← Κύπρος

Αστυνομία Πάφου ν. Σάββα Ξενοφώντος, Αρ. Υπόθεσης: 9129/04, 15.9.06

Αστυνομία Πάφου ν. Σάββα Ξενοφώντος, Αρ. Υπόθεσης: 9129/04, 15.9.06 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2006:B17 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ: ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9129/04 Αστυνομία Πάφου -ν- Σάββα Ξενοφώντος, από την Πόλη Χρυσοχούς ------------------- Ημερομηνία: 15.9.06 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ Ν. Νεοκλέους Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ν. Νικόπουλος Κατηγορούμενος παρών ----------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αλόγιστης ή επικίνδυνης οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 7 και 19 των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου, Ν.86/72, όπως τροποποιήθηκε (1η κατηγορία) και την κατηγορία της εγκατάλειψης της σκηνής του δυστυχήματος χωρίς παροχή βοήθειας κατά παράβαση του άρθρου 235(Α)

(2)και
(3)του Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, και του άρθρου 20(Α) του Νόμου 86/72 (2η κατηγορία). Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεσή της κάλεσε τρεις μάρτυρες κατηγορίας: τον Οδυσσέα Λουκά (ΜΚ 1), τον Αστ. 4287, Παναγιώτη Ιωαννίδη (ΜΚ 2) και τον Αστ. 1262, Πάτροκλο Ανδρονίκου (ΜΚ 3). Μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής το Δικαστήριο αποφάσισε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου, τον οποίον και κάλεσε σε απολογία. Ο Κατηγορούμενος, αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του από το Δικαστήριο, σύμφωνα με τον Νόμο, επέλεξε να δώσει ανώμοτη κατάθεση. Στο τέλος της διαδικασίας οι ευπαίδευτοι δικηγόροι επιχειρηματολόγησαν παραπέμποντας το Δικαστήριο σε σχετική νομολογία προς υποστήριξη ο καθένας της δικής του θέσης. Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής, ενόσω αυτοί έδιναν μαρτυρία ενώπιόν μου, και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτοί απάντησαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Κατ' αρχή, θα πρέπει να λεχθεί ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει το βάρος να αποδείξει την κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ένας μάρτυρας μπορεί, επίσης, να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου είτε μερικώς και η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1988)1 ΑΑΔ 263, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207 και Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva, ΠΕ 10351, ημερομηνίας 27.3.02). Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω και, αφού έλαβα υπόψη μου το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας, όπως αυτή είναι καταγραμμένη στα πρακτικά, προχωρώ στην αξιολόγηση των μαρτύρων. Ο ΜΚ 1 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Μέσα από τον τρόπο και το ύφος με το οποίο κατέθεσε με έπεισε για την ειλικρίνεια και την φιλαλήθειά του. Παρέμεινε σταθερός στην μαρτυρία του μέχρι τέλους χωρίς να υποπέσει σε αντιφάσεις και χωρίς να κλονιστεί παρά την μακρά αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε. Ήταν δε πολύ ήρεμος ενόσω κατέθετε και δεν φάνηκε να έχει κανένα ενδοιασμό για τις απαντήσεις του, οι οποίες ήταν αυθόρμητες, περιεκτικές και δεν φάνηκε να τις υπολογίζει από πριν. Από την μαρτυρία του δέχομαι, λοιπόν, ότι το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΖΖ 312 είναι ιδιοκτησίας του και ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγείτο από τον παραπονούμενο, Γρηγόρη Ευσταθίου, με