Διευθυντής Κοινωνικών Ασφαλίσεων ν. Ανδρέας Παναγή, Αρ. Υπόθεσης: 2207/01, 10.11.06 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2006:B55 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2207/01 Διευθυντής Κοινωνικών Ασφαλίσεων - v - Ανδρέας Παναγή ------------------- Ημερομηνία: 10.11.06 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κ. Νίκος Τσιαπαλής Για τους Καθ' ων η αίτηση: κ. Γ. Αθανασιάδης Αιτητής παρών ................. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση ο Αιτητής εξαιτείται διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται όπως η εκτέλεση του εντάλματος φυλάκισης με αριθμό 10959/01, το οποίο εκδόθηκε στην ποινική υπόθεση με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, ανασταλεί και όπως αυτό πληρωθεί με μηνιαίες δόσεις που το Δικαστήριο θα καθορίσει. Η αίτηση, η οποία στηρίζεται στα άρθρα 118 και 119 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, όπως τροποποιήθηκε, υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση του ίδιου του Αιτητή. Το ιστορικό της υπόθεσης, όπως αυτό προκύπτει από τον φάκελο της υπόθεσης έχει ως ακολούθως. Στις 3.4.01 καταχωρήθηκε εναντίον του Αιτητή η πιο πάνω ποινική υπόθεση στην οποία αυτός αντιμετώπιζε τέσσερις κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία αφορούσε παράλειψη πληρωμής κοινωνικών ασφαλίσεων και η τρίτη παράλειψη πληρωμής έκτακτης εισφοράς για την άμυνα της Δημοκρατίας. Η δεύτερη και τέταρτη κατηγορία αφορούσαν παράλειψη πληρωμής πρόσθετου τέλους αναφορικά με εισφορές κοινωνικών ασφαλίσεων και με έκτακτη εισφορά για την άμυνα της Δημοκρατίας για τις ίδιες περιόδους που αφορούσαν οι κατηγορίες ένα και τρία αντίστοιχα. Ο Αιτητής δεν εμφανίστηκε στην διαδικασία και η Κατηγορούσα Αρχή στις 6.7.01 προέβη σε απόδειξη της υπόθεσής της. Το Δικαστήριο βρήκε τον Αιτητή ένοχο στις εναντίον του κατηγορίες και επέβαλε ποινή προστίμου Λ.Κ.40,00 σεντ στην πρώτη και την τρίτη κατηγορία ξεχωριστά. Στις κατηγορίες δύο και τέσσερα δεν επιβλήθηκε καμία ποινή. Ταυτόχρονα εξέδωσε εναντίον του Αιτητή διάταγμα πληρωμής του οφειλόμενου ποσού εκ Λ.Κ.993,86 σεντ. Για την είσπραξη των πιο πάνω ποσών εκδόθηκε το ένταλμα φυλάκισης με αριθμό 10959/
- Είναι την αναστολή εκτέλεσης του εντάλματος αυτού που ο Αιτητής εξαιτείται με την υπό κρίση αίτηση. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 25.10.06 και ορίστηκε για επίδοση στις 27.10.
- Την ημέρα εκείνη το Δικαστήριο ήγειρε αυτεπάγγελτα το θέμα κατά πόσο έχει δικαιοδοσία να εκδώσει ένα τέτοιο διάταγμα εν' όψει του ότι στο ποσό για το οποίο εκδόθηκε το πιο πάνω αναφερόμενο ένταλμα περιλαμβάνεται το ποσό για το οποίο εκδόθηκε το διάταγμα πληρωμής, ήτοι το ποσό των Λ.Κ.993,86 σεντ. Οι συνήγοροι συμφώνησαν, ότι το θέμα αυτό είναι καθοριστικό για την τύχη της αίτησης, γι' αυτό και η υπόθεση ορίστηκε στις 3.11.06 για να αγορεύσουν οι συνήγοροι επί του θέματος. Την ημέρα εκείνη αγόρευσε ο δικηγόρος του Αιτητή. Ο ευπαίδευτος συνήγορος αγορεύοντας υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι το Δικαστήριο θα πρέπει αναπόφευκτα να αποφασίσει αν κατά πόσο το διάταγμα πληρωμής αποτελεί χρηματική ποινή, για να εισηγηθεί, τελικά, ότι οποιαδήποτε αμφιβολία θα πρέπει να ερμηνευτεί προς όφελος του πελάτη του. Το άρθρο 120 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, όπως τροποποιήθηκε, προνοεί ότι για σκοπούς είσπραξης χρηματικής ποινής εκδίδεται ένταλμα εκτέλεσης επί της κινητής ή ακίνητης ιδιοκτησίας του προσώπου, το οποίο διατάχτηκε από το Δικαστήριο να την πληρώσει (άρθρο 2). Στο εδάφιο 4 προνοείται, ότι το πρόσωπο που επηρεάζεται από οποιοδήποτε ένταλμα δύναται να καταβάλει στον λειτουργό που εκτελεί το διάταγμα το ποσό που αναφέρεται σε αυτό μαζί με το ποσό των εξόδων της εκτέλεσης μέχρι του χρόνου πληρωμής. Σε μια τέτοια περίπτωση ο λειτουργός εμποδίζεται να προχωρήσει σε περαιτέρω εκτέλεσή του. Σύμφωνα με το άρθρο 80
(4)του Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου του 1980, Ν.41/80, όπως τροποποιήθηκε, κάθε ποσό το οποίο είναι καταβλητέο στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων δυνάμει απόφασης Δικαστηρίου εισπράττεται ως χρηματική ποινή. Αναφορικά με τον τρόπο εκτέλεσης του εντάλματος ισχύουν οι ίδιες διατάξεις που εφαρμόζονται στην εκτέλεση των εξ' αποφάσεως χρεών σε πολιτικές διαδικασίες δυνάμει οποιουδήποτε νόμου που εκάστοτε βρίσκεται σε ισχύ (άρθρο 121). Σύμφωνα με το άρθρο 123 αν το επηρεαζόμενο πρόσωπο δεν έχει περιουσία ή επαρκή περιουσία από την οποία να εισπραχθούν τόσο το ποσό που αναφέρεται στο ένταλμα όσο και τα έξοδα εκτέλεσης, το Δικαστήριο δύναται με ένταλμα φυλάκισης να διατάξει την φυλάκιση του. Το άρθρο 118 του Κεφ. 155 επί του οποίου στηρίζεται η υπό κρίση αίτηση προνοεί, ότι χρηματική ποινή που διατάχθηκε να καταβληθεί δύναται να διαταχθεί να καταβληθεί είτε αμέσως είτε σε μελλοντικό χρόνο είτε με δόσεις ως το Δικαστήριο που εξέδωσε το διάταγμα ήθελε διατάξει (εδάφιο 1). Από το λεκτικό του πιο πάνω εδαφίου προκύπτει σαφώς, ότι η εξουσία αναστολής χρηματικής ποινής παρέχεται μόνο στο Δικαστήριο που εξέδωσε το διάταγμα. Συνεπώς, το άρθρο 118 δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση. Σύμφωνα με το άρθρο 119, Δικαστήριο, το οποίο διατάσσει την πληρωμή χρηματικής ποινής, δύναται να ανακρίνει το πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα σε σχέση με τους πόρους του είτε κατά τον χρόνο έκδοσης του διατάγματος είτε σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο χρόνο πριν από την πληρωμή της χρηματικής ποινής. Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι το άρθρο αυτό παρέχει την δυνατότητα σε Δικαστήριο να αναστείλει την πληρωμή χρηματικής ποινής και, κατ' επέκταση, την εκτέλεση εντάλματος φυλάκισης, που εκδόθηκε για την είσπραξη της, σε χρόνο μεταγενέστερο της έκδοσής της. Παρέχει, όμως, την δυνατότητα σε Δικαστήριο να αναστείλει την εκτέλεση διατάγματος πληρωμής ή εντάλματος φυλάκισης, όταν σε αυτό περιλαμβάνεται ποσό για το οποίο εκδόθηκε διάταγμα πληρωμής; Είναι, δηλαδή, το διάταγμα πληρωμής χρηματική ποινή; Στην υπόθεση Κώστας Οικονομίδης ν. Διευθυντή Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1989)2 ΑΑΔ 235 ο εφεσείοντας παρέλειψε να πληρώσει εισφορές κοινωνικών ασφαλίσεων καθώς και την έκτακτη εισφορά για την άμυνα για συγκεκριμένη περίοδο. Το άρθρο 80
(1)του Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου του 1980, Ν.41/80, καθιστά την παράλειψη ή αμέλεια της καταβολής εισφοράς και του πρόσθετου τέλους αξιόποινη πράξη υποκείμενη στις κυρώσεις που προβλέπει ο νόμος. Το ίδιο ισχύει και για παράλειψη ή αμέλεια καταβολής της έκτακτης εισφοράς βάσει των διατάξεων του άρθρου 13
(1)του Περί Εκτάκτου Εισφοράς διά την Άμυνα της Δημοκρατίας Νόμου, Ν.5/85. Ο εφεσείοντας καταδικάστηκε με βάση τις σχετικές διατάξεις και ταυτόχρονα διατάχθηκε να πληρώσει τα καθυστερημένα. Το Ανώτατο Δικαστήριο εξετάζοντας κατά πόσο η έκδοση διατάγματος για την καταβολή οφειλόμενων εισφορών σε συνδυασμό με την ευχέρεια είσπραξης τους στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων ως χρηματική ποινή συνιστά ποινή και, αν ναι, κατά πόσο η έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος προσκρούει στο άρθρο 12.3 του Συντάγματος ανέφερε τα εξής: «Στην υπόθεση Haris E. Georghallides and The Village Commission of Ay. Phyla & Another 4 R.S.C.C. 94, αποφασίστηκε ότι ποσά οφειλόμενα βάσει των διατάξεων του Κεφ. 287 και η είσπραξή τους βάσει των προνοιών της φορολογικής νομοθεσίας δεν αποτελεί ποινή με την έννοια που ενέχει ο όρος στα πλαίσια του άρθρου 12.3 του Συντάγματος, καθώς επίσης και οποιοδήποτε πρόσθετο τέλος ήθελε καταβληθεί λόγω παράλειψης του οφειλόμενου φόρου. Η ίδια προσέγγιση χαρακτηρίζει και την απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Meropi Michael Loizou v. Sewage Board of Nicosia
(1998)1 C.L.R. 122. Η νομική αρχή η οποία προκύπτει από το σκεπτικό των πιο πάνω αποφάσεων είναι ότι η παροχή των μέσων που προβλέπει η ποινική δικονομία για την είσπραξη οφειλόμενων εισφορών δεν συνιστά ποινή με την έννοια της παραγράφου 3 του άρθρου 12 του Συντάγματος, επειδή δεν προσθέτει ο,τιδήποτε στις υφιστάμενες υποχρεώσεις του πολίτη. Τι συνιστά ποινή στα πλαίσια του άρθρου αυτού του Συντάγματος, απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Raftis & Co v. Municipality of Paphos
(1982)2 CLR 1. Όπως είχα την ευκαιρία να αναφέρω σ' εκείνη την απόφαση, ποινή συνιστούν οποιεσδήποτε κυρώσεις οι οποίες έχουν ως συνέπεια τον περιορισμό των βασικών ελευθεριών του ατόμου. Στην υπόθεση εκείνη αποφασίστηκε ότι αναστολή διατάγματος κατεδάφισης δεν συνιστούσε ποινή επειδή δεν είχε τα περιοριστικά χαρακτηριστικά τιμωρητικής απόφασης του ποινικού δικαστηρίου. Τι συνιστά ποινή είχαμε την ευκαιρία να εξετάσουμε και στην υπόθεση Chrysostomou v. Republic
(1986)3 CLR 2666». Περαιτέρω, στην υπόθεση Savvas Raftis & Co Ltd and Another v. Municipality of Paphos
(1982)2 CLR 1 ο Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κ. Πικής, όπως ήταν τότε, ανέφερε τα ακόλουθα: «Η ποινή . είναι η τιμωρία που το αρμόδιο δικαστήριο δύναται να επιβάλει . για την παράβαση του ποινικού δικαίου και των κανονισμών. Για να αποτελεί ποινή ένα διάταγμα Δικαστηρίου πρέπει να απολήγει σε στέρηση με ένα ή περισσότερους τρόπους των θεμελιωδών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, όπως το δικαίωμα του σε . ιδιοκτησία και κατοχή. . Τα δικαιώματα του κατηγορουμένου θα πρέπει να εξετάζονται ευρέως . Έτσι, ένα διάταγμα κατεδάφισης μπορεί να λεχθεί, ότι αποστερεί τον πολίτη από το δικαίωμα να χρησιμοποιεί την ακίνητη ιδιοκτησία του όπως επιθυμεί, ενώ ένα διάταγμα κατάσχεσης τον αποστερεί από το δικαίωμα του να χειρίζεται με τον τρόπο που αυτός επιθυμεί αντικείμενα που βρίσκονται στην κατοχή του. Ένα πρόστιμο έχει, επίσης, παρόμοιες περιοριστικές συνέπειες». Τα πιο πάνω αποσπάσματα δεν αφήνουν περιθώριο για έγκριση της αίτησης. Καθίσταται πέρα για πέρα σαφές, ότι διάταγμα πληρωμής για ποσά που οφείλονται ως εισφορές στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων δεν συνιστά ποινή. Ο λόγος είναι γιατί η καταβολή των εισφορών αυτών αποτελεί υποχρέωση του πολίτη και η ευχέρεια είσπραξης τους ως χρηματική ποινή δεν συνεπάγεται τον άμεσο περιορισμό της ελευθερίας του ατόμου. Κατά συνέπεια, η έκδοση δικαστικού διατάγματος για την πληρωμή τους δεν προσθέτει ο,τιδήποτε στις υφιστάμενες υποχρεώσεις του πολίτη. Τούτο καθίσταται, επίσης, σαφές από τις ίδιες τις διατάξεις των άρθρων 118 και 119 του Κεφ. 155, οι οποίες καθιστούν δυνατή την συνάρτηση της αποπληρωμής του οφειλόμενου ποσού με τα οικονομικά μέσα του καταδικασθέντος. Η πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου καθιστά αχρείαστη την εξέταση της αίτησης στην ουσία της. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται. Καμία διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ............ Π. Μιχαηλίδης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο