← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Άριστου Τζιάμαλη, Αρ. Υπόθεσης: 5997/05, 13 Νοεμβρίου  2006

Δημοκρατία ν. Άριστου Τζιάμαλη, Αρ. Υπόθεσης: 5997/05, 13 Νοεμβρίου 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDPAF:2006:26 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΗΝ ΠΑΦΟ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. Χ. Μαλαχτού, Α.Ε.Δ. Ρ. Λιμνατίτου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5997/05 Δημοκρατία Κατηγορούσα Αρχή ν. Άριστου Τζιάμαλη Κατηγορούμενου ------------------------ Ημερομηνία: 13 Νοεμβρίου 2006 Για τη Δημοκρατία : κ. Ν. Κέκκος (κ. Σ. Μάτσας για ν΄ ακούσει απόφαση) Για τον Κατηγορούμενο: κ. Α. Αλεξάνδρου με κα Α. Σαββίδου Κατηγορούμενος παρών --------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ --------------------------- Ο κατηγορούμενος ηλικίας 40 χρόνων είναι εκπαιδευτής αλόγων και ιδιοκτήτης σχολής ιππασίας με την ονομασία "Paddocks" στην Κισσόνεργα. Σύμφωνα με τη θέση της Κατηγορούσας Αρχής η ανήλικη H. από την Αγγλία, ηλικίας κατά τον ουσιώδη χρόνο 14 σχεδόν χρονών, η οποία έκανε μαθήματα ιππασίας στη φάρμα του κατηγορούμενου, αλλά και εργαζόταν στα υποστατικά του, έπεσε θύμα των σεξουαλικών του ορέξεων σε τρία διαφορετικά επεισόδια. Με το κατηγορητήριο αποδίδονται στον κατηγορούμενο οι πιο κάτω κατηγορίες τις οποίες εξετάζουμε κατά χρονολογική σειρά: Απαγωγή θήλεως κάτω των 16 χρόνων, στις 29.5.2005 και άσεμνη επίθεση κατά την ίδια ημερομηνία (κατηγορίες 9 και 10), βιασμός, σεξουαλική εκμετάλλευση ανηλίκου, διαφθορά θήλεως μεταξύ δεκατριών και δεκαεφτά χρονών και άσεμνη επίθεση στις 4.6.2005 (κατηγορίες 1, 2, 3 και 4), βιασμός, σεξουαλική εκμετάλλευση ανηλίκου, διαφθορά θήλεως και άσεμνη επίθεση στις 11.6.2005 (κατηγορίες 5, 6, 7 και 8). Ο συνήγορος του κατηγορούμενου μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή υπέβαλε εισήγηση ότι δεν αποδείχθηκε υπόθεση σε αναφορά με τις κατηγορίες 2 και 6, το Δικαστήριο απέρριψε την εισήγηση και κάλεσε τον κατηγορούμενο σε απολογία στο σύνολο των κατηγοριων. Ο κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Είναι η εκδοχή του όπως παρουσιάζεται εξ υπαρχής με τις καταθέσεις του που έδωσε στην Αστυνομία, Τεκμήρια 29 και 31, πως είναι αθώος, και πως όσα του αποδίδονται είναι ψεύδη της παραπονούμενης η οποία τον εκβίαζε με παραποιημένα μηνύματα, S.M.S. με σκοπό να συνεχίσει να πηγαίνει στη φάρμα. Εκείνος επανειλημμένα την είχε διώξει κι εκείνη κατέφυγε στον εκβιασμό. Η H. γεννήθηκε στην Αγγλία στις 6.1.

  1. Οι γονείς της χώρισαν το
  2. Έφθασε στην Κύπρο μαζί με τη μητέρα της J. (Μ.Κ.8) και το σύντροφο της τελευταίας Ρ. (M.K.5) στις 11 Μαρτίου του
  3. Αρχικά διέμεναν στο Coral Bay, ένα μήνα αργότερα μετακόμισαν στη Χλώρακα και από τις 21.6.06 εγκαταστάθηκαν στην Πέγεια. Η ανήλικη φοιτούσε στην Αμερικανική Ακαδημία από τις 15.3.
  4. Ήδη από το Μάρτιο ο συντροφος της μητέρας της τον οποίο θα αποκαλούμε ως Ρ. γνωρίζοντας ότι της άρεσε η ιππασία και τα άλογα, της βρήκε ένα στάβλο αλόγων όπου θα έκαμνε μαθήματα. Υπεύθυνος ήταν ο κατηγορούμενος. Διευθετήθηκε από τον Ρ. και τη μητέρα της να κάνει η ανήλικη απογευματινά μαθήματα με τη Peta Hellyer (Μ.Κ.11). Επειδή της άρεσαν ιδιαίτερα τα άλογα ζήτησε από τον κατηγορούμενο αν μπορούσε να βοηθά τα απογεύματα στους στάβλους. Ο κατηγορούμενος αποδέχθηκε την πρόταση και της εισηγήθηκε να πηγαίνει Σαββατοκυρίακα απογεύματα, και κατά τη διάρκεια των διακοπών της, να τον βοηθά με τα άλογα. Στους στάβλους υπήρχαν 20 άλογα και εργάζονταν εκεί πέντε περίπου άτομα. Η H. ξεκίνησε μαθήματα με τη Peta. Έκανε συνολικά μαζί της τέσσερα μαθήματα. Αργότερα η Peta μετά από κάποια διαφωνία που είχε με τον κατηγορούμενο, όπως μας μετέφερε η H., έφυγε από εκεί. H Peta δέχεται πως έκανε δύο «διαλείμματα» από την εργασία της,: πριν τα Χριστούγεννα του 2004 και τον Απρίλη του
  5. Εργάστηκε ουσιαστικά στη φάρμα μέχρι τον Ιούλιο του
  6. Αργότερα ο κατηγορούμενος πρότεινε στη H. να της κάνει καθημερινά δωρεάν μαθήματα ιππασίας για κάποια επίδειξη η οποία θα γινόταν στο Κούριο. Έτσι ξεκίνησαν μαζί μαθήματα επί καθημερινής βάσεως τα απογεύματα, διάρκειας μισής έως μιας ώρας. Έκανε συνολικά με τον κατηγορούμενο 15 δωρεάν μαθήματα. Ο κατηγορούμενος αρνείται κατηγορηματικά το γεγονός. Ισχυρίζεται πως ουδέποτε της έκανε ο ίδιος μαθήματα: Εκκρεμούσε και εκκρεμεί στο Δικαστήριο άλλη υπόθεση εναντίον του σχετικά με σεξουαλική παρενόχληση ανήλικης, έτσι δεν επιθυμούσε να της παραδίδει μαθήματα για να μην παραξεγηθούν οι κινήσεις του και οι όποιες ενέργειες του. Μαθήματα, είναι η θέση του, έδιδε στη Η. αρχικά η Peta και αργότερα ο Ken. Ο Κατηγορούμενος έδιδε εξ αποστάσεως κάποιες οδηγίες ή έκανε κάποιες παρατηρήσεις προς τη H. κατά την ώρα του μαθήματος με τους άλλους εκπαιδευτές. Την H. έπαιρνε στη φάρμα η μητέρα της η οποία την περίμενε να τελειώσει και μετά επέστρεφαν μαζί πίσω στο σπίτι. Αργότερα αυτό το έκανε η Μ.Κ. 6, Tracy Buchanan, επίσης από την Αγγλία. Είχαν γνωριστεί με την ανήλικη και τη μητέρα της και σιγά-σιγά συνήψαν φιλικές σχέσεις. Τότε η μητέρα της H. ζήτησε από τη Tracy αν μπορούσε να μεταφέρει την κόρη της στους στάβλους, σε περίπτωση που δεν είχαν μεταφορικό μέσο οι ίδιοι. Η Tracy αποδέχθηκε τη διευθέτηση. Ξεκίνησε έτσι από τον Μάρτιο του 2005 να μεταφέρει την Η., όποτε υπήρχε ανάγκη, στους στάβλους. Τόσο η Tracy όσο και η Peta γνώριζαν για τις κατηγορίες που στρέφονταν εναντίον του κατηγορούμενου για σεξουαλική κακοποίηση, πράγμα που αργότερα έμαθε η ανήλικη και η μητέρα της. Γι' αυτό μιλούσε ανοιχτά και χωρίς ενδοιασμούς και ο ίδιος ο κατηγορούμενος. Η Η. γνώριζε πλέον πως έπρεπε να προσέχει, μιας και δεν μπορούσαν να ξέρουν αν οι κατηγορίες αυτές ήσαν αληθινές. Η H. συνέχιζε μέχρι τις 22.5.2005 τα μαθήματα με τον κατηγορούμενο. Έκαναν δύο επιδείξεις ιππασίας, η πρώτη στις 7.5.2005 και η δεύτερη στις 22.5.
  7. Μετά από την ημερομηνία αυτή η Η. συνέχισε να πηγαίνει τα απογεύματα στους στάβλους για να βοηθά και να καθαρίζει τα άλογα. Στις 29.5.2005 η Tracy πήρε την Η. από τους στάβλους και την μετέφερε στο σπίτι της γύρω στις 9 το βράδυ. Ενώ η Η. βρισκόταν στο δωμάτιο της λήφθηκε στο κινητό της Τεκμήριο 1, με αριθμό 99-603288, ένα μήνυμα S.M.S. από τον κατηγορούμενο "Hallo" «γεια». Η Η. αναγνώρισε τον αριθμό του κατηγορούμενου από τα διαφημιστικά που κυκλοφορούσαν για τη φάρμα. Απάντησε «Hallo, how are you". Με γραπτό πάλι μήνυμα τον ρώτησε γιατί της στέλλει μηνύματα και εκείνος απάντησε ότι την πεθύμησε. Τη ρώτησε τι έκανε και πού βρίσκονταν οι γονείς της. Του είπε πως μελετούσε και πως οι γονείς της βρίσκονταν στο σπίτι. Με νέο μήνυμα της ζήτησε να βγει έξω από το σπίτι. Σε απάντηση τον ρώτησε «γιατί, για ποιο λόγο», «για να σε δω», ήταν το νέο μήνυμα του κατηγορούμενου. Της έστειλε νέο μήνυμα να βγει έξω από το σπίτι. Εκείνη απάντησε ρωτώντας τον πού βρισκόταν. Πίσω από το αυτοκίνητο του Ρ., απάντησε εκείνος. Με νέο μήνυμα τη ρώτησε αν μπορούσε να της τηλεφωνήσει και εκείνη απάντησε εντάξει. Στο τηλέφωνο, της είπε ότι κάτι συνέβαινε με το άλογο το οποίο φρόντιζε και να έβγαινε έξω για να της πει. Έτσι χωρίς να το πει στη μητέρα της, η Η. βγήκε έξω από το σπίτι. Έχουμε ενώπιον μας μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ήδη που κατοικούσε η ανήλικη αφού λίγες ημέρες προηγουμένως είχε πάρει ένα ψυγείο στο σπίτι τους. Εκεί, μέσα σε ένα ασημί αυτοκίνητο, βρισκόταν ο κατηγορούμενος στη θέση του οδηγού. Της ζήτησε να μπει μέσα. Πριν μπει τον ρώτησε να της πει ξανά τι συνέβη. Συνέχισε να της λέει να μπει στ΄ αυτοκίνητο. Θύμωσε και ύψωσε τη φωνή του. Την κατηγόρησε ότι πίστευε πως είναι παιδεραστής, την έκανε να νοιώσει ένοχη. Έτσι μπήκε στο αυτοκίνητο, κάθισε στη θέση του συνοδηγού, οπότε ξαφνικά ο κατηγορούμενος κλείδωσε τις πόρτες. Της είπε ότι δεν συνέβαινε τίποτε με το άλογο. Εκείνη τον ρώτησε γιατί τότε της ζήτησε να βγει έξω. Εκείνος δεν απάντησε και της ζήτησε να τον φιλήσει. Άρχισε να την αγγίζει, εκείνη προσπάθησε να τον τραβήξει μακριά και αυτός άρχισε να την τραβά και να τη φιλά. Προσπάθησε ξανά να τον σπρώξει, αλλά ήταν πολύ δυνατός. Του ζήτησε να σταματήσει αλλά αυτός δεν σταμάτησε. Συνέχισε να τη φιλά και να την αγγίζει στο στήθος και πίσω απ τον λαιμό. Τη ρώτησε στη συνέχεια αν ήθελε να πάει μαζί του στη Γεροσκήπου, για να πάρει τους εργάτες του. Του ζήτησε να την αφήσει να φύγει. Εκείνος ύστερα από 10 - 15 λεπτά την άφησε αφού ξεκλείδωσε προηγουμένως τις πόρτες του αυτοκινήτου. Επέστρεψε στο υπνοδωμάτιο της χωρίς να πει τίποτε σε κανένα: «φοβόταν» τι μπορούσε να κάνει ο «Άρης» (το μικρό όνομα του κατηγορούμενου). Βγήκε από το σπίτι κρυφά, δεν ήξερε τι να πει στη μητέρα της. Ήξερε πως θα της θύμωναν, θα έβρισκε τον μπελά της. Συνέχισε να πηγαίνει στους στάβλους να βοηθά και να καθαρίζει τα άλογα. Δεν ήθελε να βρει κάποιες δικαιολογίες που να εξηγούν γιατί δεν ήθελε να πηγαίνει εκεί. Στις 4.6.2005 κατά το μεσημέρι περίπου, η Tracy πήρε την Η. από το σπίτι και πήγαν στους στάβλους. Εκεί η Tracy είχε ένα καβγά με τον κατηγορούμενο, με τον οποίο, όπως και η ίδια παραδέχθηκε, ξεκίνησε να έχει σεξουαλική σχέση, την οποία, σύμφωνα πάντοτε με τη μαρτυρία της, συνεχίζει να έχει μέχρι και σήμερα. Η H. ήδη γνώριζε από τη Tracy ότι «έβγαινε με τον Κατηγορούμενο». Μετά από τον καβγά αυτό η Tracy έφυγε θυμωμένη από τους στάβλους. Τότε ο Κατηγορούμενος είπε στο Philip, ένα αγόρι από την Αγγλία, ηλικίας περίπου 14 χρονών το οποίο είχε ξεκινήσει πρόσφατα να εργάζεται στη φάρμα, να πάει να καθαρίσει τους στάβλους. Η H. ζήτησε από τον κατηγορούμενο να πάει μαζί με τον Philip γιατί δεν ήθελε να μείνει μόνη μαζί του, αλλά εκείνος της είπε να μην πάει, να μείνει μαζί του και να του φέρει απ΄ έξω μια σέλα αλόγου, να την πάρει στο γραφείο του. Πήρε τη σέλα και έκανε όπως της είπε. Εκεί στο γραφείο ο Κατηγορούμενος άρχισε να τη φιλά στα χείλη. Του είπε να σταματήσει. Μετά από λίγο σταμάτησε. Της ζήτησε να πάει έξω μαζί του για να του δείξει πώς τάιζε τα άλογα. Καθοδόν, ο κατηγορούμενος την άρπαξε από το δεξί της ώμο ζητώντας της να μην κάνει θόρυβο και να μην πει τίποτε. Εκείνη φοβήθηκε και του είπε εντάξει. Εκείνος την τράβηξε προς τις τουαλέτες που βρίσκονται δίπλα από εκεί που ταίζουν τα άλογα. Επρόκειτο για ένα δωμάτιο χωρισμένο ουσιαστικά σε δυο μικρές τουαλέτες. Την ώρα εκείνη ο Philip βρισκόταν στους στάβλους. Τότε ο κατηγορούμενος φτάνοντας μπροστά από τις τουαλέτες την έσπρωξε στη δεξιά τουαλέτα και έκλεισε την πόρτα. Την έσπρωξε με βία στον τοίχο και άρχισε να τη φιλά. Προσπάθησε να τον σταματήσει, αλλά εκείνος γινόταν ολοένα και πιο βίαιος και πιο δυνατός. Έτσι εκείνη σταμάτησε. Της κατέβασε το τζιν παντελόνι που φορούσε μέχρι τα γόνατα βγάζοντας και εκείνος το δικό του παντελόνι και εσώρουχο. Πήρε τα δυο της χέρια και την έβαλε να τον αγγίξει σ΄ όλο το μπροστινό του σώμα, πάνω και κάτω. Υστερα χωρίς προφυλακτικό εισήλθε στο αιδοίο της. Πόνεσε πάρα πολύ. Αφού ολοκλήρωσε, φόρεσε τα ρούχα του και έφυγε από εκεί. Καθόλη τη διάρκεια της πράξης, ο κατηγορούμενος της ψιθύριζε αν της άρεσε. Εκείνη δεν απάντησε, είχε φοβηθεί πολύ. Παρατήρησε πως όταν φόρεσε το εσώρουχο της υπήρχε αίμα. Πρώτη φορά είχε τέτοια εμπειρία, ήταν παρθένα. Την ίδια διαπίστωση έκανε αργότερα και η μητέρα της όταν πήρε να πλύνει τα εσώρουχά της. Ενώ η Η. ετοιμαζόταν να φύγει, ο κατηγορούμενος επέστρεψε στην τουαλέτα για να πλύνει τα χέρια του ζητώντας της να μην πει τίποτε σε κανένα. Αυτό, θα μείνει μεταξύ εμένα και εσένα, της είπε. Δεν είπε τίποτε ούτε στη μητέρα της ούτε στον Π. για το τι συνέβηκε στις 4.6.
  8. Φοβόταν μήπως την κτυπούσε ο Κατηγορούμενος που ήταν ιδιαίτερα βίαιος. Τη βιαιότητα του χαρακτήρα του κατηγορούμενου, ο οποίος έβριζε και φώναζε αλλά είχε και ζωηρές εκκρίξεις θυμού επιβεβαίωσε και ο Μ.Κ.12 Πολύκαρπος Πολυκάρπου, τη μαρτυρία του οποίου θα εξετάσουμε αργότερα. Συνέχιζε λοιπόν η H. να πηγαίνει στους στάβλους, φοβόταν να μιλήσει. Επειδή ένοιωθε ανακούφιση όταν βρισκόταν στους στάβλους με τα άλογα, αλλά και επειδή η Tracy ήταν πάντοτε εκεί, συνέχιζε αυτό που έκανε και προηγουμένως. Ένοιωθε ότι αν έμενε πάντοτε με τη Tracy, που της είχε υποσχεθεί πως θα την προστάτευε, ο κατηγορούμενος δεν θα της έκανε κακό. Στο σπίτι της υπήρχαν πολλά προβλήματα, η μητέρα της εκείνο το διάστημα δεν είχε καλές σχέσεις με το σύντροφορ της Ρ., το κλίμα στο σπίτι δεν ήταν καλό, δεν είχε που να το πει και έτσι δεν αποκάλυψε σε κανένα τι συνέβη τη μέρα εκείνη. Στις 11.6.2005 η Η. πήγε με τη μητέρα της γύρω στις 11:00 π.μ. στους στάβλους. Προηγουμένως είχαν διασταυρωθεί στο δρόμο με τη Tracy όπου η τελευταία είπε στη μητέρα της να μείνει μαζί της μέχρι να επιστρέψει η ίδια. Η μητέρα της έμεινε στο container - γραφείο για λίγη μόνο ώρα. Εκεί βρισκόταν ο κατηγορούμενος και έκανε μια συζήτηση με τη μητέρα της. Όπως μας μετέφερε η μητέρα της H. ο κατηγορούμενος της είπε ότι έμενε πολύ ώρα εκεί, ότι έπινε όλο τον καφέ και έχανε την ώρα της. Άλλωστε η H. της είπε, θα καθάριζε τα άλογα και δεν υπήρχε λόγος να βρίσκεται εκείνη εκεί. Παρατηρήσεις που της είχε ξανακάνει σε άλλη ευκαιρία. Λέγοντας της αυτά, στάθηκε με τα χέρια του διπλωμένα κοιτάζοντας την επίμονα και της ζήτησε να αφήσει την H. να κάνει τη δουλειά της. Η μητέρα της Η. γνώριζε ότι ο Philip ήταν εκεί και ο Πόλυς ήταν κοντά. Δεν πίστευε ότι θα συνέβαινε κάτι. Έτσι έφυγε. Ενώ ο Philip κοιμόταν πάνω από το container, ο κατηγορούμενος ζήτησε από την H. να του φέρει ένα εργαλείο για να καθαρίσει το άλογο. Η H. πήρε το εργαλείο πίσω από τους στάβλους ενώ ο κατηγορούμενος ακολουθώντας την της ζήτησε να το πετάξει, δεν θα καθάριζαν της είπε το άλογο. Τον ρώτησε γιατί, και εκείνος δεν της απάντησε. Αμέσως της τράβηξε τα ρούχα της, τα κατέβασε μέχρι τα γόνατα, έβγαλε το παντελόνι του και το εσώρουχο του, της κράτησε τα χέρια και χωρίς προφυλακτικό εισχώρησε το πέος του στον κόλπο της για λίγο. Αμέσως μετά τη γύρισε από πίσω και εισχώρησε στον πρωκτό της. Πόνεσε πάρα πολύ. Ο κατηγορούμενος σε κάποια στιγμή της είπε ότι θα τέλειωνε και τη ρωτούσε αν ήθελε να εκσπερματώσει μέσα της, του έλεγε συνεχώς όχι. Αυτός αγνοώντας την εκσπερμάτωσε μέσα της. Φόρεσαν τα ρούχα τους. Ο Κατηγορούμενος της ζήτησε να φύγουν από την πίσω πλευρά των στάβλων, ξεχωριστά, για να μην τους δει ο Philip μαζί. Ο κατηγορούμενος έφυγε πρώτος. Εκείνη ήταν σοκαρισμένη, δεν μπορούσε ούτε να φωνάξει ούτε να τσιρίξει, την έπιασε υστερία και έκλαιγε ασταμάτητα. Έμεινε εκεί για λίγο μέχρι να καλμάρει και ύστερα έφυγε. Κατά την αντεξέταση η οποία ήταν μακρά και επίμονη ρωτήθηκε για τις λεπτομέρειες του βιασμού της στις 11.6.
  9. Ενώπιόν μας και για πρώτη φορά η Η. απεκάλυψε περαιτέρω λεπτομέρειες: πριν να λάβουν χώρα όσα περιέγραψε κατά την κυρίως εξέτασή της ο Κατηγορούμενος της έκανε στοματικό «έρωτα» και ανάγκασε και την ίδια σε πεολειχία. Εξήγησε γιατί δεν το ανέφερε εξ΄ υπαρχής στην κατάθεσή της. Στις 3.7.05 είπε, ένιωθε άβολα, ένιωθε ντροπή, ήταν η χειρότερη μέρα της ζωής της, έμαθαν όλοι τι της συνέβη. Η δε διαδικασία της κατάθεσής της προς την Αστυνομία ήταν δύσκολη το ίδιο και η επικοινωνία που είχε με την Αστυνομικό που της έπαιρνε την κατάθεση, τα Αγγλικά της αστυνομικού ήταν φτωχά και η συνεννόηση γινόταν δύσκολα. Δεν είπε οτιδήποτε σε κανένα για το επεισόδιο στις 11.6.05, ούτε στον Philip, που είχε εν τω μεταξύ ξυπνήσει, δεν το ήξερε καλά και δεν τον εμπιστευόταν. Συνέχισε να εργάζεται με τη Tracy η οποία είχε εν τω μεταξύ επιστρέψει. Έμειναν όλη την ώρα μαζί μέχρι τις 9 το βράδυ, οπότε η Tracy την πήρε στο σπίτι της. Και πάλι για τους ίδιους λόγους δεν είπε τίποτε στη μητέρα της και στον Ρ. Συνέχισε τα απογεύματα να εργάζεται με τη Tracy στη φάρμα. Στις 18.6.2005 μια βδομάδα μετά από το συμβάν, έστειλε στη Tracy μήνυμα στο κινητό της ότι ήθελε να της μιλήσει για κάτι που αφορούσε τον κατηγορούμενο. Εκείνη της απάντησε «εντάξει». Την επομένη, Κυριακή 19.6.2005, η Tracy την πήρε από το σπίτι για να την πάρει στους στάβλους. Καθοδόν, όπως μπόρεσε να αντιληφθεί η H., και από όσα της είχε πει η ίδια η Tracy, ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε στη Tracy και τη ρωτούσε συνεχώς αν ήταν καλά η Η. Άκουσε τη Tracy να του λεει ότι υπήρχε «ένα αρκετά μεγάλο πρόβλημα». Έφτασαν στους στάβλους. Εκεί συνομίλησαν όλοι μαζί και για πρώτη φορά η H. τους είπε όλη την ιστορία. Ενώ συζητούσαν έφτασε εκεί και ο Πόλυς Πολυκάρπου ο οποίος μπήκε στη συζήτηση. Ο κατηγορούμενος ζήτησε από την H. να πει και να επαναλάβει μπροστά στον Πόλυ αυτά που τους είπε προηγουμένως. Η H., όπως μας μετέφερε ο Πόλυς, όταν τους περιέγραφε αυτά που της έκανε ο κατηγορούμενος ήταν "ψυχρή", δεν έκλαιγε ούτε φώναζε, μιλούσε πολύ σιγά και φαινόταν πολύ ψύχραιμη. Ο κατηγορούμενος δεν της είπε τίποτε, συνεχίζει ο Πόλυς, την άφησε να τελειώσει και της έκανε μια δυο ερωτήσεις, όπως πού βρισκόταν την ώρα εκείνη η Tracy. Η H. απάντησε πως η Tracy έλειπε και ότι ο Philip κοιμόταν πάνω από το container. Του υπέδειξε δε δυο διαφορετικούς τόπους που έκαναν "σεξ". Όταν τέλειωσε η H., ο κατηγορούμενος έγινε επιθετικός. Η H. προσπάθησε να σηκωθεί, σηκώθηκε και ο κατηγορούμενος και κινήθηκε προς το μέρος της με τάση να της επιτεθεί. Ο Πόλυς την ώρα εκείνη σκεφτόταν πώς να προστατεύσει τη μικρή. Ο κατηγορούμενος στη συνέχεια της είπε «εσύ μου είπες ότι ο πατριός σου έκανε σεξ μαζί σου». Η H. δεν έδωσε καμιά απάντηση σ΄ αυτή την υποβολή του κατηγορούμενου, δεν αντέδρασε καθόλου. Τότε ο κατηγορούμενος της είπε «αυτά όλα που λες είναι ψέματα και θα πιάσω τον πατριό σου να του τα πω όλα» και άρχισε να φωνάζει. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος έφυγε ενώ η Tracy έφυγε με την H. Ο Πόλυς άκουσε τη Tracy να κλαίει, του είπε πως ένοιωθε πολύ άσχημα επειδή η μητέρα της Η. της την εμπιστεύθηκε, ήταν ουσιαστικά απαρηγόρητη. Δίπλα της η H. έκλαιγε σιωπηρά. Ο Πόλυς την πλησίασε και της είπε πως αν όσα τους εξιστόρησε ήταν αλήθεια θα έπρεπε να το πει στη μητέρα της. Μετά από λίγη ώρα έφθασε ο Ρ., μετά από το τηλεφώνημα του κατηγορουμένου, χωρίς όμως να γνωρίζει το λόγο αφού κανείς δεν του είπε οτιδήποτε. Ο κατηγορούμενος με τη δική του μαρτυρία εισηγείται πως όλα αυτά ήταν εκβιασμοί της H. Ήξερε ότι δεν την ήθελε στη φάρμα, την είχε διώξει επανειλημμένα. Της ζήτησε να μην ξανάρθει στη δουλειά, ούτε στα μαθήματα, γι΄ αυτό εκείνη τον εκβίαζε με μηνύματα που της είχε στείλει με άλλη ευκαιρία και τα οποία η Η., σύμφωνα πάντα με τη δική του θέση είχε εν τω μεταξύ αλλοιώσει. Στην ενώπιον μας ένορκη του κατάθεση επανέλαβε την ίδια εκδοχή και υιοθέτησε τα όσα εισήγαγε με την ανακριτική του κατάθεση προς την Αστυνομία, Τεκμήρια 29 και
  10. Η συμπεριφορά της Η. από τις 28.5.05, ήταν η θέση του, ήταν περίεργη, ξεκίνησε να τον παίρνει φωτογραφίες από το κινητό της και να τον εκβιάζει πως κανείς δεν θα μπορούσε να την σταματήσει να πηγαίνει στα «Paddocks». Δεν έπρεπε, του είπε, να ξεχνά πως είχε προηγούμενη υπόθεση εναντίον του. Επανέλαβε επίσης πως η ίδια η Η. σε τρεις περιπτώσεις από την αρχή του Μαίου αλλά και στην παρουσία της Tracy και του Πόλυ του είπε πως ο Ρ., την κακοποίησε σεξουαλικά σε μικρή ηλικία. Εισηγήθηκε στην Η. να το πει στη μητέρα της αλλά εκείνη αρνήθηκε λέγοντας του πως κανείς δεν θα την πίστευε. Τις ώρες και τις μέρες που του αποδίδονται οι κατηγορίες υπήρχαν εκεί και άλλα άτομα που δούλευαν στους στάβλους, ο δε ίδιος δεν έμεινε ποτέ μόνος με την Η. Η Η. δούλευε μαζί με την Tracy και η μόνη επαφή που είχαν ήταν κατά τα διαλείμματα και κατά το φαγητό. Οι σχέσεις τους ήταν τυπικές. Στην Η., είπε κατά την αντεξέταση, έκαμε αρχικά τέσσερα μαθήματα η Peta η οποία στη συνέχεια έφυγε και αργότερα από τις 16.5.05 μαθήματα της έκανε ο Ken. Για σκοπούς αξιολόγησης και σκοπούς συμπερασμάτων κρίνεται αναγκαίο να εξεταστεί κατά πρώτο με κάθε δυνατή προσοχή η μαρτυρία της παραπονουμένης συμπεριλαμβανομένων και των γραπτών της καταθέσεων. Αξιολόγηση η οποία δυνατό να εμπλέξει όπου είναι αναγκαίο τη μαρτυρία άλλων μαρτύρων. Σημειώνουμε από την αρχή ότι η μαρτυρία όλων των αστυνομικών μαρτύρων γίνεται δεκτή ως ειλικρινής και ορθή αλλά και ως μαρτυρία που προήλθε από τις ανακριτικές αρχές στα πλαίσια των καθηκόντων τους κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης. Άλλωστε η αξιοπιστία τους δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά από την Υπεράσπιση. Οι όποιες αναφορές του κατηγορουμένου, ότι η Αστυνομία δεν πήρε τα ημερολόγια του για να εξετάσει τους ισχυρισμούς του σε σχέση με τις κινήσεις του κατά τις επίδικες ημερομηνίες, δεν άπτετο κρίνουμε άμεσα της αξιοπιστίας τους. Η Υπεράσπιση απλώς περιορίστηκε στο να αποδώσει παράληψη στη διερεύνηση του γεγονότος. Έχουμε τη μαρτυρία του Μ.Κ.9 Λοχία 1397 Σάββα Σάββα, ο οποίος διαψεύδει ρητά τον κατηγορούμενο όταν λέει με σαφήνεια πως το ημερολόγιο του κατηγορουμένου, όπου καταχωρούσε τα ραντεβού του, είχε ελεγχθεί από τη Αστυνομία και στη συνέχεια επεστράφη στον κατηγορούμενο. Εξετάστηκε ακόμη κατά τον μάρτυρα το «άλλοθι» του κατηγορουμένου τόσο για τις 4.6.05 όσο και για τις 11.
