Δήμος Πάφου ν. Ergostasion Mocaikon Parthenon Dtziamalis Ltd κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 12588/05, 17.10.06 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2006:B34 ΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ: ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12588/05 Δήμος Πάφου -ν-
- Ergostasion Mocaikon Parthenon Dtziamalis Ltd
- Παρθενώνας Τζιάμαλης ------------------- Ημερομηνία: 17.10.06 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Λοϊζίδης Για τους Κατηγορουμένους: κ. Κυθραιώτης (κ. Φακοντής για να ακούσει απόφαση) Κατηγορούμενος 2: παρών -------------------- Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν οκτώ κατηγορίες για αδικήματα που, κατ' ισχυρισμό, διαπράχθηκαν κατά παράβαση των προνοιών του Περί Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96, όπως τροποποιήθηκε. Η Υπεράσπιση ήγειρε προδικαστική ένσταση με την οποία εξαιτείται την ακύρωση του κατηγορητηρίου. Η ένσταση ηγέρθη πριν οι Κατηγορούμενοι απαντήσουν στις κατηγορίες. Το πρώτο σκέλος της ένστασης αφορά τις κατηγορίες 1 και
- Η πρώτη κατηγορία αφορά ανέγερση υποστατικού χωρίς να έχει εξασφαλιστεί άδεια από την αρμόδια Αρχή και η δεύτερη κατηγορία ότι οι Κατηγορούμενοι παράνομα επέτρεψαν την ανέγερση του υποστατικού που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Κατηγορουμένων ζήτησε την ακύρωση των πιο πάνω κατηγοριών, μεταξύ άλλων, για τον λόγο ότι στις λεπτομέρειες αδικήματος δεν αναφέρεται με βεβαιότητα ο χρόνος διάπραξης των αδικημάτων. Οι Κατηγορούμενοι κατηγορούνται ότι διέπραξαν τα αδικήματα, που αναφέρονται στις πρώτες δύο κατηγορίες, «κατά ή περί το έτος 2003». Ο ευπαίδευτος συνήγορος εισηγήθηκε ακόμα, ότι από την έκθεση του αδικήματος θα πρέπει να απαλειφθούν το άρθρο 2 του Κεφ. 96, το άρθρο 20 του Κεφ. 154 και η αναφορά στον Νόμο 166/
- Εισηγήθηκε, ότι το άρθρο 2 είναι ερμηνευτικό και ότι για τον λόγο αυτό και μόνο δεν θα πρέπει να περιλαμβάνεται στην έκθεση του αδικήματος. Εισηγήθηκε, επίσης, ότι είναι λανθασμένη η συμπερίληψη στην ίδια κατηγορία του άρθρου 20 του Κεφ. 154 και του άρθρου 20
(2)του Κεφ. 96. Τα δύο άρθρα διαφέρουν μεταξύ τους και, κατ' επέκταση, δεν είναι ορθό να μνημονεύονται και το δύο στην ίδια κατηγορία. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να επιλέξει ένα από τα δύο. Τέλος, ο Νόμος 166/87 έχει ενσωματωθεί στο άρθρο 20
(1)του Κεφ.
- Το δεύτερο σκέλος της ένστασης αφορά τις υπόλοιπες κατηγορίες (3 έως 8). Με τις κατηγορίες αυτές οι Κατηγορούμενοι κατηγορούνται ότι κατέχουν, επιτρέπουν, χρησιμοποιούν, επιτρέπουν την χρήση και ανέχονται την κατοχή και την χρήση των υποστατικών, που αναφέρονται στις λεπτομέρειες, με ουσιώδη χρόνο την 3.6.
- Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Κατηγορουμένων εισηγήθηκε, ότι για τους ίδιους λόγους θα πρέπει να απαλειφτούν από τις πιο πάνω κατηγορίες τα άρθρα 2 και 19 του Κεφ. 96, το άρθρο 20 του Κεφ. 154 και η αναφορά στον Νόμο 166/
- Επί της ουσίας εισηγήθηκε, ότι οι πιο πάνω κατηγορίες θα πρέπει να ακυρωθούν για τον λόγο ότι υπάρχει ασάφεια ως προς τον ακριβή χώρο ανέγερσης των υποστατικών που αναφέρονται σε αυτές. Η σύγχυση αυτή δημιουργεί ανησυχία και σύγχυση στην Υπεράσπιση. Παραβιάζει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα των Κατηγορούμενων να γνωρίζουν επακριβώς την φύση και τον χαρακτήρα των αδικημάτων για τα οποία κατηγορούνται. Ο λόγος αυτός είναι ικανός, σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο, να ακυρώσει τις κατηγορίες. Στην αντίπερα όχθη ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής εισηγήθηκε, ότι το κατηγορητήριο δεν είναι ελαττωματικό, η σύνταξή του ανταποκρίνεται στις πρόνοιες του Νόμου και ότι καμία αδικία δεν δημιουργείται στους Κατηγορουμένους από την διατύπωση των κατηγοριών. Στο σύγγραμμα «Criminal Procedure in Cyprus» των Λοίζου και Πική, 1975, αναφέρονται τα εξής: «The time at which the offence was committed must be indicated with reasonable certainty. It is harsh and unreasonable to expect the accused to account for his doings over a long period of time. A count charging the accused with committing an offence over a period of 41/2 years has been considered to be unreasonable and oppressive and such a course was found to be without authoritative sanction. It has been pointed out that where the defendant is confronted with such a situation he cannot have the benefit of proving his innocence without being driven to the hardship of accounting for every day within the time specified, a thing that might prove very difficult where the period covered is unduly long». Σε μετάφραση: «Ο χρόνος διάπραξης του αδικήματος πρέπει να αναφέρεται με εύλογη βεβαιότητα. Είναι σκληρό και παράλογο να αναμένεται ο κατηγορούμενος να δίνει λογαριασμό για τις πράξεις του για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Κατηγορία στην οποία αναφέρεται ως χρόνος διάπραξης του αδικήματος περίοδος 41/2 ετών έχει θεωρηθεί παράλογη και καταπιεστική. Υποδείχτηκε, ότι όπου ο κατηγορούμενος βρίσκεται αντιμέτωπος με τέτοια κατάσταση δεν μπορεί να έχει το πλεονέκτημα να αποδείξει την αθωότητά του χωρίς να αναγκαστεί να υποβληθεί στην ταλαιπωρία του να αναλογιστεί (τις πράξεις του) για κάθε μια μέρα εντός του χρόνου που ορίζεται, πράγμα το οποίο μπορεί να αποδειχτεί πολύ δύσκολο όταν η περίοδος που αναφέρεται είναι εξαιρετικά μεγάλη». Στις κατηγορίες 1 και 2 ο χρόνος διάπραξης των αδικημάτων δεν αναφέρεται με εύλογη βεβαιότητα. Οι κατηγορίες αναφέρονται σε αδικήματα, που, κατ' ισχυρισμό, διαπράχτηκαν μέσα στο έτος 2003 γενικά και αόριστα. Η περίοδος της ισχυριζόμενης διάπραξης των αδικημάτων είναι πολύ μεγάλη και οι Κατηγορούμενοι, αν τους επιτραπεί να απαντήσουν, θα υποστούν ταλαιπωρία, αφού θα έχουν να αναλογιστούν για τις πράξεις τους για κάθε μια μέρα εντός του 2003 και αν κατά πόσο προέβηκαν και πότε ακριβώς στις πράξεις που αναφέρονται στις κατηγορίες. Για τους πιο πάνω λόγους κρίνω πως οι κατηγορίες 1 και 2 είναι καταπιεστικές για τους Κατηγορούμενους. Το αίτημα αναφορικά με αυτές εγκρίνεται. Συνακόλουθα οι κατηγορίες 1 και 2 ακυρώνονται. Καθοδήγηση για την εξουσία που έχει το Δικαστήριο να ακυρώσει κατηγορία ή κατηγορίες για τον πιο πάνω λόγο άντλησα από την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην υπόθεση Attorney-General of the Republic v. Petros Demetriou Hjiconstanti
(1969)2 CLR
- Εν' όψει της κατάληξής μου καθίσταται αχρείαστο να εξετάσω τα υπόλοιπα ζητήματα, που ηγέρθηκαν αναφορικά με τις πιο πάνω κατηγορίες. Αναφορικά με τις κατηγορίες 3 - 8, θα πρέπει να λεχθεί, πως η έλλειψη αναφοράς στις λεπτομέρειες αδικήματος στην ακριβή θέση των επίδικων υποστατικών εντός του τεμαχίου, δεν δικαιολογεί ακύρωση των κατηγοριών. Σύμφωνα με το άρθρο 39(γ) του Κεφ. 154 δεν είναι απαραίτητη η έκθεση όλων των λεπτομερειών του αδικήματος, νοουμένου ότι εκτίθενται τα ουσιώδη στοιχεία του. Κρίνω, πως οι λεπτομέρειες που δίδονται στις λεπτομέρειες αδικήματος είναι τέτοιες, που καθιστούν τους Κατηγορούμενους σε θέση να γνωρίζουν την υπόθεση που έχουν να αντιμετωπίσουν στο Δικαστήριο και να ετοιμάσουν επαρκώς την υπεράσπισή τους. Καμία σύγχυση ή αμηχανία δεν προκαλείται στην Υπεράσπιση από την παράλειψη αυτή. Αναφορικά με την συμπερίληψη στην έκθεση των αδικημάτων των άρθρων 2 και 19 του Κεφ. 96, του Νόμου 166/87 και του άρθρου 20 του Κεφ. 154, θα πρέπει να λεχθεί, πως αυτή δεν στερεί από το κατηγορητήριο το κύρος του, ούτε και μπορεί να δικαιολογήσει ακύρωσή του. Το άρθρο 2 είναι ερμηνευτικό, ενώ το άρθρο 19 προνοεί για έκδοση κανονισμών από το Υπουργικό Συμβούλιο για τους σκοπούς που αναφέρονται στο εδάφιο
- Το άρθρο 39 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, προνοεί ότι κάθε κατηγορία στο κατηγορητήριο πρέπει να περιλαμβάνει αναφορά στο άρθρο του νομοθετήματος που δημιουργεί το ποινικό αδίκημα, όταν δε ένα αδίκημα συνίσταται από κάτι, το οποίο απαγορεύεται από το συνδυασμένο αποτέλεσμα περισσοτέρων του ενός νομοθετημάτων το κατηγορητήριο πρέπει να περιλαμβάνει αναφορά και στα δύο αυτά νομοθετήματα. Αν το αδίκημα ορίζεται από ένα και η ποινή προβλέπεται από άλλο νομοθέτημα αναφορά πρέπει να γίνεται και στο νομοθέτημα που προβλέπει την ποινή (παράγραφος (γ)). Από τα πιο πάνω καθίσταται σαφές, ότι η συμπερίληψη των άρθρων 2 και 19 του Κεφ. 96 στην έκθεση αδικήματος δεν ήταν αναγκαία. Σύμφωνα, όμως, με την επιφύλαξη του πιο πάνω άρθρου κανένα λάθος στην έκθεση του ποινικού αδικήματος ή των λεπτομερειών που απαιτούνται να αναφερθούν στο κατηγορητήριο δεν θεωρείται ως μη συμμόρφωση προς τις διατάξεις του Νόμου, εκτός αν ο κατηγορούμενος παραπλανήθηκε λόγω του λάθους αυτού. Σε περίπτωση παράλειψης συμμόρφωσης με τις πρόνοιες του άρθρου 39 αναφορικά με την σύνταξη κατηγορητηρίου, μόνο ουσιώδεις παρατυπίες που επιφέρουν βλάβη στον κατηγορούμενο (prejudice) και μπορεί να οδηγήσουν σε παραπλάνηση του μπορεί να επηρεάσουν την εγκυρότητα του κατηγορητηρίου (Βλ. Ανδρέας Κοιλιάρης Λτδ ν. Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας
(1998)2 ΑΑΔ 194, Σοφοκλής Μαρκίδης ν. Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων
(1999)2 ΑΑΔ 598, Constantinides v. Republic
(1978)2 CLR 337, Fourri and Others v. Republic
(1980)2 CLR 152 και Begonia Fashions Ltd κ.α. ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 451). Η συμπερίληψη των άρθρων 2 και 19 του Κεφ. 96 στην έκθεση αδικήματος δεν θα μπορούσε να λεχθεί, ότι επιφέρει οποιαδήποτε βλάβη ή παραπλανεί με οποιοδήποτε τρόπο την Υπεράσπιση. Αναφορικά με τον Νόμο 166/87, θα πρέπει να πω, πως ο εν λόγω Νόμος δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση. Η ποινή καθορίζεται από το άρθρο 20 του Κεφ. 96. Το πιο πάνω άρθρο δεν προνοεί για χρηματική ποινή μικρότερη των χιλίων λιρών ώστε να τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 3
(1)του Νόμου 166/87 σύμφωνα με το οποίο σε περίπτωση που η προβλεπόμενη από οποιοδήποτε Νόμο ποινή δεν υπερβαίνει τους 12 μήνες φυλάκιση η χρηματική ποινή αυξάνεται σε Λ.Κ.1.000. Οι εξουσίες του Δικαστηρίου για επιβολή ποινής στην υπό εξέταση περίπτωση αντλούνται από το άρθρο 20, το οποίο προνοεί για ποινή φυλάκισης μέχρι 12 μήνες ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και τις δύο αυτές ποινές. Η συμπερίληψη του πιο πάνω Νόμου στην έκθεση αδικήματος, αν και λανθασμένη, δεν θα μπορούσε να λεχθεί, ότι προκαλεί οποιαδήποτε βλάβη ή παραπλανεί με οποιοδήποτε τρόπο την Υπεράσπιση. Ούτε και η συμπερίληψη του άρθρου 20 του Κεφ. 154 παραπλανεί με οποιοδήποτε τρόπο την Υπεράσπιση. Είναι γεγονός, ότι τόσο το άρθρο 20
(2)του Κεφ. 96 όσο και το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα εκθέτουν τις περιπτώσεις που κάποιος δύναται να διωχτεί για συμμετοχή στην διάπραξη αδικήματος. Διαφωνώ με τον ευπαίδευτο συνήγορο των Κατηγορουμένων ότι οι διάφορες μορφές συμμετοχής που εκτίθενται στο άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα είναι διαφορετικές από αυτές που εκτίθενται στο άρθρο 20 του Κεφ. 96. Αλλά και αν ακόμα συνέβαινε κάτι τέτοιο δεν θεωρώ, ότι η θέσπιση του άρθρου 20
(2)του Κεφ. 96 αποκλείει την εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Συνεπώς, κανένα δυσμενή επηρεασμό ή παραπλάνηση δεν μπορεί να λεχθεί, ότι θα προκληθεί στην Υπεράσπιση από την συμπερίληψή του στην έκθεση αδικήματος. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Κατηγορουμένων εισηγήθηκε, εναλλακτικά, ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να διατάξει την διαγραφή των πιο πάνω άρθρων. Ουσιαστικά ζητήθηκε από την Υπεράσπιση η τροποποίηση του κατηγορητηρίου. Το άρθρο 83
(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, όπως τροποποιήθηκε, προβλέπει για την μεταβολή του κατηγορητηρίου είτε με την τροποποίησή του, είτε με την αντικατάσταση ή προσθήκη νέας κατηγορίας. Το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την μεταβολή του κατηγορητηρίου σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας και πριν την ολοκλήρωση της δίκης είτε κατόπιν αίτησης εκ μέρους ενός από τους διαδίκους στην υπόθεση είτε αυτεπάγγελτα. Η τροποποίηση κατηγορητηρίου συνιστά άσκηση διακριτικής ευχέρειας μέσα στα πλαίσια των συμφερόντων της δικαιοσύνης. Η εξουσία του Δικαστηρίου, η οποία καθορίζεται από το πιο πάνω άρθρο δύναται να ασκηθεί στην περίπτωση που το κατηγορητήριο είναι ελαττωματικό (defective) είτε ουσιαστικά είτε τυπικά. Στην υπόθεση Georghios Leonidou v. The Police
(1987)2 CLR 96 αναφέρθηκε, ότι ένα κατηγορητήριο είναι ελαττωματικό όταν: δεν αποκαλύπτει ποινικό αδίκημα (is bad on its face) ή δεν συνάδει με την μαρτυρία, η οποία προσκομίσθηκε στην προανάκριση, είτε λόγω ασαφειών ή ελλείψεων στο κατηγορητήριο ή γιατί εκθέτει αδικήματα, τα οποία δεν αποκαλύπτονται από την μαρτυρία αυτή ή γιατί παραλείπει να εκθέσει αδικήματα, τα οποία αποκαλύπτονται από την πιο πάνω μαρτυρία ή για τους ίδιους λόγους δεν συνάδει με την μαρτυρία στη δίκη. (Βλ., επίσης, Archbold's Criminal Pleading, Evidence and Practice, 40η έκδοση, παράγραφος 53, σελίδα 52). Καθίσταται έκδηλο από τα πιο πάνω ότι η συμπερίληψη των πιο πάνω άρθρων δεν καθιστά το κατηγορητήριο ελαττωματικό. Συνεπώς, η εισήγηση για τροποποίηση του κατηγορητηρίου θα πρέπει να θεωρηθεί, ότι στερείται ερείσματος. Για όλους τους πιο πάνω λόγους το αίτημα αναφορικά με τις κατηγορίες 3 - 8 απορρίπτεται. Τέλος, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Κατηγορουμένων εισηγήθηκε ότι η καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπόθεσης παραβιάζει το άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Η συνταγματική επιταγή του πιο πάνω άρθρου πρέπει να τυγχάνει αποτελεσματικής εφαρμογής και παραβίασή του έχει ως αποτέλεσμα την ακύρωση της διαδικασίας. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κώστα Μέλιου Μενελάου
(2004)2 ΑΑΔ 223 ο Πρόεδρος του Ανώτατου Δικαστηρίου, κ. Αρτεμίδης, ανέφερε ότι ναι μεν η συνολική διάρκεια της διαδικασίας είναι γεγονός αντικειμενικό, αφού είναι γνωστά τα χρονικά της ορόσημα, όταν, όμως, χρειάζεται να εκτιμηθεί ο εύλογος χαρακτήρας της προθεσμίας υπεισέρχονται και άλλοι παράγοντες, όπως η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, η σημασία του αιτήματος για τους αιτούντες, η στάση των αρχών και η συμπεριφορά του ιδίου του αιτούντα. Η πολυπλοκότητα της υπόθεσης σχετίζεται με θέματα πραγματικών περιστατικών και δικαίου, όπως η φύση και η σοβαρότητα των συγκεκριμένων ζητημάτων και παραβάσεων, ο αριθμός των ζητημάτων και των αξιόποινων πράξεων που μελετούνται στην ίδια υπόθεση και η φυσική και χρονολογική απόσταση ανάμεσα στα γεγονότα ή τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά. Το εύλογο του χρόνου της δικαστικής διαδικασίας εξαρτάται κάθε φορά από τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης. Δεν υπάρχει δογματικά καθορισμένο διάστημα. Κανένας ειδικός παράγοντας δεν είναι καθοριστικός. Η ορθή προσέγγιση από το Δικαστήριο είναι πρώτα η εξέταση του κάθε παράγοντα ξεχωριστά και ακολούθως ο υπολογισμός σωρευτικά των επιπτώσεών τους. Προς υποστήριξη του αιτήματός του και με σκοπό να καταφανεί η ισχυριζόμενη ταλαιπωρία που ο Κατηγορούμενος 2 έχει υποστεί μέχρι σήμερα, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Κατηγορουμένων αναφέρθηκε στο ιστορικό της υπόθεσης και την καταχώρηση υποθέσεων, που προηγήθηκαν της παρούσης, με παρόμοιας φύσης κατηγορίες. Καμία, όμως, μαρτυρία δεν προσκομίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου προς απόδειξη των ισχυρισμών αυτών. Οι ισχυρισμοί αυτοί, συνεπώς, δεν μπορούν να αποτελέσουν υλικό επί του οποίου το Δικαστήριο να στηριχτεί για να αποφασίσει επί του θέματος. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γεώργιου Γαβριήλ κ.α. ΠΕ 7691, ημερομηνίας 12.1.05 το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε, ότι απόφαση για διακοπή δίκης είναι εξαιρετικά δραστικό μέτρο, που χρησιμοποιείται μόνο και όπου τα γεγονότα της υπόθεσης το επιβάλλουν ως θέμα ορθής λειτουργίας της δικαιοσύνης. Εν' όψει όλων των πιο πάνω δεν θεωρώ ότι έγκριση του αιτήματος της Υπεράσπισης θα διασφάλιζε την ορθή λειτουργία της δικαιοσύνης. Αντίθετα, θα αποστερούσε από την Κατηγορούσα Αρχή το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμά της για δίκη. Η διακοπή της δίκης δεν είναι η μόνη και αποκλειστική θεραπεία που παρέχει το Δικαστήριο, όταν αποφανθεί πως η δίκη δεν περατώθηκε μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα. Ανάλογα με την περίπτωση, τέτοια διαπίστωση μπορεί να οδηγήσει και σε άλλου είδους θεραπεία, π.χ. κατά την επιμέτρηση της ποινής σε ποινική δίκη στην μείωσή της. Τέτοια θεραπεία, καθώς καταδεικνύει η νομολογία, δόθηκε πολλές φορές (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Κώστα Μέλιου Μενελάου, πιο πάνω). Συνακόλουθα το αίτημα απορρίπτεται. Εν' όψει της κατάληξης μου αναφορικά με τις κατηγορίες 1 και 2 οι Κατηγορούμενοι απαλλάσσονται των κατηγοριών αυτών. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο