Δημοκρατίας ν. Αρέστη Αρέστη, Αρ. Υπόθεσης: 6744/05, 20 Οκτωβρίου 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDPAF:2006:25 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΗΝ ΠΑΦΟ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. Χ. Μαλαχτού, Α.Ε.Δ. Ρ. Λιμνατίτου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6744/05 Μεταξύ: Δημοκρατίας Κατηγορούσας Αρχής και Αρέστη Αρέστη Κατηγορούμενου ------------------------ Ημερομηνία: 20 Οκτωβρίου 2006 Για τη Δημοκρατία: κ. Σ. Μάτσας Για τον Κατηγορούμενο: κ. Μ. Γεωργίου με κα Α. Σαββίδου και κ. Α. Σωτήρη Κατηγορούμενος παρών --------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Ex - Tempore) -------------------------- Ο Αστυφ. 1825 Ανδρέας Χριστοφίδης στις 21.7.2005 πήρε γραπτή κατάθεση από τον κατηγορούμενο ο οποίος τελούσε υπό κράτηση σχετικά με διερευνόμενες υποθέσεις διαρρήξεων και κλοπών στο ξενοδοχείο Paphiessa, ύστερα από επιθυμία του ιδίου του κατηγορούμενου να προβεί σε θεληματική κατάθεση. Η ανάκριση έγινε στη παρουσία του Λοχία 1277 Γεώργιου Λάμπρου. Όταν κλήθηκε από το δικηγόρο της Κατηγορούσας Αρχής να την καταθέσει, ο συνήγορος του τελευταίου έφερε ένσταση προβάλλοντας ότι: Η κατάθεση είναι προϊόν ψυχολογικής πίεσης παρεμφερής με σωματική πίεση που δέχθηκε ο κατηγορούμενος: του τράβηξαν τα μαλλιά του έριξαν ένα ποτήρι νερό, του είχαν δεμένο το ένα χέρι σε σιδερένια μπάρα, όταν ζήτησε νερό δεν του έδωσαν και όταν ζήτησε δικηγόρο του είπαν ότι δεν θα ειδοποιούσαν δικηγόρο. Τα ξημερώματα της 21.7.05 τον παίρνουν και πάλι από το κελί του ξαναβάζουν χειροπέδες και τον οδηγούν στα γραφεία των διαρρήξεων όπου τον κατηγορούν για ψεύτη και κλέφτη που τους «περιπαίζει» όλους. Ο κατηγορούμενο αντιδρώντας έφτυσε τον Αστυνομικό ο οποίος αντέδρασε κτυπώντας τον και απειλώντας τον ότι «η γυναίκα του που είναι Βουλγάρα θα απελαθεί και ότι το παιδί του θα το πάρει το γραφείο Ευημερίας». Κάτω από αυτές τις συνθήκες ο κατηγορούμενος λύγισε και προχώρησε στην επίδικη κατάθεση και αργότερα σε υποδείξεις σκηνών. Στη δίκη εντός δίκης που ακολούθησε μετά από τη διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι όντως περιέχονταν στην κατάθεση βλαπτικές δηλώσεις και ή παραδοχές που ενοχοποιούσαν τον κατηγορούμενο η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε ως μάρτυρες τον Αστ. 1825 Α. Χριστοφίδη, τον Αστ. 2798 Σάββα Καραολή, Ματθαίο Αταλιώτη, Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, το Χαράλαμπο Φιλίππου, Ανώτερο Υπαστυνόμο, Υπεύθυνο του Τ.Α.Ε. Πάφου, τον Υπαστυνόμο Γεώργιο Αγαθοκλέους, Υπεύθυνο Ασφαλείας του Αεροδρομίου Πάφου και το Λοχία 1277, Γεώργιο Λάμπρου. Με την αγόρευσή του ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου δήλωσε ότι εγκαταλείπει ότι εισήγαγε με την ένστασή του όλα όσα αφορούν την 20.7.05 και περιορίζεται σε ότι ακολούθησε τα ξημερώματα της 21.7.05 οπότε και ο κατηγορούμενος μεταφέρεται από το κελί του στο γραφείο διαρρήξεων και ακολουθεί κάτω από τις συνθήκες που περιγράψαμε πιο πάνω η κατάθεσή του. Όχι πως τα γεγονότα δεν επεσυνέβησαν, αλλά πως δεν είχαν αιτιώδη συνάφεια με την απόφαση του Κατηγορούμενου να προβεί στην επίδικη κατάθεση. Είναι υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει θετικά και πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τη θεληματικότητα και την ορθότητα της λήψης της κατάθεσης, προκειμένου να επιτραπεί η παρουσίαση της ενώπιον του Δικαστηρίου. Πρέπει να διατηρείται πάντοτε ανοικτό το θέμα αξιοπιστίας των μαρτύρων και ιδιαίτερα του κατηγορουμένου. Μέσα σ΄ αυτό το πλαίσιο εξετάζουμε το σύνολο της μαρτυρίας και προβαίνουμε στις διαπιστώσεις μας. Έχουμε κατά νου ότι στην προσέγγιση της μαρτυρίας των αστυνομικών οργάνων πρέπει να επιδεικνύεται ιδιαίτερη προσοχή προκειμένου να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο άτοπης αστυνομικής συμπεριφοράς στην λήψη της κατάθεσης. Βλ. Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1967)2 C.L.R. 217. Το βάρος απόδειξης είναι στην Κατηγορούσα Αρχή να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η κατάθεση και η ομολογία δόθηκε με την θέληση του κατηγορουμένου και το επίπεδο απόδειξης είναι αυτό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. R. ν. Phaedonos and Οthers, 22 C.L.R. 21, Petri v. Police
(1968), 2 C.L.R. 40, Ioannides v. The Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Azinas and another ν. Police
(1981)2 C.L.R. 9 και Fournides v. The Republic
(1986)2 C.L.R. 73). Στην Κύπρο τα Δικαστήρια ευνοούν μια πιο ευρεία έρευνα για να διαπιστωθούν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έχει ληφθεί μια κατάθεση, παρά το ότι γίνεται στην Αγγλία. Βλ. Criminal Procedure in Cyprus των Α. Ν. Λοίζου και Γ. Μ. Πική σελ. 140 -142. Αν από την έρευνα του Δικαστηρίου διαφανεί ότι η ομολογία (προφορική ή γραπτή) λήφθηκε κάτω από ύποπτες ή ανεξακρίβωτες περιστάσεις, αυτή δεν θα γίνει αποδεκτή Fournides v. The Republic (πιο πάνω). Για την ευρεία διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου βλ. Σάκκος ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ.
- Το Δικαστήριο στην έρευνα του θα πρέπει μεταξύ άλλων να λάβει υπόψη τους ακόλουθους παράγοντες: (α) τη διάρκεια που ο κατηγορούμενος ήταν υπό κράτηση πριν δώσει τη κατάθεση (β) αν υπέστη ανάκριση, την έκταση της (γ) την ηλικία του υπόπτου (δ) την κατάσταση της υγείας του και τέλος (ε) το χαρακτήρα του. Στο σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence and Practice, παράγραφοι 1381 και συνέχεια, φαίνεται ότι η παρότρυνση και ή άλλη παρακίνηση, υπόσχεση ή απειλή θα πρέπει να γίνεται από πρόσωπο εξουσίας και αυτό να ήταν η αιτία που επηρέασε τον κατηγορούμενο να ομολογήσει. Στην κρίση για την ενώπιον μας μαρτυρία πρέπει, όπως λέχθηκε στην υπόθεση Ioannides v. The Republic (ανωτέρω), να έχουμε επίγνωση της αρχής ότι στο στάδιο αυτό δεν πρέπει να εξάγονται συμπεράσματα τα οποία είναι δυνατό να επηρεάσουν δυσμενώς τον κατηγορούμενο στην υπεράσπιση του, όπως γενικά συμπεράσματα ως προς την αξιοπιστία του κατηγορούμενου. Είναι αποδεκτό ότι ο κατηγορούμενος συνελήφθη στις 20.7.2005 με δικαστικό ένταλμα σύλληψης και τέθηκε υπό κράτηση στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου. Σύμφωνα με τον Μ.Κ.1 Α. Χριστοφίδη, ο κατηγορούμενος επρόκειτο την 21.7.2005 να μεταφερθεί στο Δικαστήριο για σκοπούς αίτησης προσωποκράτησης (Τεκμήριο Γ), γύρω στις 9:
- Υπήρξε ειδοποίηση ότι το Δικαστήριο θα ήταν έτοιμο γύρω στις 10:00 π.μ. Έγινε η αναγκαία προεργασία είδαν ξανά τον ύποπτο, ρωτήθηκε αν θέλει δικηγόρο και έλαβαν από τον ίδιο συγκεκριμένα στοιχεία, όπως αριθμό ταυτότητας και σε σχέση με τις κινήσεις του γύρω από το διερευνόμενο αδίκημα. Επετράπη στον κατηγορούμενο να μιλήσει με το δικηγόρο του κ. Σιμιλλίδη ο οποίος και τον εκπροσώπησε στη σχετική αίτηση προσωποκράτησης «Τεκμήριο Γ». Με την πληροφόρησή του ότι επρόκειτο να οδηγηθεί στο Δικαστήριο ο κατηγορούμενος εξέφρασε την επιθυμία γύρω στις 9:15 να δώσει κατάθεση «Τεκμήριο Α». Ο μάρτυρας ανέφερε όπως άλλωστε επανέλαβε και κατά την αντεξέταση ότι ουδέποτε κτύπησαν τον κατηγορούμενο, ή αρνήθηκαν να του δώσουν νερό ή αρνήθηκαν να του επιτρέψουν να μιλήσει με το δικηγόρο του. Αρνήθηκε επίσης ότι απειλήθηκε ο κατηγορούμενος καθ' οιονδήποτε τρόπο όπως εισηγείται η Υπεράσπιση. Αντίθετα εισηγείται ο μάρτυρας, ο Κατηγορούμενος και εκπροσώπηση είχε αλλά και κανένα παράπονο δεν εξεφράστηκε κατά τη διάρκεια της προσωποκράτησης. Το παιδί έμεινε με τη γιαγιά και τον παππού του όπως εισηγήθηκε η μητέρα του, σύζυγος του Κατηγορουμένου, ύστερα από διευθετήσεις της Αστυνομίας. Η σύζυγός του ουδέποτε απελάθη ή έγιναν ενέργειες για να απελαθεί. Δε ζητήθηκε ακόμη ούτε και αίτηση προσωποκράτησης εναντίον της συζύγου του η οποία κατηγορήθηκε και αφέθηκε ελεύθερη. Κατά την αντεξέταση ο μάρτυρας δήλωσε ότι στις 20/7 δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη. Είδε τον κατηγορούμενο γύρω στις 7:30 με 8:00 π.μ. όταν μεταφέρθηκε από τα κρατητήρια. Στις 7:30 έγινε στον κατηγορούμενο προφορική ανάκριση από τον ίδιο και στην παρουσία του Λοχία Λάμπρου. Ο κατηγορούμενος αρνείτο. Η ανάκριση διήρκησε μια ώρα και κάτι. Μετά από αυτό ο κατηγορούμενος οδηγήθηκε και πάλι στα κρατητήρια ξαναβγήκε από το κελί του όταν η Αστυνομία ειδοποιήθηκε ότι το δικαστήριο ήταν έτοιμο για την αίτηση προσωποκράτησης. Κατά το μάρτυρα ήταν ο Λοχίας Λάμπρου που συνόδευσε τον κατηγορούμενο στα κρατητήρια ενδεχομένως με ακόμα ένα άτομο. Δεν θυμόταν όμως να πει αν και ο ίδιος συνόδευσε τον κατηγορούμενο. Σε αυτό το στάδιο και γύρω στις 9:15 εκφράζει ο κατηγορούμενος την επιθυμία του να δώσει κατάθεση και να πει την αλήθεια, «να μην ξανακάνει τέτοια πράγματα». Ο Μ.Κ.6 Λοχίας Λάμπρου στις 20.7.2005 βρισκόταν εκτός υπηρεσίας ανέλαβε υπηρεσία στις 7:30 της 21.7.
- Ενημερώθηκε από τον Υπεύθυνο του Τ.Α.Ε. Χ. Φιλίππου ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν υπό κράτηση για διαρρήξεις και έλαβε οδηγίες να τον δει και να τον ανακρίνει. Η ώρα 7:20 με 7:30 έβγαλε τον κατηγορούμενο από τα κρατητήρια με τον Α. Χριστοφίδη Μ.Κ.1 και τον οδήγησε στα γραφεία διαρρήξεων όπου και ανακρίθηκε σχετικά με την υπόθεση και σε σχέση με την κατάθεση που έδωσε την προηγουμένη 20.7.