  11. 05, ενώ διερευνήθηκε και πάρθηκαν σχετικές καταθέσεις για το θέμα του γάμου στις 11.6.2005 για τον οποίο είχε αναλάβει ο κατηγορούμενος να προμηθεύσει μια άμαξα και λήφθηκε σχετική κατάθεση από την Μ.Κ.13 Πόλα Στυλιανού. Η μαρτυρία κατέδειξε ότι τα αστυνομικά όργανα ενήργησαν με ορθό και επιμελή τρόπο εκτελώντας τα καθήκοντα τους ακριβοδίκαια και θέτοντας στο φάκελο της υπόθεσης το αναγκαίο μαρτυρικό υλικό χωρίς να αποκρύψουν οτιδήποτε προέκυψε κατά τη διερεύνηση. Απορρίπτουμε τις όποιες θέσεις του κατηγορουμένου περί του ότι η Αστυνομία αρνήθηκε να παραλάβει το ημερολόγιό του λέγοντάς του ότι «δεν θέλουμε στοιχεία υπέρ σου αλλά στοιχεία εναντίον σου», ως εκ των υστέρων κατασκευάσματα του κατηγορουμένου. Εξετάζοντας τη μαρτυρία της παραπονούμενης είτε μεμονωμένα είτε σε συνδυασμό με τη λοιπή μαρτυρία την κρίνουμε ειλικρινή και απόλυτα πειστική. Η Η. καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου μετά την τοποθέτηση διαχωριστικού μπροστά από τον κατηγορούμενο όπως διευθετήθηκε από το δικαστήριο για να μην έρχεται σε οπτική επαφή μ΄ αυτόν, υιοθέτησε τις καταθέσεις της προς την Αστυνομία Τεκμήρια 6 και 8 και έδωσε και μετέφερε στην αίθουσα του Δικαστηρίου όλα όσα βίωσε από τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Η αντεξέταση δεν κατάφερε σε καμιά περίπτωση να κλονίσει τις θέσεις της και την αλήθεια του λόγου της όσον αφορά τόσο στα περιστατικά όσο και σε επί μέρους θέματα. Κατά την ώρα της κατάθεσής της ενώπιον του Δικαστηρίου παρά τη φαινομενική ηρεμία της υπέφωσκε έντονη η αγωνία της, ιδιαιτέρως όταν αναγκάσθηκε κατά την αντεξέταση να αναφερθεί στον τρόπο και στις λεπτομέρειες του βιασμού της. Παρατηρούμε με απόλυτη βεβαιότητα πως το νεαρό αυτό κορίτσι σε καμιά περίπτωση δεν άλλαξε τις θέσεις της, ούτε έδωσε άλλες εξηγήσεις ή δικαιολογίες για την εξ' υπαρχής συμπεριφορά της να μην πει αμέσως το τι συνέβηκε στη φάρμα είτε προς τη μητέρα της είτε προς τρίτο πρόσωπο, στην Tracy με την οποία είχε καλή σχέση. Βρίσκουμε ότι η ανήλικη είχε πλήρη συναίσθηση και της σοβαρότητας των κατηγοριών που αποδίδονται στον κατηγορούμενο και ότι έδωσε την κατάθεσή της με γνώμονα την αλήθεια. Η γενική εντύπωση που πήραμε, από την Η. την μετριοπάθεια στην εκφορά του λόγου της αλλά και του σεβασμού που είχε για την αλήθεια, ήταν εξαιρετική. Οι όποιες περισσότερες λεπτομέρειες που έδωσε κατά την αντεξέταση που σημειώνουμε πως ήταν ιδιαίτερα επίπονη σχετικά με το βιασμό της 11.6.05, ενισχύουν περισσότερο παρά κλονίζουν την αξιοπιστία της. Οι εξηγήσεις που έδωσε μας έπεισαν για την αλήθεια της. Ήταν φυσικό η ανήλικη να νιώθει όπως ένιωθε την ημέρα που έδινε την κατάθεσή της στην Αστυνομία, όταν αποκάλυπτε τα τόσα εξευτελιστικά στα οποία την υπέβαλε ο κατηγορούμενος. Ένα τόσο νεαρό κορίτσι να αναγκάζεται να περιγράψει τι ο κατηγορούμενος έκανε στο σώμα του. Δεν ήταν μια προσχεδιασμένη και προγραμματισμένη αναφορά της ανήλικης κατά την κυρίως εξέταση με σκοπό να επιβαρύνει ακόμα περισσότερο την εικόνα του βιασμού της. Ήταν πλέον με την πάροδο του χρόνου σε θέση να σκεφτεί πιο καθαρά και να μιλήσει πλέον ανοικτά για ό,τι της συνέβηκε, άλλωστε ερωτάτο και διερευνείτο το θέμα από την υπεράσπιση. Ως αξιόπιστα πρόσωπα κρίνουμε τόσο την μητέρα της παραπονουμένης όσο και τον σύντροφό της. Η μητέρα της παραπονουμένης πρόσωπο τραγικό θα λέγαμε και φορτωμένο από ενοχές, που ανάγονται στα όσα η ίδια επιρρίπτει στον εαυτό της, γιατί άφησε την κόρη της στα χέρια του κατηγορουμένου, ενώ γνώριζε τους κινδύνους, κατέθεσε με ειλικρίνεια χωρίς να καταφύγει στην ευκολία της δραματοποίησης ή της υπερβολής. Η μαρτυρία της γύρω από τα όσα περιέπεσαν στην αντίληψή της και γύρω από το περιστατικό αφαίρεσης του τηλεφώνου της Η. από την τσάντα της και όσα άλλα με λεπτομέρειες περιέγραψε ενώπιον μας γίνονται αποδεκτά ως αληθινά. Άλλωστε ο ίδιος ο κατηγορούμενος αποδέχεται την αφαίρεση του τηλεφώνου της Η. στην παρουσία της μητέρας της με σκοπό, όπως αναφέρει ο ίδιος, να δει τα S.M.S. με τα οποία η ανήλικη τον εκβίαζε. Όλα όσα περιγράφονται από τη μητέρα της παραπονουμένης γύρω από το περιστατικό ουσιαστικά επιβεβαιώνονται από τον κατηγορούμενο ο οποίος προβάλλει τις δικαιολογίες του γι' αυτή του την ενέργεια όπως θα εξετάσουμε πιο κάτω. Αξιόπιστη κρίνεται και η μαρτυρία της Peta Hellyer η οποία επιβεβαιώνει ουσιαστικά τις θέσεις της παραπονουμένης για το πότε εργάστηκε στη φάρμα και μέχρι πότε έκανε μαθήματα εκεί. Ήταν σαφής η μάρτυρας, όταν κατά την αντεξέταση επιβεβαίωνε πως η Η. έκανε μαθήματα μαζί της. Και ότι έκανε το τελευταίο μάθημα στις 3.7.
  12. Σημειώνουμε ότι η μαρτυρία της ήταν στα επί μέρους ευνοϊκή για τον κατηγορούμενο, όπως όταν εκφράζει την άποψη ότι ο Κατηγορούμενος δεν βίασε την Η. αλλά ότι είχαν «κάποιου είδους σχέση» ή όταν έκανε αναφορά στο προκλητικό ντύσιμο της Η. Θέση την οποία διευκρίνισε κατά την αντεξέταση και ουσιαστικά ανέτρεψε. Ο Πολύκαρπος Πολυκάρπου γίνεται επίσης δεκτός ως ένας καθόλα αξιόπιστος μάρτυρας. Μας εντυπωσίασε όλως ιδιαιτέρως για την φιλαλήθεια, την αμεσότητα του λόγου του και τη σταθερότητα των θέσεων του. Θα αναφερθούμε πιο κάτω σε επιμέρους παρατηρήσεις αναφορικά με τον μάρτυρα αυτό. Η μαρτυρία της Tracy Buchanan αντικρίζεται από το Δικαστήριο με ιδιαίτερη προσοχή και καχυποψία, εφόσον η μάρτυρας είχε, και έχει μέχρι σήμερα, ερωτικό δεσμό με τον κατηγορούμενο. Είδαμε επίσης ότι είναι το πρόσωπο στο οποίο η μητέρα της Η. της την εμπιστεύθηκε και είναι φυσικό όσο και να θέλει να βοηθήσει τον κατηγορούμενο, να νιώθει ένοχη για τα όσα συνέβηκαν, ιδιαιτέρως εφόσον στις 4.6.05 και 11.6.05 η ίδια απουσίαζε από τη φάρμα. Χωρίς να παραποιεί ουσιαστικά τα γεγονότα φωτίζει μέρος της αλήθειας και ρίχνει σκιά ως προς τα ουσιώδη για να αφήσει την εντύπωση πως είναι δυνατόν το κορίτσι να λέει ψέματα, όπως έλεγε και για τον «πατριό» της ή έστω, ότι αυτό που έγινε ανάμεσα τους έγινε με τη συγκατάθεση της Η. Μου είπε, η Η., λέει, πως έκαναν «έρωτα» δύο φορές. Μετά από όσα συνέβηκαν η μάρτυρας συνεχίζει να έχει δεσμό με τον Κατηγορούμενο. Έχει λοιπόν άμεσο ενδιαφέρον από την έκβαση της υπόθεσης και είναι φυσικό να επιθυμεί την αθώωση του Κατηγορουμένου. Όπου η μαρτυρία της έρχεται σε αντίθεση με τη μαρτυρία άλλων αξιόπιστων μαρτύρων απορρίπτεται. Ο κατηγορούμενος δεν είπε την αλήθεια. Τόσο στην κατάθεσή του προς την Αστυνομία όσο και ενώπιον μας βρίσκουμε πως ο κατηγορούμενος δεν έλεγε την αλήθεια: τα όσα αποδίδει στην Η. περί εκβιασμών είναι σκέψεις εκ των υστέρων, τις οποίες εισάγει και επαναλαμβάνει ενώπιον μας ούτως ώστε να εισάξει κίνητρο και να δικαιολογήσει γιατί η Η. να πλάσει τέτοιες ιστορίες και να του αποδώσει τόσο σοβαρές κατηγορίες. Μέσα σ' αυτές τις παραμέτρους σημειώνουμε τη στάση του κατηγορουμένου και τις κατηγορίες που αποδίδει όπως είπαμε ήδη προς την Αστυνομία για μεροληπτική στάση και πλημμελή εξέταση της υπόθεσης θέση την οποία ήδη απορρίψαμε. Διακρίναμε στη μαρτυρία του κατηγορουμένου το κατασκευασμένο αλλά και την ευκολία στο να δίνει απαντήσεις λογικοφανείς εκ πρώτης όψεως αλλά όχι πειστικές. Ιδιαίτερα μας ξενίζει, και θα θέλαμε να το παρατηρήσουμε αυτοτελώς, πως ο κατηγορούμενος ο οποίος τηλεφώνησε του Ρ. να έρθει να πάρει την Η. και ενώ απειλεί ότι θα του τα πει όλα, και ενώ σε αυτό στόχευε στις 19.6.05 στη συζήτησή που είχαν όλοι μαζί στο container, όταν έρχεται ο Ρ. δεν του λέει τίποτα. Δικαιολογεί τη στάση του λέγοντας πως θα έπρεπε να του τα πει η ίδια, η Η. άλλωστε τι να του πει ο ίδιος, ήξερε ότι όλα ήσαν βλακείες της. Το ότι ο κατηγορούμενος παραδέχεται ότι δεν είπε τίποτα στον Ρ. αποτελεί κοινό έδαφος και για τους λοιπούς μάρτυρες κατηγορίας. Η Tracy, στην κατάθεση της προς την Αστυνομία, Τεκμήριο 19, λεει πως σε λίγο ο πατριός της Η. κατέφθασε για να συζητήσει «για δουλειές» «business», με τον Κατηγορούμενο και στην συνέχεια πήρε την Η. στο σπίτι. Το ίδιο λέει και η μητέρα της Η. Αυτό της μετέφερε ο σύντροφός της αργότερα. Ο ίδιος ο Κατηγορούμενος καταφεύγει σε υπεκφυγές χωρίς να εξηγεί γιατί δεν του είπε τίποτα. Του τηλεφώνησε λέει, αφού του έδωσε τον αριθμό η Η., να έρθει να την πάρει: όταν ήρθε, καθόταν στο αυτοκίνητο πέντε λεπτά. Αυτός τον χαιρέτησε. Ο Ρ. πήρε τη Η. και έφυγαν. Δεν ηθέλησε να του πει τίποτα, γιατί να ξεκινήσει φασαρίες. Άλλωστε δεν πίστευε την Η. Το μόνο που ήθελε το κορίτσι ήταν «σημασία». Αφύσικη κρίνεται η θέση του κατηγορουμένου, ένα πρόσωπο το οποίο αντιμετωπίζει άλλη μία υπόθεση για σεξουαλική εκμετάλλευση ανηλίκου η οποία εκκρεμεί στο Ε.Δ. Πάφου, ένα πρόσωπο που ένα νεαρό κορίτσι τον εκβιάζει όπως λεει, με αυτό τον αισχρό τρόπο, ενώ προσπαθεί να ξεκαθαρίσει τα πράγματα σε κοινή συζήτηση με την Tracy και τον Πόλυ, ξένα πρόσωπα ουσιαστικά προς τη Η., ενώ απειλεί ότι θα τα πει όλα στους «γονείς» της και τηλεφωνεί για το σκοπό αυτό του Ρ., όταν αυτός έρχεται δεν λέει οτιδήποτε και αφήνει τα πράγματα ως έχουν. Αφήνει ουσιαστικά το κορίτσι να διαδίδει ψέματα τόσο για τον πατριό της όσο και για τον ίδιο. Αφήνει ένα μεγάλο κίνδυνο να επικρέμεται χωρίς να ξεκαθαρίσει τα πράγματα είτε με τη μητέρα της Η., είτε με τον Ρ., με την πρώτη ευκαιρία που είχε, και που ο ίδιος δημιούργησε με το τηλεφώνημα στις 19.6.
