← Κύπρος

Δήμος Πάφου ν. Κωνσταντίνος Χαριλάου, Αρ. Υπόθεσης: 6433/04, 13.11.06

Δήμος Πάφου ν. Κωνσταντίνος Χαριλάου, Αρ. Υπόθεσης: 6433/04, 13.11.06 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2006:B56 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ: ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6433/04 Δήμος Πάφου - ν - Κωνσταντίνος Χαριλάου, από την Κάτω Πάφο Κατηγορουμένου ------------------- Ημερομηνία: 13.11.06 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ Κ. Καλαβάς Για τον Κατηγορούμενο: κ. Χ. Φωτίου Κατηγορούμενος παρών -------------------- Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Σύμφωνα με το κατηγορητήριο ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες: Με την πρώτη κατηγορία κατηγορείται ότι ανήγειρε οικοδομή χωρίς άδεια από την αρμόδια Αρχή κατά παράβαση, μεταξύ άλλων, των άρθρων 3, 9, 20

(1),
(2),
(3)(α-γ) και 3Α του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96, όπως τροποποιήθηκε, με την δεύτερη κατηγορία ότι επέτρεψε και/ή ανέχτηκε την ανέγερση οικοδομής χωρίς άδεια από την αρμόδια Αρχή και με την τρίτη κατηγορία ότι κατέχει και/ή χρησιμοποιεί οικοδομή χωρίς πιστοποιητικό έγκρισης από την αρμόδια Αρχή κατά παράβαση, μεταξύ άλλων, των άρθρων 10
(1),
(2), 20
(1),
(2),
(3)και 3Α του Κεφ. 96. Όπως προκύπτει από τις λεπτομέρειες αδικήματος κάθε κατηγορίας η οικοδομή αποτελείται από σκιάδιο, το οποίο χρησιμοποιείται σαν καθιστικό για την μπυραρία του Κατηγορουμένου στο τεμάχιο, τουρκοκυπριακής ιδιοκτησίας, με αριθμό 53 του Φ/Σχ. LI/10 στην Κάτω Πάφο. Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσής της κάλεσε δύο μάρτυρες. Την κα Μαρία Σαββίδου (ΜΚ1), λειτουργό στο Κλάδο Διαχείρισης των Τουρκοκυπριακών Περιουσιών στην Επαρχιακή Διοίκηση Πάφου, και τον κ. Σοφοκλή Σοφοκλέους (ΜΚ 2), τεχνικό στον Δήμο Πάφου. Μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, όπως τροποποιήθηκε, εισήγηση, ότι από την προσαχθείσα μαρτυρία δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου, ώστε αυτός να κληθεί σε απολογία. Σύμφωνα με τον κ. Φωτίου με την υπό της Κατηγορούσας Αρχής προσκομισθείσα μαρτυρία δεν στοιχειοθετήθηκαν όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων, που εκτίθενται επί του κατηγορητηρίου. Καταληκτικά ο κ. Φωτίου ζήτησε από το Δικαστήριο να απαλλάξει και αθωώσει τον Κατηγορούμενο από αυτό το στάδιο σε όλες τις εναντίον του κατηγορίες. Εκ διαμέτρου αντίθετη υπήρξε η θέση του ευπαίδευτου δικηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής εν' όψει του συνόλου της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Η απαλλαγή του κατηγορουμένου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με την Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δικαιολογείται μόνο όταν: (α) δεν στοιχειοθετείται εξ' αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου (Βλ. Δικαστική πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England issued in 1962 -
(1962)1 All E R 448). Η κλήση κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως, δηλαδή, μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή, την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133). Στο στάδιο που γίνεται η υποβολή το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορίας. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, εν' όψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Τόσο στην πρώτη όσο και στην δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό, αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου (δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης), αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (Βλ. Azinas and Another v. Police
(1981)2 CLR 9). Περαιτέρω, όπως συναφώς αναφέρεται, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ευσταθίου Θεόδωρου
(2002)2 ΑΑΔ 9: «Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος απόδειξης που έχει η Κατηγορία σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεσή της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την Κατηγορία να παρουσιαστεί αξιόπιστη μαρτυρία τέτοιας φύσεως από την οποία να δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορούμενου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις, αλλά σε συμπεράσματα τόσο ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας». Υπό το φως των πιο πάνω αρχών και αφού έλαβα υπόψη μου την προσαχθείσα μαρτυρία προχωρώ να εξετάσω αν κατά πόσο αποδείχτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου. Αρχίζοντας από την δεύτερη κατηγορία διαπιστώνω, ότι δεν υπάρχει μαρτυρία που να συνδέει τον Κατηγορούμενο με την διάπραξη του αδικήματος που αναφέρεται σε αυτήν. Καμία μαρτυρία δεν προσκομίστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή, που να καταδεικνύει, ότι ο Κατηγορούμενος επέτρεψε ή ανέχτηκε την ανέγερση του σκιαδίου που αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας. Τουναντίον, από την αρχή της διαδικασίας θέση των μαρτύρων κατηγορίας ήταν ότι ο Κατηγορούμενος ανήγειρε το συγκεκριμένο σκιάδιο. Αναφορικά με την ανοχή έχουν λεχθεί στην υπόθεση Σωφρονίου Λτδ ν. Δήμου Στροβόλου
(1991)2 ΑΑΔ 369 τα ακόλουθα: Αποτελεί προϋπόθεση για να θεωρηθεί ότι κάποιος ανέχεται κάτι να γνωρίζει την ύπαρξή του ή να εθελοτυφλεί ή να κλείνει τα μάτια του μπροστά στην πραγματικότητα (Βλ. Somerset v. Wade
(1894)1 QB 574, Words and Phrases Legally Defined, 2η έκδοση, Τόμος 5, σελ. 143 και Strouds Judicial Dictionary, 4η έκδοση, Τόμος 5, σελ. 26-66)». Από τα πιο πάνω ακολουθεί, ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση αναφορικά με την δεύτερη κατηγορία. Αναφορικά με τις δύο υπόλοιπες κατηγορίες έχω μελετήσει με πολλή προσοχή τόσο την υπό της Κατηγορούσας Αρχής προσαχθείσα μαρτυρία όσο και την εισήγηση του κ. Φωτίου έχοντας ταυτόχρονα κατά νου τις πρόνοιες της σχετικής Νομοθεσίας επί των οποίων βασίζονται οι κατηγορίες. Με οδηγό τις αρχές που διέπουν το θέμα και που πιο πάνω αναφέρθηκαν θεωρώ, ότι η μαρτυρία που έχει προσκομισθεί από την Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που τεκμηριώνει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου και στις δύο κατηγορίες. Συνακόλουθα ο Κατηγορούμενος αθωώνεται στην δεύτερη κατηγορία και καλείται να προβάλει την υπεράσπισή του στις κατηγορίες ένα και τρία. (Εξηγούνται στον Κατηγορούμενο τα δικαιώματα του σύμφωνα με τον Νόμο). (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.