← Κύπρος

Αστυνομία Πάφου ν. Νέστωρ Ποζίδης, Αρ. Υπόθεσης: 6631/04, 19.10.06

Αστυνομία Πάφου ν. Νέστωρ Ποζίδης, Αρ. Υπόθεσης: 6631/04, 19.10.06 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2006:B35 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ: ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6631/04 Αστυνομία Πάφου -ν- Νέστωρ Ποζίδης, από την Πάφο ------------------- Ημερομηνία: 19.10.06 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ Ν. Νεοκλέους Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ονουφρίου Κατηγορούμενος: παρών Χρέη διερμηνέα εκτελεί η κα Χαπέσιη -------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8 και 19 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου, Ν. 86/72, όπως τροποποιήθηκε. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεσή της κάλεσε δύο μάρτυρες κατηγορίας: τον Αστ. 2005, Ανδρέα Χαραλάμπους (ΜΚ 1) και την Ελένη Κωνσταντίνου (ΜΚ 2). Μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής το Δικαστήριο αποφάσισε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου, τον οποίον και κάλεσε σε απολογία. Ο Κατηγορούμενος, αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του από το Δικαστήριο, σύμφωνα με τον Νόμο, επέλεξε να δώσει ανώμοτη κατάθεση. Στο τέλος της διαδικασίας οι ευπαίδευτοι δικηγόροι επιχειρηματολόγησαν προς υποστήριξη ο καθένας της δικής του θέσης. Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής, ενόσω αυτοί έδιναν μαρτυρία ενώπιόν μου, και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτοί απάντησαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Κατ' αρχή, θα πρέπει να λεχθεί ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει το βάρος να αποδείξει την κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ένας μάρτυρας μπορεί, επίσης, να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου είτε μερικώς και η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου

(1988)1 ΑΑΔ 263, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207 και Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva, ΠΕ 10351, ημερομηνίας 27.3.02). Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω και, αφού έλαβα υπόψη μου το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας, όπως αυτή είναι καταγραμμένη στα πρακτικά, προχωρώ στην αξιολόγηση των μαρτύρων. Ο ΜΚ 1 ήταν θετικός και σταθερός στην μαρτυρία του, γι' αυτό και μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Δεν αντεξετάστηκε από την Υπεράσπιση και, κατ΄ επέκταση, η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη. Θεωρώ ότι πρόκειται περί αντικειμενικού και αμερόληπτου εξεταστή της σκηνής του δυστυχήματος και δέχομαι τα ευρήματα και τις μετρήσεις του, τα οποία μετέφερε επί του Τεκμηρίου
  1. Η μαρτυρία του υπήρξε βοηθητική στο έργο του Δικαστηρίου. Η ορθή και αληθινή καταγραφή της πραγματικής μαρτυρίας έριξε φως στις συνθήκες κάτω από τις οποίες επισυνέβη το επίδικο δυστύχημα και βοήθησε το Δικαστήριο στην διεξαγωγή των συμπερασμάτων του αναφορικά με τα πρωτογενή γεγονότα. Άλλος μάρτυρας που με εντυπωσίασε θετικά ήταν η ΜΚ
  2. Μέσα από τον τρόπο και το ύφος με το οποίο κατέθεσε με έπεισε για την ειλικρίνεια και την φιλαλήθειά της. Παρέμεινε σταθερή στην μαρτυρία της μέχρι τέλους χωρίς να υποπέσει σε αντιφάσεις και χωρίς να κλονιστεί παρά την αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε. Η κατάθεση, που έδωσε στην Αστυνομία δεν ζητήθηκε από την Υπεράσπιση να κατατεθεί ως τεκμήριο, γι' αυτό και κανένα συμπέρασμα δεν δύναται να εξαχθεί από αυτήν αναφορικά με την αξιοπιστία της. Δεν φάνηκε να έχει κανένα ενδοιασμό για τις απαντήσεις της, οι οποίες ήταν αυθόρμητες και δεν φάνηκε να τις υπολογίζει από πριν. Γι' αυτό δέχομαι την μαρτυρία της στην ολότητά της. Η εν λόγω μάρτυρας παρέλειψε να καθορίσει σε μέτρα την θέση του σημείου σύγκρουσης. Αρκέστηκε μόνο να αναφέρει, ότι αφού κατέβηκε από το πεζοδρόμιο πέρασε μέσα από οχήματα, τα οποία βρίσκονταν στην δεξιά πλευρά του δρόμου, σύμφωνα με την πορεία του Κατηγορούμενου, και τα οποία ανέμεναν σε ουρά. Αμέσως μετά έκανε ένα βήμα, μπορεί και δεύτερο, και ακολούθως κτυπήθηκε από το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου. Θεωρώ, ότι η μάρτυρας δεν ήταν ακριβής στην μαρτυρία της αναφορικά με την θέση του σημείου σύγκρουσης. Σύμφωνα με την πραγματική μαρτυρία, η οποία δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση, αυτή κτυπήθηκε σε πολύ κοντινή απόσταση από το πεζοδρόμιο, που βρίσκεται στην αριστερή πλευρά του δρόμου, σύμφωνα με την πορεία του Κατηγορούμενου, και συγκεκριμένα, σε απόσταση 1,40 μέτρων από αυτό. Από την διά ζώσης μαρτυρία της, όμως, δεν συνάγεται, ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα τόσο κοντά στην αριστερή πλευρά του δρόμου όσο η πραγματική μαρτυρία τείνει να καταδείξει. Δεν προτίθεμαι να δώσω οποιαδήποτε σημασία στο μέρος αυτό της μαρτυρίας της. Καθότι σημασία για το Δικαστήριο έχει η μαρτυρία του ΜΚ 1, η οποία έγινε αποδεχτή από το Δικαστήριο, σύμφωνα με την οποία, όταν ο εν λόγω μάρτυρας έφθασε στην σκηνή, η μάρτυς βρισκόταν ακόμα ξαπλωμένη πάνω στην άσφαλτο, μπροστά από το όχημα του Κατηγορούμενου, και ο εν λόγω μάρτυρας έλαβε τις σχετικές μετρήσεις, συμπεριλαμβανομένης και της θέσης του σημείου σύγκρουσης. Όπως, επίσης, ότι η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε την θέση του σημείου αυτού. Προφανώς, ένεκα του προχωρημένου της ηλικίας της, του απλοϊκού της χαραχτήρα, της σύγχυσης που αναπόφευκτα επακολούθησε, της οδύνης την οποία υπέστη, αφού, όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, μετά την σύγκρουση έπεσε κάτω στην άσφαλτο και ακολούθως μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, αλλά και του χρονικού διαστήματος που διέρρευσε από το επίδικο συμβάν, η μάρτυς δεν ήταν σε θέση να δώσει ακριβή μαρτυρία αναφορικά με την θέση του σημείου σύγκρουσης. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 9.4.04 ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητό του με αριθμούς εγγραφής CAA 486 επί της οδού Ικάρου, που βρίσκεται στην Πάφο. Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο η ΜΚ 2 διασταύρωνε την οδό Ικάρου από την δεξιά πλευρά του δρόμου προς την αριστερή σύμφωνα με την πορεία του Κατηγορούμενου. Στην δεξιά πλευρά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του Κατηγορούμενου υπήρχαν αυτοκίνητα, τα οποία, ένεκα της πυκνής τροχαίας κίνησης, που υπήρχε, ανέμεναν σε ουρά. Η ΜΚ 2 στην προσπάθειά της να διασταυρώσει την οδό Ικάρου κατέβηκε από το πεζοδρόμιο και πέρασε μέσα από τα σταματημένα αυτοκίνητα. Συνεχίζοντας την πορεία της για να φθάσει στο απέναντι πεζοδρόμιο κτυπήθηκε από το αυτοκίνητου του Κατηγορούμενου, το οποίο ερχόταν από τα αριστερά της. Η σύγκρουση έλαβε χώρα επί της οδού Ικάρου, το σημείο δε σύγκρουσης απέχει από το πεζοδρόμιο, που βρίσκεται στην αριστερή πλευρά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του Κατηγορούμενου 1,40 μέτρα. Στο σημείο της σύγκρουσης ο δρόμος είναι ευθύς και επίπεδος. Ο δρόμος φωτιζόταν ικανοποιητικά από ηλεκτρικούς λαμπτήρες. Το πλάτος του δρόμου στο σημείο όπου επισυνέβη το δυστύχημα είναι 6,20 μέτρα. Το όχημα του Κατηγορούμενου άφησε ίχνη τροχοπέδησης, μήκους 5,40 μέτρα, τόσο οι δεξιοί του τροχοί, όσο και οι αριστεροί. Επί της οδού Ικάρου υπάρχει αριστερή στροφή σύμφωνα με την πορεία του Κατηγορούμενου, η οποία προηγείται του σημείου σύγκρουσης. Η ορατότητα του Κατηγορούμενου από την στροφή αυτή έως το σημείο από το οποίο εκκίνησε η ΜΚ 2 για να διασταυρώσει ήταν 20 μέτρα. Το αδίκημα της αμελούς οδήγησης, στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 8 του Νόμου 86/72, έτυχε νομολογιακής ανάλυσης κατ' επανάληψη. Το κατά πόσο ένας οδηγός είναι ένοχος αμέλειας ή όχι εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Το κριτήριο της αμελούς οδήγησης είναι αντικειμενικό υπό την έννοια ότι το επίπεδο της οδήγησης που απαιτείται από τον οδηγό κρίνεται αντικειμενικά και απρόσωπα (Βλ. Charalambous v. Police
(1982)2 CLR 134 και Κυριάκου Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 30). Η αμέλεια που χρειάζεται για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα δεν είναι ψηλότερη από αυτή που χρειάζεται για να αποδειχθεί στις πολιτικές υποθέσεις (Βλ. Πορτοκαλλίδης ν. Αστυνομίας
(1987)2 CLR 86). Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, η αμέλεια είναι ζήτημα πραγματικό και κατά την εξέταση κατηγορίας για αμελή οδήγηση η προσοχή επικεντρώνεται κυρίως στην εξέταση του κατά πόσο ο οδηγός ενήργησε υπό τις περιστάσεις ως θα ενεργούσε ένας σώφρονας, ικανός και λογικός οδηγός και κατά πόσο εκπλήρωσε το καθήκον της δέουσας φροντίδας και μέριμνας ως προς τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την ίδια με αυτόν οδό. Το καθήκον θα πρέπει να συγκεκριμενοποιείται στο πλαίσιο των γεγονότων της κάθε υπόθεσης για να αποφασισθεί η φύση του, και, όπου διαπιστώνεται η ύπαρξή του, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει με μέτρο τον προσεκτικό και όχι τον τέλειο οδηγό (Βλ. Panayiotou v. Police
(1972)2 CLR 29 και Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1). Στην υπόθεση Αβραάμ Αβραάμ ν. Αρέστη Στυλιανού
(2002)1 ΑΑΔ 50 ο εφεσίβλητος κατά τον κρίσιμο χρόνο διέσχιζε πεζός με κανονικό βηματισμό τον δρόμο, από δεξιά προς αριστερά σε σχέση με την κατεύθυνση του αυτοκινήτου του εφεσείοντα. Στον τόπο του δυστυχήματος ο δρόμος είχε πλάτος 8 μέτρα και ήταν ευθύς. Το αυτοκίνητο του εφεσείοντα χτύπησε τον πεζό αφού είχε διανύσει 7,25 μέτρα του πλάτους του δρόμου και είχαν απομείνει μόνο 0,75 μέτρα για να φθάσει απέναντι στο χωμάτινο κράσπεδο. Το αυτοκίνητο άφησε ίχνη τροχοπέδησης μήκους 12,90 μέτρα πολύ κοντά στην αριστερή πλευρά του δρόμου σε σχέση με την πορεία του. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, με την οποία καταλογίστηκε ευθύνη στον εφεσείοντα. Βάση του σκεπτικού της πρωτόδικης απόφασης αποτέλεσε η παράλειψη του εφεσείοντα να τηρεί την δέουσα παρατηρητικότητα μέσα στον δρόμο, παράλειψη, η οποία τον εμπόδισε να αντιληφθεί έγκαιρα τον εφεσίβλητο και να λάβει τα απαραίτητα αποτρεπτικά μέτρα προς αποφυγή του δυστυχήματος. Στην υπό εξέταση περίπτωση η ΜΚ 2 διένυσε 4,80 μέτρα από το πλάτος του δρόμου και είχαν απομείνει μόνο 1,40 μέτρα για να φθάσει στο απέναντι πεζοδρόμιο, όταν κτυπήθηκε από το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου. Λαμβάνοντας υπόψη την απόσταση που διένυσε η ΜΚ 2 σε συνδυασμό με την ορατότητα, που είχε ο Κατηγορούμενος, και το ότι ο δρόμος φωτίζετο ικανοποιητικά από ηλεκτρικούς λαμπτήρες, κρίνω, πως ο Κατηγορούμενος είχε την δυνατότητα να αντιληφθεί την ΜΚ 2 έγκαιρα και να λάβει τα απαραίτητα μέτρα ώστε να αποφύγει την σύγκρουση. Αν ο Κατηγορούμενος τηρούσε την δέουσα υπό τις περιστάσεις παρατηρητικότητα θα αντιλαμβανόταν έγκαιρα την παρουσία της μέσα στο δρόμο. Σε μια τέτοια περίπτωση το δυστύχημα θα μπορούσε να αποφευχθεί με την λήψη των κατάλληλων αποτρεπτικών μέτρων από τον Κατηγορούμενο. Υπό τις πιο πάνω συνθήκες κρίνω, πως ο Κατηγορούμενος υπέχει ευθύνη για το δυστύχημα. Συνακόλουθα καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, γι' αυτό και βρίσκω τον Κατηγορούμενο ένοχο στην εναντίον του κατηγορία. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.