  13. Βρίσκουμε ότι αυτό που κάνει ουσιαστικά ο κατηγορούμενος όταν επιζητεί τη συνάντηση στις 19.6 είναι να εκφοβίσει το νεαρό κορίτσι πράγμα που εν μέρει πετυχαίνει με το βίαιο χαρακτήρα του και τον βομβαρδισμό ερωτήσεων προς την ίδια, ζητώντας της λεπτομέρειες σαν να ήταν εκείνη εν αδίκω. Επιτίθεται ουσιαστικά πρώτος ο κατηγορούμενος για να κερδίσει τις εντυπώσεις μπροστά στην Tracy και τον Πόλυ και να αχρηστεύσει έτσι το λόγο της Η. ενώπιον μαρτύρων. Γνωρίζει ήδη ο κατηγορούμενος από τη Tracy με την οποία διατηρεί δεσμό ότι η Η. της απεκάλυψε τι είχε συμβεί. Γνωρίζει επίσης, ότι η Η. έδειξε στη Tracy τα τηλεφωνικά του μηνύματα και ότι η τελευταία διαπίστωσε ότι σ΄ αυτά, γύρω στα οκτώ, υπήρχε το όνομα του κατηγορουμένου ως ο αποστολέας. Ήδη ο κατηγορούμενος ερωτάτε από την Tracy αν έστειλε αυτά τα μηνύματα και εκείνος το αρνείται λέγοντας της ότι η Η. τα άλλαξε. Διαπιστώνουμε πως ο κατηγορούμενος συλλαμβάνει, αμέσως τη δικαιολογία πως η Η. άλλαξε τα μηνύματα. Αλλά πως γνωρίζει ότι τα άλλαξε χωρίς προηγουμένως να έχει την ευκαιρία να τα δει; Τι τον κάνει να προβάλλει αμέσως τη δικαιολογία αυτή; Ίσως γιατί δεν θα μπορούσε να εξηγήσει διαφορετικά το περιεχόμενο τους προς την Tracy; Η όλη όμως συμπεριφορά του και στη συνέχεια η αφαίρεση του τηλεφώνου της Η. και ο βίαιος τρόπος της αντίδρασής του μόνο ως ύποπτη και ενοχοποιητική για τον ίδιο μπορεί να κριθεί. Θα σταθούμε για λίγο στο επεισόδιο αυτό γιατί πιστεύουμε ότι είναι αποκαλυπτικό της όλης συμπεριφοράς του κατηγορουμένου. Στις 3.7.05 ο κατηγορούμενο υποκλέπτει το τηλέφωνο της Η., το βάζει στο μπλουζάκι του και απομακρύνεται. Όταν η μητέρα της Η. διαπιστώνει ότι απουσιάζει το τηλέφωνο, αντιλαμβάνεται ότι το πήρε ο κατηγορούμενος. Του φωνάζει και του ζητά να το επιστρέψει. Της λέει ότι δεν το έχει, ίσως να βρίσκεται στο γραφείο του. Του ξαναφωνάζει. Εκείνος την πλησιάζει και της δείχνει το τηλέφωνο. Δεν θα της το επιστρέψει λέει, μέχρι να αποφασίσει τι θα κάμει. Η μάρτυρας ζητά από τον Πόλυ να τη βοηθήσει, δεν τον βρίσκει. Πέντε λεπτά αργότερα ο Κατηγορούμενος της δίνει πίσω το τηλέφωνο. Από τη μαρτυρία του Ρ. διαπιστώνουμε πως πριν ο κατηγορούμενος επιστρέψει το τηλέφωνο της Η. ο κατηγορούμενος του τηλεφωνεί. Τον ρωτά γιατί η Η. λέγει στον κόσμο πως είναι παιδόφιλος και γιατί λέει τα ίδια και για εκείνον; Αμέσως ο Ρ. τηλεφωνά της συντρόφου του που βρισκόταν στην φάρμα με την Η., της μεταφέρει τα λεγόμενα του Κατηγορούμενου οπότε και πληροφορείται ότι ο κατηγορούμενος έκλεψε το τηλέφωνο. Ο Ρ. τηλεφωνά του κατηγορούμενου για να μάθει τι έγινε. Εκείνος τον πληροφορεί ότι επέστρεψε το τηλέφωνο, αλλά όχι την κάρτα. Ο Ρ. τον προειδοποιεί ότι θα καλέσει την Αστυνομία. Ο κατηγορούμενος τον παίρνει πίσω στο τηλέφωνο για να του πει πως η κάρτα βρέθηκε. Ο Ρ. του ζητά να του την επιστρέψει. Θα του την επιστρέψει, απαντά ο κατηγορούμενος, μόνο αν σβήσει όλα τα μηνύματα. Ο Ρ. συγκατατίθεται με μοναδικό σκοπό να μην καταστραφεί η κάρτα και του ζητά να τον συναντήσει για να του την δώσει. Σε συνάντηση που έχουν στο ξενοδοχείο «Βερόνικα», αργότερα την ίδια μέρα, ο κατηγορούμενος δίνει την κάρτα στον Ρ., την οποία μάσησε. Όταν η Η. τελειώνει το μάθημα, επιστρέφουν σπίτι. Καθοδόν η μητέρα της Η. της ζητά να της πει τι συμβαίνει, να της πει την αλήθεια. Τότε η Η. αποκαλύπτει στη μητέρα της τι είχε συμβεί. Στο σπίτι η Η. αντιλαμβάνεται ότι το τηλέφωνο της δεν λειτουργεί, διαπιστώνει πως έλειπε η κάρτα S.I.M. Η κάρτα βέβαια καταστράφηκε μιας και ο κατηγορούμενος τη μάσησε. Ο κατηγορούμενος δέχεται όπως είπαμε το γεγονός. Ήταν, είπε, νευριασμένος με όλες αυτές τις υποθέσεις. Είχε, είπε στην αντεξέταση, την περιέργεια να ελέγξει το τηλέφωνο. Δεν ζήτησε από τη μητέρα της Η. να το δει. Νευρίασε πολύ τόσο πολύ που ήθελε να τα δει από μόνος του. Έβγαλε την κάρτα και, από τα νεύρα του, πέταξε το τηλέφωνο στο χωράφι. Παρατηρούμε και σημειώνουμε ιδιαιτέρως πως ενώ ο Κατηγορούμενος διατυπώνει την επιθυμία να δει ιδίοις όμμασι τα μηνύματα δεν μας πληροφορεί αν όντως το έπραξε. Οπότε δυο τινά συμβαίνουν. Ή είδε ποια μηνύματα είχαν φυλαχθεί και ήταν επικίνδυνο να τα δουν και άλλοι και να τα κρίνουνε επιβαρυντικά για τον ίδιο ή γνωρίζοντας ήδη το περιεχόμενο τους προχώρησε να καταστρέψει αμέσως την κάρτα S.I.M. απαλείφοντας έτσι κάθε ίχνος τους. Σ΄ αυτό το σημείο θα πρέπει να σταθούμε στον ισχυρισμό του κατηγορουμένου και στη θέση που πρόβαλε η υπεράσπιση προς όλους τους σχετικούς μάρτυρες ότι η Η. του είπε πριν τις 3.7.2005 ότι φύλαξε τα μηνύματα του με «κακό» περιεχόμενο και τον εκβίαζε μ΄ αυτά. Η θέση όμως για αλλαγή μηνυμάτων προβάλλεται ήδη από τον Κατηγορούμενο και πριν τις 18.6.
  14. Αυτό ήδη λέει στη Tracy όταν τον πληροφορεί ότι είδε τα μηνύματα. Γι΄ αυτό άλλωστε και προχωρεί στην υπεξαίρεση του τηλεφώνου. Ο κατηγορούμενος προχωρεί και δίνει κάποιες εξηγήσεις για τις ενέργειες αυτές της Η: το έκανε επειδή έκανε λάθος και είπε όσα είπε για τον πατριό της. Εδώ βλέπουμε και πάλι την ευκολία του Κατηγορουμένου να καταφεύγει στο ψεύδος. Μια λέει πως τον εκβίαζε για να παραμείνει στη φάρμα, εδώ λέει πως το έκανε για να συγκαλύψει το λάθος της να του αποκαλύψει τι της έκανε ο Ρ. Η στάση αυτή και οι ενέργειες του κατηγορουμένου να πάρει το τηλέφωνο με τον τρόπο που περιγράψαμε και να καταστρέψει την κάρτα S.I.M. φανερώνουν αφ' εαυτού θα λέγαμε την ένοχη σκέψη του κατηγορουμένου και το κίνητρό του, που βρίσκουμε πως ήταν να εξαφανίσει οποιοδήποτε μήνυμα περιεχόταν στο τηλέφωνο της Η. και το οποίο έκρινε πώς τον ενοχοποιούσε. Ερχόμαστε τώρα να εξετάσουμε αυτό που η υπεράσπιση αποδίδει στη Η.: ότι στις 19.6.2005 στο container παραδέχθηκε ότι είχε πει στον Κατηγορούμενο για σεξουαλική κακοποίηση από τον πατριό της. Η Η. αρνείται ότι είπε οτιδήποτε τέτοιο είτε στη Tracy από προηγουμένως, είτε στον κατηγορούμενο κατά μόνας, είτε στην κοινή συνάντηση που είχαν και στην παρουσία του Πόλυ Πολυκάρπου στις 19.6.
  15. Η Tracy λέει πως της ανάφερε κάτι τέτοιο η Η. γύρω στις 14.6.05 - 16.6.05, άκουσε γι' αυτό ξανά από τον Κατηγορούμενο, του το είπε η Η. λίγες εβδομάδες πριν. Η Tracy λέει πως στις 19.6.05 ο κατηγορούμενος αναφέρθηκε στις κατηγορίες για τον πατριό της και η Η. παραδέχθηκε πως του το είπε. Ο Πολύκαρπος Πολυκάρπου διαφοροποιεί τα πράγματα. Είναι ο Κατηγορούμενος που υποβάλλει ουσιαστικά στην Η. ότι του είχε πει κάτι τέτοιο. Η υποβολή ήταν πάρα πολύ έντονη. Η Η. δεν απάντησε στις υποβολές αυτές. Δεν ήταν ερώτηση, ήταν σαφώς υποβολή, που έγινε μια και μοναδική φορά. Η Η. δεν αντέδρασε καθόλου. Δεχόμαστε και στην περίπτωση αυτή τη θέση της Η. και του Πολύκαρπου Πολυκάρπου και βρίσκουμε πως ουδέποτε η Η. αποδέχθηκε ότι είπε κάτι τέτοιο για τον πατριό της Σημειώνουμε τη σιωπή της Η. η οποία όμως λογικά επεξηγείται. Η επιθετική στάση του κατηγορουμένου όπως την περιγράφει ο Πολυκάρπου, ο επιθετικός του τόνος, η στάση του σώματός του, κινήθηκε να επιτεθεί, αλλά και η προηγούμενη συμπεριφορά του όπως τη βίωσε η παραπονουμένη, ήταν αρκετά για να προκαλέσουν τη στάση που κράτησε η Η. Ένα παιδί σχεδόν δεκατεσσάρων χρονών που βρίσκεται στη δυσχερέστερη ίσως θέση της ζωής της, να περιγράφει μπροστά σε ξένα πρόσωπα τους βιασμούς της, αντιμετωπίζει ένα επιθετικό και βίαιο Κατηγορούμενο, ο οποίος την υποβάλλει ουσιαστικά σε αντεξέταση στοχεύοντας, με αναζήτηση λεπτομερειών, όπως που βρισκόταν ο Philip ή η Tracy, να αμφισβητήσει και να σκιάσει τις αποκαλύψεις της, αποδυναμώνοντας το λόγο της. Το κορίτσι ήδη εμπιστεύθηκε στην Tracy την αλήθεια, αλλά καθώς φαίνεται και η Tracy ενορχηστρώθηκε με τον κατηγορούμενο με να της υποβάλει και η ίδια ερωτήσεις γύρω από τα περιστατικά. Ξενίζει πράγματι η επιμονή του κατηγορουμένου για τη δήθεν αποκάλυψη της Η. για τον πατριό της. Μοιάζει περίεργο πως ενώ οι σχέσεις τους, όπως ο ίδιος επιμένει να τις χαρακτηρίζει, είναι τυπικές να του εμπιστεύεται κάτι τόσο σοβαρό για το σύντροφο της μητέρας της. Η σιωπή της Η. σε καμιά περίπτωση βρίσκουμε πως μπορεί να θεωρηθεί ως αποδοχή των υποβολών του κατηγορουμένου. Καταλήγουμε πως η Η. ουδέποτε έκανε τέτοιες αποκαλύψεις προς την Tracy είτε προς τον κατηγορούμενο κι΄ ότι αυτά εισάγονται για να συγκαλύψουν τις εγκληματικές ενέργειες του κατηγορούμενου. Η όλη εικόνα όπως διαμορφώνεται, στη συνέχεια, να τηλεφωνεί ο κατηγορούμενος στον πατριό της υπό την απειλή ότι θα τα αποκαλύψει όλα, με την αποκάλυψη να μην έρχεται ποτέ, φανερώνει ότι άλλος ήταν ο σκοπός του κατηγορουμένου: να εκφοβίσει την Η. να μην πει τίποτα στη μητέρα της ή στον σύντροφο της μητέρας για τα όσα της συνέβησαν. Με τον τρόπο αυτό ο Κατηγορούμενος στοχεύει, βρίσκουμε να περιπλέξει τα πράγματα και να φέρει την Η. αντιμέτωπη με ακόμα ένα πρόβλημα που αναπόφευκτα θα έφερνε το κορίτσι σε σύγκρουση με τη μητέρα της και τον Ρ. Αλλά και μεταξύ τους. Έτσι η Η. θα φάνταζε ως ένα κορίτσι που διαδίδει ψεύτικες ιστορίες είτε για τον Ρ είτε για τον ίδιο, ποιος θα την πίστευε λοιπόν. Υπ΄ αυτό το βάρος ίσως η Η. ν΄ αποφάσιζε να μην ανακινήσει ξανά το θέμα και να ξεχαστεί. Ο κατηγορούμενος βρίσκουμε πως άφησε την Tracy να χειριστεί το όλο θέμα έτσι που να έχει την όλη κατάσταση υπό έλεγχο ενώ ταυτόχρονα η Tracy τον κρατά ενήμερο. Μπορεί λοιπόν να