την συγκατάθεση του μάρτυρα. Προσέτι δε ότι τρεις μέρες μετά το επίδικο συμβάν ο Κατηγορούμενος τον πλησίασε στο κατάστημά του και του παραδέχτηκε ότι αυτός ήταν που προκάλεσε τις ζημιές στο εν λόγω αυτοκίνητο. Στο υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του ο μάρτυρας αναφέρθηκε σε γεγονότα για τα οποία στερείτο οποιασδήποτε προσωπικής γνώσης, αφού ήταν γεγονότα, τα οποία πληροφορήθηκε από τον παραπονούμενο και επομένως η μαρτυρία που δόθηκε αναφορικά με αυτά ήταν εξ' ακοής μαρτυρία. Εν' όψει του ότι ο παραπονούμενος ήταν το άλλο εμπλεκόμενο μέρος στην υπόθεση και η μαρτυρία του μάρτυρα, η οποία προέρχεται από αυτόν, άπτεται ουσιωδών γεγονότων στην υπόθεση κρίνω πως δεν θα ήταν ορθό για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης να αποδεχτώ την πιο πάνω μαρτυρία (άρθρο 24
(1)του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 5, όπως τροποποιήθηκε). Δεν αποδέχομαι, επίσης, την μαρτυρία του αναφορικά με το ύψος της ζημίας στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου του, και αυτό, γιατί δεν είναι σχετική με τα επίδικα θέματα. Το ζήτημα που θα πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο το μέρος της μαρτυρίας του, που αναφέρεται στην πιο πάνω δήλωση του Κατηγορουμένου, μπορεί να εκληφθεί ως μαρτυρία εναντίον του Κατηγορούμενου και ως απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου της. Σύμφωνα με το άρθρο 24
(1)του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 5, όπως τροποποιήθηκε, καμία μαρτυρία δεν αποκλείεται για τον λόγο ότι αυτή είναι εξ' ακοής. Αναφορικά δε με την αξιολόγηση που θα πρέπει να τύχει μια τέτοια μαρτυρία από το πρωτόδικο Δικαστήριο, το άρθρο 27
(1)του ιδίου Νόμου προνοεί, ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων, από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική της αξία. Η υπό συζήτηση μαρτυρία περιέχει παραδοχή του Κατηγορουμένου επιζήμιων για την υπόθεσή του γεγονότων. Η απλή λογική επιβάλλει ότι αν τέτοιες δηλώσεις δεν ήταν αληθινές, τότε δεν θα υπήρχε κανένας λόγος ένας κατηγορούμενος να πρόβαινε σε αυτές. Στην Αγγλική υπόθεση Slatterie v. Pooley
(1840)6 Μ. & W. 664 o Δικαστής Parke, για να γίνει αντιληπτή η αρχή στην οποία βασιζόταν η αποδοχή παραδοχών, ως εξαίρεση τότε στον αποκλειστικό κανόνα της εξ' ακοής μαρτυρίας εναντίον σε αυτούς που τις κάνουν, ανέφερε, ότι όταν ένας διάδικος μόνος του παραδέχεται ότι κάτι είναι αλήθεια, τότε εύλογα μπορεί να θεωρηθεί, ότι αυτό που παραδέχεται είναι και αληθινό. Η πιο πάνω δήλωση του Κατηγορουμένου είναι επιζήμια για την υπόθεσή του (adverse to his case). Το μόνο εύλογο συμπέρασμα που μπορεί να συναχθεί είναι, ότι αν δεν ήταν αληθινή, ο Κατηγορούμενος δεν θα πρόβαινε σε αυτήν. Κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα πρέπει να προσδώσω στην πιο πάνω μαρτυρία έχω, επίσης, λάβει υπόψη μου, ότι μεταξύ της αρχικής δήλωσης και του γεγονότος στο οποίο αυτή αναφέρεται μεσολάβησαν μόνο τρεις ημέρες, δηλαδή, μικρό σχετικά χρονικό διάστημα και ότι η εν λόγω μαρτυρία δεν περιλαμβάνει εξ' ακοής μαρτυρία πέραν του πρώτου βαθμού, παράγοντες που συνηγορούν στην αποδοχή της. Για τους πιο πάνω λόγους κρίνω, πως η μαρτυρία του ΜΚ 1, την οποία αποδέχτηκα, αποτελεί μαρτυρία εναντίον του Κατηγορουμένου. Ο ΜΚ 2 μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Από την μαρτυρία του δέχομαι ότι είναι ειδικός φωτογράφος και ότι στις 15.7.04 έβγαλε φωτογραφίες των οχημάτων με αριθμούς εγγραφής ΕΖΖ 312 και ΕΚΑ 029, ύστερα από εντολή του εξεταστή της υπόθεσης, τις οποίες εμφάνισε ο ίδιος και κατέθεσε στο Δικαστήριο. Σύμφωνα με τις φωτογραφίες, οι οποίες αποτελούν πραγματική μαρτυρία (Βλ. The Statue of Liberty
(1968)1 WLR 739) το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο παραπονούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο έφερε ζημιές στην πίσω πόρτα, ενώ το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΕΚΑ 029 στο μπροστινό του μέρος. Από το τελευταίο όχημα έλειπε, επίσης, η μπροστινή πινακίδα των αριθμών εγγραφής και υπήρχαν βούλωμα και γδαρσίματα στο πάνω μέρος του προφυλακτήρα μπροστά και την ποδιά. Επίσης τα δύο οχήματα είχαν περίπου το ίδιος ύψος. Ο μάρτυρας στερείτο προσωπικής γνώσης αναφορικά με τα υπόλοιπα γεγονότα στα οποία αναφέρθηκε στην μαρτυρία του. Πρόκειται για γεγονότα, τα οποία πληροφορήθηκε από τρίτους και για τον λόγο αυτό η μαρτυρία του αναφορικά με αυτά συνιστά εξ' ακοής μαρτυρία. Σημειώνεται, επίσης, ότι τα γεγονότα αυτά άπτονται των ουσιωδών γεγονότων της υπόθεσης. Για τον λόγο αυτό και εν' όψει της ευχέρειας που το Δικαστήριο έχει να αποκλείσει εξ' ακοής μαρτυρία σε ποινική διαδικασία, αν κρίνει ότι τούτο εξυπηρετεί τους σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης, δεν αποδέχομαι το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα (Βλ. άρθρο 24
(1)του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 5, όπως τροποποιήθηκε). Ο ΜΚ 3 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Κατέθεσε με αφοπλιστική ειλικρίνεια ό,τι περιήλθε στη προσωπική του γνώση ως εξεταστής της υπόθεσης σε σημείο που δεν μου άφησε κανένα ενδοιασμό για την αλήθεια των όσων κατέθεσε. Ήταν μετρημένος και σοβαρός στο εδώλιο του μάρτυρα. Απαντούσε με ευθύτητα και χωρίς υπεκφυγές στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν τόσο στην κυρίως εξέταση όσο και στην αντεξέταση και δεν φάνηκε να υπολογίζει τις απαντήσεις του. Έδινε ολοκληρωμένες απαντήσεις και απαντούσε με τρόπο θετικό που ικανοποίησε το Δικαστήριο. Παρέμεινε δε σταθερός στην μαρτυρία του μέχρι τέλους χωρίς να υποπέσει σε αντιφάσεις. Συνακόλουθα δέχομαι όσα ανέφερε στο Δικαστήριο και για τα οποία έχει προσωπική γνώση συμπεριλαμβανομένου του ότι το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΚΑ 029 έφερε ζημιές στον μπροστινό προφυλακτήρα και την «ποδιά». Η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε την κατάθεση που έλαβε από τον πατέρα του Κατηγορουμένου, Χριστάκη Ξενοφώντος, (Τεκμήριο 7) στην οποία αναφέρεται, ότι ο εν λόγω Χριστάκης Ξενοφώντος είναι ο ιδιοκτήτης του πιο πάνω αυτοκινήτου και ότι κατά τον επίδικο χρόνο το είχε παραχωρήσει στον υιό του για να το οδηγήσει με την συγκατάθεσή του. Υπό τις περιστάσεις κρίνω πως ο πατέρας του Κατηγορουμένου δεν είχε οποιοδήποτε κίνητρο για να μην πει την αλήθεια στο Δικαστήριο. Άλλωστε, δεν υπήρξε αμφισβήτηση του γεγονότος τούτου από πλευράς Υπεράσπισης, ούτε και ένσταση στην κατάθεση της εν λόγω κατάθεσης. Ως εκ τούτου δέχομαι, ότι το πιο πάνω αυτοκίνητο είναι ιδιοκτησίας του πατέρα του Κατηγορουμένου, ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο είχε επιτρέψει στον Κατηγορούμενο να το οδηγήσει με την συγκατάθεσή του. Αναφορικά δε με γεγονότα, τα οποία πληροφορήθηκε από τον παραπονούμενο, ο οποίος δεν κατέθεσε ενόρκως, η μαρτυρία του είναι εξ' ακοής και δεν την αποδέχομαι. Ο παραπονούμενος ήταν το άλλο εμπλεκόμενο πρόσωπο στο δυστύχημα και ο παράγοντας αυτός καθιστά ακροσφαλή την οποιαδήποτε αποδοχή μαρτυρίας, η οποία προέρχεται από αυτόν. Ως εξ' ακοής θα πρέπει να θεωρηθεί και το σχεδιάγραμμα της σκηνής του δυστυχήματος (Τεκμήριο 6) στο σημείο που αυτό τείνει να καταδείξει την θέση των σημείων σύγκρουσης μεταξύ του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο παραπονούμενος και του άλλου ενεχόμενου αυτοκινήτου, αφού τα σημεία σύγκρουσης που σημειώθηκαν σε αυτό δεν αποτελούν αντικειμενικά ευρήματα του μάρτυρα, αλλά υποδείξεις του ίδιου του παραπονούμενου, τις οποίες ο μάρτυρας μετέφερε επί του εν λόγω τεκμηρίου. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, κατά την εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης που είχε εκδοθεί εναντίον του Κατηγορούμενου, αυτός πληροφόρησε τον Κατηγορούμενο για το δυστύχημα στο οποίο αναφερόταν το ένταλμα και για το μέρος που αυτό έλαβε χώρα. Η απάντηση του Κατηγορούμενου ήταν η εξής: «Τώρα για ένα δυστύχημα να μείνω μέσα;». Το ζήτημα που το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει είναι κατά πόσο το πιο πάνω μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα μπορεί να εκληφθεί ως μαρτυρία εναντίον του Κατηγορούμενου. Δεν θα επεκταθώ στο ζήτημα αυτό. Ισχύουν όσα έχω ήδη αναφέρει σε σχέση με το μέρος εκείνο της μαρτυρίας του ΜΚ 1, που αναφερόταν στην προηγούμενη παραδοχή του Κατηγορούμενου, και για τους λόγους που εξηγήθηκαν, έγινε αποδεχτή από το Δικαστήριο. Πρόκειται και εδώ για επιζήμια για την υπόθεση του Κατηγορούμενου δήλωση, αφού με αυτή τείνει να καταδειχτεί η συμμετοχή του στο επίδικο δυστύχημα, πράγμα που η Υπεράσπιση αρνείται. Το τελευταίο ζήτημα που το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει είναι κατά πόσο μπορεί να γίνει αποδεχτή ως μαρτυρία εναντίον του Κατηγορούμενου και το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα που αναφέρεται στην αντίδραση ή καλύτερα στην έλλειψη οποιασδήποτε αντίδρασης από μέρους του Κατηγορούμενου όταν στην σκηνή του δυστυχήματος ο παραπονούμενος περίγραψε στον μάρτυρα παρουσία του Κατηγορούμενου τον τρόπο με τον οποίο έγινε η σύγκρουση υποδεικνύοντας, μάλιστα, τα δύο σημεία στα οποία, σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή, το άλλο ενεχόμενο όχημα επέπεσε επί του αυτοκινήτου του. Σύμφωνα με τον μάρτυρα ο Κατηγορούμενος είχε παραμείνει σιωπηλός και δεν είχε αντιδράσει στις δηλώσεις του παραπονούμενου, που, υπό τις περιστάσεις, δεν ήταν άλλο από κατηγορίες εναντίον του. Η σιωπή ενός διάδικου κατά κανόνα δεν θα μετατρέψει σε αποδειχτική μαρτυρία εναντίον του δήλωση που έγινε στην παρουσία του από κάποιον άλλον. Στην υπόθεση R v. Hall
(1971)1 All E R 322 ο Λόρδος Diplock έκανε το ακόλουθο σχόλιο: «Είναι διασαφηνισμένη αρχή του κοινοδικαίου ότι δικαιούται κάποιος να αποφύγει να απαντήσει σε ερώτηση που του υποβάλλεται και η οποία στοχεύει στο να αποκαλυφθεί αν διέπραξε κάποιο ποινικό αδίκημα. Πόσο μάλλον, όταν πληροφορείται ότι κάποιος άλλος τον κατηγόρησε για κάποιο ποινικό αδίκημα. Μόνο σε πολύ εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί να εξαχθεί κάποιο συμπέρασμα από την παράλειψη να δοθεί κάποια εξήγηση . η σιωπή από μόνη της, όταν κάποιος πληροφορείται από αστυνομικό ότι κάποιος άλλος έκανε κατηγορία εναντίον του, δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος αποδέχεται την αλήθεια της κατηγορίας». Η πιο πάνω άποψη υπέστη κάποια διαφοροποίηση με την μεταγενέστερη απόφαση του Ανακτοσυμβουλίου στην υπόθεση Parkes v. R
(1977)64 Cr. App. Rep. 25. Το Δικαστήριο αποφάσισε, ότι όταν δύο πρόσωπα μιλούν πάνω σε ίση βάση και προσάπτεται κατηγορία εναντίον του ενός από τον άλλο και το πρόσωπο εναντίον του οποίου εκστομίζεται η κατηγορία τηρεί σιωπή ή δεν λέει τίποτε για να αντικρούσει την κατηγορία, αυτό αποτελεί κάποια απόδειξη, ότι ο τελευταίος παραδέχεται το αληθές της κατηγορίας. Ορθά, λοιπόν, αποφασίστηκε, ότι ο πρωτόδικος Δικαστής στην πιο πάνω υπόθεση είχε καθοδηγήσει τους ενόρκους λέγοντάς τους, ότι οι αντιδράσεις του κατηγορουμένου προς τις κατηγορίες, συμπεριλαμβανομένης και της σιωπής του, ήταν σημεία από τα οποία μπορούσαν να συμπεράνουν ότι ο κατηγορούμενος είχε αποδεχτεί την αλήθεια των κατηγοριών. Από τις δύο πιο πάνω αποφάσεις φαίνεται πως το δίκαιο έχει ως εξής: όταν εναντίον προσώπου προφέρεται κατηγορία ότι αυτός διέπραξε κάποιο αδίκημα υπό περιστάσεις και συνθήκες που θα ήταν εύλογο να αναμένει κανείς κάποια εξήγηση ή άρνηση από μέρους του, το αν από την σιωπή του κατηγορούμενου μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι αυτός αποδέχτηκε την αλήθεια της κατηγορίας, εξαρτάται από το κατά πόσο η κατηγορία έγινε από αστυνομικό όργανο ή κάποιο άλλο πρόσωπο με εξουσία ή επιφορτισμένο με το καθήκον της διερεύνησης της υπόθεσης σε αντίθεση με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο με το οποίο ο κατηγορούμενος μπορεί να λεχθεί ότι βρισκόταν επί ίσοις όροις (on even terms). Στην υπό εξέταση περίπτωση ο παραπονούμενος και ο Κατηγορούμενος βρέθηκαν αντιμέτωποι με μεσολάβηση της αστυνομίας. Το ερώτημα είναι αν υπό τις περιστάσεις βρίσκονταν επί ίσοις όροις. Η απάντηση είναι καταφατική. Η απόφαση στην Αγγλική υπόθεση R v. Horne
(1990)Crim LR 188, CA κατέδειξε, ότι δύο πρόσωπα θεωρούνται ότι βρίσκονται επί ίσης βάσης, παρόλο που η αστυνομία τους έχει φέρει αντιμέτωπους και είναι παρούσα όταν εκστομίζεται η κατηγορία. Στην εν λόγω υπόθεση η αστυνομία, λίγο μετά από μια επίθεση, μετέβη με τον κατηγορούμενο στην σκηνή του εγκλήματος και έβαλε τον κατηγορούμενο να καθήσει απέναντι από το θύμα. Σε κατηγορία που εκστομίστηκε από το θύμα ο κατηγορούμενος παρέμεινε σιωπηλός. Αποφασίστηκε, ότι η σιωπή του ισοδυναμούσε με αποδοχή της αλήθειας της κατηγορίας. Στην υπό εξέταση περίπτωση ο μάρτυρας ανέφερε - και είναι αποδεχτή η μαρτυρία του - ότι ο παραπονούμενος στην σκηνή του δυστυχήματος περίγραψε στον μάρτυρα παρουσία του Κατηγορουμένου πώς έγινε η σύγκρουση υποδεικνύοντας τα δύο σημεία στα οποία χτυπήθηκε το όχημα του. Ο Κατηγορούμενος, όταν του ζητήθηκε να απαντήσει στις κατηγορίες, παρέμεινε σιωπηλός και δεν έδωσε καμία απάντηση. Όπως υποδεικνύεται από το κοινοδίκαιο, η παρουσία του μάρτυρα στην σκηνή δεν εμπόδιζε τον Κατηγορούμενο και τον παραπονούμενο να μιλούν πάνω σε ίση βάση. Υπό τις περιστάσεις ο Κατηγορούμενος όφειλε να δώσει μια εξήγηση ή να απαντήσει στις κατηγορίες. Αντ' αυτού παρέμεινε εντελώς σιωπηλός. Εν' όψει της Νομολογίας, που πιο πάνω αναφέρθηκε, η σιωπή του Κατηγορουμένου αποτελεί υπό τις περιστάσεις αποδεχτή μαρτυρία της παραδοχής από μέρους του της αλήθειας των κατηγοριών. Η Υπεράσπιση αρνείται την ανάμειξη του Κατηγορούμενου στο επίδικο δυστύχημα. Αρνείται ότι ο Κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που συγκρούσθηκε με το όχημα του παραπονούμενου και, μάλιστα, δύο φορές στο πίσω μέρος του. Από την υπόθεση ελλείπει η άμεση μαρτυρία. Η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής βασίζεται σε περιστατική μαρτυρία και μόνο. Η βασική αρχή, όπως εξάγεται από την νομολογία, είναι ότι σε ποινικές υποθέσεις στις οποίες η ενοχή του κατηγορουμένου στηρίζεται καθ' ολοκληρία ή ουσιαστικά πάνω σε περιστατική μαρτυρία, το Δικαστήριο πρέπει σαν θέμα νομικό να αποφασίσει όχι μόνο κατά πόσο τα γεγονότα αυτά συμβιβάζονται με την ενοχή του κατηγορουμένου, αλλά ακόμα ότι δεν συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα από το ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα. Η περιστατική μαρτυρία δεν αποτελεί μαρτυρία υποδεέστερη της άμεσης μαρτυρίας, δηλαδή, μαρτυρίας, η οποία αφ' εαυτής τείνει να αποδείξει το έγκλημα, όπως είναι η μαρτυρία αυτόπτων μαρτύρων. Όχι μόνο δεν υπάρχει προκατάληψη εναντίον της, αλλά, τουναντίον, όταν είναι συμπερασματική, τείνει να αφανίσει την πιθανότητα του ανθρώπινου λάθους. Όμως, η περιστατική μαρτυρία δεν πρέπει να συγχύζεται με τις περιστάσεις της υπόθεσης γενικά. Τα γεγονότα, τα οποία την συνιστούν πρέπει να αποδεικνύονται όπως και κάθε άλλο πρωτογενές γεγονός. Η ενοχή του κατηγορουμένου πρέπει να προκύπτει από την σύνθεση της περιστατικής μαρτυρίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το σωρευτικό αποτέλεσμα της πρέπει, για να δικαιολογεί την καταδίκη του κατηγορουμένου, να συνάδει συμπερασματικά με την ενοχή του. Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του κατηγορουμένου πρέπει αφενός να είναι άμεση αφετέρου να μην μπορεί να συμβιβαστεί με άλλη λογική ερμηνεία (Βλ. Παφίτης κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 102 και Fournides v. Republic
(1986)2 CLR 73). Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει βάση για την καταδίκη κατηγορουμένου μόνο όταν τεκμηριώνει ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας την ενοχή του (Βλ. Παφίτης κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 102). Η εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής είναι ότι ο Κατηγορούμενος ως αποτέλεσμα της επικίνδυνης οδήγησής του συγκρούσθηκε με το αυτοκίνητο του παραπονουμένου δύο φορές στο πίσω μέρος του. Το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει το σωρευτικό αποτέλεσμα της μαρτυρίας που έκανε αποδεχτή για να αποφανθεί σε σχέση με την αποδεικτική της δύναμη. Σύμφωνα με την μαρτυρία που το Δικαστήριο έκανε αποδεχτή το αυτοκίνητο του παραπονούμενου ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης υπέστη ζημιές στο πίσω μέρος του και το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΚΑ 029 στο μπροστινό του μέρος. Υπάρχει, επίσης, μαρτυρία της παραδοχής του Κατηγορούμενου σύμφωνα με την οποία οι ζημιές στο αυτοκίνητο του παραπονούμενου προκλήθηκαν από τον ίδιον ύστερα από σύγκρουση μεταξύ των δύο οχημάτων και, τέλος, το Δικαστήριο δέχτηκε μαρτυρία της σιωπής του Κατηγορουμένου, όταν αυτός βρέθηκε αντιμέτωπος με κατηγορίες, οι οποίες ειπώθηκαν υπό συνθήκες που ο Κατηγορούμενος αναμενόταν να δώσει κάποια εξήγηση ή να τις αντικρούσει. Μπορεί το κάθε κομμάτι της πιο πάνω μαρτυρίας από μόνο του να μην είναι καθοριστικό της ταυτότητας του δράστη, το σωρευτικό, όμως, αποτέλεσμα τους είναι ασυμβίβαστο με οποιαδήποτε κατάληξη, άλλη από το ότι ο Κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που συγκρούσθηκε με το όχημα του παραπονουμένου. Το σωρευτικό αποτέλεσμα της περιστατικής μαρτυρίας στην υπόθεση όχι μόνο συμβιβάζεται με το ότι ο Κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που συγκρούσθηκε με το όχημα του παραπονούμενου, αλλά με κανένα άλλο λογικό συμπέρασμα δεν συμβιβάζεται. Με βάση τα πιο πάνω καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Την 11.7.04 και κατά τις πρωινές ώρες ο παραπονούμενος, Γρηγόρης Ευσταθίου, οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΖΖ 312 στο δρόμο Λατσί - Νέο Χωριό. Το αυτοκίνητο του παραπονουμένου ακολουθούσε ο Κατηγορούμενος, ο οποίος οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΚΑ 029. Σε κάποια φάση της διαδρομής ο Κατηγορούμενος επέπεσε με το αυτοκίνητό του δύο φορές πάνω στο αυτοκίνητο του παραπονουμένου. Η σύγκρουση και τις δύο φορές έγινε μεταξύ του μπροστινού μέρους του αυτοκινήτου του Κατηγορουμένου με το πίσω μέρος του αυτοκινήτου του παραπονουμένου. Από τις δύο συγκρούσεις προκλήθηκαν ζημιές στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου του παραπονουμένου. Ο Κατηγορούμενος δεν σταμάτησε και εγκατέλειψε την σκηνή του δυστυχήματος χωρίς να παράσχει βοήθεια. Το αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης, στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 7 του Νόμου 86/72, έτυχε νομολογιακής ανάλυσης. Στην υπόθεση Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 119 ο Δικαστής Κωνσταντινίδης ανέφερε, ότι σε μια τέτοια περίπτωση αυτό που το Δικαστήριο αναζητά είναι αν η συγκεκριμένη οδήγηση είναι επικίνδυνη. Στην Αγγλική υπόθεση R v. Gosney
(1971)55 Cr. App. Rep. 502, η οποία υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Σάββα ν. Αστυνομίας, που πιο πάνω αναφέρεται, τονίστηκε, ότι για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος της επικίνδυνης οδήγησης χρειάζεται να αποδειχθεί αφενός, ότι δημιουργήθηκε μια επικίνδυνη κατάσταση από τον οδηγό, αφετέρου ότι αυτή προκλήθηκε από κάποιο σφάλμα του οδηγού. Ως προς την έννοια του σφάλματος που αρκεί για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος αναφέρθηκε, πως δεν περιλαμβάνει απαραίτητα εσκεμμένη συμπεριφορά (deliberate misconduct) ή απερισκεψία (recklessness) ή πρόθεση για οδήγηση με τρόπο που δεν συνάδει με τα ορθά πρότυπα ή ηθικό σφάλμα (moral blame). Το σφάλμα πρέπει να: «εμπεριέχει αποτυχία. Πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας του ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια είναι αρκετό, έστω και αν είναι μικρό ή αποτελεί στιγμιαίο ολίσθημα ή κανένας κίνδυνος δεν θα προκαλείτο κανονικά από αυτό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί την μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν λογικά αποτελεί μια αιτία». (Βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας, που πιο πάνω αναφέρεται). Στις πλείστες των περιπτώσεων το σφάλμα συμπεραίνεται από το Δικαστήριο από τα γεγονότα της υπόθεσης. Το αδίκημα, όμως, δεν είναι απόλυτο και η απόδειξη μιας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Αν ο κατηγορούμενος προτίθεται να αποδείξει κάποιο ειδικό γεγονός (special fact) με σκοπό να αποτρέψει το Δικαστήριο από του να εξάξει το συμπέρασμα δεν πρέπει να εμποδιστεί από του να το πράξει. Είναι, επίσης, σαφώς νομολογημένο, ότι στο αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης δεν υπεισέρχεται το στοιχείο της ένοχης διάνοιας (mens rea) (Βλ. Hill v. Baxter
(1958)42 Cr. App. Rep. 51 και Simpson v. Peat
(1952)2 QB 24). Ενώ αυτό υποδηλοί, ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν χρειάζεται να αποδείξει, ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να οδηγήσει επικίνδυνα ή άσχημα, δεν σημαίνει, ότι το αδίκημα μπορεί να διαπραχθεί χωρίς σφάλμα του οδηγού. Στην υπόθεση Μιχαλάκης Πέτρου ν. Αστυνομία
(1994)2 ΑΑΔ 233 ο εφεσείοντας οδηγούσε το αυτοκίνητό του κατά μήκος λεωφόρου, η οποία είχε τέσσερις λωρίδες κυκλοφορίας με δύο λωρίδες στην κάθε κατεύθυνση. Συγκρούσθηκε με πεζή, η οποία διέσχιζε την λεωφόρο από τα δεξιά του προς τα αριστερά με αποτέλεσμα τον θάνατό της. Ο εφεσείοντας κατά την στιγμή της σύγκρουσης οδηγούσε στην εξωτερική λωρίδα, το δε σημείο σύγκρουσης βρισκόταν στο αριστερό άκρο της λωρίδας αυτής. Ο εφεσείοντας χτύπησε την πεζή με την αριστερή μπροστινή γωνιά του αυτοκινήτου του. Το Ανώτατο Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες του δυστυχήματος και ειδικότερα την ορατότητα στην σκηνή καθώς και την μεγάλη απόσταση που διένυσε η πεζή περνώντας μπροστά από το αυτοκίνητο του εφεσείοντα μέχρι την σύγκρουση, αποφάσισε, ότι η αποτυχία του να την δει, ενώ θα έπρεπε να την δει, και να λάβει μέτρα για να μην την χτυπήσει, ενέπιπτε στον ορισμό της αλόγιστης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς και επικύρωσε την καταδίκη για το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου με βάση το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα. Στην υπόθεση Μιχάλης Ανδρέου ν. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 409 το αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο εφεσείοντας επί λεωφόρου παρεξέκλεινε απότομα της πορείας του, τέθηκε εκτός ελέγχου και προχωρώντας πλαγίως μπήκε στην αντίθετη πλευρά του δρόμου με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί βίαια με αυτοκίνητο, που ερχόταν εξ' αντιθέτου. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε, ότι η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο εφεσείοντας οδηγούσε επικίνδυνα ήταν αναμφίβολα ορθή. Ο εφεσείοντας ήταν υπόλογος για το ότι, ενώ το αυτοκίνητό του θα έπρεπε να παραμείνει στην δική του μεριά του δρόμου, λόγω απώλειας του ελέγχου του, προχώρησε απότομα προς την αντίθετη μεριά, ενώ εξ' αντιθέτου οδηγείτο σε ελάχιστη απόσταση άλλο αυτοκίνητο χωρίς δυνατότητα αποφυγής θανατηφόρας σύγκρουσης. Στην υπό εξέταση περίπτωση ο Κατηγορούμενος κατηύθυνε το όχημά του με τέτοιο τρόπο, ώστε να επιπέσει πάνω στο αυτοκίνητο του παραπονουμένου και να συγκρουστεί με το μπροστινό του μέρος στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου του παραπονουμένου δύο φορές. Η ενέργειά του αυτή αναμφίβολα εμπίπτει στον ορισμό της επικίνδυνης οδήγησης. Ο Κατηγορούμενος με τον τρόπο που οδήγησε το όχημά του δημιούργησε μια επικίνδυνη κατάσταση μέσα στο δρόμο. Στην απουσία οποιασδήποτε μαρτυρίας από την Υπεράσπιση, που να υποστηρίζει ότι η επικίνδυνη τούτη κατάσταση δεν οφείλεται σε σφάλμα του Κατηγορουμένου, αλλά σε κάποιο γεγονός, που επενήργησε πέραν του ελέγχου του, άνετα δικαιολογείται το συμπέρασμα ότι τούτη η επικίνδυνη κατάσταση δημιουργήθηκε από σφάλμα του Κατηγορουμένου. Αναφορικά με την δεύτερη κατηγορία το άρθρο 235(Α)
(2)του Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, προνοεί, ότι: «Όποιος, αφού εμπλακεί σε ατύχημα το οποίο προκαλεί ζημιά σε περιουσία, εγκαταλείπει τον τόπο του ατυχήματος χωρίς παροχή βοήθειας είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός χρόνου ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές». Το Δικαστήριο έχει ήδη δεχτεί, ότι ο Κατηγορούμενος ενεπλάκη σε τροχαίο δυστύχημα που ως αποτέλεσμα είχε να προκληθούν ζημιές στο άλλο ενεχόμενο όχημα. Προσέτι δε ότι εγκατέλειψε την σκηνή του δυστυχήματος χωρίς να παράσχει βοήθεια στον οδηγό του άλλου ενεχόμενου οχήματος. Συνακόλουθα καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, γι' αυτό και βρίσκω τον Κατηγορούμενο ένοχο και στις δύο κατηγορίες. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.