριο εννοούσε και παρόλο που ο μάρτυρας του ζήτησε επανειλημμένως την προηγούμενη 17.10.2001, να τον κατονομάσει. Αργότερα ο φάκελος εντοπίστηκε σε μια γωνιά, και εκτός της θέσης που θα έπρεπε να βρίσκεται, στην αποθήκη του Π. Αθανασίου (Μ.Κ.6) μαζί με άλλους φακέλους. Σύμφωνα με τον Π. Αργυρού ο Π. Αθανασίου του είπε ότι ο εν λόγω φάκελος του παρεδόθη από τον κατηγορούμενο 4 μαζί με ένα αριθμό άλλων φακέλων. Οι φάκελοι αυτοί δεν έπρεπε να ευρίσκονται στην αποθήκη εκείνη εφόσον αρχειοθετούνταν σε άλλη αποθήκη. Σύμφωνα με τον Π. Αργυρού ο Π. Αθανασίου του βεβαίωσε ότι τους φακέλους που βρέθηκαν στην αποθήκη του τελευταίου του τους έδωσε την προηγούμενη το πρωί ο κατηγορούμενος 4, όπως και τους φακέλους που βρέθηκαν στην άλλη αποθήκη, πάνω από το γραφείο του μάρτυρα Π. Αργυρού. Την επομένη ετοιμάστηκε από τον μάρτυρα σε συνεργασία με τους Μαρδά και Πολυνείκη, λεπτομερής έκθεση που υποβλήθηκε στο Διευθυντή. Κατά την ετοιμασία της έκθεσης περιήλθε στη γνώση τους η Αίτηση Α.930/2001 με Αιτήτρια την Ελένη Σάββα για εγγραφή δυνάμει κατοχής, τεσσάρων ακινήτων που βρίσκονταν, το ένα στο χωριό Άγιος Θεόδωρος Τυλληρίας, καταχωρημένα ή εγγραμμένα επ΄ ονόματι Τουρκοκυπρίων. Στις 27.11.2001 και 11.12.2001 ο Π. Αργυρού απευθύνει δυο επιστολές, Τεκμήριο 183 και Τεκμήριο 184 προς τον Αρχηγό Αστυνομίας σχετικά με τη διερεύνηση υπόθεσης δίνοντας σχετικές πληροφορίες. Παράλληλα έγινε έρευνα στα μητρώα του Αγ. Θεοδώρου Τεκμήριο 18 απ΄ όπου διαφάνηκε ότι για τρία ακίνητα εκδόθηκαν οι εγγραφές 6394 μέχρι 6396 με το φάκελο Α.716/00 στα ονόματα Ελένη Σάββα από τον Κάτω Πύργο, 1/3 μερίδιο, και Σάββα Ιωάννου Π" Σάββα επίσης από τον Κ. Πύργο για 2/3 μερίδια τα οποία, ολόκληρα τα μερίδια, μεταβιβάστηκαν στην εταιρεία Lenios Beach Hotel Management Ltd. Επρόκειτο για τα ακίνητα με αρ. εγγραφής 6394, Φ./Σχ.18/35, τεμάχιο 810, χωράφι εκτάσεως 28600 m² αρ. εγγραφής 6395 Φ./Σχ.18/35, τεμάχιο 812, χωράφι έκτασης 12060m² και αρ. εγγραφής 6396, Φ./Σχ.18/35, Τεμάχιο 811, χωράφι έκτασης 1137,2m². Η μεταβίβαση έγινε με τη δήλωση Π3171/2000, Τεκμήριο 45, 15.9.
  4. Εκ μέρους της Ελένης Σάββα παρουσιάστηκε ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπός της, ο Κώστας Κωνσταντίνου, Κατηγορούμενος 1, δυνάμει ειδικού πληρεξουσίου (Τεκμήριο 45). Εκ μέρους του Σάββα Ιωάννου Παπασάββα παρουσιάστηκε ο Ανδρέας Σάββα, Κατηγορούμενος 2, ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος δυνάμει ειδικού πληρεξουσίου (Τεκμήριο 45). Για την εταιρεία παρουσιάστηκε με ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο ο Δήμος Δημοσθένους, Μ.Κ.70, εγγεγραμμένος κτηματομεσίτης (Τεκμήριο 45). Πριν την έκδοση τίτλων επ' ονόματι της Ελένης Ιωσήφ και Σάββα Παπασάββα το τεμάχιο 810 για το οποίο εκδόθηκε η εγγραφή 6396 προερχόταν από το τεμάχιο 730 και ήταν καταχωρημένο επ' ονόματι του Djeloul Kilan, το τεμάχιο 811 προερχόταν από το παλαιό τεμάχιο 731 και ήταν καταχωρημένο στο όνομα Seftie Dede, ενώ το Τεμάχιο 812 για το οποίο εκδόθηκε η εγγραφή 6395 από το παλαιό τεμάχιο 733 καταχωρημένο επ' ονόματι της Yiasmin Mehmet. Τα αρχικά τεμάχια άλλαξαν και αναριθμίστηκαν αντίστοιχα στα νέα τεμάχια μετά την απαλλοτρίωση μέρους τους για την κατασκευή του δρόμου Μανσούρας - Κάτω Πύργου με το φάκελο Μ.Α.477/91, Τεκμήριο 20 και Τεκμήριο
  5. Προηγήθηκε η Αίτηση με αρ. Α.716/00 όπως προκύπτει από τα Τεκμήρια 29 και 203, την οποία απεδέχθη η Σκεύη Παπαπολυβίου (Μ.Κ.31) η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο εκτελούσε καθήκοντα στον Κλάδο Αιτήσεων, καταθέσεις της Τεκμήριο 204 και Τεκμήριο
  6. Τα καθήκοντα της ήταν η αποδοχή αιτήσεων, ο έλεγχος τους και ακολούθως η καταγραφή τους στο βιβλίο αιτήσεων το οποίο τηρείται με αύξοντα αριθμό. Σύμφωνα με το Βιβλίο Αιτήσεων του 2000, την Αίτηση με αρ. Α.716/00 τη δέχθηκε η ίδια, όπως διαπιστώνεται από τη σχετική καταχώρηση την οποία η μάρτυρας επιβεβαίωσε και ενόρκως ενώπιον μας (Τεκμήρια 203 και 29, Form N.5). Σύμφωνα με την καταχώρηση, Αιτήτρια είναι η Ελένη Σάββα από τον Κ. Πύργο η οποία αιτήθηκε εγγραφή δυνάμει κατοχής, κτημάτων ή κτήματος στον Άγιο Θεόδωρο Τυλληρίας. Η Αίτηση υποβλήθηκε στις 12.6.2000 και την ίδια ημέρα, η Παπαπολυβίου την προώθησε στον Κλάδο Επιτόπιων Ερευνών, μέσω του Κλάδου Εκτιμήσεων, αφού προηγουμένως συμπληρώθηκε με τα αναγκαία στοιχεία και επισυνάφθηκαν τα αναγκαία έγγραφα, τοποθετήθηκε στο κουτί των εξερχόμενων φακέλων. Οι φάκελοι παραλαμβάνονταν από κλητήρα ή κλητήρες του γραφείου, πράγμα που πρέπει να έγινε και για το συγκεκριμένο φάκελο. Για την εξέταση της Αίτησης όπως βεβαίωσε η Μ.Κ.30 Κούλλα Βασιλείου, Υπεύθυνη του Κλάδου Αιτήσεων, κατάθεση της Τεκμήριο 202, καταβλήθηκαν τέλη επίσπευσης όπως σημειώνεται επί του εντύπου Ν5 Τεκμήριο 203, πιστοποιημένη σελίδα του N.J. Είδε τη σφραγίδα της Χωρητικής Αρχής Κ. Πύργου ενώ όπως της διευκρίνισαν αργότερα, η πιστοποίηση αφορούσε το χωριό Άγιος Θεόδωρος Τυλληρίας. Η Παπαπολυβίου εισέπραξε το ποσό των £18.35 που αναλύεται ως εξής: £1 για την αποδοχή της αίτησης, 30 σεντ για τα τρία τεμάχια, 10 σεντ το καθένα, 75 σεντ για την έκδοση των τριών τίτλων και τέλος, £16.30 για επίσπευση της διεξαγωγής επιτόπιας έρευνας όπως επιθυμούσε ο Αιτητής, έντυπο F.261178, βιβλιάριο Γ.Λ.17, ημερομηνίας 12.6.2000 προς την Ελένη Σάββα σε σχέση με το φάκελο Α.716/
  7. Εκδίδονται δύο ακόμη αντίγραφα «με λαδόκολλα» σε κίτρινο και ροδόχρουν, εκ των οποίων το πρωτότυπο μένει στο στέλεχος, το κίτρινο δίδεται στον Αιτητή και το ροδόχρουν επισυνάπτεται μαζί με την αίτηση και το πιστοποιητικό του κοινοτάρχη στο φάκελο της υπόθεσης που ανοίγεται εκείνη την ώρα (Φάκελος τύπος Ν.6). Η Παπαπολυβίου δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί ποιος έφερε την Αίτηση ή πλήρωσε τα αναγκαία δικαιώματα. Σύμφωνα με τη μάρτυρα τα στοιχεία του κοινοτάρχη, όπως τοποθετήθηκαν αρχικά από τη μάρτυρα, «Κ. Πύργος», λήφθηκαν από τη σφραγίδα που είχε τοποθετηθεί επί του πιστοποιητικού της αρμόδιας Κοινοτικής Αρχής. Υπήρχε σφραγίδα και υπογραφή του Κοινοτάρχη, και πρέπει τουλάχιστον να υπήρχε για να κάνει αποδεκτή την αίτηση, και υπογραφή δύο μελών της Κοινοτικής Αρχής. Όταν δεν υπάρχει πιστοποιητικό του Κοινοτάρχη και δύο μελών της Κοινοτικής Αρχής, κάτι που συμβαίνει σπάνια, ο ελεγκτής δίνει οδηγίες με το Έντυπο Ν.
  8. Ενώ το θέμα της ύπαρξης εντός του φακέλου Α.716/00, πιστοποιητικού της Κοινοτικής Αρχής Κ. Πύργου τέθηκε αρχικά υπό αμφισβήτηση κατά την αντεξέταση της μάρτυρος, υπό του τότε δικηγόρου του κατηγορούμενου 3, κ. Ρ. Ερωτοκρίτου, το θέμα ξεκαθάρισε τελικά με την ανώμοτη δήλωση του ιδίου του κατηγορούμενου 3, ο οποίος και παραδέχθηκε ότι υπέγραψε, ως εκλελεγμένος από το 1994 κοινοτάρχης Κάτω Πύργου, τα σχετικά πιστοποιητικά της Ελένης Ιωσήφ και του Σάββα Παπασάββα, κάτι που όπως δήλωσε θα έκανε ακόμη και σήμερα αν του το ξαναζητούσαν, χωρίς καμία επιφύλαξη. Ο φάκελος Α.716/2000 δε βρέθηκε ποτέ στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας και ως εκ των πραγμάτων, είναι αδύνατο να γίνει γνωστό το ιστορικό της «εχθρικής κατοχής» και τα όσα περιέχονταν στο πιστοποιητικό της Κοινοτικής Αρχής που να υποστηρίζουν την ισχυριζόμενη «ιδιοκτησία» της Ελένης Σάββα και Σάββα Ιωάννη Παπασάββα. Εξάγεται ως τελικό συμπέρασμα ότι η αίτηση Α.716/00 δεν πέρασε ξανά από τον Κλάδο Αιτήσεων ούτε καταχωρίστηκε, μετά τη διενέργεια της επιτόπιας εξέτασης, στο έντυπο Ν.5 (Τεκμήριο 203 και Τεκμήριο 29), στη στήλη «Action Taken», οποιαδήποτε πράξη που να καταδεικνύει τι έγινε στη συνέχεια, αν δηλαδή ο φάκελος οδηγήθηκε στον αρμόδιο Ελεγκτή, στον Κλάδο Αιτήσεων για έλεγχο εμποδίων για να παραδοθεί στη συνέχεια στο Τμήμα Εγγραφής για έκδοση τίτλων και αν επέστρεψε τελικά στην αποθήκη. Από το μητρώο εγγραφής φαίνεται ο τρόπος απόκτησης του ακινήτου. Όπως ανέπτυξε ενώπιον μας ο Σ. Πολυνείκης στην επίδικη υπόθεση τα κτήματα ενεγράφησαν δυνάμει δωρεάς, έπρεπε λοιπόν να καταβληθούν μεταβιβαστικά δικαιώματα, κάτι που διαπίστωσε μετά από έρευνα στο ταμείο πως δεν έγινε. Δεν καταβλήθηκαν ακόμη 0,75 σεντ για την έκδοση του δεύτερου αντιγράφου τίτλου στο όνομα του συνιδιοκτήτη Παπασάββα ο οποίος προστέθηκε αργότερα ως Αιτητής κατά την επιτόπια έρευνα, ποσό που έπρεπε να καταβληθεί πριν την έκδοση των τίτλων. Με τη θέση πως η Αίτηση Α.716/00 δεν πέρασε εκ νέου από τον Κλάδο Αιτήσεων, θα εξετάσουμε στο κατάλληλο στάδιο τι θα συνέβαινε αν γινόταν κάτι τέτοιο ως η πρακτική που ακολουθείτο ανυπερθέτως στο Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας και στη βάση βεβαίως της θέσης που προώθησε η Κατηγορούσα Αρχή: ότι ο φάκελος Α.716/00 «χάθηκε» με αποκλειστικό σκοπό να μην ήταν δυνατό να διαπιστωθεί, όπως θα ήταν δυνατό αν τηρείτο η διαδικασία, ότι η περιουσία της οποίας ζητείτο η εγγραφή, ανήκε σε Τουρκοκύπριους. Αν διαπιστώνετο είναι η θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι καταχωρημένοι ή δικαιούχοι λόγω κατοχής ήταν Τουρκοκύπριοι, τότε ο αρμόδιος υπάλληλος του Τμήματος Αιτήσεων θα απευθυνόταν στον Επαρχιακό Κτηματικό Λειτουργό για οδηγίες εφόσον δεν ήταν δυνατή κατοχή γης, που βρισκόταν καταχωρημένη σε Τουρκοκύπριους από Έλληνες ή δεν ήταν δυνατό να εγγραφεί σε Ελληνοκύπριους. ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ - ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΙΤΗΣΕΩΝ Όπως ακούσαμε και από τον Σάββα Πολυνείκη Μ.Κ.17, καταθέσεις του Τεκμήρια 138 - 140, σύμφωνα με την πρακτική που ακολουθείτο στο Κτηματολόγιο Λευκωσίας οι φάκελοι και οι δηλώσεις παραλαμβάνονταν και διανέμονταν με οδηγίες του προϊστάμενου του Κλάδου Επιτόπιων Ερευνών που είναι το αρμόδιο πρόσωπο το οποίο αναθέτει υποθέσεις στον εκάστοτε υπάλληλο ή υπαλλήλους επιτόπιων ερευνών. Κατά τον ουσιώδη χρόνο προϊστάμενος του τμήματος που αριθμούσε γύρω στα 20 - 30 άτομα ήταν ο ίδιος ο Σάββας Πολυνείκης. Η ανάθεση πάσης φύσεων υποθέσεων είτε κατοχής ή διαφοράς συνόρων γινόταν σε σχέση και συνάφεια με συγκεκριμένη περιοχή ή χωριό. Οι Αιτήσεις θα έπρεπε να εξεταστούν επί τόπου. Κατά την ανάθεση, οι υπάλληλοι είχαν τη δυνατότητα και την ευχέρεια να εκφράσουν και οι ίδιοι προς το προϊστάμενο τους τη περιοχή στην οποία ήθελαν να εργαστούν. Οι εισηγήσεις αυτές βρίσκουμε πως γίνονταν κάποτε δεκτές με τον προϊστάμενο να έχει βέβαια πάντοτε το τελικό λόγο, θέση που επιβεβαίωσε και ο Χαράλαμπος Πογιατζής (Μ.Κ.5) Επαρχιακός Κτηματολογικός Γραφέας Λευκωσίας, κατάθεση του Τεκμήριο
  9. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της Ιφιγένειας Λουκά, Μ.Κ55, κατάθεση της Τεκμήριο 276, Βοηθός Γραφείου στο Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας και υπεύθυνη για τις καταχωρήσεις των φακέλων του Κτηματολογίου στο Βιβλίο αποδοχής Επιτοπίων Ερευνών, Ν.5, χρέωνε φακέλους είτε κατόπιν οδηγιών των προϊσταμένων της αλλά και πολλές φορές κατόπιν οδηγιών από τους ίδιους τους υπαλλήλους. Ο υπάλληλος Επιτόπιων Ερευνών μετά τη συμπλήρωση της εργασίας που του ανατέθηκε παραδίδει τους φακέλους στο προϊστάμενο και συμπληρώνει το έντυπο Ν.
  10. Εκεί καταγράφεται η επιστροφή, παράδοση και παραλαβή του φακέλου ο οποίος παραμένει στο γραφείο του προϊστάμενου του Τμήματος σε ειδικό φάκελο. Με την επιστροφή του φακέλου, στο προϊστάμενο, ο τελευταίος τον προωθεί αναλόγως στον ελεγκτή για έλεγχο της εργασίας που έχει διεξαχθεί. Αποτελεί κοινό έδαφος, ότι κατά την εξέταση υποθέσεων για επιτόπια έρευνα είναι δυνατόν ο υπάλληλος να αναζητήσει και να παραλάβει από την αποθήκη άλλους βοηθητικούς ή σχετικούς με την υπόθεση φακέλους. Οι φάκελοι ζητούνται από τον αποθηκάριο. Αν ο υπάλληλος κρίνει, ότι κάποιος από τους φακέλους που παρέλαβε ως βοηθητικούς, δεν τον εξυπηρετούν ή βοηθούν περαιτέρω ή καθόλου τους επιστρέφει στην αποθήκη χωρίς οι φάκελοι αυτοί να ενσωματωθούν πλέον στην υπό εξέταση αίτηση. Όπως όμως διαπιστώνεται από την ενώπιον μας μαρτυρία και, με πλέον λεπτομερή αναφορά, από τον Σάββα Πολυνείκη αν παραλήφθηκε βοηθητικός φάκελος ο οποίος περιέχει στοιχεία βοηθητικά με την υπό εξέταση Αίτηση τότε ανυπερθέτως θα πρέπει να ενσωματωθεί και να επιστραφεί μαζί με το φάκελο της υπό εξέταση Αίτησης. Μετά τη διεκπεραίωση των εργασιών οι φάκελοι ή οι δηλώσεις, προωθούνταν από τον αρμόδιο υπάλληλο και πάλι ανάλογα, σύμφωνα πάντα με τις οδηγίες που φαίνονταν καταχωρημένες σ' αυτούς. Μεταξύ των αιτήσεων των οποίων επιλαμβανόταν το Τμήμα του Κλάδου Επιτοπίων Ερευνών ήσαν και οι αιτήσεις για έκδοση τίτλων δυνάμει κατοχής ή δυνάμει κληρονομίας. Απαραίτητη προϋπόθεση για καταχώριση αίτησης για έκδοση τίτλων ιδιοκτησίας δυνάμει κατοχής ήταν και είναι η εξασφάλιση πιστοποιητικού από το αρμόδιο Κοινοτικό Συμβούλιο του χωριού ή της ενορίας στην οποία βρίσκεται το ακίνητο. Σε περίπτωση που το ακίνητο βρίσκεται σε χωριό που δεν διαθέτει Κοινοτικό Συμβούλιο, τότε αρμόδια Αρχή που δύναται να χορηγήσει ανάλογο πιστοποιητικό, κρίνεται το πλησιέστερο Κοινοτικό Συμβούλιο. Αποτελεί κοινό έδαφος ότι το χωριό Άγιος Θεόδωρος λόγω των γνωστών διακοινοτικών συγκρούσεων του 1964 στην περιοχή, δεν διέθετε Κοινοτική Αρχή. Σε τέτοια περίπτωση τίθενται σε εφαρμογή, αναφορικά με τη διαδικασία των αιτήσεων, οι πρόνοιες του άρθρου 82
(1)του Κεφ. 224: Η Χωρητική Αρχή γειτονικού χωριού είχε εξουσία και δικαίωμα έκδοσης τέτοιου πιστοποιητικού. Το πιστοποιητικό θα πρέπει να συνοδεύεται από γραπτή αίτηση η οποία υποβάλλεται προς το Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό και να ζητείται η έκδοση τίτλου σύμφωνα με την πιστοποίηση του Κοινοτικού Συμβουλίου. Μαζί με την αίτηση καταβάλλονται και τα ανάλογα δικαιώματα για τη διενέργεια επιτόπιας έρευνας. Με την καταβολή των δικαιωμάτων ετοιμάζεται από τον Κλάδο Αποδοχής Αιτήσεων ο σχετικός φάκελος και του δίδεται αύξων αριθμός. Στη συνέχεια παραπέμπεται με σημείωμα στο μητρώο αποδοχής των αιτήσεων όσον αφορά τις περιοχές που δεν είχαν εισαχθεί στο σύστημα πληροφοριών γης (Σ.Π.Γ.) είτε με σημείωμα στους Ηλεκτρονικούς Υπολογιστές για τις περιοχές που εισήχθησαν στο Σ.Π.Γ. Αφού ο φάκελος χρεωθεί αναλόγως αποστέλλεται στον Κλάδο Επιτοπίων Ερευνών και ταξινομείται κατά χωρίο ή ενορία. Στη συνέχεια ο υπεύθυνος του Κλάδου Επιτοπίων Ερευνών εκπονεί προγράμματα για επισκέψεις σε όλα τα χωριά της επαρχίας Λευκωσίας προς εξέταση των αιτήσεων. Ο εντεταλμένος υπάλληλος του Κτηματολογίου τότε παραλαμβάνει τις αιτήσεις που του ανατέθηκαν, επισκέπτεται επί τόπου το χωριό για επιθεώρηση των κτημάτων αφού κάνει προηγουμένως τις απαραίτητες προετοιμασίες: Διεξαγωγή έρευνας στα κτηματικά Μητρώα Φόρων ή στο Σ.Π.Γ. αναλόγως της περίπτωσης. Αναγράφει επί του εντύπου Ν. 63 (Έκθεση Στοιχείων Ακινήτου) τον ιδιοκτήτη ή τους ιδιοκτήτες που είναι είτε καταχωρημένοι είτε εγγεγραμμένοι στα κτηματικά μητρώα ή στο Σ.Π.Γ. Επιπρόσθετα συλλέγει οποιεσδήποτε άλλες πληροφορίες ή φακέλους που αφορούν στο ακίνητο. Εφόσον η προετοιμασία ολοκληρωθεί ειδοποιεί τους ενδιαφερομένους για την ημερομηνία και ώρα της επιτόπιας έρευνας. Τη διαδικασία που ακολουθεί ο Κτηματικός Λειτουργός Επιτοπίων Ερευνών περιέγραψε λεπτομερώς και με μεγάλη σαφήνεια και ο Σάββας Πολυνείκης στην κατάθεση του Τεκμήριο 138 αλλά και επεξήγησε και διευκρίνισε περαιτέρω ενώπιον μας. Ταυτοχρόνως ο Κτηματικός Λειτουργός ειδοποιεί και τον αρμόδιο κοινοτάρχη για να ορίσει αντιπρόσωπο του, αν δεν μπορεί να παρουσιαστεί αυτοπροσώπως, για να τον βοηθήσει και για να του παράσχει τις αναγκαίες για την εκπλήρωση του έργου του πληροφορίες. Ο ενδιαφερόμενος καλείται από τον Κτηματικό Λειτουργό όπου και επισκέπτονται μαζί το ακίνητο. Στη συνέχεια ο υπάλληλος δια της συλλογής πληροφοριών και στοιχείων προσπαθεί να διαπιστώσει τον τρόπο απόκτησης του ακινήτου από τον Αιτητή σε σχέση με το άτομο που είναι στο όνομα του το ακίνητο καταχωρημένο ή εγγεγραμμένο. Αφού ολοκληρώσει την έρευνα του συμπληρώνει το έντυπο Ν.63 με τα ακόλουθα στοιχεία: Ημερομηνία της επιτόπιας έρευνας, το όνομα του, το όνομα του κοινοτάρχη ή του αντιπροσώπου του, τα κτηματολογικά στοιχεία του ακινήτου, το είδος του ακινήτου, το όνομα του Αιτητή ως δικαιούχος προς εγγραφή και το ιστορικό απόκτησης κατοχής του ακινήτου. Το έντυπο αυτό σφραγίζεται από τον κοινοτάρχη και εξασφαλίζεται πιστοποιητικό από το Κοινοτικό Συμβούλιο, στο οποίο αναφέρονται τα στοιχεία του εντύπου επιγραμματικά και πιστοποιείται ότι τα στοιχεία - πληροφορίες που έχουν δοθεί είναι ορθές. Σε πολλές περιπτώσεις αναφέρονται επί του πιστοποιητικού και λεπτομέρειες απόκτησης του ακινήτου από τον ενδιαφερόμενο Αιτητή. Ο Κοινοτάρχης ή ο αντιπρόσωπος του πληρώνεται από ειδικό κονδύλι που παραχωρεί το Κράτος στο Κτηματολόγιο. Η βοήθεια συνίσταται σε πληροφορίες ως προς το ιστορικό κατοχής του κτήματος και αντιπαράθεση αυτών των πληροφοριών, με το ιστορικό της κατοχής όπως αναφέρεται από τον Αιτητή. Για την καταβολή του ποσού συμπληρώνεται από τον Κτηματολογικό Λειτουργό που διενήργησε την επιτόπια έρευνα το έντυπο Ν.64 το οποίο και υπογράφει (Τεκμήριο 33Α, και 33Β) και το οποίο υποβάλλεται συμπληρωμένο και υπογραμμένο, για πληρωμή. Με βάση το πρόγραμμα εργασίας του κατηγορούμενου 4, Τεκμήριο 31, 41 και 32, για τη χρονική περίοδο από 20.6.2000 - 14.7.2000, είχε ως βοηθό του τον Ανδρέα Πλαστήρα, Τεκμήριο 33Α, στον οποίο και έγινε η ανάλογη πληρωμή. Ο πιο πάνω Πλαστήρας ήταν το πρόσωπο που διορίστηκε ως αντιπρόσωπος του Κοινοτάρχη του Κάτω Πύργου, κατηγορούμενου 3, για τους τρεις Κτηματικούς Λειτουργούς που διεξήγαν επιτόπιες έρευνες στην περιοχή ανάμεσα στους οποίους ο κατηγορούμενος 4 και η Κατερίνα Χριστοφή Μ.Κ.33, κατάθεση της Τεκμήριο
  1. Ο Ανδρέας Πλαστήρα δεν χρησιμοποιήθηκε από τη Χριστοφή γιατί ως νεαρός δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει για τα κτήματα. Δεν θα πρόσφερε οποιαδήποτε βοήθεια, έτσι η Χριστοφή χρησιμοποίησε για βοηθό άλλο πρόσωπο, τον Πάμπο Χαραλάμπους. Ο πιο πάνω Ανδρέας Πλαστήρας βρίσκουμε πως είναι γιος του κατηγορούμενου 5 όπως προκύπτει μέσα από την κατάθεση του κατηγορούμενου 5 Τεκμήριο 118 και από αντιπαράθεση και ταύτιση του αριθμού τηλεφώνου και της διεύθυνσης της κατοικίας του κατηγορούμενου 5 με τα στοιχεία του Ανδρέα Πλαστήρα που εμπεριέχονται στο Τεκμήριο 33Α. Διαπιστώνεται από την ενώπιον μας σχετική μαρτυρία, όπως και της Ελένης Χ"Παναγή συμπεριλαμβανομένων και των τεκμηρίων που έχουν κατατεθεί, Τεκμήριο 30 - Βιβλίο Αποδοχής Επιτόπιων Ερευνών, Form N.5, Τεκμήριο 31, Τεκμήριο 32 Ανάθεση Εργασίας - Έλεγχος υποθέσεων, Τεκμήριο 66, Τεκμήριο 181, Τεκμήριο 141 και Τεκμήριο 254, ότι την επιτόπια εξέταση των επίδικων κτημάτων, δυνάμει της Α716/2000, ανέλαβε στις 15/6/2000 ο κατηγορούμενος 4 ο οποίος παρέλαβε και άλλους φακέλους με αιτήσεις που αφορούσαν ακίνητα στην ίδια περιοχή. Ο φάκελος Α.716/00 παραδόθηκε στον κατηγορούμενο 4, ιδιοχείρως από την Ιφιγένεια Λουκά, ΜΚ55, κατάθεση της Τεκμήριο
  2. Όπως διαπιστώνεται επίσης με βεβαιότητα από την ενώπιόν μας μαρτυρία ο κατηγορούμενος 4 είχε στις 16.6.2000 δρομολόγιο και για το χωριό Άγιος Θεόδωρος Τυλληρίας σε σχέση με σειρά υποθέσεων ανάμεσα στις οποίες και η επίδικη αίτηση Α.716/00, Τεκμήριο 141 και πρόγραμμα εργασίας κατηγορούμενου 4 Τεκμήριο
  3. Ως ημερομηνία εξέτασης είχε οριστεί η 13.7.
  4. Οι φάκελοι των επιτοπίων ερευνών, σε περίπτωση νέας εγγραφής στα Μητρώα, απαραιτήτως θα έπρεπε να περάσουν από το Τμήμα Αιτήσεων για έλεγχο εμποδίων. Μ.Κ.42 Άντρη Γεωργίου, κατάθεση της Τεκμήριο 231, Σάββας Πολυνείκης, κατάθεση του Τεκμήριο
  5. Αυτό, αργότερα και με την εισαγωγή του ηλεκτρονικού συστήματος (ΣΙΛΙΣ) γινόταν μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή. Για να προχωρήσει ο αρμόδιος υπάλληλος σε εγγραφή στα μητρώα από φάκελο επιτοπίων ερευνών για νέα εγγραφή, θα έπρεπε απαραιτήτως να ακολουθήσει τις οδηγίες του ελεγκτή που βρίσκονταν καταχωρημένες στο φάκελο. Συγκεκριμένα σε τι αφορούσε η αίτηση, τα στοιχεία του εντύπου Ν.63, και τη βεβαίωση για απουσία εμποδίων. Ο φάκελος Α.716/00 όπως οποιοσδήποτε φάκελος παρόμοιας φύσης, όταν είχε σημείωμα από οποιοδήποτε ελεγκτή με οδηγίες για εγγραφή του κτήματος πήγαινε στον Κλάδο Εγγραφής. Η Διαδικασία που ακολουθείται μέχρι σήμερα, μετά από τις συναφείς οδηγίες από τους ελεγκτές του Κλάδου. Δεν μπορεί όμως να διαγνωσθεί αν κάτι τέτοιο έγινε και για το φάκελο Α.716/00, γιατί στο Μητρώο Αιτήσεων στην αντίστοιχη εγγραφή για το φάκελο αυτό, δεν φαίνεται τέτοια καταχώρηση που να δείχνει ότι ο φάκελος διαβιβάστηκε μέσω του Κλάδου Αιτήσεων στον Κλάδο Εγγραφής με σκοπό την έκδοση των τίτλων εγγραφής. Η καταχώρηση έγινε στη σελίδα αρ.
  6. Οι οποιεσδήποτε διαγραφές και προσθήκες, όπως φαίνεται επί του Τεκμηρίου 203, έγιναν από τη Σκεύη Παπαπολυβίου η οποία όπως ήδη έχουμε δει αποδέχθηκε αρχικά την Αίτηση. Κατά πρώτον όπως είπε η πιο πάνω μάρτυρας, ο υπάλληλος που αναλάμβανε τη συμπλήρωση της υπόθεσης ανέτρεχε στο Μητρώο Φόρων στην ανάλογη σελίδα που βρισκόταν καταχωρημένη η ακίνητη περιουσία του πρώην ιδιοκτήτη. Σε τέτοια περίπτωση όπου η περιουσία επρόκειτο να αλλάξει χέρια διαγραφόταν από τη σελίδα του πρώην ιδιοκτήτη και μεταφερόταν στη σελίδα του Μητρώου Φόρων του νέου ιδιοκτήτη. Αν ο νέος ιδιοκτήτης δεν είχε προηγουμένως εγγεγραμμένη επ' ονόματι του άλλη περιουσία, και κατά συνέπεια δεν είχε δική του σελίδα στο Μητρώο Φόρων, καταχωρείτο πρώτα το όνομα του στο ευρετήριο του Μητρώου Φόρου και ακολούθως του παραχωρείτο η πρώτη διαθέσιμη σελίδα προς το τέλος του Μητρώου όπου και καταχωρείτο η περιουσία που απέκτησε. Ακολούθως ο φάκελος διαβιβαζόταν σε άλλο υπάλληλο, στον Κλάδο Εγγραφής, για να ακολουθήσει την ίδια με πιο πάνω διαδικασία στο Μητρώο Εγγραφής. Όταν επρόκειτο για κτήμα το οποίο δεν έφερε αρ. εγγραφής και επρόκειτο να εγγραφεί για πρώτη φορά, όπως η παρούσα περίπτωση, ο αρμόδιος υπάλληλος θα έπρεπε να ανατρέξει στο Numbering Book. Το βιβλίο αυτό περιέχει όλα τα χωριά της επαρχίας Λευκωσίας με αλφαβητική σειρά. Ακολούθως καταχωρεί το κτήμα στο Μητρώο Εγγραφής με τον αριθμό εγγραφής που πήρε από το Numbering Book. Στη συνέχεια το φάκελο παραλαμβάνει άλλος υπάλληλος ο οποίος βάση του φακέλου εκδίδει το πιστοποιητικό εγγραφής ή τίτλο ιδιοκτησίας. Ακολούθως ο φάκελος καταλήγει στον προϊστάμενο για υπογραφή του αναλόγου πιστοποιητικού εγγραφής ή τίτλου ιδιοκτησίας. Ακολούθως ελέγχεται κατά πόσο ο τίτλος ιδιοκτησίας συμφωνεί με την ανάλογη εγγραφή στο βιβλίο εγγραφής και αν ο τίτλος έχει συμπληρωθεί με βάση τα στοιχεία του φακέλου. Εάν όλα συμφωνούν υπογράφονται, τόσο ο τίτλος ιδιοκτησίας όσο και ο τίτλος εγγραφής. Μετά την υπογραφή του τίτλου και του μητρώου καταχωρείται σημείωμα, που απευθύνεται προς τον Υπεύθυνο Κλάδου Δηλώσεων ότι η εγγραφή συμπληρώθηκε στο φάκελο της υπόθεσης, εάν η υπόθεση αφορά δήλωση μεταβίβασης. Στην περίπτωση που ο φάκελος της υπόθεσης αφορά εγγραφή η οποιαδήποτε άλλη αίτηση τότε το σημείωμα απευθύνεται στον υπεύθυνο του Κλάδου Αιτήσεων αναφέροντας και πάλι ότι η εγγραφή συμπληρώθηκε. Ακολούθως ο φάκελος, συμπληρωμένος πλέον μεταβιβάζεται στον αρμόδιο υπάλληλο, ο οποίος τις κατατάσσει αναλόγως και βάσει του σημειώματος τις αποστέλλει στον αρμόδιο κλάδο. Η Ελένη Χ"Παναγή Μ.Κ.32, κατάθεση της Τεκμήριο 206 ήταν η υπεύθυνη για τη παραλαβή και διανομή των φακέλων στον Κλάδο Εγγραφών. Κατόπιν οδηγιών του υπεύθυνου του κλάδου της διένεμε τους φακέλους στους διάφορους συναδέλφους της για να εργαστούν. Οι φάκελοι συνήθως έρχονταν στο Κλάδο Εγγραφών από το Κλάδο Αιτήσεων στο γραφείο του εκάστοτε υπαλλήλου ή άλλοτε από υπαλλήλους του Κλάδου. Στο Κλάδο δεν τηρείται, και είναι εύρημα μας, οποιοδήποτε βιβλίο εισερχομένων ή εξερχομένων φακέλων ή δηλώσεων. Οι φάκελοι που κατέληγαν στον Κλάδο Εγγραφής προέρχονταν συνήθως από τον Κλάδο Αιτήσεων και είτε παραδίδονταν στον Υπεύθυνο υπάλληλο προσωπικά από άλλο αρμόδιο συνάδελφο ή αφηνόταν στο γραφείο του υπεύθυνου υπαλλήλου όπως και η πιο πάνω μάρτυρας ανέπτυξε ενώπιον μας. Τον έλεγχο του σχετικού φακέλου Α.716/00 διενήργησε ο ελεγκτής Κώστας Μακαρίτης όπως διαπιστώνεται από το Τεκμήριο 32, έλεγχος υποθέσεων, παραλαβή και παράδοση υποθέσεων. Όπως διαπιστώνεται από το Τεκμήριο 66 η Κτηματολογική Γραφέας Άντρη Γεωργίου Μ.Κ.42, Τεκμήριο 231 κατάθεση της ημερ. 6.9.2005, είναι το πρόσωπο που αρμοδίως συμπλήρωσε και μονόγραψε όλες τις εγγραφές του Κτηματολογίου για τον Άγιο Θεόδωρο Τυλληρίας με αριθμούς 6394, 6395 και 6396 φέρουν δε όλες τις μονογραφές του προϊσταμένου της Ανδρέα Λαζαρίδη (Μ.Κ.99) καταθέσεις του μάρτυρα Τεκμήρια 405 και 406, ένα από τα καθήκοντα του οποίου ήταν και η υπογραφή πάσης φύσεως πιστοποιητικών συμπεριλαμβανομένων και τίτλων ιδιοκτησίας ακινήτων. Σύμφωνα με τις οδηγίες του ελεγκτή Κ. Μακαρίτη που ανυπερθέτως πρέπει να περιέχονταν στο φάκελο Α.716/00, όπως υποστήριξε ενώπιον μας η Άντρη Γεωργίου προχώρησε και ενέγραψε τα Τεμάχια 810, 811 και 812, Φ/Σχ.18/35, Άγιος Θεόδωρος Τυλληρίας στους Ελένη Σάββα από τον Πύργο, Δ.Τ.239541, 1/3 μερίδιο και Σάββα Ιωάννου Π" Σάββα, από τον Κάτω Πύργο, Δ.Τ.237070, 2/3 μερίδια δυνάμει δωρεάς από τον πατέρα τους (Τεκμήριο 66 και Τεκμήριο 36) ημερομηνίας 22.8.
  7. Τα στοιχεία των πιο πάνω τεμαχίων που αναφέρονταν στο Μητρώο, όπως τοποθεσία, περιγραφή, σελίδα Μητρώων Φόρων αναφέρονται και στο έντυπο Ν.
  8. Ουσιαστικά η Άντρη Γεωργίου όπως μας μετέφερε με τη μαρτυρία της αντέγραψε τα στοιχεία από το έντυπο Ν.63 που βρίσκονταν στο φάκελο Α.716/
  9. Διαπιστώνεται και πάλι από τα λεγόμενα της Άντρης Γεωργίου που δεν αμφισβητήθηκαν, ότι ο φάκελος είχε διεκπεραιωθεί από τον ελεγκτή στις 21.8.2000 και η εγγραφή έγινε την ίδια ημέρα, οπότε ο φάκελος διακινήθηκε και έφτασε κοντά της μέσω κάποιου υπαλλήλου του Κτηματολογίου. Το Τεκμήριο 32 φέρει γράμματα του ιδίου του Μακαρίτη «παράδοση» 21.8.2000», όπως και ο Σ. Πολυνείκης αναγνώρισε. Την ίδια μέρα, 21.8.2000, έφτασε στον Κλάδο Επιτοπίων Ερευνών χρεώθηκε στον κατηγορούμενο 4 και έφυγε αυθημερόν για τον Κλάδο Εγγραφής. Η ίδια δεν ενημέρωσε οποιοδήποτε ότι η εγγραφή αφορούσε σε κτήματα καταχωρημένα σε Τουρκοκύπριους και ότι αυτά μεταβιβάστηκαν προς Ελληνοκύπριους. Δεν είχε υποχρέωση να ελέγξει κάτι τέτοιο. Για να προχωρήσει στην εγγραφή τους στηρίχθηκε αποκλειστικά στις οδηγίες του ελεγκτή Μακαρίτη. Ο Ανδρέας Λαζαρίδης συνελήφθη ως ύποπτος και εναντίον του εκδόθηκε διάταγμα προσωποκράτησης. Από την έρευνα που ακολούθησε δεν προέκυψε οτιδήποτε ενοχοποιητικό σε βάρος του. Όπως ο ίδιος μας μετέφερε με την αντεξέταση υπέγραψε τα πιστοποιητικά εγγραφής αφού προηγουμένως έλεγξε το Land Registry με τους τίτλους ιδιοκτησίας. Ουσιαστικά επανέλαβε πως ενήργησε βάσει των οδηγιών του Κ. Μακαρίτη όπως εμπεριέχονταν στο φάκελο Α.716/
  10. Ο ίδιος τοποθέτησε το φάκελο στο "tray" εξερχομένων χωρίς να είναι σε θέση να γνωρίζει πού πήγε στη συνέχεια. Ακολούθως οι φάκελοι παραλαμβάνονται και μεταφέρονται από κλητήρες του Κτηματολογίου στον προορισμό τους. Άλλοτε υπάρχουν περιπτώσεις που ορισμένοι υπάλληλοι ενδιαφέρονται για προσωπικές τους υποθέσεις όπως η μαρτυρία κατέδειξε και τις προωθούν, μεταφέροντας τις οι ίδιοι από κλάδο σε κλάδο, αντί των κλητήρων που είναι επιφορτισμένοι με αυτό το καθήκον, ζητώντας από συναδέλφους τους να τους δώσουν προτεραιότητα. Άλλοτε και ο ίδιος ο υπεύθυνος του Τμήματος μπορεί να τους διανείμει για τα περαιτέρω. Η διακίνηση των φακέλων, όταν φύγουν από τον Κλάδο Εγγραφής, δεν καταγράφεται οπουδήποτε. Διαπιστώνεται και δεν αμφισβητήθηκε ούτε και από την υπεράσπιση ότι οι φάκελοι που καταλήγουν με σημείωση του ελεγκτή για υπογραφή του τίτλου και των μητρώων εγγραφής δεν ελέγχονται προηγουμένως. Δεν ελέγχεται δηλαδή κατά πόσο η εξέταση έγινε κανονικά ή όχι αλλά αυτό επαφίεται αποκλειστικά στον ελεγκτή ο οποίος και δίδει την ανάλογη με την περίπτωση οδηγία και ο οποίος είναι ο μόνος αρμόδιος για τη διενέργεια τέτοιου ελέγχου. Ο φάκελος, όπως ο Σάββας Πολυνείκης μας μετέφερε, μετά τον Κλάδο Εγγραφής παραπέμπεται στην αποθήκη αφού η υπάλληλος σημειώσει σ΄ αυτόν ότι η εγγραφή συμπληρώθηκε και ο τίτλος στάληκε ή παραχωρήθηκε στον ιδιοκτήτη. Ενώπιον μας κατέθεσαν σε συνάφεια με τη φύλαξη των φακέλων στις αποθήκες οι αποθηκάριοι Πέτρος Αθανασίου ΜΚ6, ανακριτική κατάθεση Τεκμήριο 11 και κατάθεση Τεκμήριο 12, Σωτήρης Νικολάου ΜΚ7, κατάθεση Τεκμήριο 13, Γιώργος Θεολόγος ΜΚ8, Τεκμήριο
  11. Από τη μαρτυρία τους διαπιστώνουμε ότι στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας υπήρχαν τέσσερις αποθήκες. Υπήρχε η δυνατότητα παροχής βοήθειας του ενός αποθηκάριου προς τον άλλον ή η αντικατάσταση του σε περίπτωση απουσίας κάποιου από αυτούς. Όλοι είχαν κλειδιά της αποθήκης και όλοι είχαν πρόσβαση σε όλες τις αποθήκες. Τα κλειδιά ήταν κρεμασμένα έξω από την πόρτα της κάθε αποθήκης. Οι φάκελοι παραλαμβάνονταν από τους κλητήρες, από τα γραφεία των υπαλλήλων, μετά την περάτωση των ενεργειών που αφορούν το φάκελο και τους μετέφεραν στην αποθήκη. Κάποτε μεταφέρονταν ή παραδίδονταν και από τους ίδιους τους υπαλλήλους, μετά τη συμπλήρωση της εργασίας τους. Κατά τον ίδιο τρόπο γινόταν και παράδοση φακέλου που εζητείτο από τους Κτηματολογικούς Λειτουργούς. Σύμφωνα με τον Σωτήρη Νικολάου, οι φάκελοι φέρουν αύξοντα αριθμό. Στην αποθήκη τοποθετούνται σε κιβώτια ανάλογα με τον αριθμό που φέρουν και ενημερώνεται η καρτέλα διακίνησης τους. Στην αποθήκη του Γιώργου Θεολόγου, όπου φυλάσσονται δηλώσεις μεταβιβάσεων, φάκελοι Δ και Β, από το 1984 και εντεύθεν, δεν τηρείτο οποιοδήποτε μητρώο εισερχόμενων - εξερχόμενων φακέλων. Σύμφωνα με τα όσα μας μετέφερε ο Πέτρος Αθανασίου, αν ζητείτο από Κτηματολογικό Λειτουργό οποιοσδήποτε φάκελος, ο ίδιος σημείωνε σε μια κόλα χαρτί τον αριθμό του φακέλου και το όνομα του υπαλλήλου, την οποία τοποθετούσε στη θέση του φακέλου. Με την επιστροφή του φακέλου και την τοποθέτηση του στη θέση του, πέταγε και τη σημείωση. Ο Ιωάννης Πισσάς Μ.Κ.9, κατάθεση Τεκμήριο 15, αχθοφόρος - κλητήρας που έργο του ήταν η μεταφορά - διακίνηση φακέλων και αλληλογραφίας τόσο ενδοϋπηρεσιακά όσο και εκτός γραφείου, παραλάμβανε μαζί με ακόμη ένα συνάδελφο του, Χαράλαμπο Αχιλλέως, τους φακέλους. Αναλόγως της σημείωσης που περιείχετο στο φάκελο, αυτοί κατέληγαν είτε στο αρχείο όπου κατανεμόταν σε ειδικά ράφια είτε παραδίδονταν προσωπικά στον κάθε Κλάδο. Σε καμία περίπτωση δεν ήταν δυνατή μεταφορά φακέλου από πολίτες. Κάτι τέτοιο ήταν σύμφωνα πάντοτε με το μάρτυρα παράνομο και δεν το είδε, ο ίδιος τουλάχιστον να συμβαίνει. Όσον αφορά τη χρονική περίοδο που διαρκεί η μεταφορά ενός φακέλου από τον Κλάδο των Ελεγκτών μέχρι τον Κλάδο Εγγραφής, όταν ακολουθηθεί η «κανονική διαδικασία» παραλαβής του από τους κλητήρες, ήταν μια μέρα «το πιο λίγο» σύμφωνα πάντοτε με το μάρτυρα Ιωάννη Πισσά. Δεν αποκλείετο όμως αν ο φάκελος περνούσε από κλητήρα σε κλητήρα να διαβιβαζόταν πιο γρήγορα. Εξάγεται από τα πιο πάνω ότι η είσοδος σε οποιαδήποτε από τις αποθήκες ήταν δυνατή και επιτρεπτή, αναλόγως βέβαια πάντοτε των αναγκών, σε οποιονδήποτε από τους αποθηκάριους και ότι τα κλειδιά βρίσκονταν σε πρώτη χρήση έξω από τις αποθήκες. Ότι δεν υπήρχε και ούτε ακολουθείτο συγκεκριμένο ή ομοιόμορφο σύστημα χρέωσης του φακέλου, όταν αυτός εζητείτο από οποιοδήποτε Κτηματικό Λειτουργό, ότι το σύστημα χρέωσης, όπως τουλάχιστον το περιέγραψε ο Πέτρος Αθανασίου, ήταν πρόχειρο και επισφαλές. Μέσα από την αδυναμία του όλου συστήματος παραλαβής και παράδοσης φακέλων από και προς την αποθήκη, αναδύεται και η δυνατότητα απώλειας βοηθητικών φακέλων του Κτηματολογίου, φαινόμενο που αν και είχε παρατηρηθεί σπάνια μετά το 1990 και εντεύθεν, οδήγησε στην ανάγκη δημιουργίας βιβλίου απολεσθέντων ή ελειπόντων, όπως τους χαρακτήρισε ο Πολυνείκης, φακέλων πριν από το
  12. Το βιβλίο, όπως ακούσαμε από τον Γιώργο Θεολόγο, δημιουργήθηκε μετά από διεξαγωγή ελέγχου σε όλα τα τμήματα όπου εκεί καταχωρίστηκαν όλοι οι αριθμοί των φακέλων που διαπιστώθηκε όταν δεν ανευρέθηκαν και αφορούσαν τα έτη 1937 -
  13. ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΤΩΝ ΕΠΙΔΙΚΩΝ ΤΕΜΑΧΙΩΝ - ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΕΩΝ - ΜΗΤΡΩΑ ΕΓΓΡΑΦΗΣ Αποτελεί κοινό έδαφος και δεν αμφισβητείται ότι σύμφωνα με τα Μητρώα Φόρου Τεκμήριο 18 και Τεκμήριο 66 καταχωρημένοι ως ιδιοκτήτες των τριών επίδικων τεμαχίων φέρονται πρόσωπα με Τουρκοκυπριακά ονόματα. Η Δημοκρατία επεδίωξε μέσα από μαρτυρία να καταδείξει ανάμεσα σ' άλλα πως οι καταχωρήσεις αυτές και κατά συνέπεια η εγκυρότητα τους διαγνώσθηκαν και ταυτοποιήθηκαν μετά από επιτόπιες εξετάσεις που διενεργήθηκαν κατά τη Γενική Χωρομετρία (βλέπε Instructions for the Cadastral Survey of Cyprus Τεκμήριο 152 συνοδευόμενο από τοπογραφικό σχέδιο) Προς ενδυνάμωση της θέσης της και για να καταδειχθεί η συνέχεια στο ιδιοκτησιακό καθεστώς των Τουρκοκυπρίων, προσήχθησαν και παρουσιάσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου σχετικοί φάκελοι 4373/46, 1510/52 και 4288/47, Τεκμήρια 17Α - 17Γ που αφορούσαν σε αντίστοιχες επιτόπιες έρευνες, έντυπα Ν.63 που διεξήχθησαν κατά τα έτη 1946, 1948 και 1952 και που επιβεβαιώνουν κατά την Κατηγορούσα Αρχή, τη συνέχιση του ιδιοκτησιακού καθεστώς των επίδικων τεμαχίων. Όπως ανέφεραν ενώπιον μας οι μάρτυρες Ανδρέας Παπίρης Μ.Κ.28, Κτηματολογικός Λειτουργός και Απόστολος Αθηνοδώρου Μ.Κ.29 επιτόπιες έρευνες διεξήχθησαν στην περιοχή Τυλληρίας αναφορικά με Τουρκοκυπριακές περιουσίες και κατά το
  14. Σκοπός της εξέτασης ήταν να καταταχθούν οι Τουρκοκύπριοι σε κατηγορίες και όχι η εξακρίβωση της κατοχής των Τουρκοκυπριακών κτημάτων από Ελληνοκυπρίους ή μη. Ετοιμάστηκαν σχετικές καταστάσεις ιδιοκτησίας, αναφορικά με την περιοχή Αγίου Θεοδώρου: είδος ακινήτου, τοποθεσία και κατάσταση του κτήματος, «record of condition» όπως και αν υπήρχαν σ' αυτά δέντρα. Οι σχετικές πληροφορίες δίνονταν από την Κοινοτική Αρχή, το Μουχτάρη της κάθε περιοχής. Από την εν λόγω έρευνα προέκυψε πως το Τεμάχιο 731 ήταν Τουρκοκυπριακό και ήταν άγονο. Σύμφωνα δε με το έντυπο Ν.115 Τεκμήριο 66, το κτήμα ήταν καταχωρημένο στο όνομα της Sefftie Dede. Το τεμάχιο 730 ήταν επίσης καταχωρημένο στο όνομα Djelul Kilan, έντυπο N.115, επίσης άγονο. Το τεμάχιο 731, άγονο, ήταν καταχωρημένο στο όνομα της Yiasemi Mehmet (Τεκμήριο 20Α - 20Γ). Η έρευνα διεξήχθη αφού προηγουμένως είχαν δοθεί στους Παπίρη και Αθηνοδώρου τα στοιχεία του συστήματος ενώ οι ίδιοι συμπλήρωσαν τη σχετική στήλη που αφορούσε μόνο στα φυσικά χαρακτηριστικά του κτήματος Τεκμήρια 20Α - 20Γ, «Κατάστασις Ιδιοκτησίας» και τεκμήριο 196 χάρτης περιοχής Αγ. Θεοδώρου σε μεγέθυνση. Μετά το πέρας της έρευνας οι σχετικές καταστάσεις ιδιοκτησίας παραδόθηκαν στoν αρμόδιο Λειτουργό Εκτιμήσεων για τα περαιτέρω. Αντίγραφο των πιο πάνω καταστάσεων δόθηκε και στο Τμήμα Καταγραφής και Αξιοποίησης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. Μεγάλη σε έκταση και επιμονή υπήρξε η αντεξέταση αναφορικά με την κατάσταση, το άγονο ή μη, των κτημάτων. Το θέμα της ύπαρξης δέντρων ή η δυνατότητα καλλιέργειας των κτημάτων κρίθηκε, ως φαίνεται και από τις δυο πλευρές ως ουσιώδες για να στηρίξει κατά την κρίση τους τη δυνατότητα ή μη της ύπαρξης εχθρικής κατοχής: του καλλιεργήσιμου του κτήματος ή άλλοτε της συγκομιδής καρπών από δέντρα όπως «τερατσιές». Στο θέμα αυτό θα επανέλθουμε κατά το στάδιο της εξέτασης της μαρτυρίας που άπτεται του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των επιδίκων τεμαχίων. Αυτό που εξάγεται με βεβαιότητα από τη μαρτυρία των Παπίρη και Αθηνοδώρου είναι πως η έρευνα αφορούσε αποκλειστικά και μόνο στην κατάσταση του κτήματος και όχι στο ιδιοκτησιακό καθεστώς. Υποδεικνύονταν στο βοηθό τα κτήματα τα οποία ήσαν προς εξέταση, ως ήσαν καταχωρημένα στο έντυπο Ν. 115, ως Τουρκοκυπριακά. Ουδέποτε διερευνήθηκε στην ουσία κατά πόσο κατείχοντο ή όχι από Ελληνοκύπριους. Όπως καταδεικνύει η ενώπιον μας μαρτυρία του Ανδρέα Νικολαίδη (Μ.Κ.35) Βοηθού Κτηματολογικού Λειτουργού και Υπεύθυνου του Κλάδου Εγγραφής (κατάθεση του Τεκμήριο 218) κατά τη διαδικασία της Γενικής Χωρομετρίας και Εκτίμησης της Ακίνητης Ιδιοκτησίας, Ν.12/1907, έγινε παγκύπρια καταγραφή των κτημάτων και αυτά καταχωρίστηκαν στα Μητρώα Εγγραφής και στα Ταππού Χουλασσά στη σελίδα κάθε ιδιοκτήτη. Για μερικές από τις εγγραφές που εκδόθηκαν μετά το 1893 κατόπιν επιτόπιας έρευνας, είναι δυνατόν, στην καλύτερη περίπτωση, να ετοιμάστηκε σχεδιάγραμμα του κτήματος με αναφορά στους ιδιοκτήτες των γειτονικών ακινήτων τους κληρονόμους τους και στα φυσικά σύνορα, Τεκμήριο 17 και Τεκμήριο
  15. Η υπεράσπιση και ιδιαιτέρως ο συνήγορος του κατηγορούμενου 4 πρόβαλε τη θέση πως λόγω του ότι η αναγραφή των συνόρων ή των ονομάτων των προσώπων των συνορευόντων κτημάτων ήταν χωρίς καμιά αξία, έπαυσε η καταγραφή τους στους τίτλους ιδιοκτησίας. Ήταν η θέση του μάρτυρα Σάββα Πολυνείκη, την οποία αποδεχόμαστε πως από την εισαγωγή του μηχανογραφημένου συστήματος έπαυσε η αναγραφή των συνόρων επί των τίτλων ενώ συνέχισαν να παρατίθενται στο σχέδιο όπου και αναγράφεται «Σύμφωνα με το επίσημο Χωρομετρικό σχέδιο». Παρέμενε όμως πάντοτε αναγκαία η αναφορά στα σύνορα κατά τη διαδικασία αντίκρισης των παλαιών εγγραφών (tapu identification). Μερικές από τις παλιές εγγραφές έχουν «συσχετισθεί», «αντικρισθεί» με το επίσημο κτηματολογικό σχέδιο, από το Κτηματολογικό Γραφείο, χωρίς επιτόπια εξέταση και έχει δοθεί σ΄ αυτές αναφορά στα χωρομετρικά στοιχεία του σχεδίου με το οποίο σχετίζεται. Εξάγεται από την ενώπιόν μας συναφή μαρτυρία ότι παρά το γεγονός ότι αυτές οι εγγραφές, έχουν αντικρισθεί με το εν χρήσει σχέδιο, εντούτοις εξακολουθούν να μη θεωρούνται κανονικές εγγραφές, εφόσον δεν έχουν συσχετισθεί μετά από επιτόπια εξέταση. Παράλληλα ετοιμάστηκαν τοπογραφικά σχέδια Κτηματολογίου που αποτέλεσαν και τη βάση για εγγραφή ακίνητης ιδιοκτησίας. Άμεσα συναφής με το θέμα είναι και η Εγκύκλιος αρ. 283, Τεκμήριο
  16. Συγκεκριμένα, για κάθε χωριό ετοιμάστηκε ευρετήριο ονομάτων των κατόχων γης, το έντυπο Ν.
  17. Αντίγραφο του εντύπου Ν.115 κατέχει και ο κοινοτάρχης του κάθε χωριού. Εκεί καταχωρίστηκε το κάθε τεμάχιο ενός εκάστου χωριού, και το όνομα του δικαιούχου. Ετοιμάστηκε ακόμη και το Μητρώο Φόρων όπου εμφαίνονται συγκεντρωμένα, τα κτήματα του κάθε δικαιούχου - κατόχου, σε ξεχωριστή σελίδα. Μέχρι το Δεκέμβριο του 1963, το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας στεγαζόταν στον Τουρκικό Τομέα. Μέχρι δε το 1996, όλα τα Κτηματικά Μητρώα του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας κατέχονταν από τους Τουρκοκύπριους. Το 1996 μετά από διευθέτηση που έγινε μέσω των Ηνωμένων Εθνών, δόθηκαν προς την αρμόδια Αρχή της Κυπριακής Δημοκρατίας όλα τα Κτηματικά Μητρώα για τα χωριά στα οποία υπερτερούσαν Ελληνοκυπριακές περιουσίες. Για όλα τα μητρώα που παρέμειναν στην κατοχή των Τουρκοκυπρίων, εκεί δηλαδή όπου υπερτερούσαν οι Τουρκοκυπριακές περιουσίες (Τεκμήριο 228), δόθηκαν μικροφίλμς στα οποία εμπεριέχονταν όλες οι καταχωρήσεις των πιο πάνω μητρώων. Είναι παραδεκτό γεγονός ότι οι Στέλιος Χριστοφή και Λουκής Τηλεμάχου, πρώην κτηματολογικοί λειτουργοί, έλαβαν μέρος στη διαδικασία μικροφωτογράφησης των σελίδων των πρωτοτύπων Κτηματολογικών Μητρώων του χωριού Αγ. Θεόδωρος Τυλληρίας το 1966, με την εποπτεία των Ηνωμένων Εθνών. Από τις μικροφωτογραφήσεις αυτές, ανασυστάθηκαν στις 9.12.1996 τα Κτηματολογικά Μητρώα του χωριού Αγ. Θεόδωρος Τυλληρίας τα οποία αποτελούν πιστή αναπαραγωγή των πρωτοτύπων Κτηματολογικών Μητρώων του Αγ. Θεοδώρου τα οποία και ετέθησαν από το 1996 σε χρήση. Τα πιστοποιημένα φωτοαντίγραφα του Μητρώου Εγγραφής (Τεκμήρια 18Α, Β, Γ) όπου εμφαίνονται και τα τεμάχια 810 - 812 καθώς και τα φωτοτυπημένα Μητρώα Εγγραφής Φόρων (Τεκμήριο 66), λήφθηκαν από τα πρωτότυπα αναλλοίωτα αρνητικά των μικροφίλμς. Εξάγεται από τα πιο πάνω και είναι εύρημά μας πως τα μητρώα αφού ενημερώθηκαν για όλες τις δικαιοπραξίες που έγιναν από το 1966 και μετά και τέθηκαν σε επίσημη χρήση από 9.12.1996 (Τεκμήριο 150), αποτέλεσαν δε από την πιο πάνω ημερομηνία, μέρος του Αρχείου του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ταυτόχρονα δε αποτέλεσαν και αποτελούν μέρος του Δημοσίου Αρχείου Ν.208/91, Νόμος που Προνοεί Για την Ίδρυση και τη Λειτουργία Κρατικού Αρχείου και για σχετικά με αυτό θέματα. Μέχρι και το 1963 όπως διαπιστώνουμε μέσα από την Έκθεση Τεκμήριο 155, του Ανδρέα Ματσουκάρη (Μ.Κ.20) (κατάθεση του Τεκμήριο 154) τα Κτηματικά Μητρώα ήταν πλήρως ενημερωμένα. Όπως διαπιστώνεται και πάλι μέσα από τη συναφή μαρτυρία μέχρι και το 1974, συνεχίστηκαν αδιάλειπτα οι καταχωρήσεις στα Μητρώα Εγγραφής. Μετά την Τουρκική Εισβολή και την αποκοπή των συγκοινωνιών με το παράνομα κατεχόμενο από τις Τουρκικές δυνάμεις τμήμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, οι Τουρκοκυπριακές περιουσίες εγγεγραμμένες και/ή καταχωρημένες, περιήλθαν υπό την Κηδεμονία του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, 1.7.1991, οπότε και τέθηκε σε εφαρμογή ο περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα), (Προσωρινές Διατάξεις Ν.1991, Ν.139/91). Από τότε όλες οι επιδόσεις γνωστοποιήσεων που απαιτούνταν δυνάμει οποιουδήποτε νόμου, θα έπρεπε να γίνονται στον Υπουργό Εσωτερικών ως Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών μέσω του Διευθυντή Προστασίας και Διαχειρίσεως Τουρκοκυπριακών περιουσιών, Τεκμήριο
  18. Ειδοποιήσεις για επιτόπια έρευνα, που αφορούσαν πάντοτε σε Τουρκοκυπριακές περιουσίες, θα έπρεπε να επιδίδονται με προθεσμία όχι μικρότερη από 30 ημέρες. Εξαιρούνταν ειδοποιήσεις που έγιναν πριν την 1.7.1991, σύμφωνα με τον Περί Καθορισμένων Περιουσιών (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμος του 1988, Ν.155/
  19. Σκόπιμο ήταν, πριν την διευθέτηση επιτόπιας εξέτασης αιτήσεων που αφορούν σε Τουρκοκυπριακά, το Τμήμα του Κτηματολογίου o Κτηματικός Λειτουργός να επικοινωνεί με την Υπηρεσία Προστασίας και διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών όπως επίσης και ήταν απαραίτητο να ειδοποιείται προηγουμένως η Υπηρεσία για λήψη αποφάσεων όπως και ο Στέλιος Θεοδούλου (Μ.Κ.51) (κατάθεση του Τεκμήριο 271) κατά τον ουσιώδη χρόνο στον Κλάδο Διακατοχής, κατέθεσε ενώπιον μας. Κατά το μάρτυρα αυτό «Ουδεμία μεταβίβαση Τουρκοκυπριακής περιουσίας μπορεί να γίνει χωρίς να παραπεμφθεί εκ των προτέρων στην Υπηρεσία αυτή και το Υπουργείο Εσωτερικών.» (Τεκμήριο 194). Σκοπός όλων των πιο πάνω εγκυκλίων ήταν η προστασία των Τουρκοκυπριακών περιουσιών. Ακολούθησε το 1976 η καταγραφή των Τουρκοκυπριακών περιουσιών όπως ήδη έχουμε σημειώσει πιο πάνω και όπως οι Παπίρης και Θεοδώρου με λεπτομέρεια ανέπτυξαν ενώπιον μας. Οι καταστάσεις ιδιοκτησίας Τουρκοκυπριακών περιουσιών όπως προέκυψαν από την πιο πάνω έρευνα και καταγραφή ταξινομήθηκαν ανά χωριό και τηρούνται στην Επαρχιακή Διοίκηση Λευκωσίας, Υπηρεσία Προστασίας Τουρκοκυπριακών περιουσιών. Τα έντυπα κατάστασης των περιουσιών αυτών ενημερώνονται, όπως κατέθεσε και ο Παναγιώτης Μυριάνθους, (Μ.Κ.63) (καταθέσεις του Τεκμήρια 286 - 288) ο οποίος εκτελεί καθήκοντα του προϊστάμενου του Κλάδου της εν λόγω υπηρεσίας, για οποιαδήποτε αλλαγή. Ανάμεσα στα έντυπα που συμπληρώθηκαν το 1976 συμπεριλήφθηκαν και τα τρία επίδικα τεμάχια 730, 731, 733 (Τεκμήριο 289 και Τεκμήριο 290.) Το 1983 άρχισαν επιμέρους μετρήσεις και προεργασίες για απαλλοτρίωση μέρους γης, μέσα στα πλαίσια του τρίτου Σχεδίου Οδικής Ανάπτυξης, με σκοπό την ευθυγράμμιση του δρόμου Μανσούρα - Κ. Πύργου (Τεκμήρια 278 και 279, ΜΚ56 Ανδρέας Κακουρής Ανώτερος Εκτελεστικός Μηχανικός). Στις 31.5.1991, δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, Γνωστοποίηση Απαλλοτρίωσης με αρ. 963 Μέρος II Ατομικές Διοικητικές Πράξεις, Τρίτο Παράρτημα. Σε συνημμένο πίνακα, περιγραφόταν η ακίνητη ιδιοκτησία που υπόκειτο σε απαλλοτρίωση ή επίταξη. Τα επίδικα τεμάχια 810, 811 και 812, τότε τεμάχια 730, 731 και 733 αντίστοιχα καθώς και άλλα κτήματα στην περιοχή, επηρεάζονταν από την πιο πάνω αναγκαστική απαλλοτρίωση. Απεστάλη σχετική επιστολή και στους αρμόδιους κοινοτάρχες: Μανσούρας, Αγίου Θεοδώρου, Πηγαινειών και Κάτω Πύργου με κοινοποίηση και στον Έπαρχο Λευκωσίας όπου και πληροφορούνται για τα σχέδια που ετοιμάστηκαν καθώς και για τον πίνακα που περιγράφει τις ιδιοκτησίες. Θα έπρεπε δε να πάρουν τις κατάλληλες ενέργειες: γνωστοποίηση του σχεδίου και του αριθμού των τεμαχίων που επηρεάζονται, με ανάρτηση τους σε δημόσιο χώρο για τυχόν ενστάσεις. Όσον αφορά τα Τουρκοκυπριακά κτήματα που συμπεριλαμβάνονταν στη Γνωστοποίηση Απαλλοτρίωσης και βάσει του Νόμου περιήλθαν υπό την Κηδεμονία Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, ενημερώθηκε σχετικά ο αρμόδιος Έπαρχος όπου και υπάγεται το τμήμα. Με δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας αρ. 2964 27.3.1992 Μέρος II, δημοσιεύθηκε το Διάταγμα Απαλλοτρίωσης σύμφωνα με το άρθρο 6 του Περί Αναγκαστικής Απαλλοτρίωσης Νόμο (Νόμος 15 του 1962, 25/1983, 148, 84/88). Ο Νίκος Στεφάνου (Μ.Κ.14), είναι σήμερα Λειτουργός Β' Τάξεως στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας. Η κατάθεση του στην αστυνομία ημερομηνίας 29.10.2001 (Τεκμήριο 135) αποτέλεσε μέρος της κύριας εξέτασης του. Κατά τους ουσιώδης χρόνους και μέχρι το 2001 κατείχε τη θέση του Βοηθού Κτηματολογικού Λειτουργού και εργαζόταν στον Κλάδο Διαχειρίσεων Κρατικών Γαιών στο ίδιο Κτηματολογικό Γραφείο. Μεταξύ των καθηκόντων του ήταν και η εξέταση υποθέσεων αναγκαστικής απαλλοτρίωσης γης. Η υπόθεση εξετάστηκε με το φάκελο Μ.Α.477/91 (μέρος του έγινε Τεκμήριο 21) και ο μάρτυρας διεξήγαγε επιτόπια έρευνα στις 15.1.
  20. Σκοπός της εργασίας του ήταν η ανεύρεση των προσώπων που δικαιούνταν σε εγγραφή για το κάθε τεμάχιο, ώστε να τους αποδοθεί η σχετική αποζημίωση. Ήταν η κατάληξη του μάρτυρα πως δικαιούχοι σε εγγραφή των επιδίκων τεμαχίων ήταν οι Τουρκοκύπριοι Djeloul Kilan από τον Άγιο Θεόδωρο, Sejdie Dede και Yiasemi Mehmet από τον Αγ. Θεόδωρο αντίστοιχα και αυτό σημείωσε στο σχετικό έντυπο έκθεσης επιτόπιας έρευνας (Ν.63) που συμπλήρωσε για το κάθε τεμάχιο (μέρος του Τεκμηρίου 21). Η εργασία του μάρτυρα Ν. Στεφάνου πραγματοποιήθηκε και ολοκληρώθηκε 8 και πλέον χρόνια πριν την ανάθεση των αιτήσεων για έκδοση τίτλων των επίδικων τεμαχίων δυνάμει εχθρικής κατοχής στον κατηγορούμενο
  21. Ακούσαμε και ουδέποτε αμφισβητήθηκε, πως φάκελοι του Κτηματολογίου παλαιότερων υποθέσεων, συνιστούν βοήθεια στην εξέταση νέων υποθέσεων. Ο φάκελος της απαλλοτρίωσης ήταν χρήσιμο εργαλείο για την εργασία του κατηγορούμενου
  22. Πέραν της σπουδαιότητας του γεγονότος της ύπαρξης του φακέλου της απαλλοτρίωσης αφ' εαυτού, έχει σημασία και η διαπίστωση της πορείας που ο μάρτυρας Ν. Στεφάνου ακολούθησε και τι έλαβε υπόψη του για να καταλήξει στο αποτέλεσμα. Τα στοιχεία που είχε ενώπιον του και η ποιότητα της έρευνας την οποία πραγματοποίησε το 1992, δεν είναι αδιάφορα στην κρίση του κατά πόσο καλόπιστα θα μπορούσε ο κατηγορούμενος 4 το 2000 να καταλήξει πως διαφορετικά πρόσωπα εδικαιούντο σε εγγραφή των ιδίων τεμαχίων. Ο Ν. Στεφάνου έλαβε υπόψη του τα Κτηματολογικά μητρώα (πιστά αντίγραφα σχετικών σελίδων παρουσιάστηκαν: μέρος του Τεκμηρίου 18 και 66). Στη σελίδα αρ. 106 που αφορά το χωριό Αγ. Θεόδωρος και πίνακα των περιουσιών του Djeloul Kilan από τον Αγ. Θεόδωρο, αναφέρεται και μεταξύ άλλων το τεμάχιο 730 σαν χωράφι στην περιοχή Καφκάλλες. Μετά την απαλλοτρίωση σημειώθηκε έναντι του τεμαχίου ο αριθμός του φακέλου Μ.Α.477/91 της απαλλοτρίωσης. Στη σελίδα αρ. 616 που αφορά το χωριό Αγ. Θεόδωρος και πίνακα των περιουσιών της Sejdie Dede από τον Αγ. Θεόδωρο αναφέρεται μεταξύ άλλων το τεμάχιο 731 σαν χωράφι στην περιοχή Καφκάλλες. Στη σελίδα αρ. 685 που αφορά το χωριό Αγ. Θεόδωρος και πίνακα των περιουσιών του Yiasemi Mehmet από τον Αγ. Θεόδωρο αναφέρεται μεταξύ άλλων το τεμάχιο 733 σαν χωράφι στην περιοχή Καμήλα. Για το τεμάχιο 733 υπάρχει σημείωση του φακέλου Μ.Α.477/91 της απαλλοτρίωσης και παραπομπή στην σελ. 724 που αφορά το χωριό Αγ. Θεόδωρος Τυλληρίας και τον Yiasemi Mehmet από τον Αγ. Θεόδωρο. Υπάρχει καταχώρηση ημερομηνίας 23.10.98 για το τεμάχιο 812 (όπως αναριθμήστηκε το 733 μετά την απαλλοτρίωση). Κατά την επιτόπια εξέταση ο μάρτυρας Ν. Στεφάνου συνοδευόταν από κάποιο Αντώνη Χαραλάμπους εκπρόσωπο του Κοινοτικού Συμβουλίου του χωριού Πηγαίνια και τούτο γιατί το χωρίο Αγ. Θεόδωρος στα χώματα του οποίου ήταν τα επίδικα τεμάχια δεν είχε Κοινοτική Αρχή, από τον καιρό των διακοινοτικών ταραχών. Αφότου ο μάρτυρας επί τόπου αναγνώρισε επί του εδάφους τα επηρεαζόμενα τεμάχια αντιπαραβάλλοντας τα με το επίσημο κτηματικό σχέδιο ρώτησε, όπως είναι η καθιερωμένη και ακολουθητέα διαδικασία, τον Α. Χαραλάμπους κατά πόσο οιοδήποτε πρόσωπο άλλο από τους Τουρκοκύπριους που ήταν καταχωρημένοι στα Κτηματικά Μητρώα δικαιούτο εγγραφής. Η απάντηση του Α. Χαραλάμπους ήταν αρνητική. Ανέφερε ο μάρτυρας πως ο Α. Χαραλάμπους ήταν ηλικίας 40 ετών και δεν γνωρίζει πού κατοικούσε και δεν θυμάται να κρατούσε οποιοδήποτε μητρώο μαζί του. Ήταν ο συνοδός του στις επισκέψεις και στα 102 τεμάχια που η απαλλοτρίωση αφορούσε. Ωστόσο δεν αποκαλύφθηκε από τη μαρτυρία ποια τεμάχια δεν είχαν τίτλο και για πόσα ερωτήθηκε ο Α. Χαραλάμπους. Τι γνώριζε ο Α. Χαραλάμπους για τα όσα ο μάρτυρας Ν. Στεφάνου ζητούσε πληροφορίες, δεν διαφάνηκε. Η διαδικασία που ακολουθείται όταν δεν υπάρχει άλλος δικαιούχος είναι να εκδίδεται πιστοποιητικό κατοχής από τον αρμόδιο κοινοτάρχη και ακολουθούνται στην συνέχεια διεργασίες ώστε το τεμάχιο να τιτλοποιηθεί επ' ονόματι του δικαιούχου ή των κληρονόμων του αν έχει στο μεταξύ αποβιώσει. Στην προκειμένη περίπτωση δεν εκδόθηκε πιστοποιητικό από τον αρμόδιο κοινοτάρχη. Εξήγησε ο μάρτυρας πως όταν το τεμάχιο είναι καταχωρημένο στα κτηματικά μητρώα σε Τουρκοκύπριο τότε λόγω των πραγματικοτήτων και της αδυναμίας λήψης μαρτυρίας από τον κάτοχο ή τους κληρονόμους του αναφορικά με την κυριότητα του τεμαχίου δεν εκδίδεται πιστοποιητικό. Γίνεται απλά η αλλαγή στο εμβαδόν του τεμαχίου που προκύπτει από την απαλλοτρίωση και παραμένει η καταχώρηση του κατόχου ως είχε. Ο μάρτυρας Ν. Στεφάνου ανάφερε πως κατ' ακολουθία της επίσκεψης στα επίδικα και άλλα τεμάχια, συμπλήρωσε τα έντυπα Ν.
  23. Δίδει τέσσερις διαφορετικούς χώρους ως χώρους όπου συμπληρώθηκαν τα έγγραφα: στο καφενείο ή το γραφείο του κοινοτάρχη στο χωριό Πύργος ή στο χωριό Πηγαίνεια. Ουδείς, αναφέρει, προσήλθε για να διεκδικήσει ότι δικαιούται σε εγγραφή. Η πιο πάνω θέση αφορά το χώρο συμπλήρωσης του εντύπου Ν.
  24. Ήταν η θέση του μάρτυρα πως επισκέφθηκε τόσο το χωριό Πύργος όσο και τα Πηγαίνεια αλλά δεν θυμόταν με ποιους μίλησε από τις χωρητικές αρχές, ούτε τους γέροντες από τους οποίους ζήτησε πληροφόρηση. Με τους γέροντες δεν μετέβηκε στους χώρους των τεμαχίων αλλά, όπως στην επανεξέταση ανάφερε, τους περιέγραψε τα ακίνητα και χωρίς καμία αμφιβολία κατάλαβαν για ποια τους ομιλούσε. Ο μάρτυρας Ν. Στεφάνου δεν γνώριζε αν έγινε ανάρτηση ανακοίνωσης του γεγονότος της επίσκεψης του στα χωριά. Ό,τι άλλο σχετικό λέχθηκε, ήταν πως ο δρόμος που εξυπηρετείτο με την απαλλοτρίωση ήταν ο μοναδικός που ένωνε τα χωριά Μανσούρα - Κάτω Πύργος Τυλληρίας, τα έργα είχαν ήδη γίνει στο σημείο που επηρεάζονταν τα επίδικα κτήματα οπόταν όποιος είχε συμφέρον, αν διέμενε ή επισκεπτόταν την περιοχή ή είχε πληροφόρηση των γεγονότων θα αναμενόταν με κάποιο τρόπο να επιδείξει το ενδιαφέρον του. Η ουσία είναι πως ο μάρτυρας Ν. Στεφάνου δεν απεκόμισε καμία θετική πληροφορία. Ούτε ότι Τουρκοκύπριοι οι καταχωρημένοι ή άλλοι κατείχαν τα επίδικα τεμάχια ούτε ότι αυτά κατείχαν ή καλλιεργούσαν Ελληνοκύπριοι. Ότι τότε ουδείς εμφανίστηκε ενώπιον του μάρτυρα και να προβάλει διεκδίκηση των επίδικων κτημάτων και ότι ουδείς γέροντας, όποιοι και αν ρωτήθηκαν και όσο και αν αντιλήφθηκαν σε ποια τεμάχια ο μάρτυρας αναφερόταν, έδωσε πληροφόρηση ότι τα τεμάχια κατέχονταν από οιονδήποτε Ελληνοκύπριο είναι ένα δεδομένο που όμως δεν αποκλείει κάποιος να δικαιούτο να διεκδικεί ή να διεκδικούσε τα κτήματα. Αναφορικά με τα τεμάχια 730 Άγιος Θεόδωρος Φ/Σχ.18/35, 731 Άγιος Θεόδωρος Φ/Σχ.18/35 και 733 (μέρος) του Φ/Σχ.18/35 Άγιος Θεόδωρος Τυλληρίας, που επηρεάστηκαν από την απαλλοτρίωση, δεν είχαν και δεν έχουν υποβληθεί μέχρι σήμερα οποιεσδήποτε ενστάσεις από τους τυχόν ιδιοκτήτες ή οποιουσδήποτε κατόχους Τεκμήριο 22 Α - Γ, Μηδενική Προσφορά Αποζημίωσης, σύμφωνα με την εκτίμηση του Μ.Κ.15 Παναγιώτη Σιακαλλή, κατάθεση του Τεκμήριο 1·36, γεγονός το οποίο αποδέχθηκε ο Κηδεμόνας, σχετική είναι η επισυνημμένη στο Τεκμήριο 136 επιστολή ημερομηνίας 24.8.
  25. Το έργο άρχισε να κατασκευάζεται από την 2.10.1992 και τοποθετήθηκε επί τόπου σήμανση αλλά και έγιναν ειδικές διευθετήσεις για τη διακίνηση της τροχαίας κυκλοφορίας. Το έργο ολοκληρώθηκε το
  26. Μετά τη διαπλάτυνση του δρόμου και την παραχώρηση μέρους των πιο πάνω τεμαχίων, προήλθαν από το τεμάχιο 730, το τεμάχιο 810 Φ/Σχ.18/35 έκτασης 28.600 m². Το πιο πάνω τεμάχιο ήταν σύμφωνα με το Μητρώο Φόρων καταχωρημένο στον Djeloul Kilan, Τουρκοκύπριο, από το
  27. Το τεμάχιο σε κατοπινό στάδιο, μεταφέρθηκε με το φάκελο Μ.Α.177/91 και καταχωρήθηκε στο ίδιο όνομα. Το τεμάχιο ενεγράφη στις 21.8.2000, 1/3 μερίδιο επ' ονόματι της Ελένης Σάββα από τον Κ. Πύργο Δ.Τ.239541 δυνάμει κατοχής και 2/3 μερίδια, επ' ονόματι του Σάββα Παπασάββα από τον Κάτω Πύργο Δ.Τ.237070 με το φάκελο Α.716/00 μετά από επιτόπια έρευνα και εξεδόθη πιστοποιητικό εγγραφής επ' ονόματι των πιο πάνω προσώπων υπ' αρ.
  28. Ακολούθως στις 15.9.2000 το τεμάχιο 810, πωλήθηκε και μεταβιβάστηκε στην εταιρεία Lenios Beach Hotel Management από τη Λευκωσία για το ποσό των £534.360 με τη Δήλωση Πωλήσεως Π/3171/
  29. Το τεμάχιο 811 Φ/Σχ.18/35 έκτασης 11.372 m², τοποθεσία «Καυκάλες» του χωριού Αγ. Θεόδωρος προήλθε από το αρχικό τεμάχιο 731 του ιδίου Φ/Σχ.18/35 μετά από παραχώρηση μέρους για διεύρυνση του δρόμου, όπως και το τεμάχιο
  30. Σύμφωνα με το Μητρώο Φόρων, για το πιο πάνω χωριό το εν λόγω τεμάχιο καταχωρήθηκε στο Μητρώο Κτημάτων επ' ονόματι της Τουρκοκύπριας Sefdie Dede από τον Αγ. Θεόδωρο Τυλληρίας. Μετά την απαλλοτρίωση μέρους του πιο πάνω τεμαχίου και παραχώρησης του για διεύρυνση του δρόμου, το τεμάχιο μεταφέρθηκε στο τεμάχιο 811 και καταχωρήθηκε στο Μητρώο Φόρων, επ' ονόματι της πιο πάνω Τουρκοκύπριας. Το τεμάχιο 811 στις 21.8.2000 ενεγράφη 1/3 μερίδιο επ' ονόματι της Ελένης Σάββα και 2/3 μερίδια, στον Σάββα Παπασάββα δυνάμει κατοχής με το φάκελο Α.216/00 μετά από επιτόπια έρευνα εκδόθηκε επ' ονόματι των δύο προσώπων πιστοποιητικό εγγραφής αρ.
  31. Ακολούθως στις 15.9.2000 το εν λόγω τεμάχιο πωλήθηκε και μεταβιβάστηκε στην ίδια εταιρεία όπως και για το τεμάχιο 810 ανά του ποσού των £212.527 με τη Δήλωση Πώλησης Π/3171/
  32. Το τεμάχιο 812 του Φ/Σχ.18/35 έκτασης 12.060 m², τοποθεσία «Καμήλα» του χωριού Αγ. Θεόδωρος προήλθε από το τεμάχιο 733 μετά από παραχώρηση μέρους του για διεύρυνση του ιδίου δρόμου. Σύμφωνα με τα Μητρώα Φόρων, το εν λόγω τεμάχιο καταχωρίστηκε στο όνομα της Τουρκοκύπριας Yiasemi Mehmet από τον Αγ. Θεόδωρο Τυλληρίας. Μετά την απαλλοτρίωση μέρους του τεμαχίου, το εν λόγω τεμάχιο μεταφέρθηκε στο τεμάχιο 812 και καταχωρήθηκε στο Μητρώο Εγγραφής στο όνομα της πιο πάνω Τουρκοκύπριας. Το τεμάχιο 812 στις 21.8.2000 ενεγράφη όπως και τα προηγούμενα, 1/3 μερίδιο στην Ελένη Σάββα και τα 2/3 μερίδια στον Σάββα Παπασάββα, δυνάμει κατοχής με το φάκελο Α.716/00, μετά από επιτόπια έρευνα και εξεδόθη επ' ονόματι των δύο πιο πάνω προσώπων, πιστοποιητικό εγγραφής υπ' αρ.
  33. Στις 15.9.2000 το τεμάχιο αυτό πωλήθηκε και μεταβιβάστηκε στην εταιρεία Lenios Beach Hotel Ltd για το ποσό των £225.310 με τη Δήλωση Πώλησης Π/3171/
  34. Οι δηλώσεις των τριών τεμαχίων, παραδόθηκαν στην αστυνομία από τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό, Παναγιώτη Αργυρού Μ.Κ.
  35. ΕΓΚΥΚΛΙΟΙ - ΕΠΙΤΟΠΙΕΣ ΕΡΕΥΝΕΣ Για να γίνει καλύτερα και πληρέστερα αντιληπτή η πιο πάνω θέση, κρίνουμε χρήσιμο να παραθέσουμε στο σημείο αυτό, τη συναφή μαρτυρία που επεξηγεί και αναλύει την πιο πάνω τοποθέτηση, σε συνάρτηση με τη Μηχανογράφηση και τις σχετικές εγκυκλίους που άπτονται άμεσα των παραλείψεων του κατηγορούμενου 4, τις οποίες αποδίδει σ' αυτόν η Κατηγορούσα Αρχή, κατά το χειρισμό του φακέλου Α.716/00: Ο κατηγορούμενος 4 δεν ανέτρεξε ως όφειλε στα Μητρώα Φόρων και Μητρώα Εγγραφής, ούτε και έλαβε υπόψη τους άλλους φακέλους συναφείς με τα επίδικα, Φακέλους Απαλλοτρίωσης, στοιχεία όπως ήδη περιγράψαμε πιο πάνω, όπως σύνορα, γειτονικά ακίνητα και άλλα όπως προκύπτουν από τους φακέλους Τεκμήριο 17α - γ, Τεκμήριο 20 και Τεκμήριο 21, και που όπως είδαμε προέκυψαν από τρεις προηγούμενες επιτόπιες εξετάσεις. Η τελευταία θέση συμπλέκεται και με τις ενέργειες ή παραλείψεις, που αποδίδει η Κατηγορούσα Αρχή στον κατηγορούμενο 4 σε άμεσο συσχετισμό με την απώλεια του φακέλου Α.716/00 και του πιο πάνω Μ.Α.477/91 ο οποίος έπρεπε να είχε ενσωματωθεί στο φάκελο της Αίτησης. Στις 11 Μαρτίου 1996, εκδίδεται η εγκύκλιος αρ. 283, Τεκμήριο
  36. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 19, «οι υπάρχουσες οδηγίες στο θέμα «Επιτόπιες Εξετάσεις» στο εγχειρίδιο για κτηματολόγους επιτοπίων ερευνών αντικαθίστανται με τις συνημμένες νέες οδηγίες». Στις οδηγίες αυτές έχουν ενσωματωθεί «αυτούσιες ή διαφοροποιημένες εξ ολοκλήρου ή μερικώς, όλες οι εγκύκλιοι που αναφέρονται αποκλειστικά στο θέμα αυτό ή σχετίζονται με αυτό». «Είναι αυτονόητο», συνεχίζει η εγκύκλιος, «ότι από της κυκλοφορίας των οδηγιών αυτών, οι προηγούμενες εγκύκλιοι δεν θα έχουν καμία ισχύ». Ακολουθεί σχετικό κείμενο σε αναφορά με τις επιτόπιες εξετάσεις απ' όπου απομονώνουμε ό,τι κατά την κρίση μας, είναι άμεσα σχετικό. Προκύπτει και είναι εύρημα μας ότι κατά την προετοιμασία και τον προγραμματισμό της εργασίας, απαιτείτο πρωτίστως: α) «η εξακρίβωση της ιδιοκτησίας των κτημάτων η οποία και «προδιέγραφε» την πορεία που θα ακολουθούσε η αίτηση ακόμη και την τύχη της, γι' αυτό «πρέπει να καταγράφει» ο κτηματολόγος, όλα τα στοιχεία και τις λεπτομέρειες των κτημάτων που κρίνει απαραίτητα». β) «Σημαντικό ρόλο στη σωστή προετοιμασία έχει η ανεύρεση παλιών φακέλων που θα βοηθήσουν είτε στη συλλογή πληροφοριών είτε στο χώρο μετρική εργασία». Εξάγεται από την εγκύκλιο αλλά και άμεσα από την ενώπιον μας μαρτυρία «πως η χρησιμότητα τέτοιων φακέλων γίνεται καθημερινά χρησιμότερη όσο απομακρυνόμαστε χρονικά από αξιόπιστες γραπτές πηγές πληροφοριών και όσο η ζώσα μνήμη που συνδέει με τις οδηγίες αυτές, λιγοστεύει». Ο κτηματολόγος οφείλει να δίδει στον υπεύθυνο της αποθήκης, κατάλογο των υποθέσεων που ζητεί και ο υπεύθυνος της αποθήκης να τοποθετεί στη θέση τους σημείωση που θα αναφέρει το φάκελο που ζητήθηκε και την ημερομηνία. Είναι εύρημα μας ότι η πιο πάνω πρακτική είναι αυτή που ακολουθείτο και στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας. Ο κτηματολόγος αφού συμβουλευθεί το φάκελο, τον επιστρέφει, εκτός αν κρίνει ότι τον χρειάζεται για τον πάρα πέρα χειρισμό της αίτησης ιδίως κατά τον έλεγχο της. Ακολουθούν οδηγίες ορισμού και κοινοποίησης της ημερομηνίας επιτόπιας εξέτασης. Την ημερομηνία ορίζει ο κτηματολόγος. Τηρούνται δεν όλες οι σχετικές πρόνοιες και οδηγίες ως ο νόμος και οι Κανονισμοί ορίζουν, όπου τούτου επιβάλλεται. Ο κτηματολόγος στη συνέχεια συμπληρώνει τον τύπο Ν.63 και προβαίνει σε σημείωμα επί γεγονότων. Στο σημείωμα θα πρέπει να αναφέρονται επιγραμματικά όλες οι ενέργειες του κτηματολόγου με αναφορά στα έγγραφα που ετοιμάστηκαν και εσωκλείονται στο φάκελο. Στο φάκελο αριθμούνται και τοποθετούνται έγγραφα προ και μετά τη συμπλήρωση της επιτόπιας εξέτασης. Πριν από την αναχώρηση του για την επιτόπια εργασία, ο κτηματολόγος παραδίδει στον υπεύθυνο Κλάδου Επιτοπίων Ερευνών, αναλυτικό πρόγραμμα εργασίας, το δρομολόγιο του. Κατά κανόνα όλες οι επιτόπιες εξετάσεις, τα γεγονότα των οποίων θα πιστοποιηθούν από τη Χωρητική Αρχή, γίνονται στην παρουσία του κοινοτάρχη ή του αντιπροσώπου του που διορίζεται από τον ίδιο. Όπως εξάγεται από την ενώπιον μας μαρτυρία το πιστοποιητικό της Χωρητικής Αρχής είναι μεγαλύτερης σπουδαιότητας και θα πρέπει να δίδεται σ΄ αυτό η ανάλογη προσοχή. Αυτό τονίζεται και στην παράγραφο 1.9 του Τεκμηρίου 19 Εγκύκλιος που βρισκόταν σε ισχύ καθόλο τον ουσιώδη χρόνο. Προκύπτει από την πιο πάνω Εγκύκλιο πως όταν τα γεγονότα που κρίνονται αποφασιστικά στη στοιχειοθέτηση παραγραφικού δικαιώματος που πηγάζει από αυθαίρετη κατοχή - άλλη από την περίπτωση της δωρεάς από συγγενικό πρόσωπο ή της κληρονομίας και διανομής και διανομής - όπως είναι για παράδειγμα η κατοχή δυνάμει αγοράς, ή όπου η Χωρητική Αρχή υποστηρίζει ότι καταχώριση κτήματος στα Μητρώα Φόρων είναι λανθασμένη και ότι τούτο θα έπρεπε να είχε καταχωριστεί στο όνομα άλλου προσώπου, τότε το γεγονός αυτό να αναγράφεται και στο πιστοποιητικό. Όταν το περιεχόμενο του πιστοποιητικού συγκρούεται με το περιεχόμενο προηγούμενου, (περιλαμβανομένης και της περίπτωσης της λανθασμένης καταχώρισης), το γεγονός αυτό θα έπρεπε να αναφέρεται στη χωρητική αρχή για προβληματισμό και αν η Χωρητική Αρχή επιμένει στην ορθότητα της πιστοποίησης της θα έπρεπε να αναφέρεται το γεγονός αυτό στο πιστοποιητικό και με ειδική αναφορά να αποσύρεται οποιαδήποτε προηγούμενη πιστοποίηση. Το ιστορικό της κατοχής θα πρέπει να αρχίζει από σήμερα και να φθάνει: (α) είτε μέχρι το πρόσωπο που είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης, (β) είτε, όπου δεν υπάρχει εγγραφή, μέχρι την πρώτη καταχώρηση». ΕΞΑΚΡΙΒΩΣΗ ΠΑΛΙΩΝ ΕΓΓΡΑΦΩΝ (TAPU IDENTIFICATION) Η ενότητα αυτή, όπως δηλώνει και η εγκύκλιος Τεκμήριο 19, ασχολείται με την εξακρίβωση παλιών εγγραφών και τον τρόπο που αυτές σχετίζονται με τα επίσημα κτηματολογικά σχέδια. «Είναι γνωστό ότι κτηματολογικά σχέδια, που αποτελούν τη βάση για εγγραφή ακίνητης ιδιοκτησίας, ετοιμάστηκαν κατά τη διαδικασία της Γενικής Χωρομετρίας και Εκτίμησης της ακίνητης ιδιοκτησίας, με το νόμο 12 του
  37. Η Γενική Χωρομετρία άρχισε το 1909 και συμπληρώθηκε το
  38. Είναι λοιπόν αυτονόητο, όλες οι εγγραφές που προϋπήρχαν - ανεξάρτητα αν εκδόθηκαν μετά από επιτόπια εξέταση ή όχι - να μη βασίζονται στα επίσημα κτηματολογικά σχέδια, αφού τέτοια σχέδια δεν υπήρχαν. Εγγραφές βασισμένες στο επίσημο κτηματολογικό σχέδιο, είναι μόνο εκείνες που εκδόθηκαν μετά την υιοθέτηση των κτηματολογικών σχεδίων και κατόπιν επιτόπιας εξέτασης. Στην καλύτερη περίπτωση, για μερικές από τις εγγραφές, που εκδόθηκαν μετά το 1893 κατόπιν επιτόπιας έρευνας, να ετοιμάστηκε σχεδιάγραμμα - στην πίσω σελίδα του τύπου Ν.63 - που δίδει ενδεικτικά το περίγραμμα του κτήματος που κάλυπτε η εγγραφή, με αναφορά στους ιδιοκτήτες των γειτονικών ακινήτων και στα φυσικά σύνορα. Η έκταση που διδόταν σε τέτοιες ιδιοκτησίες εξαρτιόταν από την κρίση του υπαλλήλου επιτοπίων ερευνών. Όλες αυτές οι εγγραφές καταχωρίζονταν στα Μητρώα Εγγραφής και στα Ταππού Χουλασσά, στη σελίδα κάθε ιδιοκτήτη. Μέχρι τη θέσπιση των προνοιών του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου (Αρ. 9 του 1965), τέτοιες εγγραφές γίνονταν αποδεκτές για μεταβίβαση. Θα έπρεπε όμως να συσχετιστούν με τα εν χρήσει σχέδια. Όπου ήταν δυνατό η αντίκρυση γινόταν στο Γραφείο, χωρίς επιτόπια εξέταση, απλά με την εξακρίβωση των χωρομετρικών στοιχείων της ιδιοκτησίας. Τα στοιχεία αυτά σημειώνονταν στο σχετικό Πιστοποιητικό Εγγραφής και στα Μητρώα Εγγραφής. Επίσης, αντίκριση χωρίς επιτόπια εξέταση γινόταν κατά καιρούς από τους υπαλλήλους επιτοπίων ερευνών, όταν αυτοί επισκέπτονταν τα χωριά για άλλες κτηματολογικές εργασίες. Κατέγραφαν τότε σε ειδική κατάσταση (identification list) τις αντικρισθείσες ιδιοκτησίες και ενημέρωναν σχετικά τα Μητρώα Εγγραφής και κάποτε καταχώριζαν τον αριθμό εγγραφής έναντι της ιδιοκτησίας στα Μητρώα Φόρων. Συνάγεται ότι η προκαταρκτική έρευνα πριν την επιτόπια έρευνα, είναι αναγκαίο ώστε ανάμεσα σ' άλλα ο κτηματολόγος να έχει υπόψη του πριν από την επιτόπια εξέταση, την ύπαρξη οποιασδήποτε παλιάς εγγραφής, ώστε να μπορεί να ελέγξει τις λεπτομέρειες της επιτόπιας και να πάρει τις αναγκαίες σημειώσεις για εξάντληση της εγγραφής. Παραπέμπουμε και πάλι στην παράγραφο 3.2 Διαδικασία «εξακρίβωσης παλιάς εγγραφής» ("Tapu identification") του Τεκμηρίου
  39. «Μετά τη σύνταξη του τρόπου απόκτησης ("title acquired") το επόμενο βήμα του Κτηματολόγου είναι να προχωρήσει και να ερευνήσει για την ανεύρεση παλιάς εγγραφής που να καλύπτει το τεμάχιο. Και πρώτα θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι δεν υπάρχει εγγραφή για το κτήμα αυτό στα Μητρώα Φόρων. Στη συνέχεια θα πρέπει να ερευνήσει στα Tapu Hulassa για να εξακριβώσει κατά πόσο το κτήμα ήταν ποτέ εγγεγραμμένο στο όνομα των προκατόχων του Αιτητή, δηλ. ο Κτηματολόγος πρέπει να εξετάσει, τη μια μετά την άλλη τις σελίδες στα Tapu Hulassa των εμπλεκομένων προσώπων, αιτητή, προκατόχου, του καταχωρημένου ιδιοκτήτη, των ιδιοκτητών των συνορευόντων τεμαχίων και στον τύπο Ν.115 τα περιβάλλοντα καταχωρημένα τεμάχια. Όπως υποδεικνύεται και πάλι με την Εγκύκλιο 3.3 του Τεκμηρίου 19 ο Κτηματολόγος έχει ευθύνη να εντοπίσει παλιές εγγραφές. «(α) Θα πρέπει να τονιστεί ότι ο κτηματολόγος οφείλει να κάνει τις αναγκαίες προσπάθειες για να εντοπίσει παλιές εγγραφές και να τις συσχετίσει με τα εν χρήσει σχέδια ώστε οι εγγραφές αυτές να μεταφερθούν στις νέες που θα εκδοθούν και έτσι να αποφευχθούν διπλές εγγραφές και άλλα λάθη. (β) .................................. (γ) Ο Κτηματολόγος πριν γράψει στη στήλη «ισχύουσα εγγραφή» του τύπου Ν.63, τη λέξη «καμιά», πρέπει να είναι σίγουρος ότι έγινε προσεκτική έρευνα ως προς την κατοχή της ιδιοκτησίας και ότι έγινε προσεκτική έρευνα για παλιές εγγραφές (Tapu identification) και δεν εξακριβώθηκε καμιά. Είναι δική του ευθύνη ο εντοπισμός παλιάς εγγραφής που να καλύπτει το υπό εξέταση κτήμα. (δ) Ο Κτηματολόγος εξετάζοντας το ιστορικό του κτήματος και αναγράφοντας το, είτε στη στήλη «τρόπος ανάκτησης» στον τύπο Ν.63, όπως γίνεται συνήθως, είτε οπουδήποτε αλλού στο φάκελο, θα πρέπει να έχει ικανοποιηθεί ότι δεν υπάρχει καμιά παλιά εγγραφή.» Η Κατηγορούσα Αρχή εισήγαγε μαρτυρία η οποία υποστηρίζει τη θέση πως ο κατηγορούμενος 4 δεν έκαμε τη δέουσα έρευνα ως προς τις προηγούμενες εγγραφές. Συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη του τα Μητρώα Φόρων και τα Μητρώα Εγγραφής, παρέλειψε είναι ουσιαστικά η θέση της να προβεί στην απαραίτητη και νενομισμένη διαδικασία εξακρίβωσης παλαιών εγγραφών, (Tapu identification) ή αγνόησε σκόπιμα στοιχεία που είχε στη διάθεση του όπως το φάκελο της απαλλοτρίωσης Μ.Α.477/91 τον οποίο είναι ως ανωτέρω εύρημα μας παρέλαβε και είχε στην κατοχή του κατά το χρόνο της εξέτασης της επίδικης Αίτησης ή τους φακέλους Τεκμήριο 20Α - Γ και Τεκμήριο
  40. Όπως διαπιστώνουμε από το Τεκμήριο 66, πιστό αντίγραφο του βιβλίου των Μητρώων Φόρων του χωριού Αγίου Θεοδώρου που τηρείται στον Κλάδο Εγγραφής του Κτηματολογίου Λευκωσίας και στο οποίο χρεώνονται τα Κτηματικά Μητρώα τα οποία οφείλει να μεταφέρει ο Κτηματολογικός Γραφέας κατά την επιτόπια εξέταση, φαίνεται ότι ο κατηγορούμενος 4 χρεώθηκε τα κτηματικά μητρώα στις 19.6.2000 και τα επέστρεψε, ή «ξεχρεώθηκε» στις 7.8.
  41. Έκτοτε δεν υπάρχει ενώπιον μας μαρτυρία που να φανερώνει νέα χρέωση των Κτηματικών Μητρώων στον κατηγορούμενο
  42. Το βιβλίο το έχει στην κατοχή του ο υπεύθυνος του Κλάδου Εγγραφής. Ο Κτηματολογικός Λειτουργός δεν μπορεί «αυθαίρετα» να μεταφέρει εκτός Κτηματολογίου τα Κτηματικά Μητρώα. Από την ενώπιον μας μαρτυρία, ο Ανδρέας Ματσουκάρης (Μ.Κ.20) Ανώτερος Κτηματολογικός Λειτουργός Α' Τάξεως, το 2000 συνέταξε Έκθεση ημερ. 28.2.2005 την οποία διαβίβασε στο Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών με επισυνημμένα παραρτήματα, Τεκμήριο 155, καθώς και Συμπληρωματική Έκθεση ημερ. 16.9.2005, Τεκμήριο
  43. Ο Ανδρέας Ματσουκάρης είναι μάλιστα το πρόσωπο το οποίο εξέδωσε την εγκύκλιο ημερ. 17.12.2002 Τεκμήριο
  44. Η έκδοση της κρίθηκε αναγκαία λόγω της αύξησης των τιμών των ακινήτων. Είναι εκείνος επίσης που συνέταξε την εγκύκλιο ημερ. 18.2.2002, Τεκμήριο
  45. Σύμφωνα με την προηγούμενη εγκύκλιο της 30.8.1969, Τεκμήριο 151, συναφή με τον έλεγχο υποθέσεων που εξετάζονταν επιτοπίως μετά την 1η Δεκεμβρίου του 1969, προνοείτο ότι: Σε υποθέσεις για την εγγραφή ακινήτων όπου δεν υπήρχε προγενέστερη εγγραφή ή όπου υπήρχε τέτοια αλλά δεν έχουν προσκομισθεί οι απαιτούμενες γραπτές συγκαταθέσεις, ο έλεγχος θα έπρεπε να γινόταν ως ακολούθως: «Τεκμήριο 151: (α) Εις υποθέσεις όπου η αγοραία αξία εκάστου ακινήτου δεν υπερβαίνει τας £3,000 να γίνεται υπό ενός ελεγκτού Επιτοπίων Ερευνών ή υπό του Υπευθύνου του Κλάδου Επιτοπίων Ερευνών ή υπό του Ε.Κ.Λ. (β) Εις υποθέσεις όπου η αγοραία αξία εκάστου ακινήτου υπερβαίνει τας £3,000 αλλά δεν υπερβαίνει τας £6,000 να γίνεται υπό του Ελεγκτού Επιτοπίων Ερευνών και εγκρίνεται υπό του Υπευθύνου του Κλάδου Επιτοπίων Ερευνών ή να γίνεται υπό του Υπευθύνου του Κλάδου Επιτοπίων Ερευνών και να εγκρίνεται υπό του Ε.Κ.Λ. ..................................... Η αγοραία αξία των επιτοπίως εξεταζομένων ακινήτων, εκτός εκείνων τα οποία είναι ήδη εγγεγραμμένα επ΄ ονόματι του αιτητού, θα αναφέρεται εις την έκθεσιν του Κτηματολόγου ο οποίος τα εξέτασεν επιτοπίως.» Μια από τις παραλείψεις που αποδίδεται στον κατηγορούμενο 4, είναι ότι παρέλειψε να αναγράψει την πραγματική αξία των τεμαχίων ή ότι ανέγραψε ως συνολική αγοραία αξία των τριών ακινήτων £3.000, ώστε η εξέταση του φακέλου να γίνει από ένα μόνο ελεγκτή Επιτοπίων Ερευνών ως η εγκύκλιος 215, Τεκμήριο
  46. Ήταν η θέση του μάρτυρα πως η εγκύκλιος 30.8.1969, Τεκμήριο 151, βρισκόταν σε ισχύ και δεν ακυρωνόταν με την επιστολή Τεκμήριο
  47. Ότι κακώς δεν γινόταν χρήση της εγκυκλίου ημερ. 30.8.1969, Τεκμήριο
  48. Η εγκύκλιος αυτή ίσχυε μέχρι την 17.12.2002, ημερομηνία έκδοσης της νέας εγκυκλίου, Τεκμήριο 153, που σκοπό είχε να αναβαθμίσει, όπως είπε ο ίδιος ο μάρτυρας, τις αξίες των ακινήτων. Το Τεκμήριο 157, κατά την κρίση του μάρτυρα, προέκυψε εξ' ανάγκης: Λόγω του ότι είχαν υποβληθεί στο Διευθυντή του Κτηματολογίου κάποιοι φάκελοι στους οποίους δεν γινόταν αναφορά στις αγοραίες αξίες των εξετασθέντων ακινήτων, με βάση την εγκύκλιο ημερ. 30.8.1969 Τεκμήριο 151 και ζητούνταν συναφείς οδηγίες για τις συγκεκριμένες υποθέσεις, όπως φαίνεται στη παρ. 2 του Τεκμηρίου
  49. Είναι η κατάληξη του μάρτυρα, την οποία και υιοθετούμε, πως η εγκύκλιος Τεκμήριο 19, δεν ακύρωσε την εγκύκλιο Τεκμήριο 151: η εγκύκλιος Τεκμήριο 151, αφορά στις αγοραίες αξίες ακινήτων και σε αναφορά με το ποια πρόσωπα θα διενεργούσαν την επιτόπια εξέταση και έχει ακυρωθεί στις 17.12.2002, Τεκμήριο
  50. Ήταν ιδιαίτερα επίμονη η αντεξέταση εκ μέρους του κατηγορούμενου 4 και η θέση που προβλήθηκε εκ μέρους του, ότι η εγκύκλιος του 1969 Τεκμήριο 151 είχε εγκαταλειφθεί από οκταετίας, από το
  51. Η θέση του Ανδρέα Ματσουκάρη ήταν αντίθετη, η εγκύκλιος δεν είχε εγκαταλειφθεί, οι υπάλληλοι των επιτόπιων ερευνών και οι ελεγκτές όφειλαν να τη χρησιμοποιούν γιατί δεν είχε καταργηθεί ρητά με σαφείς οδηγίες, έκδοση άλλης εγκυκλίου δηλαδή. Ήταν επίσης θέση της Υπεράσπισης του κατηγορούμενου 4, πως σε καμία αίτηση κατοχής από το 1996 - 2002 υπάρχει αναφορά αγοραίας αξίας και χρήση της εγκυκλίου του 1969, Τεκμήριο
  52. Ο Ανδρέας Ματσουκάρης διαφώνησε, λέγοντας πως δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει για όλες τις υποθέσεις. Του στάληκαν συγκεκριμένες υποθέσεις προς εξέταση και ο ίδιος τοποθετήθηκε για αυτές, σύνολο 11 υποθέσεις, Τεκμήριο
  53. Διαπιστώνουμε ότι: η Εγκύκλιος 215 Τεκμήριο 151, βρισκόταν σε ισχύ καθ΄ όλο τον ουσιώδη χρόνο και σε αναφορά με τα γεγονότα της υπόθεσης. Ότι η εγκύκλιος βρισκόταν ακόμη σε ισχύ επιβεβαιώνεται από την Εγκύκλιο 283, 11.3.1996 Τεκμήριο 19, νέες οδηγίες για το θέμα των επιτόπιων εξετάσεων κάτω από το Κεφάλαιο
  54. Έλεγχος επιτοπίων εξετάσεων, όπου δίδεται ως παράδειγμα η παράλειψη Κτηματολόγου να καταχωρίσει την εκτιμημένη αξία του ακινήτου οπότε και ο ελεγκτής κατά τον έλεγχο θα πρέπει να δώσει οδηγίες αναλόγως για τη συμπλήρωση των παραλείψεων. Ότι η Εγκύκλιος Τεκμήριο 215 καταργείται ρητώς με την Εγκύκλιο αρ. 579, ημερομηνίας 17.12.2002 Τεκμήριο
  55. Ότι με το Τεκμήριο 153 διαπιστώνεται με σαφήνεια και προκύπτει ως μόνο ασφαλές συμπέρασμα ότι η εγκύκλιος αυτή διαφοροποιεί το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 151 μόνο ως προς την αξία του εξεταζόμενου ακινήτου και κατά συνέπεια αποδίδει θα λέγαμε «καθ΄ ύλην» δικαιοδοσία αναλόγως. Η υποχρέωση του Κτηματολόγου για καταχώριση της εκτιμημένης αξίας παρέμεινε πάντοτε σταθερά. Παρέκκλιση ή έστω ατονία ή αχρησία της οδηγίας είχε όντως παρατηρηθεί στην πράξη όπως διαπιστώνεται και από το Τεκμήριο 157 και τη μαρτυρία του Α. Ματσουκάρη σε μικρό αριθμό υποθέσεων, γεγονός όμως που δεν ήταν ικανό αφ΄ εαυτού να αναιρέσει ισχύουσα και έγκυρη οδηγία ή Εγκύκλιο, Τεκμήριο
  56. Η Κατηγορούσα Αρχή καλεί το Δικαστήριο να συναγάγει ότι ο κατηγορούμενος 4 καταχώρισε ως συνολική αγοραία αξία των ακινήτων κάτω των £3.000 με σκοπό αυτή να εξεταστεί μόνο από ένα ελεγκτή για να διευκολυνθούν έτσι τα σχέδια του για εγγραφή των τεμαχίων. Ο έλεγχος μετά την επιτόπια εξέταση, είναι το σημαντικότερο στάδιο της διαδικασίας: ελέγχεται η όλη εργασία που προηγήθηκε και δίδονται οι οδηγίες για τον περαιτέρω χειρισμό της υπόθεσης, μέχρι τη συμπλήρωση της. Ο έλεγχος γίνεται υπό το φως των οδηγιών που αναφέρονται στον κάθε τύπο αίτησης και των σχετικών νομοθετικών προνοιών και κανονισμών. Η έρευνα του ελεγκτή, όπου αυτό κρίνεται σκόπιμο, δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στο περιεχόμενο του φακέλου αλλά να επεκτείνεται και στα αρχεία όπως πχ Μητρώα Εγγραφής και Φόρων ή σχετικούς παλιούς φακέλους, ώστε να γίνεται σε βάθος και πλήρως για αποφυγή λαθών. Τα έντυπα Ν.115 πρέπει απαραιτήτως να περιλαμβάνονται στο φάκελο. Όσα έγγραφα απαιτούνται και δεν ζητήθηκαν από τον Κτηματολόγο, ο Ελεγκτής θα πρέπει να καλέσει τον Κτηματολόγο να τα ζητήσει από τους ενδιαφερόμενους, είτε αν η παράλειψη του δεν ήταν σκόπιμη και επανειλημμένη να τα ζητήσει ο ίδιος ο Ελεγκτής. Ο Ελεγκτής επίσης θα πρέπει να ζητήσει οποιοδήποτε έγγραφο, που δεν μπορούσε να προβλεφθεί από τον Κτηματολόγο. Είναι φανερό ότι τα πιο πάνω διαπλέκονται άμεσα με την υφιστάμενη μετά το 1974 διαμορφούμενη πραγματικότητα και την υφιστάμενη εκ του Νόμου υποχρέωση γνωστοποίησης ειδοποιήσεων για επιτόπια έρευνα που αφορούσαν σε Τουρκοκυπριακές περιουσίες, Ν.155/88όπως αναφέραμε. ΜΗΧΑΝΟΓΡΑΦΗΣΗ - ΣΥΣΤΗΜΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΓΗΣ (ΣΠΓ) Ερχόμαστε να εξετάσουμε σε ότι αφορά τη μηχανογράφηση και την πρακτική που ακολουθείτο σχετικά πάντοτε με τις Αιτήσεις σε συνάφεια με τις θέσεις της Κατηγορούσας Αρχής ότι το χωριό Άγιος Θεόδωρος Τυλληρίας δεν είχε εισαχθεί στο Μηχανογραφημένο Σύστημα της Κτηματολογικής Βάσης Δεδομένων, θέση που συνεχίζει και διαπλέκεται με το ότι ο κατηγορούμενος 4 γνωρίζοντας ότι ο Άγιος Θεόδωρος δεν είχε εισαχθεί στο Σύστημα έθεσε ενώπιον του Ελεγκτή ελλιπή στοιχεία ή τέτοια στοιχεία ώστε να παρακαμφθούν οι Κτηματολογικές διαδικασίες και να επιτευχθεί ευκολότερα ο σκοπός ή οι σκοποί του. Σύμφωνα με την Εγκύκλιο αριθμός 265 ημερ. 27.9.1995 Τεκμήριο 144, στάληκαν, μέσα στα πλαίσια μηχανογράφησης των αρχείων του Τμήματος οδηγίες αναφορικά με τα διάφορα στάδια συλλογής στοιχείων καθώς και για τις διαδικασίες που ακολουθούνται για τη συμπλήρωση της Κτηματολογικής Βάσης Δεδομένων (Data capture). Αντίγραφα δόθηκαν σ΄ όλο το Κτηματολογικό προσωπικό, το οποίο και καλείτο να τις εφαρμόσει απαρεκκλήτως. «Στις οδηγίες - Στάδια Εφαρμογής» Τεκμήριο 19 τονίζεται εξ΄ υπαρχής πως με τη συμπλήρωση της μηχανογράφησης και τη λειτουργία του μηχανογραφημένου συστήματος μιας συγκεκριμένης περιοχής, τα Μητρώα Φόρων Καταργούνται. Για το λόγο αυτό κρινόταν απαραίτητο, πριν ξεκινήσει η διαδικασία της συλλογής στοιχείων, όλες οι επιβαρύνσεις, σημειώσεις, αποφάσεις, κλπ που είναι σημειωμένες στα Μητρώα Φόρων έναντι κάθε εγγραφής, να μεταφερθούν στα Μητρώα Εγγραφής στα οποία να σημειώνονται πλέον όλα τα εμπόδια κλπ. Κατά τη διάρκεια της μεταφοράς, όσα νέα εμπόδια κατατίθεντο θα έπρεπε να συνεχίσουν να καταχωρούνται στα Μητρώα Φόρων και ταυτοχρόνως σε ξεχωριστό βιβλίο που θα έπρεπε να δημιουργηθεί για το σκοπό αυτό. Με τη συμπλήρωση της μεταφοράς και την καταχώριση νέων εμποδίων οποιαδήποτε νέα μεταβολή θα έπρεπε να γίνεται μόνο τα Κτηματικά Μητρώα, έπαυε έτσι οριστικά η καταχώρηση στα Μητρώα Φόρων. «Στις περιπτώσεις που ετοιμάστηκαν νέα κτηματικά μητρώα όλες οι μεταβολές ιδιοκτησίας να γίνονται σ΄ αυτά, αφού ασφαλώς γίνουν οι αναγκαίες διαγραφές από τα παλιά. Στο στάδιο αυτό να συμπληρώνονται στα νέα Μητρώα Εγγραφής και τα υπόλοιπα στοιχεία του κτήματος χρησιμοποιώντας τα παλαιά Μητρώα. Εξυπακούεται ότι στα νέα Μητρώα δεν θα μεταφέρονται οι υπόλοιποι ιδιοκτήτες.» Από τη στιγμή που λαμβάνεται απόφαση για τη μηχανογράφηση μιας συγκεκριμένης περιοχής, συνέχιζαν οι οδηγίες, ενεργοποιούνταν οι ομάδες μεταφοράς και πληκτρολόγησης των στοιχείων. Στοιχεία που συλλέγονταν για κάθε εγγραφή από τα Μητρώα Εγγραφών ή Μητρώα Φόρων στις περιπτώσεις καταχωρημένων κτημάτων και την καταγραφή τους σε ειδικά έντυπα DLS/DC. Ενώ για όλες τις εγγραφές ετοιμάζονταν τα σχετικά προηγουμένως για έντυπα DLS/DC η συμπλήρωση των εντύπων περιορίζεται ανάμεσα σ΄ άλλες και σ΄ όλες τις περιπτώσεις πράξεων που γίνονταν μεταξύ του τελικού ελέγχου του μηχανογραφημένου συστήματος μιας συγκεκριμένης περιοχής. Με τη συμπλήρωση της εργασίας, όπως περιγράφεται λεπτομερώς στο Τεκμήριο 144, και αφού προηγηθούν δύο έλεγχοι, το συγκεκριμένο χωριό/ενορία είναι πλέον έτοιμο να λειτουργήσει μηχανογραφημένο. Τότε ο υπεύθυνος της Μονάδας Μηχανογράφησης (Data Capture) των Κεντρικών Γραφείων, μετά από σχετική επιστολή του αρμοδίου υπαλλήλου, καθορίζει την ημερομηνία έναρξης λειτουργίας του μηχανογραφημένου συστήματος. Στις 9.12.1999 με σχετική επιστολή Τεκμήριο 143 κοινοποιείται προς τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Λευκωσίας ότι από την Τετάρτη 15 Δεκεμβρίου 1999 τίθεται σε δοκιμαστική εφαρμογή το μηχανογραφημένο σύστημα της Κτηματολογικής Βάσης Δεδομένων (DC) που αφορούσε τα χωριά Άγιο Θεόδωρο Τυλληρίας και Πολύστυπο για αποδοχή δηλώσεων μεταβίβασης υποθηκών και άλλων εμπράγματων βαρών, έκδοσης πιστοποιητικών εγγραφής και έρευνας καθώς και σημειώσεις των Αιτήσεων στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Η διαδικασία που θα έπρεπε να τηρείτο είναι εκείνη που περιγράφεται στο Τεκμήριο 144, τέταρτο μέρος. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 142 ο Άγιος Θεόδωρος Τυλληρίας εισήχθη στα δεδομένα στο Σύστημα Πληροφοριών της (ΣΠΓ) στις 27.11.2000 ενώ μέχρι εκείνη την ημερομηνία δεν είχε εισαχθεί στο Συγχρονισμό Βάσεων (Legal - GIS). Με επιστολή ημερομηνίας 7.12.2000, Τεκμήριο 64, το Κέντρο Πληροφοριών Γης πληροφορούσε τα αρμόδια τμήματα ανάμεσα στα οποία και τους Επαρχιακούς Κτηματολογικούς Λειτουργούς ότι για περιοχές που φαίνονταν στον αναθεωρημένο πίνακα τέθηκε σε λειτουργία το Σύστημα Πληροφοριών Γης (ΣΠΓ). Από τον πίνακα αυτό διαπιστώνεται ότι περιλαμβανόταν και ο Άγιος Θεόδωρος Τυλληρίας, ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο και κατά την κρίσιμη περίοδο οπότε ο κατηγορούμενος 4 ανέλαβε την εξέταση της Αίτησης Α.716/00 το χωριό Άγιος Θεόδωρος Τυλληρίας λειτουργούσε η Κτηματολογική και Εκτιμητική Βάση Δεδομένων όχι όμως η Γεωγραφική/Κτηματική ή η Χωρομετρική. Το γεγονός της ύπαρξης σε προηγούμενο στάδιο μηχανογραφημένων εντύπων, όπως στο Τεκμήριο 45, πιστοποιητικό εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας, ή αναφορές της Κούλας Βασιλείου (Μ.Κ.30), Τεκμήρια 202 και 203 της Άντρης Γεωργίου (Μ.Κ.42) Τεκμήριο 231 περί μηχανογραφημένων πληροφοριών δεν διαφοροποιεί την πιο πάνω διαπίστωση μας. Οι οποιεσδήποτε πληροφορίες που λαμβάνονται προέρχονταν όπως είπε και ο Σάββας Πολυνείκης (Μ.Κ.17) από τον «προθάλαμο» του Συστήματος Πληροφοριών Γης που βρισκόταν σε δοκιμαστικό στάδιο, και το σύστημα χρησιμοποιείτο ουσιαστικά κατά τη διαδικασία εγγραφής τίτλου. Εξάγεται από την ενώπιον μας συναφή μαρτυρία ότι η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου 4, πως από τις 15.12.1999 καταργούνται τα Μητρώα δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Τα Μητρώα Φόρων και Μητρώα Εγγραφής παρέμειναν προς χρήση και ο Κτηματολογικός Λειτουργός θα μπορούσε ή θα έπρεπε αναλόγως ν΄ ανατρέξει σ΄ αυτά για ν΄ αντλήσει τις ανάλογες πληροφορίες μέχρι τη μεταφορά των στοιχείων, βλ. παρ. 2.7.1 του Τεκμηρίου
  57. Εκείνο που βρίσκουμε είναι πως έπαυε η καταχώρηση της όποιας μεταβολής στα Μητρώα Φόρων αλλά παρέμεινε η υποχρέωση καταχώρησης στα Κτηματολογικά Μητρώα, για ενημέρωση. Είναι μετά τη συμπλήρωση της όλης εργασίας και μετά το δεύτερο έλεγχο, που το συγκεκριμένο χωρίο/ενορία ήταν πλέον έτοιμο να λειτουργήσει μηχανογραφημένο. Το Τεκμήριο 66, πανομοιότυπο με το Τεκμήριο 18, πιστοποιημένα φωτοαντίγραφα Μητρώου Εγγραφής, Μητρώου Φόρων και Index του Μητρώου Φόρων, συναφών με τα επίδικα τεμάχια, καθώς και η σχετική σελίδα του Βιβλίου Χρέωσης των Μητρώων του Αγίου Θεοδώρου Τυλληρίας σε υπαλλήλους του Κτηματολογίου καταδεικνύουν, όπως και η προφορική ενώπιον μας μαρτυρία επιβεβαιώνει, ότι ο κατηγορούμενος 4 δεν πρέπει να το επισύναψε στο φάκελο της Αίτησης. Είναι η θέση του κατηγορούμενου 4 όπως επαναλήφθηκε και με την ανώμοτη του δήλωση ότι για την επιτόπια εξέταση για τον επίδικο φάκελο Α.716/00 έκαμε τη νενομισμένη διαδικασία την ημέρα που τον παρέλαβε παίρνοντας τα απαραίτητα στοιχεία από τη μηχανογραφημένη μαρτυρία που βρισκόταν στην αίτηση για να προετοιμάσει την επιτόπια έρευνα. Ζήτησε το φάκελο της απαλλοτρίωσης Μ.Α.477/91 (Τεκμήριο 21) και επειδή δεν τον βρήκαν οι αποθηκάριοι παρακάλεσε την Κατερίνα Χριστοφή (Μ.Κ33) η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο επισκέφθηκε την περιοχή Κάτων Πύργου για επιτόπιες εξετάσεις, να του τον πάρει την επομένη στον Κάτω Πύργο, όπως και έπραξε. Η Κατερίνα Χριστοφή επιβεβαίωσε ενώπιον μας ότι όντως παρέδωσε στον κατηγορούμενο 4 τον εν λόγω φάκελο κατόπιν δικού του αιτήματος. Σχετική προς τούτο η κατάθεση της, Τεκμήριο
  58. Σύμφωνα πάντοτε με τη μάρτυρα χρεώθηκε η ίδια το φάκελο από τον Κλάδο Εκτιμήσεων ενώ ανέφερε στο συνάδελφο της Θάνο Αναστασιάδη ότι τον χρεώνεται για σκοπούς του κατηγορούμενου
  59. Αργότερα και μετά την παράδοση του φακέλου στον κατηγορούμενο 4, της ζητήθηκε από τον Κλάδο Εκτιμήσεων ο φάκελος, εφόσον φαινόταν χρεωμένος στο όνομά της. Ανέφερε το γεγονός αυτό στον κατηγορούμενο 4, ο οποίος δεν αρνήθηκε ότι τον κατείχε, και ο οποίος της δήλωσε πως θα τον επέστρεφε. Φάκελο τον οποίο, πάντοτε κατά τα λεγόμενα του, παρέλαβε εκ νέου μετά από παρέλευση μερικών μηνών, καθότι ήταν σχετικός με νέες υποθέσεις που αφορούσαν στην περιοχή. Η θέση αυτή παρέμεινε στη γενικότητα της χωρίς να υποβληθεί οτιδήποτε το συγκεκριμένο, και σε αναφορά με οποιαδήποτε άλλη υπόθεση εκ μέρους του κατηγορούμενου 4, είτε ενώπιον του Δικαστηρίου είτε προς τους μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής, και ιδιαίτερα προς τον Παπίρη ο οποίος κατέθεσε πως ο κατηγορούμενος 4 δεν εξέτασε άλλη υπόθεση που να δικαιολογεί τη σχετικότητα του φακέλου Μ.Α.477/1991 μ΄ αυτή και κατά συνέπεια την αναγκαιότητα κατοχής του φακέλου σε σχέση με άλλη διερευνόμενη υπόθεση. Όλοι οι μάρτυρες του Κτηματολογίου οι οποίοι ανέπτυξαν και επεξήγησαν ενώπιον μας τη διαδικασία και πρακτική που ακολουθείτο στο Κτηματολόγιο βρίσκουμε, πως έθεσαν ενώπιον μας την αντικειμενική εικόνα των πραγμάτων. Η μαρτυρία τους γίνεται αποδεκτή ως καθόλα αξιόπιστη. Τα ευρήματα μας στηρίχθηκαν στη μαρτυρία τους η οποία παρέμεινε ακλόνητη. Η υπεράσπιση δεν προσέφερε οποιαδήποτε αντίθετη μαρτυρία σε σχέση είτε με την πρακτική είτε με τα επιμέρους θέματα που εξετάσαμε πιο πάνω. Οι υποβολές που τέθηκαν στους μάρτυρες κατηγορίας δεν κλόνισαν τη σαφή εικόνα που έδωσαν οι μάρτυρες με ιδιαίτερη σαφήνεια και επεξήγηση. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ ΤΩΝ ΕΠΙΔΙΚΩΝ ΚΤΗΜΑΤΩΝ - ΕΠΙΤΟΠΟΥ ΥΠΟΔΕΙΞΕΙΣ Μετά την απόφαση της ούτω καλούμενης Τουρκοκυπριακής κυβέρνησης για άνοιγμα των οδοφραγμάτων δόθηκε η ευκαιρία στις ανακριτικές αρχές να πάρουν καταθέσεις και να επεκτείνουν πλέον τη διερεύνηση και προς αυτή την κατεύθυνση. Αντικρίσαμε τη μαρτυρία τους με ιδιαίτερη προσοχή έχοντας κατά νου το προφανές: τα πρόσωπα αυτά έχουν μεγάλο οικονομικό συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης. Παραθέτουμε τη μαρτυρία τους κατά τρόπο αφηγηματικό κρίνοντας πως έτσι θα προβληθούν καλύτερα σημαντικές λεπτομέρειες. Ο Τουρκοκύπριος Orhan Ospalju (Μ.Κ.76) έδωσε γραπτή κατάθεση, Τεκμήριο 316 και υιοθέτησε με την προφορική του μαρτυρία το περιεχόμενο της. Η μητέρα του ήταν η Yasoumi Mehmet η οποία πέθανε το
  60. Καταγόταν από τον Άγιο Θεόδωρο Τυλληρίας και όταν παντρεύτηκε διέμενε στη Μανσούρα. Ο ίδιος διέμενε στην Μανσούρα μέχρι το 1962 οπότε και τέλειωσε το σχολείο. Μεταγενέστερα επισκεπτόταν τη Μανσούρα κάθε Σαββατοκυρίακο ή όποτε είχε άδεια για να δει τους γονείς του. Γνώριζε ότι το κτήμα με αριθμό τεμαχίου 812 ανήκε στη μητέρα του η οποία έπαιρνε εκεί τα ζώα τους για βοσκή. Ήταν στην άκρη του δρόμου και όποτε περνούσαν από εκεί ο πατέρας του, του έλεγε ότι εκείνο το χωράφι ανήκε στη μητέρα του. Ήταν ένα χωράφι «καγιάς», γεμάτο «ρασιά», δεν υπήρχε τόπος για να καλλιεργηθεί. Στη γειτονική περιοχή γύρω από το δικό τους τα κτήματα ανήκαν σε Τουρκοκύπριους και δεν γνώριζε αν στην περιοχή είχαν κτήματα Ελληνοκύπριοι. Σύμφωνα με τον μάρτυρα όλη η περιοχή με τα επίδικα κτήματα ανήκε σε συγγενείς του. Η Musteide Dede ήταν γιαγιά του και ο Djellul Kilan πρώτος ξαδέλφος της μητέρας του. Επισκέφθηκε μαζί με την αστυνομία την περιοχή όπου τους υπέδειξε το κτήμα το οποίο επανέλαβε ότι ανήκε στην οικογένεια του. Ο Τουρκοκύπριος Aziz Aslan (Μ.Κ.81) έδωσε γραπτή κατάθεση η οποία έγινε Τεκμήριο
  61. Ο μάρτυρας αναγνώρισε και υιοθέτησε κατά την προφορική του μαρτυρία του περιεχόμενο της κατάθεσης αυτής. Πατέρας του ήταν ο Ibrahim Aslan και ήταν γιος της Sefdie Dede που πέθανε το
  62. Ο πατέρας του πέθανε το
  63. Το κτήμα με αριθμό τεμαχίου 811 ανήκε στην οικογένεια του και βρισκόταν σε απόσταση 120 με 150 μέτρα από το «Αρκάτζι της Κορατζιάς», στα σύνορα του δρόμου Μανσούρας - Πύργου. Στο κτήμα υπήρχαν «σιηνιές» και «ρασιά». Μετά το 1974 είδε ξανά το κτήμα όταν άνοιξαν τα οδοφράγματα και επισκέφθηκε την περιοχή τρεις - τέσσερις φορές. Δεν υπήρχε οποιαδήποτε αλλαγή στα κτήματα, μόνο ο δρόμος είχε αλλάξει ο οποίος είχε διαπλατυνθεί. Το κτήμα συνόρευε με το δρόμο και πιθανόν να πήραν μέρος του για τη διαπλάτυνση του, αλλά ο ίδιος δεν έκαμε οποιαδήποτε ενέργεια για να πάρει αποζημίωση. Απ΄ ότι γνωρίζει, δεν έκαμαν αίτηση για έκδοση τίτλου του τεμαχίου
  64. Ήταν όμως θετικός πως το κτήμα ανήκε στη γιαγιά του. Για τα κτήματα που μπορούσαν να καλλιεργηθούν και πρόσφεραν τη δυνατότητα να τα εκμεταλλευθούν έκαμαν διαδικασίες και έβγαλαν τίτλους. Για το επίδικο όμως, έτσι και για άλλα κτήματα, που δεν μπορούσαν να καλλιεργηθούν, δεν εξασφάλισαν τίτλους γιατί δεν είχαν τα χρήματα για τη διαδικασία αυτή. Δεν άξιζε να καταβάλουν τα έξοδα για ένα κτήμα που δεν θα τους πρόσφερε τίποτε. Γνώριζε από τον πατέρα του ότι η γιαγιά του δεν πώλησε κτήματα αλλά τα μεταβίβασε στα παιδιά της και αν πουλούσε σε οποιοδήποτε ο ίδιος θα το γνώριζε. Ο ίδιος γνώριζε το σημείο που βρισκόταν το επίδικο κτήμα, όχι όμως και τα σύνορα του. Δεν υπήρχαν δέντρα στην περιοχή παρά μόνο στο «Αρκάτζι της Κορατζιάς», όπου υπήρχαν συκιές. Ο ίδιος όπως ανέφερε εκπροσωπεί όλους τους κληρονόμους της γιαγιάς του και σε κανένα δεν θα επιτρέψουν να πάρει το κτήμα που τους ανήκει. Ο Nevzat Oznel, Μ.Κ.83 έδωσε γραπτή κατάθεση η οποία έγινε Τεκμήριο
  65. Είναι όπως ανέφερε στην προφορική του μαρτυρία εγγονός και κληρονόμος του Djellul Kilan. Γνωρίζει τη Sefdie Dede σαν συγχωριανή και θεία της μητέρας του. Γνωρίζει επίσης τη Yasemi Mehmet που ήταν πρώτη εξαδέλφη με τον παππού του. Υπέδειξε στο Τεκμήριο 2 το ακίνητο με αριθμό 810 σαν το δικό τους το οποίο απείχε όπως είπε από τη «Γερόνησο» περί τα 150 μέτρα. Υπέδειξε το ακίνητο αυτό στον ΜΚ10 Γαβριηλίδη τον Σεπτέμβριο του 2005 όταν επισκέφθηκαν μαζί την περιοχή. Ήταν ένα κτήμα το οποίο δεν καλλιεργείτο και εκεί έβοσκαν τα ζώα τους. Δεν υπήρχαν δέντρα παρά μόνο θάμνοι, «σιηνιές». Πήγαινε στο κτήμα αυτό μαζί με τη μητέρα του μέχρι το
  66. Ο ίδιος γεννήθηκε το
  67. Ανέφερε ότι το τεμάχιο 811 ανήκει στη θεία του Sefdie Dede. Τα σπίτια τους στον Άγιο Θεόδωρο ήταν δίπλα - δίπλα και στα επίδικα κτήματα έβοσκαν μαζί με τη μητέρα του και τη θεία του τα ζώα τους. Γνωρίζει επίσης ότι το τεμάχιο 812 ανήκει στη Yasemi Mehmet. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι δεν έκαμαν αίτηση για έκδοση τίτλου γιατί το κτήμα δεν είχε καμιά αξία. Στην περιοχή δεν υπήρχαν δέντρα παρά μόνο «σιηνιές», υπήρχαν όμως μέσα στον ποταμό ορισμένα δέντρα, ένα από τα οποία ήταν συκιά. Στην περιοχή «Καυκάλλα» δεν υπήρχαν κτήματα που να ανήκαν σε Ελληνοκύπριους και μέχρι το 1988 που ο πατέρας του είχε σώας τα φρένας δεν του ανέφερε ότι πώλησε το κτήμα. Ο Ozdemir Vardar (Μ.Κ.84) του οποίου η γραπτή κατάθεση στην αστυνομία έγινε Τεκμήριο 328, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε με την προφορική του μαρτυρία αναφέρει ότι από το δρόμο Μανσούρας - Κ. Πύργου περνούσαν μέχρι και το
  68. Στις περιοχές «Γερόνησος», «Θρουμπουλάουνο», «Κορατζιά», «Καυκάλες», «Καμήλα» στην περίοδο 1964 - 1974 απαγορευόταν να πάει κάποιος λόγω της τεταμένης κατάστασης που επικρατούσε. Δίπλα από το «Αρκάτζι της Κορατζιάς» υπήρχαν «πομησιάρικα» κτήματα της γιαγιάς του μαζί με τα αδέλφια της για τα οποία δεν γνώριζε αν είχαν εκδοθεί τίτλοι. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι τα κτήματα στην περιοχή «Θρουμπολάουνο» ανήκουν στη γιαγιά του και στην αδελφή της γιαγιάς του Junie Gelul. Ο μάρτυρας υπέδειξε στο Τεκμήριο 2 τα ακίνητα με αριθμό 701 και 804 τα οποία αναφέρει ότι είναι τα ακίνητα που ανήκουν στη γιαγιά του και την αδελφή της. Ανέφερε ότι η θεία του, Sultan Feridoun, μητέρα του ΜΚ82, είχε ζώα τα οποία έβοσκαν μαζί στο χωράφι του πεθερού της στην περιοχή «Καυκάλλες» δίπλα από το «Αρκάτζι της Κορατζιάς». Ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τα σύνορα του τεμαχίου 810 όμως στο ακίνητο εκείνο έβοσκαν τα ζώα μαζί με την Sultan Feridoun. Ήταν βέβαιος ότι το κτήμα αυτό ανήκε στον πεθερό της Sultan Feridoun. Θυμόταν το κτήμα αυτό από την απαγόρευση που υπήρχε: δεν μπορούσαν να πάρουν τα ζώα σε οποιοδήποτε άλλο κτήμα για βοσκή, εκτός από δικά τους κτήματα, γιατί τότε υπήρχε κάποιος υπεύθυνος ο οποίος έλεγχε και εάν έβοσκαν τα ζώα σε κτήμα το οποίο δεν τους ανήκε, τους κατάγγελλε. Στο μάρτυρα αυτό υποβλήθηκε η θέση ότι πιθανόν η Sultan Feridu να πώλησε το κτήμα της και ο νέος ιδιοκτήτης της επέτρεπε να βόσκει τα ζώα της εκεί, θέση την οποία ο μάρτυρας δεν αποδέχθηκε. Επέμεινε σταθερά ότι τόσο η οικογένεια της Feridu όσο και η δική του οικογένεια δεν πώλησαν καμιά περιουσία. Ανέφερε επίσης ότι στην περιοχή δεν υπήρχαν δέντρα εκτός από θάμνους, δεν ήταν περιοχή την οποία καλλιεργούσαν, το μόνο που θυμάται είναι ότι από τις περιοχές εκείνες μάζευαν ξύλα από θάμνους που φύτρωναν στην περιοχή. Ο Turgay Oukon (Μ.Κ.85) έδωσε γραπτή κατάθεση η οποία έγινε Τεκμήριο 323 στην οποία αναφέρει ότι παραθαλάσσιο χωράφι στην περιοχή "Γερόνησος" είναι τιτλοποιημένο στο όνομα του πατέρα του ο οποίος πέθανε το
  69. Δεν ήταν κατάλληλο για καλλιέργεια και ο πατέρας του το ενοικίαζε για να βγάζουν «τσιακίλια» και άμμο. Στην προφορική του μαρτυρία ο μάρτυρας αναφέρθηκε σε συνάντηση που είχε με τον 1ο κατηγορούμενο πριν από 2 ½ περίπου χρόνια όπου ο κατηγορούμενος του πρότεινε να αγοράσει το πιο πάνω κτήμα. Του πρότεινε το ποσό που έφτασε στο ένα εκατομμύριο λίρες, όμως ο μάρτυρας αρνήθηκε. Σε μεταγενέστερο χρόνο ο 1ος κατηγορούμενος του τηλεφώνησε και τον ερώτησε αν οι γνωστοί του Τουρκοκύπριοι Orhan Ozbalikci (Μ.Κ.76) και Nevzat Oznel (Μ.Κ.82) πωλούσαν τα κτήματα τους. Στην αντεξέταση υποβλήθηκε στο μάρτυρα από τη συνήγορο του πρώτου κατηγορούμενου ότι οι επαφές με τον πελάτη της αναφορικά με το κτήμα στη «Γερόνησο» έγιναν με πρωτοβουλία του ιδίου του μάρτυρα, ο οποίος ήθελε να πωλήσει το κτήμα του. Έτσι αποτάθηκε στον πρώτο κατηγορούμενο λόγω της επαγγελματικής του ιδιότητας κτηματομεσίτης, για να του βρει αγοραστή. Όσον αφορά τη θέση του μάρτυρα ότι ο πρώτος κατηγορούμενος του τηλεφώνησε για να τον ρωτήσει αν οι άλλοι δύο Τουρκοκύπριοι πωλούσαν τα κτήματα τους, υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι τέτοιο τηλεφώνημα δεν έγινε. Ο μάρτυρας επέμενε στις θέσεις του για να προσθέσει πως δεν ανέφερε τα γεγονότα αυτά στη γραπτή του κατάθεση γιατί δεν ρωτήθηκε από τον αστυνομικό στον οποίο έδινε την κατάθεση, αλλά ούτε και είχε σαφή εικόνα της υπόθεσης που διερευνούσε η Αστυνομία. Στο σημείο αυτό να αναφέρουμε ότι καμιά μαρτυρία δεν προσκομίστηκε από την υπεράσπιση για υποστήριξη των υποβολών προς τον μάρτυρα. Στη δήλωση του, ο πρώτος κατηγορούμενος από το εδώλιο του κατηγορουμένου, προέβαλε περαιτέρω ισχυρισμούς, που δεν είχαν υποβληθεί στο μάρτυρα έτσι δεν του δόθηκε η ευκαιρία να τοποθετηθεί. Ο Fevzi Ahmet (Μ.Κ.86) έδωσε γραπτή κατάθεση Τεκμήριο 324, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε με την προφορική του μαρτυρία. Στη γραπτή του κατάθεση αναφέρει ότι κατάγεται από το χωριό Άγιος Θεόδωρος Τυλληρίας και μετά το 1976 έφυγε μαζί με την οικογένεια του και διαμένει στη Γιαλούσα. Ο πατέρας του είχε στην περιοχή Αγ. Θεοδώρου και Μανσούρας πολλά χωράφια και ένα χωράφι στην περιοχή «Θρουμπουλάουνα». Το καλλιεργούσε ο ίδιος από το 1957 μέχρι το
  70. Από το 1964 μέχρι το 1974 που περνούσε από το δρόμο Μανσούρας - Κάτω Πύργου, έβλεπε το χωράφι του. Κανένας δεν το καλλιεργούσε. Έτσι και αλλιώς, όπως αναφέρει, στην περιοχή του χωραφιού υπήρχε στρατός και κανένας δεν μπορούσε μέχρι το 1974 να καλλιεργεί τα χωράφια αυτά, ούτε Τουρκοκύπριος ούτε Ελληνοκύπριος. Στη δε περιοχή «Καυκάλες» και «Καμήλα», είχαν χωράφια πάνω από το δρόμο Μάνσουρας - Κάτω Πύργου, οι χωριανοί του Djellul Kilan, Sefdie Dede και Yasoumi Mehmet. Ήταν κάτι άγονα, πετρώδη χωράφια που είχαν μέσα μόνο αγριόχορτα. Τα κτήματα αυτά τα έβλεπε μέχρι το 1974 που περνούσε από το δρόμο. Δεν είδε κανέναν να τα «χρησιμοποιήσει». Επανέλαβε, ότι κανένας δεν μπορούσε να πάει στα χωράφια αυτά, γιατί υπήρχε στρατός στην περιοχή εκείνη. Υπέδειξε στο Τεκμήριο 2 το κτήμα με αριθμό τεμαχίου 700 στην περιοχή «Θρουμπολάουνα» και όπως είπε το καλλιεργούσε μέχρι το 1963 με σιτάρι και κριθάρι. Στο χωράφι αυτό πήγαινε με τον παππού του από την ηλικία των 8 χρόνων. Στα ανατολικά του κτήματος ήταν τα κτήματα της Sefdie Dede και της Yasoumi Mehmet. Μέχρι το 1963 που θυμόταν την περιοχή, δεν υπήρχαν δέντρα στα κτήματα των Τουρκοκυπρίων, δεν γνώριζε ποια ήταν ακριβώς τα σύνορα των κτημάτων, αλλά τους έβλεπε που πήγαιναν με τα γαϊδούρια τους ή έπαιρναν τα ζώα τους για βοσκή. Ήταν σίγουρος, όπως είπε, ότι στην περιοχή του Πύργου, των Πηγαινιών και στο Μοσφίλι δεν είχαν περιουσίες Ελληνοκύπριοι και γνώριζε θετικά ότι η οικογένεια Παπασάββα δεν είχε κτήματα στην περιοχή Γερονήσου, η οποία ανήκε στον Mehmet Sami. Πληροφορήθηκε από τις εφημερίδες τα γεγονότα για τα τρία επίδικα κτήματα, όμως η εφημερίδα δεν έγραφε τίποτε για τη δική του περιοχή. Πληροφορήθηκε όμως ότι προσπαθούσαν να πάρουν και το δικό του κτήμα. Στους Μ.Κ.76 και Μ.Κ.81 υποβλήθηκε είτε με έμμεσο είτε με άμεσο τρόπο από το συνήγορο των κατηγορουμένων 2 και 3, ότι τα πρόσωπα τα οποία φαίνονται σαν καταχωρημένοι ιδιοκτήτες, πώλησαν τα κτήματα αυτά, θέση που οι μάρτυρες δεν αποδέχθηκαν. Όπως εύκολα μπορεί να διαπιστωθεί η θέση αυτή διαφοροποιείται από την αρχική γραμμή της Υπεράσπισης: ότι η γιαγιά του πρώτου κατηγορούμενου και ο πατέρας του δεύτερου κατηγορούμενος απέκτησαν δικαιώματα λόγω εχθρικής κατοχής. Στο Μ.Κ.85 καταλογίστηκε ότι οι θέσεις που πρόβαλε και οι ισχυρισμοί στη προφορική του μαρτυρία σε σχέση με τον πρώτο κατηγορούμενο ήταν εκ των υστέρων σκέψεις αφού αυτά δεν αναφέρθηκαν στη γραπτή του κατάθεση. Δεχόμαστε τη θέση του μάρτυρα ότι δεν είχε σαφή εικόνα της υπόθεσης που διερευνούσε η αστυνομία και γι΄ αυτό το λόγο δεν αναφέρθηκε σε τόσες λεπτομέρειες. Οι εξηγήσεις του μάρτυρα μπορούν να γίνουν αποδεκτές ως απόλυτα λογικές και φυσιολογικές: Η μη αναφορά τους στη γραπτή του κατάθεση βρίσκουμε πως δεν οδηγεί σε συμπέρασμα ότι ο μάρτυρας ψεύδεται. Οι Μ.Κ.76, 81, 82, 84, 85, 86 θεωρούμε ότι είναι μάρτυρες της αλήθειας και ανέφεραν στο Δικαστήριο ότι πραγματικά γνώριζαν για τα επίδικα κτήματα και τις σχέσεις που τους συνδέουν με τους καταχωρημένους ιδιοκτήτες. Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία τους, αυτοί συνδέονται με συγγενικές σχέσεις είτε εξ αίματος είτε εξ αγχιστείας και οι ισχυρισμοί τους για «πουμουσιάρικα» κτήματα αλληλοενισχύονται. Αποδεχόμαστε ότι οι Τουρκοκύπριοι μάρτυρες θεωρούν ότι τα επίδικα κτήματα ανήκουν στην οικογένεια τους, ουδέποτε και με οποιοδήποτε τρόπο οι ίδιοι τα έχουν αποξενώσει και ο μοναδικός λόγος για τον οποίο δεν συνέχισαν να έχουν την κατοχή ήταν λόγω της διαμορφωθείσας μετά την Τουρκική εισβολή κατάσταση πραγμάτων. Στους μάρτυρες υποβλήθηκε ότι δεν προέβηκαν σε διαβήματα για έκδοση τίτλων γιατί γνώριζαν ότι τα κτήματα αυτά δεν τους ανήκαν. Θεωρούμε λογική και αποδεχόμαστε την αιτιολόγηση των μαρτύρων ότι ο λόγος που ενδεχομένως οι πρόγονοι τους δεν προχώρησαν στην έκδοση τίτλων ήταν γιατί τα κτήματα ήταν άγονα. Δεν είχαν από αυτά τέτοιο όφελος ώστε να υποβληθούν σε οικονομικό κόστος το οποίο δεν ήταν σε θέση να καταβάλουν. Τόσο από τους μάρτυρες αυτούς όσο και από το Μ.Κ.73, προκύπτει ότι στην περίοδο μεταξύ 1964 - 74 δεν ήταν εφικτή η προσπέλαση και η καλλιέργεια των κτημάτων είτε από Ελληνοκύπριους είτε από Τουρκοκύπριους στην περιοχή λόγω της πολιτικής κατάστασης που επικρατούσε. Ερχόμαστε τώρα να εξετάσουμε την άλλη ενότητα της μαρτυρίας που άπτεται του θέματος των επιτόπου υποδείξεων των επιδίκων τεμαχίων εκ μέρους της Σάββα ή και του Παπασάββα. Ο αστυφ. 2171 Πανίκος Χατζηϊωάννου (Μ.Κ.18), ανέφερε ότι υπηρετούσε στο σταθμό Πόλης και ήταν φωτογράφος. Σήμερα όπως είπε ο μάρτυρας έχει αφυπηρετήσει. Κατάθεσε ως Τεκμήριο 146 τις φωτογραφίες στη σκηνή των υποδείξεων. Την 1.11.2001 μετέβηκε στην τοποθεσία «Καυκάλα» έδαφος του Αγίου Θεοδώρου μαζί με τους Λοχίες 4764 και 4722 του Τ.Α.Ε. Αρχηγείου και τους Κτηματολογικούς Λειτουργούς Ιωσήφ Λοίζου και Ευάγγελο Παπασταύρου συνοδεύοντας τον Σάββα Παπασάββα για να τους υποδείξει την περιουσία του στην περιοχή. Ο Σάββας Παπασάββας υπέδειξε το τεμάχιο 809 και το τεμάχιο
  71. Στις 6.11.2001 στην ίδια περιοχή μαζί με τον Υπαστυνόμο Κύπρο Μιχαηλίδη, το Λοχία 1489 και τους ήδη Κτηματολογικούς Λειτουργούς, συνόδευσαν την Ελένη Ιωσήφ για να τους υποδείξει τα δικά της κτήματα στην περιοχή. Η Ελένη Ιωσήφ, υπέδειξε το τεμάχιο
  72. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο ίδιος δεν μπορούσε να αντιληφθεί και να προσδιορίσει ποια τεμάχια ήταν αυτά που υποδείκνυε η Ελένη Ιωσήφ. Ο ίδιος φωτογράφιζε τα τεμάχια. Η Ελένη Ιωσήφ δεν του παραπονέθηκε ή του ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση να βλέπει καθαρά λόγω του προχωρημένου της ώρας. Ο Ευάγγελος Παπασταύρου (Μ.Κ.38), ανέφερε ότι εργάζεται στα κεντρικά γραφεία του Κτηματολογίου Λευκωσίας και κατέχει τη θέση Κτηματολογικού Λειτουργού Α'. Ο μάρτυρας υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης στην αστυνομία όπως επίσης και συμπληρωματικών καταθέσεων του, που έγιναν Τεκμήρια 222, 224 και
  73. Ήταν παρών στην υπόδειξη των κτημάτων από τον Σάββα Παπασάββα και την Ελένη Ιωσήφ. Στη συνέχεια ετοίμασε σχετική έκθεση η οποία έγινε Τεκμήριο
  74. Στην έκθεση αναφέρει ότι ο Σάββας Παπασάββας υπέδειξε σαν δικό του το τεμάχιο 809, άλλο από τα κτήματα για τα οποία εκδόθηκαν οι τίτλοι. Όταν βρίσκονταν κοντά στο τεμάχιο 812, ρώτησε τον Παπασάββα μέχρι πού φθάνει το κτήμα του. Ο Παπασάββας φαινόταν απορημένος και αβέβαιος και ανέφερε: «ξέρω, μπορεί να είναι δικό μου». Αναφέρει επίσης ότι στις 6.11.2001 οδήγησαν την Ελένη Ιωσήφ Σάββα από τον Κάτω Πύργο, για να τους υποδείξει τα δικά της κτήματα. Η Ελένη Ιωσήφ υπέδειξε σαν δικά της τα κτήματα με αριθμούς τεμαχίου 799, 801, 802, 715, 716, 804 και 813 και ανέφερε ότι σε αυτά τα τεμάχια ο Σάββας Παπασάββας δικαιούται μερίδιο. Υπέδειξε επίσης το τεμάχιο 800 στην περιοχή Αγίου Θεοδώρου. Σε σχετική ερώτηση μέχρι πού φθάνει το κτήμα της, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει. Στην αντεξέταση του, ανέφερε ότι ο ίδιος δεν ζήτησε από τον Παπασάββα να υποδείξει τα κτήματα, αυτό το έκαναν οι αστυνομικοί που ήταν μαζί τους και χωρίς αμφιβολία, ο Παπασάββας τους υπέδειξε το τεμάχιο
  75. Σε υποβολή ότι ο Παπασάββας υπέδειξε ακριβώς την έκταση που κατείχε και αυτή η υπόδειξη συνάδει με το πιστοποιητικό και τον τίτλο που κατέχει, ο μάρτυρας ανέφερε πως ο Σάββας Παπασάββας υπέδειξε ξένο κτήμα και μέρος του κτήματος
  76. Ο Ιωσήφ Λοίζου (Μ.Κ.34), έδωσε δυο γραπτές καταθέσεις στην Αστυνομία οι οποίες έγιναν Τεκμήριο 213 και
  77. Κατέθεσε επίσης δύο εκθέσεις τις οποίες ο μάρτυρας ετοίμασε αναφορικά με τα τεμάχια 810, 811 και 812, οι οποίες έγιναν Τεκμήριο 211, 212 και
  78. Στην προφορική του μαρτυρία ο μάρτυρας ανέφερε ότι πήγε μαζί με τους Μ.Κ.38 και το Σάββα Παπασάββα για να τους υποδείξει ο Παπασάββας τα κτήματα του. Σύμφωνα με τον μάρτυρα ο Παπασάββας υπέδειξε το τεμάχιο 809 όπως επίσης και μέρος του τεμαχίου
  79. Όταν έφτασαν στο ανατολικό σύνορο τεμαχίου 812 ρώτησε τον Παπασάββα, μετά την υπόδειξη μέρους του τεμαχίου 810 μέχρι και το σημείο που σταμάτησαν, αν τα κτήματα που προσπέρασαν ήταν δικά του. Ο Παπασάββας δεν γνώριζε και μετά διερωτήθηκε, «μπορεί να ήταν δικά του». Παρέμεινε όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο μάρτυρας, απορημένος. Ο Κύπρος Μιχαηλίδης (Μ.Κ.44), Υπεύθυνος του ΤΑΕ Λευκωσίας, ανέφερε πως το 2001 υπηρετούσε στο ΤΑΕ Αρχηγείου. Αναγνώρισε και υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης η οποία έγινε Τεκμήριο
  80. Ανέφερε τόσο στη γραπτή του κατάθεση όσο και στην προφορική του μαρτυρία ότι στις 6.11.2001 συνόδευσε την Ελένη Ιωσήφ στην περιοχή του Πύργου, για να τους υποδείξει τα κτήματα που κατείχε στην περιοχή. Μαζί του ήταν ο συνάδελφος του Ντίνος Άνιφτος και η εγγονή της Ελένης Ιωσήφ, όπως επίσης ένας φωτογράφος της αστυνομίας και δύο κτηματολογικοί λειτουργοί. Με την καθοδήγηση της Ελένης Ιωσήφ, ακολούθησαν συγκεκριμένο δρομολόγιο και σε κάποιο σημείο του δρόμου η ίδια η Ελένη Ιωσήφ του ζήτησε να σταματήσουν για να του υποδείξει τα κτήματα. Προχώρησαν πεζοί μέχρι του σημείου που είναι το τεμάχιο
  81. Επειδή ο δρόμος ακριβώς απέναντι από το τεμάχιο ήταν επικίνδυνος, στάθηκαν στην απέναντι πλευρά ακριβώς δίπλα από το τεμάχιο 800 και η μάρτυρας έδειξε απέναντι, προς το βουνό σε ένα συγκεκριμένο σημείο και είπε ότι ήταν δικό της το τεμάχιο εκείνο. Ήταν τα τεμάχια 799 και
  82. Ακολούθως τους υπέδειξε ένα άλλο τεμάχιο κάτω από το δρόμο και τους έδειχνε το τεμάχιο
  83. Η ώρα ήταν 16:40 περίπου, υπήρχε αρκετό φως της ημέρας. Ο Ντίνος Άνιφτος (Μ.Κ.45), έδωσε γραπτές καταθέσεις που έγιναν Τεκμήρια 244, 245, 246, 247 και 248, ανέφερε ότι ήταν μαζί με τον Κύπρο Μιχαηλίδη όταν η Ελένη Ιωσήφ υπέδειξε τα κτήματα. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 243 το έντυπο στο οποίο συμπλήρωνε τα όσα η Ελένη Ιωσήφ ανέφερε κατά το χρόνο υπόδειξης των κτημάτων. Ο Λοχίας 4764 Ερωτόκριτος Ερωτοκρίτου (Μ.Κ.50), υιοθέτησε το περιεχόμενο των γραπτών του καταθέσεων οι οποίες έγιναν Τεκμήρια 259, 260, 261, 262 και
  84. Μεταξύ άλλων, ο μάρτυρας αναφέρει ότι την 1.11.2001 ο Σάββας Παπασάββας οδήγησε τον μάρτυρα το Λοχία 4722 και δύο Λειτουργούς του κτηματολογίου στην τοποθεσία «Κορατζιά» όπου τους υπέδειξε μέρος μόνο τεμαχίου γης που είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι του. Αμέσως μετά τον οδήγησαν στην περιοχή Πηγαινειών αλλά δεν μπόρεσε να υποδείξει οποιοδήποτε χωράφι που είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι του. Στην προφορική του μαρτυρία και στην αντεξέταση του, ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο Σάββας Παπασάββας υπέδειξε το κτήμα με αρ. τεμαχίου
  85. Προχώρησαν προς τα αριστερά όπου ήταν και τμήμα του τεμαχίου
  86. Προχώρησαν και πιο κάτω αλλά ο Σάββας Παπασάββας δεν μπορούσε να πει οτιδήποτε για τα τεμάχια 811 και
  87. Όταν βρίσκονταν κοντά στο 812 ο ίδιος τον ερώτησε αν έχει και άλλα κτήματα στην περιοχή και ο Σάββας Παπασάββας διερωτήθηκε ότι «μπορεί να είναι και τούτο, δεν ξέρω». Ο μάρτυρας ανέφ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.