κινείται αναλόγως της περίπτωσης καταστρώνοντας τα σχέδια του, όπως η κλοπή του τηλεφώνου, και πλάθοντας σενάρια. Μέχρι την ώρα που το κορίτσι φαίνεται φοβισμένο και διστακτικό να μιλήσει σ΄ οποιοδήποτε ο Κατηγορούμενος νοιώθει ασφαλής. Η Η. λέει καθαρά πως η Tracy δεν της δίνει καμιά συμβουλή δεν της εισηγήθηκε οτιδήποτε. Το άφησε στην ίδια ν' αποφασίσει τι να κάνει, αν θα το πει ή όχι στη μητέρα της. Αφύσικη κρίνεται η στάση της Tracy. Μια ενήλικη που είχε υπό την προστασία της, ένα παιδί τόσο τρυφερής ηλικίας, που γνώριζε για την προηγούμενη υπόθεση που αντιμετώπιζε ο Κατηγορούμενος, ήταν φυσικό, αν όχι καθήκον της, να αποκαλύψει στη μητέρα της Η. τουλάχιστον, τι περιήλθε σε γνώση της. Η ίδια λέει πως τη συμβούλεψε να το πει στη μητέρα της. Μας προκαλεί δυσάρεστη εντύπωση το γεγονός πως η γυναίκα αυτή αφήνει την επιλογή της αποκάλυψης σ΄ ένα κορίτσι 14 σχεδόν χρόνων και της συμπεριφέρεται ως να επρόκειτο για ενήλικα με ανάλογη κρίση και συμπεριφορά. Σ΄ αυτή την περίπτωση προτιμούμε τη θέση της Η. από αυτή της Tracy η οποία λέει πως είπε στην Η. να αποκαλύψει τι έγινε στη μητέρα της και στην Αστυνομία. Η Tracy βρίσκουμε ότι παρά τον καβγά που είχε με τον κατηγορούμενο στις 18.6.05 και την προσωρινή διακοπή των σχέσεων τους, ήθελε με την κατάθεσή της ενώπιον της Αστυνομίας αλλά και ενώπιόν μας, να βοηθήσει με κάποιο τρόπο τον κατηγορούμενο. Υπεβλήθη στον Πολυκάρπου ότι έλεγε ψέματα για το τι λέχθηκε στο container στις 19.6.05, και ότι σκοπός του ήταν να βλάψει τον κατηγορούμενο: να τον διώξει από τη φάρμα και να αναλάβει ο ίδιος ολόκληρο το χώρο για δικό του όφελος. Ο μάρτυρας αρνήθηκε τέτοια υποβολή. Πως μπορούσε άλλωστε είπε να κάμει κάτι τέτοιο. Το συμβόλαιο ήταν στο όνομα του Κατηγορουμένου ο ίδιος είχε επενδύσει τριάντα χιλιάδες λίρες στη φάρμα και παρά ταύτα έφυγε φοβούμενος την αντίδραση του Κατηγορουμένου τον οποίο και χαρακτήρισε ως επικίνδυνο. Αν πράγματι το κίνητρο του Πολυκάρπου ήταν αυτό που του αποδίδει η υπεράσπιση, θα ήταν απολύτως φυσικό ο μάρτυρας να αναμένει την έκβαση της υπόθεσης, να προσπαθήσει με την κατάθεσή του να ενοχοποιήσει τον Κατηγορούμενο ώστε πράγματι να πετύχει αυτά που του καταλογίζουν. Ο μάρτυρας αντιθέτως φεύγει ο ίδιος από τη φάρμα αφήνοντας πίσω του μια περιουσία, κάτι που δεν ταιριάζει λογικά με την όλη επιχειρηματολογία της υπεράσπισης. Δε διακρίναμε ούτε για μια στιγμή στη μαρτυρία του Πολυκάρπου στάση εκδικητικότητας ή επιθυμίας να βλάψει τον κατηγορούμενο. Ο Κατηγορούμενος κάλεσε ως μάρτυρα τον George Brooks (Μ.Υ. 2) ο οποίος τον γνωρίζει επαγγελματικά: ενσταβλίζει άλογα στη φάρμα και ενοικιάζει μέρος της γης, που τώρα χρησιμοποιεί ως αποθήκη, από τον Κατηγορούμενο. Στο μέλλον σκοπεύει να ανεγείρει εκεί το εργοστάσιό του. Ο μάρτυρας υποστήριξε πως στις 19.6.05 όταν κατέφθασε στη φάρμα μαζί με τη σύζυγό του, ο Πολυκάρπου τον κάλεσε σε μια γωνιά του στάβλου, όπου του είπε πως η Η. τους είχε αποκαλύψει πως ο Ρ. την παρενοχλούσε σεξουαλικά από μικρή ηλικία. Προσπάθησε επίσης να υποστηρίξει πως η Η. συνέχιζε να πηγαίνει καθημερινά στη φάρμα και μετά τις 19.6.05 μέχρι που έφθασε η Αστυνομία. Εξετάσαμε τη μαρτυρία του στο σύνολό της και την απορρίπτουμε εξ ολοκλήρου ως κατασκευασμένη και αναληθή. Μας εντυπωσίασε ιδιαιτέρως αρνητικά η ευκολία με την οποία ο μάρτυρας μετέφερε τη βεβαιότητα του για τις ημερομηνίες που αναφερόταν. Θυμόταν είπε τη συνομιλία με τον Πόλυ και ότι έγινε στις 19.6.05, γιατί δυο βράδια προηγουμένως είχαν πρόβλημα με το πλυντήριο! Λες και αυτό ισοδυναμούσε με ένα κοσμογονικό γεγονός που καταγράφηκε ανεξίτηλα στη μνήμη του. Θυμόταν ακόμη πως η Η. πήγαινε και μετά τις 19.6.05 επειδή ο ίδιος βρισκόταν εκεί καθημερινά! Θυμόταν ότι μαθήματα στη Η., έκανε αργότερα ο Ken. Γεγονός που διαψεύδει η Ρeta. Τέλος, ο Κατηγορούμενος, είπε κατά την αντεξέταση, ποτέ δεν έκανε μαθήματα στη Η., έδινε οδηγίες από μακριά. Ο λόγος του επί του τελευταίου ζητήματος ακούστηκε στ΄ αυτιά μας σαν μαγνητοφωνημένη φωνή του κατηγορουμένου. Ένα κατασκευασμένο μοτίβο που ένοιωθε την ανάγκη να μεταφέρει για να εξυπηρετήσει τον Κατηγορούμενο και εμμέσως τα δικά του επαγγελματικά συμφέροντα: την επένδυση του στη φάρμα χωρίς κανένα σεβασμό για την αλήθεια. Πριν προχωρήσουμε να καταλήξουμε σε τελικά συμπεράσματα θα πρέπει να εξετάσουμε ακόμα περαιτέρω τη στάση της Η. και την όποια καθυστέρηση υπέδειξε από τις 29.5.05 που έγινε το πρώτο επεισόδιο μέχρι τις 19.6.05 που έκανε την πρώτη αποκάλυψη στην Tracy και στη συνέχεια στις 3.7.05 που μίλησε τελικά στη μητέρα της. Έχουμε τρία αυτοτελή επεισόδια που ξεκινούν στις 29.5.05 και καταλήγουν στις 11.6.
  16. Παρακολουθήσαμε την Η. να μας εξηγεί τους λόγους που παρέμεινε στη φάρμα και μετά τα επεισόδια αυτά. Εδώ έχουμε ένα κορίτσι τρυφερής ηλικίας, στην είσοδό της προς την εφηβεία, με τις ανησυχίες της ηλικίας της και με τα όσα προβλήματα υπήρχαν στο σπίτι της. Προέρχεται από ένα διαλυμένο γάμο και η μητέρα της συζεί με ένα άντρα τον οποίο και οι δυο ακολουθούν στην Κύπρο. Βρίσκεται σε ένα ξένο περιβάλλον, δεν έχει σχεδόν καθόλου φίλες και βρίσκει καταφύγιο στα άλογα τα οποία υπεραγαπά και της δίνουν ανακούφιση. Ο Πόλυς Πολυκάρπου λέει πως ακόμη και όταν τέλειωνε από την ιππασία πήγαινε στην φάρμα του να χαϊδέψει τα άλογα. Από τη μια λοιπόν η δύσκολη κατάσταση η οποία επικρατεί στο σπίτι της και από την άλλη η Tracy, το μόνο πρόσωπο το οποίο ένιωθε κοντά της, η οποία όμως διατηρούσε ερωτικό δεσμό με τον κατηγορούμενο. Έψαχνε λοιπόν η Η. την κατάλληλη ευκαιρία να μιλήσει μαζί της, σκεφτόταν πως να της το πει. Όλο αυτό το διάστημα μετά τις 4.6.05, πίστευε πως αν έμενε μαζί με την Tracy θα ήταν ασφαλής, ότι δεν θα συνέβαινε ξανά ότι συνέβηκε. Το να στραφεί στη Tracy ήταν μια διέξοδος την οποία έφραζε και πάλι ο φόβος: λόγω των σχέσεων της με τον κατηγορούμενο, ούτε και εκείνη λοιπόν θα την πίστευε. « Έψαχνε να βρει τρόπο να το πει της Tracy, έψαχνε μέσα της τη δύναμη να το κάμει». Το αποκαλύπτει στην Tracy όταν πια επακολουθεί και το δεύτερο επεισόδιο στις 11.6.05, όταν τα πράγματα φτάνουν δηλαδή στο απροχώρητο, όταν το κορίτσι νοιώθει πως τίποτα πια δε σταματά τον Κατηγορούμενο. Βιώνοντας τη συμπεριφορά του Κατηγορουμένου στις 19.6.05 και την ουδέτερη ως εχθρική στάση της Tracy, αποφασίζει πλέον να μιλήσει στη μητέρα της. Αφορμή της δίνεται στις 3.7.05 αμέσως μετά το επεισόδιο με το τηλέφωνο. Η συμπεριφορά του Κατηγορουμένου όπως την είδε με τα μάτια της και η μητέρα της είναι αποκαλυπτική και της επιτρέπει πλέον πιο εύκολα να μιλήσει για τα επεισόδια. Βρίσκουμε πως ξενίζει εκ πρώτης όψεως η παραμονή της Η. στη φάρμα και μετά την 11.6.
  17. Όμως αν αναλογιστούμε όλα τα πιο πάνω και το πώς η Η. βίωνε την όλη κατάσταση, αλλά και ιδιαιτέρως την ηλικία της, που πάντοτε πρέπει να έχουμε κατά νου, καταλήγουμε πως δικαιολογείται και η στάση της, και η όλη συμπεριφορά της. Δεν μας διαφεύγει το γεγονός πως η σχέση που διαμορφώνεται μεταξύ μαθητή και δασκάλου εμπεριέχει πληθώρα συναισθημάτων: θαυμασμού, επιθυμία αποδοχής και επιβράβευσης για την επιτυχία, φόβο για την αποτυχία και την επιτίμηση, κατάσταση που οδηγεί σε εξάρτηση και φέρει τον όποιο δάσκαλο σε σχέση εξουσίας έναντι του μαθητή του. Λόγω της φύσης των αδικημάτων είναι αναγκαίο, ως θέμα πρακτικής και όχι ως θέμα νομοθετικής επιταγής, να αναζητείται ενισχυτική μαρτυρία (βλ. Cross on Evidence 4η έκδοση 174 και 181-182). Το Δικαστήριο θα πρέπει επιπλέον να έχει κατά νου ότι η αποδοχή της μαρτυρίας του παιδιού χωρίς ενίσχυση δυνατό να συνεπάγεται κινδύνους (βλ. Petinos v. Police

(1961)C.L.R. 330 η οποία υιοθετήθηκε στην A. G. v. Petrou
(1972)2 C.L.R. 81, Fourris & others v. Republic
(1980)2 C.L.R. 152, Νικολάου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 390). Η ενισχυτική μαρτυρία θα πρέπει, όχι μόνο να προέρχεται από άλλη πηγή, ανεξάρτητη από τον μάρτυρα, την μαρτυρία του οποίου αποβλέπει να ενισχύσει, αλλά θα πρέπει να τείνει να καταδείξει ουσιωδώς ότι, όχι μόνο διαπράχθηκε το αδίκημα, αλλά και ότι εκείνος που το διέπραξε είναι ο κατηγορούμενος. Τέτοιο παράδειγμα συνιστά η ρητή ή εξυπακουόμενη παραδοχή ή άλλη συμπεριφορά του κατηγορουμένου η οποία έχει χαρακτηριστεί στην υπόθεση D. P. P. v. Kilbourne
(1973)1 All. E.R. 440 ως «Corroboration of the strongest possible kind», «ενίσχυση της πλέον δυνατής μορφής». Σκοπός της ενισχυτικής μαρτυρίας δεν είναι να προσθέσει εγκυρότητα και αξιοπιστία σε μαρτυρία ελλιπή, ύποπτη ή αναξιόπιστη (βλ. Ττοουλιάς ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 258). Κρίνεται δε ότι η ενίσχυση δεν πρέπει να εξετάζεται ως επόμενο της αξιοπιστίας της παραπονούμενης αλλά ωσάν να εμπεριέχεται σ' αυτήν κατά την εξέταση της υπόθεσης (βλ. Α. G. Hong Kong ν. Wong Munk Pink
(1987)A.C. 501 P.G. όπου προβλήθηκε ότι είναι λογικό η αξιολόγηση της μαρτυρίας να κρίνεται εξ υπ' αρχής σε αναφορά και προς την ενισχυτική μαρτυρία ως ενιαίο σύνολο). Για το ίδιο θέμα βλ. Ρόπας ν. Δημοκρατίας (αρ.2)
(2000)2 Α.Α.Δ.
  1. Είναι βέβαια επιθυμητό η μαρτυρία να σχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, «προσέγγιση που επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου». βλ. Μουσταφά ν. Καυκαρή κ.α. Ποιν. Έφεση 10705 ημερ. 8.2.
  2. Εντούτοις παρά την ύπαρξη του πιο πάνω κανόνα πρακτικής, η καταδίκη μπορεί να θεμελιωθεί μόνο στη βάση της μαρτυρίας του παραπονουμένου, βλ. Θεοδώρου ν. Αστυνομίας
(1971)2 Α.Α.Δ. 245 και Νικολάου (πιο πάνω), αφού προηγουμένως το Δικαστήριο προειδοποίησε κατάλληλα τον εαυτό του για τον κίνδυνο που υπάρχει, όταν πρόκειται να στηριχτεί μόνο πάνω στη μαρτυρία του παραπονουμένου, χωρίς ενίσχυση. Η προειδοποίηση αυτή, θα πρέπει να διατυπώνεται στην απόφαση παρόλο που δεν χρειάζεται ούτε και είναι ορθό να καθιερωθεί σταθερός τύπος φρασεολογίας. Ενίσχυση απαιτείται από το Νόμο στην περίπτωση ανώμοτης μαρτυρίας παιδιών νεαρής ηλικίας οπότε δεν είναι δυνατή η καταδίκη εκτός αν αυτή η ανώμοτη μαρτυρία, ενισχύεται ουσιωδώς από άλλη μαρτυρία η οποία εμπλέκει τον κατηγορούμενο. Ο κ. Αλεξάνδρου κάλεσε το Δικαστήριο να μεταχειριστεί τη μαρτυρία της ανήλικης ως ανώμοτη δήλωση εν τη εννοία του άρθρου 9 του περί Αποδείξεως Νόμου. Η παραπονούμενη δεν ορκίστηκε, η ηλικία της παραπονούμενης δεν της επέτρεπε να προβεί στην εν λόγω διαβεβαίωση. Με δεδομένη την πιο πάνω θέση εισηγήθηκε η μαρτυρία της απαιτεί ενίσχυση εκ του Νόμου, και όχι ως θέμα πρακτικής, δυνάμει του άρθρου 9 του Περί Αποδείξεως Νόμου. Το σχετικό άρθρο 9 προβλέπει πως όταν μαρτυρία ανηλίκου δίδεται χωρίς όρκο, εφόσον το Δικαστήριο κρίνει πως ανήλικος δεν αντιλαμβάνεται τη σημασία του όρκου και την υποχρέωση να πει την αλήθεια, τότε η μαρτυρία αυτή δεν μπορεί να οδηγήσει σε καταδίκη του κατηγορουμένου παρά μόνο με τη συνδρομή ενισχυτικής μαρτυρίας που να συνδέει τον Κατηγορούμενο με τη διάπραξη του αδικήματος. Η παραπονούμενη όταν έδινε την κατάθεσή της στο Δικαστήριο στις 18.9.2006 ήταν σχεδόν δεκαπέντε χρονών. Κρίναμε ότι η ηλικία της, της επέτρεπε να προβεί σε ένορκη κατάθεση. Παρά ταύτα προχωρήσαμε τυπικά έστω στη συνηθισμένη εξέταση υποβάλλοντας της τις κατάλληλες ερωτήσεις οπότε και προέκυψε θέμα διαβεβαίωσης: δεν πρεσβεύει οποιαδήποτε θρησκεία και δεν ανήκει σ' οποιοδήποτε δόγμα. Διακριβώσαμε ότι η ανήλικη αντιλαμβανόταν το χρέος της να πει την αλήθεια και να μην παραβλάψει ένα αθώο, όπως και αντιλαμβανόταν και τη σοβαρότητα της δικαστικής διαδικασίας και του χρέους απέναντι της. Αυτό άλλωστε είναι το ζητούμενο σε κάθε περίπτωση, είτε η μαρτυρία δίδεται ενόρκως είτε δίδεται διαβεβαίωση. Άλλωστε δεν είναι δυνατόν το δικαίωμα ενός μάρτυρα να δώσει διαβεβαίωση αντί όρκου να τίθεται σε υποδεέστερη μοίρα και να τυγχάνει δυσμενούς σχολιασμού. Το ζήτημα εξετάστηκε και στην υπόθεση Νικολάου (πιο πάνω) αναλυτικά και με παραπομπή στην υπόθεση R. v. Hayesm, 1977, 2 All E.R. 288, όπου εκεί το Δικαστήριο διαπιστώνοντας τις σημερινές κοινωνικές συνθήκες που επικρατούν στην Αγγλία, με ενδεχόμενο μεγάλο τμήμα της κοινωνίας να μην πιστεύει στη θεία τιμωρία, υιοθέτησε περισσότερο κοσμικό περιεχόμενο στην έρευνα που γίνεται. Στην Αγγλία το ζήτημα ρυθμίζεται με νομοθεσία, Criminal Justice Act 1991. Σύμφωνα δε με το άρθρο 33 (Α)
(1)στις ποινικές υποθέσεις η μαρτυρία παιδιού κάτω των δεκατεσσάρων ετών πρέπει να δίδεται χωρίς όρκο. Είναι φυσικό λοιπόν, η ανήλικη η οποία γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αγγλία και με τις κοινωνικές συνθήκες που επικρατούν εκεί, αλλά και τις πραγματικές συνθήκες και τη διαπαιδαγώγηση που πήρε από την οικογένεια της, να επιλέξει να προχωρήσει με διαβεβαίωση. Όπως διαπιστώσαμε και στη συνέχεια και η μητέρα της ανήλικης δήλωσε ότι δεν πρεσβεύει οποιοδήποτε δόγμα και προχώρησε σε διαβεβαίωση. Καταλήγουμε ότι στην παρούσα υπόθεση δεν απαιτείται ενίσχυση σύμφωνα με το άρθρο
  1. Το άρθρο 9 ρητά αναφέρεται σε ανώμοτη δήλωση ανηλίκου και όχι οιουδήποτε. Συνεπώς ότι αφορά είναι ανώμοτη δήλωση που δόθηκε αντί για ένορκα γιατί ο μάρτυρας ως εκ του νεαρού της ηλικίας του δεν αντιλαμβανόταν την έννοια του όρκου και την υποχρέωση να μιλήσει την αλήθεια και όχι γιατί λόγω των πεποιθήσεων δεν ορκίζεται, αντιλαμβάνεται όμως τη σοβαρότητα της περίστασης και ότι δεσμεύεται να πει την αλήθεια. Επειδή όμως αναμφίβολα αφορά σε αδικήματα που εμπίπτουν στην κατηγορία σεξουαλικών αδικημάτων το Δικαστήριο ως κριτής πλέον και γεγονότων θα πρέπει να προειδοποιήσει κατάλληλα τον εαυτό του για τους κινδύνους καταδίκης χωρίς ενίσχυση της μαρτυρίας του παραπονούμενου. Σ΄ αυτή την περίπτωση, το Δικαστήριο είναι δυνατό να προχωρήσει σε καταδίκη αναλογιζόμενο τους κινδύνους, αφού βεβαιωθεί προηγουμένως ότι η μαρτυρία είναι αξιόπιστη και είναι ασφαλές να βασιστεί σε αυτή χωρίς ενίσχυση. Είναι η κατάληξή μας ότι η μαρτυρία της ανήλικης αυτή καθαυτή είναι τέτοιας ποιότητας που δεν έχουμε κανένα δισταγμό να βασιστούμε σ' αυτή και χωρίς την ύπαρξη ενισχυτικής μαρτυρίας έχοντας προειδοποιήσει το εαυτό μας κατάλληλα για τον κίνδυνο που ελλοχεύει: να βασιστεί το Δικαστήριο στη χωρίς ενίσχυση μαρτυρία παραπονούμενης σε σεξουαλικά αδικήματα. Έχουμε ακόμη προειδοποιήσει τους εαυτούς μας ότι ενώπιον μας είχαμε μια έφηβη, δεκατεσσάρων σχεδόν χρονών κατά το χρόνο της καταγγελίας της υπόθεσης στην Αστυνομία και δεκαπέντε χρόνων περίπου ενώπιον μας. Ο κ. Κέκκος κάλεσε το Δικαστήριο σε περίπτωση που κρίνει ότι απαιτείται ενίσχυση της κατά τα άλλα αξιόπιστης μαρτυρίας της ανήλικης, να βρει ενίσχυση στο άμεσο παράπονο που υπέβαλε στην Tracy στις 19.6.
  2. Αποτελεί κοινό έδαφος ότι το άρθρο 10 θέτει δύο προϋποθέσεις:
  3. Ότι το παράπονο έγινε στο πρώτο πρόσωπο στο οποίο ο παραπονούμενος μίλησε μετά τη διάπραξη του αδικήματος ή στο πρόσωπο στο οποίο ήταν φυσικό ότι θα παρεπονείτο αναφορικά με το αδίκημα.
  4. Ότι το παράπονο έγινε ευθύς μετά τη διάπραξη του αδικήματος. Μια περαιτέρω προϋπόθεση που αναγνωρίζεται από τη νομολογία ως εξυπακουόμενη από τη φύση των πραγμάτων είναι ότι το παράπονο πρέπει να είναι αυθόρμητο. Αυτή η προϋπόθεση ουσιαστικά εμπεριέχεται ως τρίτη προϋπόθεση στο άρθρο 10 υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει κάποιο «παράπονο» και όχι οποιαδήποτε άλλη αναφορά σαν αποτέλεσμα συζητήσεως, προτροπής ή άλλως πως. Σε κάθε περίπτωση το ερώτημα είναι θέμα βαθμού και κρίσεως του Δικαστηρίου επί των γεγονότων βλ. R. v. Hedjes, 3 Cr. App. R.
  5. Όσον αφορά το πρώτο σημείο, λίγα χρειάζεται να λεχθούν. Η προϋπόθεση ότι το παράπονο πρέπει να έχει γίνει «αμέσως μετά» συνδέεται και με την προϋπόθεση ότι πρέπει να έχει γίνει στο πρώτο πρόσωπο που ο ανήλικος μίλησε μετά την ισχυριζόμενη διάπραξη του αδικήματος. Μάλιστα, στην αγγλική νομολογία εξετάζεται κυρίως η αντίστοιχη και ενιαία γενική προϋπόθεση το παράπονο να γίνει στην πρώτη προσφερόμενη λογική ευκαιρία, που περιλαμβάνει την εξέταση των δύο προϋποθέσεων που διακρίνονται στο δικό μας άρθρο
  6. Παρατηρούμε μάλιστα ότι το ίδιο άρθρο 10 προλογίζει την αναφορά του στις δύο προϋποθέσεις με τους όρους «having regard to the circumstances of the case», ρητά αναφερόμενο έτσι στις συνθήκες που περιβάλλουν το παράπονο και διευκρινίζοντας ότι οι προϋποθέσεις που ακολουθούν δεν μπορούν να ερμηνευθούν απόλυτα και χωρίς αναφορά στο πλαίσιο τους. Η νομολογία δείχνει ότι παράπονα που εκμαιεύονται με την απειλή βίας (S. ν. T.
(1963)
(1)SA 484 (A)) ή σαν αποτέλεσμα ουσιαστικής αντεξετάσεως (R. v. Adams and Ross [1965] Qd R 255) ή ακόμη και συνομιλίας (R. v. Merry
(1900)19 Cox C.C. 442) δεν μπορούν να θεωρηθούν αυθόρμητα. Από την άλλη, είναι επίσης καθαρό ότι το γεγονός και μόνο ότι το παράπονο επακολούθησε κάποια ερώτηση δεν είναι αναγκαστικά επαρκές για να το καταστήσει μη αυθόρμητο, όπως προκύπτει από την υπόθεση R. v. Freeman
(1980)V.R. 1, όπου το παράπονο έγινε μετά που η παραπονούμενη ρωτήθηκε μήπως είχε βιασθεί, λαμβανομένου υπόψη ότι είχε ήδη, όταν ρωτήθηκε, εκδηλώσει τη στεναχώρια της. Στην Κύπρο, το πρώτο παράπονο έχει αναγνωρισθεί ως ενισχυτική μαρτυρία εν αντιθέσει με τα στην Αγγλία ισχύοντα. Αυτό εξηγείται βέβαια λόγω της διάφορης φύσης και εμβέλειας του πρώτου παραπόνου με βάση το άρθρο 10 του Κεφαλαίου 9 σε σχέση με την Αγγλική προσέγγιση, (βλ. για την δεκτότητα του πρώτου παραπόνου σαν ενισχυτική μαρτυρία τις υποθέσεις Sutton v. King 14 C.L.R. 160, Republic v. Votsis 19 C.L.R. 306, Hajilouca v. Republic
(1961)1 C.L.R. 57. Αντίθετα για τις αντιδράσεις της παραπονούμενης δεν ισχύει η ίδια αρχή, βλέπετε την πρόσφατη απόφαση Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Καϊλης ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 7490, ημερ. 21/04/04, στην οποία το Κακουργιοδικείο επικρίθηκε επί το ότι εξέλαβε τις αντιδράσεις της Παραπονούμενης ως ενίσχυση. Όπως έχει τονισθεί από τον Αρτεμίδη, Δ. στην υπόθεση Γεωργιάδης ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 7243, ημ. 14/01/2003: «Η άμεση μάλιστα εκδήλωση παραπόνου θεωρείται τόσο σημαντική ώστε θεσμοθετημένη πρόνοια στον περί Αποδείξεως Νόμο Κεφ. 9, άρθρο 10, να επιτρέπει, κατ΄ εξαίρεση του κανόνα της μη αποδοχής εξ ακοής μαρτυρίας, την κατάθεση στο Δικαστήριο του παραπόνου αυτού ως απόδειξη του καταγγελλόμενου γεγονότος ή και ενισχύσεως του.» Όπως τονίζεται στην αγγλική απόφαση R v. Wright
(1990)Cr. App. R. 92, ουσιώδες για την αποδοχή του παραπόνου δεν είναι αφ΄ εαυτού το γεγονός ότι έγινε παράπονο αλλά το περιεχόμενο του και η εμφάνιση συνοχής μεταξύ των λεπτομερειών του παραπόνου και της εκδοχής της παραπονουμένης. Εξετάσαμε με προσοχή τη στάση της ανήλικης και την όποια καθυστέρηση της στο να αποκαλύψει τι συνέβηκε. Κατανοούμε τον τρόπο αντίδρασής της. Έχουμε γνώση ότι τα θύματα βιασμών συνήθως χρειάζονται χρόνο πριν αποφασίσουν να αποκαλύψουν το συμβάν και να προβάλουν άμεσο παράπονο. Κατανοούμε πως κάποια από τα θύματα μπορούν να παραπονεθούν είτε σε μέλη της οικογένειας τους και σε κανένα άλλο, ή άλλα μπορεί να το βρίσκουν πιο εύκολο να αποκαλύψουν τι τους συνέβη σε ένα φίλο ή άλλο στενό συγγενικό πρόσωπο για λόγους που αφορούν τον καθένα ξεχωριστά. Αυτό εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το χαρακτήρα της παραπονούμενης και από τις σχέσεις που μπορεί να υπάρχουν μεταξύ της παραπονουμένης και του προσώπου στο οποίο τελικά γίνεται η αποκάλυψη. Δεν υπάρχουν βρίσκουμε στις περιπτώσεις αυτές στεγανά ή απαγορευτικοί κανόνες. Σημασία έχει το περιεχόμενο του παραπόνου και αλήθεια των ισχυρισμών του θύματος. Παρά τη σταθερή και ακλόνητη πεποίθηση μας για την αλήθεια του λόγου της Η. δεν μπορούμε με τα ενώπιόν μας γεγονότα να αποδεχθούμε την εισήγησή του κ Κέκκου για άμεσο παράπονο. Ο χρόνος που διέρρευσε ήδη από τις 4.6.2005 και στη συνέχεια από τις 11.6.2005 μέχρι τις 19.6.2005 είναι μεγάλος. Η Η. έβλεπε καθημερινά τη Tracy και είχε κάθε ευκαιρία να της το αποκαλύψει. Είχε βέβαια τις δυσκολίες που σημειώσαμε πιο πάνω αυτό όμως λόγω του μεγάλου χρόνου που διέρρευσε δεν είναι αρκετό για να το δεχθούμε ως άμεσο παράπονο. Η νομική φιλοσοφία που οδήγησε στην αναγνώριση του «πρώτου παραπόνου» σαν μαρτυρικό υλικό εδράζεται στην αμεσότητα του με αναφορά στο υπόψη αδίκημα κατά τρόπο που να μην παρέχεται περιθώριο σκηνοθεσίας να καταρρίπτεται το ενδεχόμενο της σκευωρίας. Παρά την κατάληξή μας κρατούμε και έχουμε κατά νου ότι οι αναφορές αυτές όντως έγιναν κατά το χρόνο που αναφέραμε πιο πάνω. Ενόψει της κατάληξης μας να δεχθούμε την κατάθεση της ανήλικης χωρίς ενίσχυση δεν αναζητήσαμε άλλη ενισχυτική μαρτυρία. Θα ήταν παράλειψη όμως να μην επισημάνουμε ότι η όλη συμπεριφορά του κατηγορούμενου όπως την περιγράψαμε για την κλοπή του τηλεφώνου και την καταστροφή της κάρτας, συνιστά ενίσχυση ως προς τις κατηγορίες που αφορούν το επεισόδιο της 29.5.2005. Η Υπεράσπιση επέμενε έντονα για το ψεύτικο και κατασκευασμένο της ιστορίας της ανήλικης τονίζοντας ιδιαιτέρως την καθυστέρηση της αποκάλυψης και το αφύσικο της συμπεριφοράς της ανήλικης. Δεν συμφωνούμε με τις πιο πάνω θέσεις. Ούτε μας έχουν πείσει με οποιοδήποτε τρόπο οι θέσεις του Κατηγορουμένου για εκβιασμό του από την ανήλικη. Ο Κατηγορούμενος εύκολα θα μπορούσε να ζητήσει από τους γονείς της ανήλικης να σταματήσει να έρχεται στη φάρμα. Ακόμα πιο εύκολα εφόσον όπως ο ίδιος λέγει επειδή η οικογένειά της δεν είχε χρήματα να πληρώνει για τα μαθήματα της τα έκανε δωρεά. Εύκολες απαντήσεις δίδει ο Κατηγορούμενος ο οποίος αλλού λέει πως του ήταν δύσκολο να τη διώξει επειδή η φάρμα ήταν συνεταιρική με τη Peta. Είδαμε όμως τη Peta να μη διάκειται φιλικά προς την Η. Άλλωστε και η Peta είχε φύγει κάποια στιγμή από τη φάρμα. Υπήρχε λοιπόν λύση για τον Κατηγορούμενο να ξεφύγει από το δήθεν εκβιασμό της Η. Είδαμε ακόμα ότι θα μπορούσε να το πει στον Ρ. ή στη μητέρα της. Δεν το έκαμε. Αντίθετα έπλασε ιστορίες για δήθεν παιδοφιλία του Ρ. για τους δικούς του λόγους, για να την παρουσιάσει αναξιόπιστη και να υπάρχει δικαιολογία για τη φυσική της κατάσταση. Όταν δε ο Ρ. καταθέτει στο Δικαστήριο δεν του υποβάλλεται η θέση ότι είναι παιδεραστής ή ότι είχε ενοχλήσει σεξουαλικά την ανήλικη. Οι θέσεις της Υπεράσπισης ουσιαστικά ανατράπηκαν και αποκλείστηκαν διαδοχικά χωρίς να παραμένουν οποιαδήποτε σπέρματα αμφιβολίας για τα γεγονότα που αποτελούν τον πυρήνα των κατηγοριών. Αν αυτά που έλεγε η Η. δεν ήταν αληθινά όπως εισηγείται ο δικηγόρος του Κατηγορουμένου, και έτσι αποδεικνύει η δικαστική εμπειρία, η προκατασκευασμένη μαρτυρία της παραπονούμενης θα διαλυόταν κατά την αντεξέταση όταν η ροή της με την υποβολή κατάλληλων ερωτήσεων εκτρεπόταν από το σενάριο. Σημειώνουμε επίσης πως η μαρτυρία δεν ήταν εύκολο να κατασκευαστεί με μια αναφορά ενός σύντομου περιστατικού. Εδώ επρόκειτο για ένα αριθμό περιστατικών στα οποία η Η. αναφέρθηκε με πολλές λεπτομέρειες τόσο στις καταθέσεις της προς την Αστυνομία όσο και ενώπιόν μας. Με βάση λοιπόν τη μαρτυρία της παραπονούμενης και της υπόλοιπης μαρτυρίας που έγινε δεκτή από το Δικαστήριο βρίσκουμε ότι η παραπονούμενη έπεσε θύμα του Κατηγορουμένου στις 29.5.2005 μέσα στο αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου στη Χλώρακα και θύμα βιασμών στις 4.6.2005 και 11.6.2005 στην Κισσόνεργα στη φάρμα του Κατηγορουμένου κατά τις ώρες και τον τρόπο που μας περίγραψε η παραπονούμενη και κάνουμε ανάλογα ευρήματα. Βρίσκουμε ακόμα πως μετά την καταγγελία των εγκληματικών ενεργειών του κατηγορούμενου έφυγαν για την Αγγλία. Η Η. μέχρι σήμερα είναι σιωπηρή και φαίνεται δυστυχισμένη. Αντιμετωπίζει δυσκολίες προσαρμογής στο σχολείο και αναζήτησε βοήθεια από ειδικό σύμβουλο. Είναι νομολογημένο ότι η μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων προσφέρεται με σκοπό την παράθεση της επιστημονικής βάσης πάνω στην οποία οι ειδικοί εργάστηκαν, ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να εξάγει τα δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα. Θα πρέπει επίσης να υπενθυμίσουμε ότι το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να υιοθετήσει τις απόψεις ενός εμπειρογνώμονα έστω και αν αυτός δεν έχει αντεξεταστεί. Το Δικαστήριο μπορεί να υιοθετήσει τη θέση ενός εμπειρογνώμονα είτε εν όλω, είτε εν μέρει, είτε καθόλου, ανάλογα με τα ευρήματά του και την αξιολόγηση της μαρτυρίας, έχοντας υπόψη ότι οι εμπειρογνώμονες δεν έχουν κανένα προβάδισμα έναντι άλλων μαρτύρων και ότι η μαρτυρία τους υπόκειται στους ίδιους ακριβώς κανόνες αξιολόγησης όπως οι συνήθεις μάρτυρες επί γεγονότων (δέστε Vasilico Cements Works v. Σταύρου
(1978)1 Α.Α.Δ. 389, 397 και Ν. Νικολάου ν. Κλεάνθη Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746). Έχει επίσης νομολογηθεί ότι δεν είναι δυνατό να δοθεί μαρτυρία γνώμης αν ο μάρτυρας δεν είναι ειδικός στο συγκεκριμένο τομέα. Βλ. Κώστας Ασπρής ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 6908 ημερ. 8/12/00 και Προκόπης Προκοπίου ν. Επάρχου Λεμεσού, Ποιν. Έφεση 6445 ημερ. 13/5/
  1. Στην τελευταία απόφαση τονίστηκε ότι δεν υπάρχει γενική αρχή αποδοχής ή απόρριψης από το Δικαστήριο μαρτυρίας η οποία προέρχεται από ειδήμονα. Η δε θέση ότι η μαρτυρία εμπειρογνώμονα πρέπει να γίνει δεκτή εκτός αν αντικρούεται από μαρτυρία άλλου εμπειρογνώμονα είναι λανθασμένη. βλ. Ψάλτης ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 6877 ημερ. 1/3/
  2. Η κάθε περίπτωση αποφασίζεται ανάλογα με τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης και ειδικότερα ερευνάται ο στόχος μιας τέτοιας μαρτυρίας. Απαραβίαστη όμως είναι η αρχή πως η διακρίβωση των γεγονότων, η αξιολόγηση της μαρτυρίας και η τελική ετυμηγορία, περί ενοχής ή μη του κατηγορουμένου σε ποινική υπόθεση, ανήκει στο Δικαστήριο, και δεν γίνεται ανεκτή καμιά εξωγενής επέμβαση στο έργο του. Η μαρτυρία της Η. υποστηρίζεται βρίσκουμε και από την μαρτυρία του Μ.Κ. 14 Ιατροδικαστή Δρα Σοφοκλή Σοφοκλέους ο οποίος εξέτασε τη Η. στις 4.7.2005 στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου και εξέδωσε σχετική ιατροδικαστική έκθεση Τεκμήριο
  3. Από την εξέταση προέκυψαν:
  4. Παλαιά ρήξη παρθενικού υμένα,
  5. Μόνιμη χάλαση του πρωκτικού δακτυλίου,
  6. Ρήξη του βλεννογόνου του πρωκτού στην 3η ώρα εν επουλώσει. Ήταν σαφής η θέση του μάρτυρα πως η χάλαση του πρωκτικού δακτυλίου και η ρήξη του βλεννογόνου του πρωκτού επήλθε από είσοδο ξένου σώματος, όπως πέους, στον πρωκτό. Είσοδος, η οποία προκάλεσε σχίσιμο με μόνιμη βλάβη στον ίδιο τον ιστό. Κατά την αντεξέταση ο μάρτυρας αρνήθηκε τις υποβολές ότι η χάλαση, την οποία παρατήρησε κατά την εξέταση, μπορούσε να είχε προκληθεί από στρες. Τοποθετήθηκε λέγοντας πως η ρήξη του βλεννογόνου του πρωκτού απέκλειε κάτι τέτοιο. Σε αναφορά ως προς το χρόνο ρήξης του παρθενικού υμένα ο μάρτυρας είπε πως δεν μπορεί να προσδιοριστεί χρονικά η ρήξη την οποία χαρακτήρισε παλαιά, πέραν των δεκαπέντε ως δεκαοκτώ ημερών. Έγινε προσπάθεια κατά την αντεξέταση να αποδοθεί στο μάρτυρα πλημμελής εξέταση και σημαντικές παραλείψεις: όπως για τον «τύπο» των παρθενικών υμένων και τη μορφολογία τους, που ο ιατροδικαστής δέχθηκε πως δεν εξέτασε. Ο μάρτυρας ήταν σαφής: ο τύπος του παρθενικού υμένα ήταν αδιάφορος στην υπό εξέταση περίπτωση. Παρατηρήθηκε καταφανώς ρήξη του παρθενικού υμένα από είσοδο ξένου σώματος. Είμαστε ικανοποιημένοι ότι ο ιατροδικαστής διενήργησε κατά τρόπο αντικειμενικό και με την προσοχή που απαιτείτο για το περιστατικό, την εξέταση της ανήλικης. Ότι από την εξέταση ήταν σε θέση να διαπιστώσει με θετικό τρόπο όσα μετέφερε στην έκθεση του και επεξήγησε ενώπιόν μας. Η επιστημονική μαρτυρία στηρίζει το βιασμό της Η. από τον κόλπο αλλά και τον πρωκτικό της βιασμό. Ερχόμαστε τώρα να εξετάσουμε το θέμα των τηλεφωνικών μηνυμάτων για τα οποία έγινε πολύς λόγος. Το τηλέφωνο Τεκμήριο 1 και η κάρτα S.I.M. Τεκμήριο 5 παραδόθηκαν από την μητέρα της Η. στη Μ.Κ. 3 Γ/Αστ. 3085 Κ. Λάρδου, στις 3.7.
  7. Το τηλέφωνο καθώς και η κάρτα βρίσκουμε ότι κρατήθηκαν και φυλάχθηκαν από την Αστυνομία για σκοπούς διερεύνησης της καταγγελίας και εξέτασης των μηνυμάτων που ο Κατηγορούμενος κατά τους ισχυρισμούς της Η. της απέστειλε. Η κάρτα και το κινητό τηλέφωνο παραλήφθηκαν στις 4.7.2005 από το Μ.Κ.9 Λοχία 1397 Σάββα Σάββα, ο οποίος το παρέδωσε στις 13.9.2005 στον Αστυφ. Καλλή για εξέταση. Το τηλέφωνο κατέληξε για εξέταση στο Μ.Κ.10 Αστυφ. 1402 Χρίστο Φραγκούδη, ο οποίος υπηρετεί στον Κλάδο Τηλεπικοινωνιών του Τμήματος Δ, του Αρχηγείου Αστυνομίας, στο γραφείο του Τηλεφωνικού Δικτύου ο οποίος στις 13.7.
  8. Ο μάρτυρας επεχείρησε να εξετάσει το περιεχόμενο των μηνυμάτων αλλά δεν μπόρεσε να ενεργοποιήσει το τηλέφωνο επειδή δεν είχε στη διάθεσή του τους κωδικούς ασφαλείας του ιδιοκτήτη. Αργότερα, γύρω στον Ιούνιο του 2006, το τηλέφωνο μαζί με την κάρτα του επιστρέφει στην Η. κατόπιν αιτήματος της μητέρας της η οποία είχε σχετική επικοινωνία με το δικηγόρο της Κατηγορούσας Αρχής. Το τηλέφωνο παρέλαβε και μετέφερε στην Αγγλία ο Ρ. Όταν η Η. πήρε το τηλέφωνο και το λειτούργησε διαπίστωσε πως υπήρχαν ακόμα μηνύματα στη μνήμη του τηλεφώνου που της έστειλε ο κατηγορούμενος. Η ίδια πίστευε πως δεν θα υπήρχαν γιατί καταστράφηκε η κάρτα S.I.M. Η μητέρα της Η. τότε τηλεφώνησε στην Εισαγγελία, αναφέροντας την ύπαρξη των μηνυμάτων. Της ζήτησαν να σταματήσουν να το χρησιμοποιούν και να το επιστρέψουν πίσω στην Κύπρο. Αργότερα όταν ο Ρ. επισκέφθηκε την Αγγλία η σύντροφός του το παράδωσε και εκείνος στη συνέχεια το παράδωσε στην Αστυνομία. Ακολουθεί νέα εξέταση του τηλεφώνου από την Αστυνομία η οποία έχει πλέον στη διάθεσή της τον κωδικό. Η εξέταση διενεργείται από τον Μ.Κ.15 Ε/Αστ. 5378 Σταύρος Λαπήθιος, Ηλεκτρονικός Μηχανικός με σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου στη Γερμανία με ειδικότητα στα τηλέφωνα και με εμπειρία δέκα χρόνων. Κατέχει δε τη θέση τεχνικού επιθεωρητή κινητής τηλεφωνίας. Ο μάρτυρας εξήγησε ενώπιον μας τη διαδικασία την οποία ακολούθησε για να εξετάσει το περιεχόμενο της S.I.M κάρτας και τα επίδικα μηνύματα. Διαπίστωσε ότι υπήρχαν καταχωρημένα συνεχόμενα μηνύματα στο φάκελο, File, με την ονομασία «My Folder», με αποστολέα "ARIS" . Ο μάρτυρας προχώρησε σε τρεις έρευνες. Οι έρευνες κατέδειξαν πως το λογισμικό της κάρτας ΝΟΚΙΑ είναι κατασκευασμένο με τέτοιο τρόπο ούτως ώστε είναι αδύνατο να αποθηκευθεί στη μνήμη της κάρτας S.I.M. οποιοδήποτε μήνυμα που στάληκε από άλλο κινητό τηλέφωνο, αλλαγμένο: του ονόματος του αποστολέα ή της ώρας αποστολής. Υπάρχει όμως δυνατότητα αλλαγής, είτε του περιεχομένου του μηνύματος είτε του αποστολέα και της ώρας, μόνο αν το μήνυμα αυτό αποθηκευθεί στα «DRAFT» ή σε περίπτωση που το μήνυμα σβηστεί ή αποσταλεί σε άλλο τηλέφωνο. Αν το μήνυμα βρίσκεται αποθηκευμένο στα εισελθέντα μηνύματα, τότε το μήνυμα είναι γνήσιο και αποκαλύπτει τον αποστολέα και την ώρα της αποστολής. Ήταν σαφής ο μάρτυρας ότι τα μηνύματα που υπάρχουν στο FOLDER, στο φάκελο δηλαδή του τηλεφώνου της παραπονούμενης, ήσαν όλα πρωτότυπα χωρίς καμία παραποίηση ή αλλαγή. Υπεβλήθη στο μάρτυρα ότι ένα μήνυμα εισερχόμενο μπορεί να επεξεργαστεί από Ηλεκτρονικό Υπολογιστή και να μεταφερθεί στη συνέχεια σε κινητό τηλέφωνο σε οποιαδήποτε μορφή επιθυμεί ο χειριστής του τηλεφώνου. Ο μάρτυρας ήταν σαφής ότι η κάρτα S.I.M, συνδρομητική κάρτα, δεν επιτρέπει οποιαδήποτε αλλαγή, κανείς δεν μπορεί να επέμβει σ' αυτή παρά μόνο η συνδρομητική αρχή. Του υπεβλήθη ακόμα ότι το μήνυμα μπορεί να φυλαχθεί αφού αλλαχθούν ο αποστολέας ή η ώρα όχι μόνο στα Draft. Ο μάρτυρας δέχθηκε ότι ένα τροποποιημένο μήνυμα μπορεί να φυλαχθεί οπουδήποτε όχι όμως αν είναι γνήσιο. Σε τελευταία περίπτωση μπορεί να αποθηκευθεί μόνο στα εισερχόμενα. Η Υπεράσπιση κάλεσε ως Μ.Υ.3, Μιχάλη Μούντη, απόφοιτος αγγλικών πανεπιστημίων, Δόκτορ Φιλοσοφίας Πληροφορικής και Διευθυντής ιδιωτικής εταιρείας Πληροφορικής και Ηλεκτρονικών. Η ουσία της μαρτυρίας του και η τελική του θέση ήταν πως τα εισερχόμενα μηνύματα, σχεδόν σε όλα τα μοντέλα της ΝΟΚΙΑ αλλά και στα περισσότερα μοντέλα τηλεφώνων, μπορούν να αλλοιωθούν, τόσο ως προς το περιεχόμενο όσο και ως προς τα λοιπά τα στοιχεία του μηνύματος: αποστολέας και ώρα μέσω της ιδίας της τηλεφωνικής συσκευής. Στη συνέχεια τα μηνύματα αυτά είναι δυνατόν να τοποθετηθούν και φυλαχθούν σε ειδικό φάκελο «Folder». Η αλλοίωση περιεχόμενου και στοιχείων υποστήριξε ο μάρτυρας μπορεί να γίνει σε όλες τις μάρκες τηλεφώνων και με άλλο τρόπο, με τη βοήθεια Ηλεκτρονικού Υπολογιστή και τη συνδρομή ειδικού προγράμματος που εύκολα μπορεί να ανευρεθεί και να αγορασθεί σε ευτελή τιμή μέσω του διαδικτύου. Ουσιαστικά, είναι η θέση του, οποιοδήποτε εισερχόμενο μήνυμα μπορεί να μεταφερθεί με το πρόγραμμα αυτό μέσω Ηλεκτρονικού Υπολογιστή με τη βοήθεια «blue tooth» ή του διαδικτύου και να αλλοιωθεί ως προς όλα τα στοιχεία του. Στη συνέχεια να επαναφερθεί αλλοιωμένο και να αποθηκευθεί στην τηλεφωνική συσκευή. Στην αντεξέταση διεφάνη πως λόγω του ότι ο μάρτυρας δεν εξέτασε το τηλέφωνο Τεκμήριο 1 δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει το μοντέλο και εάν το μοντέλο αυτό επιδεχόταν αλλοίωση μηνύματος από την ίδια τη συσκευή. Επέμενε όμως στη θέση του πως αυτό μπορούσε να γίνει και για το μοντέλο Τεκμήριο 1 μέσω Ηλεκτρονικού Υπολογιστή με μεγάλη ευκολία μέσω του ειδικού προγράμματος. Εξετάσαμε τη μαρτυρία των δυο εμπειρογνωμόνων με προσοχή. Ουσιαστικά οι δυο ειδικοί συμφωνούν ότι μπορεί να γίνει αλλοίωση περιεχομένου μηνύματος σε ορισμένες μάρκες και μοντέλα τηλεφώνων μέσω της ιδίας της συσκευής σε τηλέφωνα τρίτης γενιάς. Παρατηρούμε ως ουσιαστικό ότι ο ειδικός για την υπεράσπιση δεν εξέτασε το συγκεκριμένο μοντέλο, τηλέφωνο της παραπονούμενης και έτσι σε αντίθεση με τον ειδικό της Κατηγορούσας Αρχής δεν ήταν σε θέση να εκφέρει γνώμη για τις οποίες δυνατότητες του τηλεφώνου της παραπονούμενης σε σχέση με την επεξεργασία μηνυμάτων. Ο μάρτυρας της Κατηγορούσας Αρχής με σαφήνεια απέκλεισε τη δυνατότητα αλλαγής μηνυμάτων μέσω του τηλεφώνου της παραπονούμενης, και μετά από τρεις έρευνες κατέληξε θετικά για το αδύνατο του πράγματος. Θετικός ήταν επίσης πως η συνδρομητική κάρτα δεν επιτρέπει επέμβαση ή αλλαγή ούτε και μέσω Ηλεκτρονικού Υπολογιστή. Κρίνουμε ότι μπορούμε να στηριχθούμε με μεγαλύτερη ασφάλεια στη μαρτυρία του ειδικού για την Κ/Α ο οποίος προέβη σε εμπεριστατωμένη έρευνα, όπως και έρευνα στο συγκεκριμένο τηλέφωνο Τεκμήριο 1, μοντέλο 6230, της ΝΟΚΙΑ. Αντίθετα ο μάρτυρας για την υπεράσπιση βρίσκουμε πως ήταν πρόχειρος και πως ενώ είχε τη δυνατότητα να εξετάσει και να επιθεωρήσει το Τεκμήριο 1, που τέθηκε ενώπιον του, απέφυγε να το πράξει καταφεύγοντας σε γενικολογίες. Μάλιστα ενώ το τηλέφωνο αυτό είναι μάρκας ΝΟΚΙΑ και ο ίδιος δήλωσε κάτοχος και λάτρης της μάρκας ΝΟΚΙΑ δεν γνώριζε είπε το συγκεκριμένο μοντέλο. Βρίσκουμε πως η θέση αυτή δεν δόθηκε αθώα, ο μάρτυρας ουσιαστικά προσπάθησε να αποφύγει να τοποθετηθεί για να καλύψει τις θέσεις του στη γενικότητά τους. Αφήνουμε ανοικτό το ενδεχόμενο να υπάρχει δυνατότητα αλλαγής μηνυμάτων σε κάποιους τύπους τηλεφώνων μέσω Ηλεκτρονικού Υπολογιστή με τη βοήθεια ειδικού προγράμματος. Δεν έχουμε όμως πειστεί ότι το εγχείρημα είναι τόσο εύκολο όσο προσπάθησε να μας το περιγράψει ο μάρτυρας για την υπεράσπιση. Άλλωστε ενώπιον μας έχουμε τη ρητή μαρτυρία του Λαπήθιου ότι από το πείραμα που έγινε στα γραφεία της αντιπροσωπίας ΝΟΚΙΑ αποδείχθηκε ότι το συγκεκριμένο τηλέφωνο δεν επιδεχόταν τέτοια αλλοίωση. Βέβαια άλλο είναι το ζητούμενο: η αλήθεια του λόγου της παραπονούμενης. Και η αλήθεια αυτή δεν κλονίστηκε ούτε ως προς την αποστολή των εν λόγω μηνυμάτων εκ μέρους του Κατηγορουμένου ούτε ότι αυτά ήσαν αυθεντικά. Βρίσκουμε ότι τα μηνύματα που βρίσκονται αποθηκευμένα στο φάκελο "folder" του τηλεφώνου της παραπονούμενης είναι τα αυθεντικά μηνύματα που ο Κατηγορούμενος της απέστειλε. Τα άρθρα 144 και 145 του Κεφ. 154 επί των οποίων εδράζεται η 3η κατηγορία προνοούν πως: «Όποιος έρχεται σε παράνομη συνουσία με γυναίκα, χωρίς τη συναίνεση της παθούσας ή με τη συναίνεσή της εφόσον η συναίνεση για αυτό δόθηκε υπό το κράτος βίας ή φόβου σωματικής βλάβης ή προκειμένου για παντρεμένη γυναίκα, με την πλαστοπροσωπία του συζύγου της, είναι ένοχος κακουργήματος το οποίο καλείται βιασμός». Από τη μαρτυρία όπως την έχουμε αποδεχτεί και τα ευρήματά μας, καταλήγουμε ότι στοιχειοθετείται το αδίκημα του βιασμού κατά τις πιο πάνω ημερομηνίες 4.6..05 και 11.6.05 και ότι η συνουσία του κατηγορουμένου με την παραπονούμενη επιτευχθεί και στις δυο περιπτώσεις υπό το κράτος σωματικής βίας ή φόβου σωματικής βλάβης και χωρίς τη συγκατάθεση της παραπονούμενης (βλ. Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 259, Κορέλλης ν. Δημοκρατίας
(2000), 2 Α.Α.Δ. 506, Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας,
(2001)2 Α.Α.Δ. 571 και Καήλης ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω)). Είναι η κατάληξη μας ότι καθόλη τη διάρκεια των παράνομων ενεργειών του κατηγορουμένου απουσίαζε η ελεύθερη βούληση της Η. Ως θέμα αρχής δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ της μη συναίνεσης και της φαινομενικής συναίνεσης (δηλαδή της απουσίας έντονης σωματικής αντίστασης) που προκύπτει ως αποτέλεσμα της πρόκλησης φόβου ή άσκησης βίας επί του θύματος (βλ. Haward 50 Cr. App. R. 56). Όσον αφορά τη διαφθορά θήλεως ηλικίας μεταξύ δεκατριών και δεκαεφτά χρονών προνοεί το άρθρο 154: «Όποιος παράνομα έρχεται σε συνουσία ή αποπειράται παράνομη συνουσία με νεαρή γυναίκα που έχει ηλικία δεκατριών ή άνω και κάτω των δεκαεπτά χρόνων, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία χρόνια: ..... » Η Η. κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν δεκατεσσάρων σχεδόν χρόνων η ηλικία της δεν αμφισβητήθηκε. Το άρθρο σε αντίθεση με τα άρθρα 144 και 145 δεν απαιτεί την ύπαρξη απουσίας συναίνεσης εκ μέρους του θύματος. Με τις διαπιστώσεις μας πιο πάνω για την απόδειξη των κατηγοριών του βιασμού και το αδίκημα αυτό βρίσκουμε ότι έχει αποδειχθεί. Ως προς την κατηγορία της άσεμνης επίθεσης στις 29.5.05 μέσα στ΄ αυτοκίνητο του κατηγορουμένου έχοντας υπόψη της περιβάλλουσες συνθήκες, ότι η επίθεση έγινε τις νυχτερινές ώρες στο αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου ενώ ο Κατηγορούμενος είχε κλειδώσει τις πόρτες και ότι φίλησε και άγγιξε την παραπονούμενη στο στήθος ενώ εκείνη του ζητούσε να σταματήσει και να την αφήσει να φύγει, έγινε χωρίς τη συγκατάθεσή της. Αποδεικνύεται λοιπόν και το αδίκημα αυτό. Ως προς την έννοια της άσεμνης επίθεσης παραπέμπουμε στον ορισμό που έδωσε η απόφαση R v. Court
(1988)2 All. E. R. 221. «Ένα πρόσωπο είναι ένοχο άσεμνης επίθεσης όταν επιτίθεται στο θύμα με πρόθεση όχι μόνο να επιτεθεί, αλλά να επιτεθεί άσεμνα. Κατά τρόπο που τα ορθόφρονα πρόσωπα θα θεωρούσαν άσεμνο. Η πρόθεση στοιχειοθετείται είτε άμεσα, είτε έμμεσα εάν και εφόσον οι περιστάσεις επιτρέπουν συμπερασματικό εύρημα (βλ. R v Sutton
(1997)2 All. E. R. 476)». Το άρθρο 149 του Ποινικού Κώδικα προνοεί πως: «Όποιος παράνομα αποχωρίζει νεαρή γυναίκα άγαμη, που έχει ηλικία κάτω των δεκαέξι χρονών, από την επίβλεψη ή την προστασία του πατέρα της ή της μητέρας της ή άλλου προσώπου που έχει τη νόμιμη φροντίδα ή μέριμνα τέτοιας νεαρής γυναίκας και εναντίον της θέλησής τους, είναι ένοχος πλημμελήματος.» Είναι η κατάληξή μας ότι κάτω από τις περιστάσεις που ήδη περιγράψαμε στοιχειοθετείται και το αδίκημα αυτό. Η ανήλικη διέμενε και ήταν υπό τη φύλαξη της μητέρας της (βλ. Zanettos v. The Police
(1968)2 C.L.R. 236). Βέβαια η παρούσα περίπτωση δεν αφορά κλασική περίπτωση απαγωγής όπως φαντάζει στο μυαλό του μη νομικού. Το αδίκημα συντελείται και στοιχειοθετείται και με τη σύντομη κατακράτηση ενός προσώπου παρά τη θέλησή του (βλ. Felekis v. The Police
(1968)2 C.L.R.151). Η παραπονούμενη κατακρατήθηκε έστω και για πολύ λίγο στο αυτοκίνητο και παρά την επιθυμία της να φύγει. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος μετά από την επιμονή της το έπραξε δεν αλλάζει τα πράγματα. Το αδίκημα είχε ήδη συντελεσθεί. Το άρθρο 3
(1)(γ) 2 (β) του περί Καταπολέμησης της Εμπορίας Προσώπων και Ειδική Προστασία των Προσώπων που είναι θύματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης Ν.3
(1)/00, προβλέπει: «3
(1)Απαγορεύεται - (α) (β) (γ) η σεξουαλική εκμετάλλευση ή η κακοποίηση ανηλίκων (δ)
(2)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, σχέση συγγένειας με το θύμα εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι τρίτου βαθμού, καθώς και κάθε άλλη σχέση του θύματος με πρόσωπο, το οποίο λόγω της θέσης του ασκεί εξουσία ή επιρροή στο θύμα και περιλαμβάνει σχέση με κηδεμόνα, εκπαιδευτικό, υπεύθυνο οικοτροφείου, σωφρονιστηρίου, φυλακών ή άλλων παρόμοιων ιδρυμάτων, καθώς και με άλλα πρόσωπα με ανάλογη θέση ή ιδιότητα συνιστά κατάχρηση εξουσίας ή άλλης μορφής πίεση. (α) (β) Όποιος ενεργεί κατά παράβαση των απαγορεύσεων που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)(γ) και (δ) διαπράττει αδίκημα και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα είκοσι έτη.» Ο όρος σεξουαλική εκμετάλλευση επεξηγείται στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του νόμου το οποίο προβλέπει: « (α) την παρότρυνση ή τον εξαναγκασμό ανηλίκου να συμμετάσχει σε οποιαδήποτε σεξουαλική δραστηριότητα (β) την εκμετάλλευση ανηλίκου με την εκπόρνευση του ή με τη συμμετοχή του σε άλλες σεξουαλικές πρακτικές (γ) ..............................» Από τα πιο πάνω βρίσκουμε ότι ο κατηγορούμενος με τη συμπεριφορά του εξανάγκασε την Η. να συμμετάσχει στη σεξουαλική δραστηριότητα που περιγράψαμε πιο πάνω: Σε συνουσία, παραφύση βιασμό και πεολειχία. Βρίσκουμε πως όλες οι κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος έχουν αποδειχθεί πέρα από κάθε λογική αμφιβολία και βρίσκουμε τον κατηγορούμενο ένοχο σ' αυτές. (Υπ.) ................................................................ Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................................................... Χ. Μαλαχτός, Α.Ε.Δ. (Υπ.).............................................................. Ρ. Λιμνατίτου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ../Λ.Κ/Θ.Γ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.