- Κατά το στάδιο αυτό ενημερώθηκε από το μάρτυρα τόσο ο δικηγόρος του τηλεφωνικώς όσο και ο Κατηγορούμενος για την διαδικασία προσωποκράτησης που θα ακολουθούσε. Ο Κατηγορούμενος μεταφέρθηκε πίσω στα κρατητήρια για σύντομο χρονικό διάστημα και αργότερα ο Λάμπρου τον επανέφερε από τα κελιά στα γραφεία διαρρήξεων σε σχέση με τις ανάγκες της αίτησης για προσωποκράτηση: λήψη των αναγκαίων στοιχείων του κατηγορουμένου σχετικών με τη διαδικασία. Σε αυτό το στάδιο ο Κατηγορούμενος «ποφυσούσε» ρωτήθηκε τι συμβαίνει οπότε και είπε «ένα σας πω την αλήθεια έκαμα το Paphiessa και το Paphos Gardens». Ο Χριστοφίδης Μ.Κ.1, κατέγραψε την κατάθεση την οποία ο ίδιος ο Κατηγορούμενος πιστοποίησε αφού τη διάβασε και συμφώνησε ότι ήταν αληθινή. Ακολούθησαν στις 18:25 υποδείξεις σκηνών. Ο μάρτυρας αρνήθηκε τις θέσεις τις υπεράσπισης: ότι δεν του έδωσαν νερό ότι δέθηκε σε σιδερένια δοκό, προβάλλοντας τη θέση ότι δεν υπάρχει σιδερένια δοκός στα δωμάτια του ΤΑΕ Πάφου αρνήθηκε επίσης ότι απεκάλεσε τον Κατηγορούμενο ψεύτη ή κλέφτη ή ότι ο Κατηγορούμενος αντιδρώντας έφτυσε τον ίδιο ή ότι εκείνος ανταποδίδοντας αντέδρασε πατσίζoντάς τον. Ήταν η θέση του ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε υπέβαλλε οποιοδήποτε παράπονο. Συμπεριφερόταν καθώς πρέπει. Είχε δε κάθε ευκαιρία να δει ενώ τελούσε υπό κράτηση τρεις δικηγόρους, το πρωί τον κ. Σιμιλλíδη και το απόγευμα την κα Σαββίδου και τον κ. Αλεξάνδρου οι οποίοι ουδέποτε υπέβαλαν οποιοδήποτε παράπονο προς την Αστυνομία. Κατά την αντεξέταση είπε πως μεταξύ 7:20 με 7:30 όταν ο Κατηγορούμενος ανακρινόταν προφορικά δεν υπήρξε οποιοδήποτε θετικό αποτέλεσμα, παραδεχόμενος ταυτόχρονα ότι δεν καταγράφηκε οπουδήποτε η διαδικασία αυτή εφόσον δεν προέκυψε οτιδήποτε το θετικό. Η ανάκριση διήρκησε περίπου μια ώρα. Υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι δεν ήταν το πρόσωπο που μετέφερε τον Κατηγορούμενο στο γραφείο. Ο μάρτυρας αρνήθηκε την υποβολή αρνήθηκε επίσης ότι τον απεκάλεσε ψεύτη ή κλέφτη λέγοντας πως είπε «δεν με πείθεις Αρέστη» γι' αυτό συνέχιζε και τις ερωτήσεις. Στη συνέχεια υπεβλήθη στον μάρτυρα ότι έπιασε τον κατηγορούμενο από τα μαλλιά και ότι ο κατηγορούμενος τον έφτυσε. Ο μάρτυρας αρνήθηκε και την υποβολή αυτή. Σ' αυτό το σημείο θέλαμε να παρατηρήσουμε ότι η εντύπωση που αποκομίσαμε είναι πως δεν υπήρξε σταθερή βάση γεγονότων επί των οποίων να αντεξετάζονταν οι μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής. Η παρατήρησή μας στηρίζεται κατά κύριο λόγο στην επαμφοτερίζουσα θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ο οποίος με την ένστασή του είχε θέση θέμα τραβήγματος μαλλιών δέσιμο του χεριού στη μπάρα και άρνηση να κληθεί δικηγόρος, συμπεριφορές που έλαβαν χώρα στις 20.7.
- Με την αντεξέτασή του και ιδιαίτερα του Μ.Κ.6 Γ. Λάμπρου υποβάλλει στο μάρτυρα ότι όλα τα πιο πάνω έλαβαν χώρα την 21.7.2005 και όχι την 20.7.2005 που ο μάρτυρας δεν ήταν καν καθήκον. Ακόμη υποβάλλεται στο μάρτυρα ότι όλα αυτά έγιναν τη δεύτερη φορά που τον έβγαλαν από το κελί και γύρω στις 9:00 η ώρα. Με την αγόρευσή του ο κ. Γεωργίου κάλεσε το Δικαστήριο να διερωτηθεί τι έλαβε χώρα κατά την προφορική ανάκριση του κατηγορούμενου, η οποία διήρκησε περίπου 1½ ώρα, ως επίσης κατά τη μεταφορά του από και προς το κελί του. Ο κατηγορούμενος δεν κατέθεσε για να θέσει ενώπιόν μας τα όποια γεγονότα έλαβαν χώρα όπως προβάλλονται μέσα στο πλαίσιο της δίκης εντός δίκης και κρίνονται ως μεμπτά από την Υπεράσπιση. Ουσιαστικά η υπεράσπιση κτίζει τις εισηγήσεις της αναλόγως των απαντήσεων που παίρνει κατά την αντεξέταση των προηγουμένων μαρτύρων και τις αλλάζει αναλόγως της περίπτωσης ώστε να χωρέσουν στο πλαίσιο της εισήγησης που έθεσε η ίδια αρχικά. Δεν διακρίνουμε οτιδήποτε το μεμπτό στη συμπεριφορά των πιο πάνω μαρτύρων κατηγορίας και ούτε έχουμε ενώπιον μας οποιοδήποτε υλικό που να μας επιτρέπει να δεχθούμε ότι το πρωί της 21.7.2005 κατά την προφορική εξέταση, έλαβαν χώρα οποιεσδήποτε πιέσεις ή συμπεριφορές που να καθιστούν την μετέπειτα κατάθεση του κατηγορουμένου ως μη θεληματική. Η οποιαδήποτε παράλειψη του Αστυφ. Χριστοφίδη να αναφερθεί κατά την κυρίως εξέταση στην προφορική ανάκριση του Κατηγορουμένου μεταξύ τις 7:30 και 8:30 περίπου, δεν αφήνει οποιαδήποτε σκιά στη μαρτυρία του. Ο μάρτυρας αντεξεταζόμενος αποδέχθηκε ότι έλαβε χώρα η προφορική ανάκριση ενώ ο μάρτυρας Λάμπρου εξ υπαρχής αναφέρθηκε σ΄ αυτή. Η απουσία του Κατηγορουμένου από το εδώλιο του μάρτυρα ο οποίος και θα έδινε εξηγήσεις κάτω από ποιες συνθήκες εισέπραξε τις όποιες απειλές της Αστυνομίας αποδυναμώνει τα μέγιστα τις θέσεις της Υπεράσπισης. Εδώ δεν είναι η περίπτωση όπου υπάρχει εισήγηση παραβίασης Δικαστικών Κανόνων όπου το Δικαστήριο θα ήταν σε θέση να εξετάσει τους όποιους ισχυρισμούς της υπεράσπισης σε αναφορά και συνάρτηση με τα ενώπιον του κατατεθέντα έγγραφα και την όποια μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής. Άλλώστε με δεδομένη τη δεσμευτική για την υπεράσπιση θέση, που υποβλήθηκε στο μάρτυρα Γ. Λάμπρου, πως οι αξιόμεμπτες συμπεριφορές των αστυνομικών οργάνων τοποθετούνται χρονικά κατά τη δεύτερη παρουσία του κατηγορούμενου στο γραφείο στις 09:00 περίπου, καθίσταται χωρίς ουσιαστική σημασία το τι προηγήθηκε από τις 07:30 μέχρι τις 09:00 αφού τίποτε το μεμπτό δεν τοποθετείται στη χρονική αυτή περίοδο. Υπό τας περιστάσεις δε, εφόσον τίποτα το αξιόμεμπτο δεν καταλογίζεται από την υπεράσπιση ότι έλαβε χώρα πριν τη δεύτερη παρουσία του κατηγορούμενου στο γραφείο γιατί, οι μάρτυρες Α. Χριστοφίδης και Γ. Λάμπρου εσκεμμένα όπως τους αποδίδει, να παραλείψουν να αναφερθούν εξ΄ υπαρχής στην προφορική ανάκριση που προηγήθηκε. Η σύζυγος του κατηγορούμενου Diana Miteva, ήταν η μόνη μάρτυρας υπεράσπισης στη δίκη εντός δίκης. Η Diana κλήθηκε από την υπεράσπιση για να μαρτυρήσει αναφορικά με το τι επεσυνέβηκε στις 23.7.2005 αφότου αυτή κλήθηκε και μετέβηκε στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου. Η μαρτυρία της δεν συνδέεται άμεσα με το επίδικο ζήτημα που είναι η θεληματικότητα της κατάθεσης που ο κατηγορούμενος έδωσε στις 21.7.2005, δηλαδή δυο ημέρες προηγουμένως. Ότι επεδίωξε να παρουσιάσει η υπεράσπιση ήταν πως το ζήτημα της καταγωγής της συζύγου του κατηγορούμενου και οι αναφορές σε απέλαση της και ανάθεση του παιδιού του ζεύγους στο Γραφείο Ευημερίας δεν ήταν θέμα ανύπαρκτο μεταξύ των αστυνομικών οργάνων που ενασχολούντο με τη διερεύνηση της υπόθεσης του κατηγορούμενου. Ότι δηλαδή όπως το ζήτημα συζητήθηκε ενώπιον της συζύγου του κατηγορούμενου κάλλιστα ενδέχεται να είχε εγερθεί ενώπιον του κατηγορούμενου με σκοπό να κλονιστεί ο τελευταίος ώστε να προβεί σε ομολογία. Δεν αποδίδεται στην Αστυνομία πραγματική πρόθεση να απελάσει τη σύζυγο ή να παραδώσει το παιδί στο Γραφείο Ευημερίας. Απλά ότι ο κατηγορούμενος απειλήθηκε προς τούτο. Άλλωστε ακλόνητη είναι η μαρτυρία πως διαρκούσης της κράτησης της συζύγου το παιδί ανατέθηκε στη μητέρα του κατηγορούμενου ως η επιθυμία της συζύγου του, κάτι που η τελευταία δεν αρνήθηκε. Απορρίπτουμε τη θέση πως τέτοια ζητήματα συζητήθηκαν από αστυνομικά όργανα στη παρουσία της συζύγου του κατηγορούμενου. Δεν υφίστατο και λόγος αφού στις 23.7.2005 η Αστυνομία είχε ήδη στα χέρια της την επίδικη κατάθεση - ομολογία του κατηγορούμενου. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου υποστήριξε πως κατά τη λήψη απόφασης για την δεκτότητα ή μη της επίδικης κατάθεσης του κατηγορούμενου το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη υλικό το οποίο βρίσκεται στο φάκελο της διαδικασίας όπως παρουσιάστηκε κατά την κυρίως δίκη, νοουμένου ότι τούτο είναι προς όφελος του κατηγορούμενου. Εφόσον στην τελική του απόφαση το Δικαστήριο έχοντας υπόψη το σύνολο του μαρτυρικού υλικού δύναται να αναθεωρήσει τυχόν απόφαση του για την αποδοχή κατάθεσης - ομολογίας του κατηγορούμενου, γιατί να μη λάβει υπόψη του σχετικό μαρτυρικό υλικό στο στάδιο τούτο. Η εισήγηση του συνηγόρου του κατηγορούμενου έγινε αναφορικά με το Τεκμήριο 13 στην κυρίως δίκη, ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου η οποία λήφθηκε στις 22.7.2005, δηλαδή την επομένη της επίδικης. Πάντα σε σχέση με το ζήτημα της εκ των υστέρων έκφρασης παραπόνων από τον κατηγορούμενο αναφορικά με το θεληματικό της επίδικης κατάθεσης του, ζήτησε ο συνήγορος να λάβουμε υπόψη πως στη μεταγενέστερη αυτή κατάθεση ο κατηγορούμενος διατυπώνει τέτοια παράπονα. Βρίσκουμε πως η εισήγηση του συνηγόρου βρίσκεται σε αντίθεση με την επικρατούσα νομική θέση ότι η Δίκη εντός Δίκης διατηρεί την αυτοτέλεια της (βλ. Αστυνομία ν. Μπλάκκη
(1997)2 Α.Α.Δ. 177, σελ. 181 όπου μάλιστα η χρήση μαρτυρίας από την κύρια δίκη οδήγησε στην απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής στη δίκη εντός δίκης). Αν θα έπρεπε να ανατρέξουμε στο πιο πάνω υλικό θα σημειώναμε πως εκεί προσβάλλεται η αλήθεια και όχι στην ουσία η θεληματικότητα της επίδικης κατάθεσης, οι δε περιγραφόμενες συνθήκες λήψης της παρουσιάζονται ανατρεπτικές του πλαισίου ένστασης που ήγειρε η υπεράσπιση. Θέλουμε να τονίσουμε πως ουδόλως έχουμε λάβει υπόψη το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 13 στην κυρίως δίκη κατά τη λήψη της απόφασης αυτής. Ο συνήγορος υπεράσπισης υπέβαλε στο μάρτυρα Α. Χριστοφίδη πως κατά την πρώτη διαδικασία προσωποκράτησης του κατηγορούμενου, ο κατηγορούμενος είχε ερωτηθεί από το Δικαστήριο αναφορικά με την εμφάνιση των μαλλιών του και απάντησε στο Δικαστή πως τα μαλλιά του είχαν τραβηχτεί από αστυνομικό όργανο. Θέλησε η υπεράσπιση να καταδείξει πως στην πρώτη ευκαιρία που είχε ο κατηγορούμενος προέβηκε σε παράπονο σε σχέση με τη συμπεριφορά της Αστυνομίας. Σημειώνουμε πως στο πλαίσιο που ο συνήγορος υπεράσπισης έθεσε για τη διεξαγωγή της Δίκης εντός Δίκης είχε αναφερθεί σε τράβηγμα των μαλλιών του κατηγορούμενου από αστυνομικό όργανο ως συμπεριφορά που μαζί με άλλες έπλητταν τη θεληματικότητα της επίδικης κατάθεσης και που έλαβε χώρα στις 20.7.05 και που στη συνέχεια εγκατέλειψε. Αναδρομή στα επίσημα πρακτικά της πιο πάνω διαδικασίας (Τεκμήριο Γ) αποκαλύπτει πως τέτοιο παράπονο δεν εγέρθηκε από τον κατηγορούμενο, αλλά ούτε και οποιοδήποτε παράπονο αναφορικά με τα όσα σήμερα η υπεράσπιση θεωρεί ως την αξιόμεμπτη συμπεριφορά της Αστυνομίας που έκαμψε την αντίσταση του κατηγορούμενου, δηλαδή τις απειλές αναφορικά με τη σύζυγο και το παιδί του. Παράπονα που άπτονται της συμπεριφοράς των αστυνομικών οργάνων έναντι του κατηγορούμενου διατυπώθηκαν κατά τη δεύτερη διαδικασία προσωποκράτησης του κατηγορούμενου στις 23.7.2005. Αυτά αφορούσαν σε ισχυριζόμενες απειλές για ξεκλήρισμα της οικογένειας του. Δεν έγιναν επακριβείς αναφορές για απειλές απέλασης της συζύγου του και ανάθεσης του παιδιού του στο Γραφείο Ευημερίας. Η συμπεριφορά της υπεράσπισης του κατηγορούμενου εγείρει ζωηρές αμφιβολίες για τη γνησιότητα των σημερινών θέσεων του κατηγορούμενου. Στο στάδιο της δεύτερης αίτησης προσωποκράτησης το ζήτημα είχε εγερθεί κατά τρόπο γενικό, ενδεχομένως γιατί ο κατηγορούμενος προσπάθησε ν΄ απεγκλωβιστεί από την ομολογία του. Η μαρτυρία του Ανώτερου Υπαστυνόμου Χαράλαμπου Φιλίππου, Μ.Κ.4 στη δίκη εντός δίκης, υπεύθυνου στο ΤΑΕ Πάφου και του Υπαστυνόμου Γεώργιου Αγαθοκλέους, Μ.Κ.5 στη δίκη εντός δίκης, τότε υπεύθυνου ασφαλείας στο αεροδρόμιο Πάφου, αφορά περιστατικό που έλαβε χώρα στις 22.7.2005 και δεν άπτεται άμεσα των συνθηκών λήψης της επίδικης κατάθεσης την προηγούμενη μέρα. Ο Χ. Φιλίππου είχε ζητήσει στις 22.7.2005 να παρουσιάσουν στο γραφείο του τον κατηγορούμενο γιατί ήθελε να τον ανακρίνει αναφορικά με τη διάθεση των προϊόντων των κλοπών που όπως είχε πληροφορηθεί ο κατηγορούμενος είχε παραδεχθεί πως διέπραξε. Κατά την παρουσία του κατηγορούμενου στο γραφείο του μάρτυρα Χ. Φιλίππου όπου ο κατηγορούμενος επανέλαβε την ομολογία του, παρών ήταν και ο μάρτυρας Γ. Αγαθοκλέους, ο οποίος όπως ακούσαμε διακατείχετο φιλικά προς τον κατηγορούμενο. Ότι θέλησε να καταδείξει η Κατηγορούσα Αρχή ήταν πως την επομένη της επίδικης κατάθεσης ο κατηγορούμενος είχε την ευκαιρία στην παρουσία ενός δικού του προσώπου, που ήταν και αξιωματικός της Αστυνομίας, να εκφράσει παράπονο για τις συνθήκες λήψης της ομολογίας του και αν πράγματι είχε δεχθεί πιέσεις και απειλές να το αναφέρει, κάτι που είναι κοινό έδαφος ότι δεν έπραξε. Η υπεράσπιση αντικρίζει με άλλο φακό το περιστατικό, ότι δηλαδή ο Χ. Φιλίππου έχοντας υπόψη τις αδυναμίες της ομολογίας του κατηγορούμενου που άπτονταν των συνθηκών λήψης της, θέλησε να εξασφαλίσει επιβεβαίωση της ομολογίας του κατηγορούμενου ενώπιον προσώπου που πρόσκειτο σε αυτόν φιλικά. Η όλη επιχειρηματολογία του συνηγόρου υπεράσπισης βασίστηκε στο ότι ο Χ. Φιλίππου επέμενε στη μαρτυρία του πως ότι αντιλήφθηκε ήταν πως ο Γ. Αγαθοκλέους γνώριζε τον κατηγορούμενο και πως ο Αγαθοκλέους δεν του είπε πως ήταν οικογενειακός του γνωστός, ενώ ο Γ. Αγαθοκλέους στη μαρτυρία του είπε πως ανέφερε στο Χ. Φιλίππου ότι ο κατηγορούμενος ήταν οικογενειακός του γνωστός και «εν κοπελλούϊ δικό μου». Εξετάσαμε με προσοχή τη μαρτυρία των δυο αστυνομικών αξιωματικών. Δε βρίσκουμε πως η διάσταση επί ενός ζητήματος ήσσονος σημασίας παραβλάπτει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο το αξιόπιστο της μαρτυρίας του Χ. Φιλίππου. Δε διακρίναμε σκοπιμότητα στην όποια αναφορά του Χ. Φιλίππου. Η όποια σημασία της συνεύρεσης των τριών προσώπων στις 22.7.2005 έγκειται στο ότι ο κατηγορούμενος δεν εξέφρασε οιονδήποτε παράπονο αναφορικά με τις συνθήκες λήψης από την Αστυνομία της επίδικης κατάθεσης του. Καταλήγουμε ότι η επίδικη κατάθεση λήφθηκε κάτω από τις περιστάσεις και συνθήκες που περιγράφηκαν στη μαρτυρία που προσήγαγε η Κατηγορούσα Αρχή. Μέσα από τη μαρτυρία τους εξάγεται και είναι η κατάληξή μας ότι δεν υπήρξε η προβαλλόμενη από τον Κατηγορούμενο ψυχολογική ή σωματική βία ή άλλες μεμπτές συμπεριφορές όπως αποδόθηκαν από την Υπεράσπιση είτε από το Λοχία Λάμπρου είτε τον Αστυφ. Χριστοφίδη ή άλλο Αστυνομικό όργανο. Η μαρτυρία της συζύγου του Κατηγορουμένου δεν υποβοήθησε σε οτιδήποτε την Υπεράσπιση. Η απόφαση του Κατηγορουμένου να δώσει την επίδικη κατάθεση ήταν αποκλειστικά αποτέλεσμα δικής του απόφασης και δικών του εσωτερικών διεργασιών που εκδηλώθηκαν με τον τρόπο που περιγράψαμε πιο πάνω. Βρίσκουμε ότι η κατάθεση ήταν θεληματική και ότι αυτή αποτελούσε το προϊόν της απόλυτα ελεύθερης και ανεπηρέαστης βούλησης του Κατηγορουμένου. Η ένσταση απορρίπτεται. (Υπ.) ............................................... Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............................................... Χ. Μαλαχτός, Α.Ε.Δ. (Υπ.)............... Ρ. Λιμνατίτου Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ../Λ.Κ./Θ.Γ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο