Αστυνομία Πάφου ν. Χαράλαμπος Νικάνδρου, Αρ. Υπόθεσης: 5638/04, 27.11.06 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2006:B63 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ: ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5638/04 Αστυνομία Πάφου -ν- Χαράλαμπος Νικάνδρου, από την Πάφο Κατηγορουμένου ------------------- Ημερομηνία: 27.11.06 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ Ν. Νεοκλέους Για τον Κατηγορούμενο: κ. Λοϊζίδης Κατηγορούμενος παρών ............ Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, μεταξύ άλλων, την κατηγορία της αμελούς οδήγησης (1η κατηγορία), την κατηγορία της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς ασφάλεια υπέρ τρίτου (2η κατηγορία) και την κατηγορία της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς άδεια οδήγησης (3η κατηγορία) κατά παράβαση του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου, Ν. 86/72, όπως τροποποιήθηκε. Ο Κατηγορούμενος αρχικά αντιμετώπιζε πέντε κατηγορίες. Μετά το πέρας, όμως, της εισήγησης του ευπαίδευτου συνηγόρου του, ότι δεν αποδείχτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του, ο Κατηγορούμενος ζήτησε άδεια να αλλάξει απάντηση από μη παραδοχή σε παραδοχή στην τέταρτη και πέμπτη κατηγορία. Η άδεια δόθηκε από το Δικαστήριο και ο Κατηγορούμενος παραδέχτηκε τις εν λόγω κατηγορίες, οι οποίες αφορούσαν οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας (4η κατηγορία) και χωρίς άδεια κυκλοφορίας (5η κατηγορία). Όλες οι πιο πάνω κατηγορίες ήταν το αποτέλεσμα εξέτασης από την Αστυνομία τροχαίου δυστυχήματος που έλαβε χώρα στις 26.1.04 στην διασταύρωση του κύριου δρόμου Πάφου-Λεμεσού με τον δρόμο που οδηγεί στο χωριό Μανδριά με ενεχόμενα τα οχήματα με αριθμούς εγγραφής QL 649, το οποίο οδηγούσε ο Κατηγορούμενος, και το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΖΕΖΧ 638, το οποίο οδηγούσε ο Gerald Harrison από την Αγγλία με συνεπιβάτη και συνοδηγό την σύζυγό του, Marian-Irene Harrison, επίσης από την Αγγλία. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεσή της κάλεσε δύο μάρτυρες κατηγορίας: τον Αστ. 1985, Μάριο Παπαγεωργίου (ΜΚ 1) και τον Αλέξη Ονουφρίου (ΜΚ 2). Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή το Δικαστήριο αποφάσισε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου, τον οποίον και κάλεσε σε απολογία. Ο Κατηγορούμενος, αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του από το Δικαστήριο, σύμφωνα με τον Νόμο, επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη κατάθεση. Κανένας μάρτυρας δεν κλήθηκε από την Υπεράσπιση. Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες Κατηγορίας, ενόσω αυτοί έδιναν μαρτυρία ενώπιόν μου, και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτοί απάντησαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Κατ' αρχή, θα πρέπει να λεχθεί ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει το βάρος να αποδείξει την κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ένας μάρτυρας μπορεί, επίσης, να γίνει πιστευτός είτε μερικώς είτε εξ' ολοκλήρου και η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας του μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1988)1 ΑΑΔ 263, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207 και Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva, ΠΕ 10351, ημερομηνίας 27.3.02). Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω προχωρώ στην αξιολόγηση των μαρτύρων. Ο ΜΚ 1 αναφερόμενος στο σημείο σύγκρουσης εξήγησε, ότι ο λόγος που το σημείωσε στο σημείο Χ, και όχι οπουδήποτε αλλού, είναι γιατί εκεί του υποδείχτηκε από τον οδηγό του άλλου ενεχόμενου οχήματος και γιατί στο σημείο εκείνο εντόπισε μαυρίσματα από τα ελαστικά των ενεχόμενων οχημάτων. Η Υπεράσπιση αμφισβήτησε το εύρημα του μάρτυρα αυτού αναφορικά με την θέση του σημείου σύγκρουσης. Ήταν η θέση της Υπεράσπισης ότι η σύγκρουση δεν έλαβε χώρα στο σημείο που σημειώθηκε επί του Τεκμηρίου 5, αλλά εντός του δρόμου, που οδηγεί στο χωριό Αναρίτα. Η εντύπωση, που αποκόμισα από τον μάρτυρα είναι ότι η θέση του αναφορικά με την θέση του σημείου σύγκρουσης δεν είναι το αποτέλεσμα δικής του ανεξάρτητης κρίσης και έρευνας, αλλά αποτέλεσμα των υποδείξεων του οδηγού του άλλου ενεχόμενου οχήματος. Αυτό που σαφώς προκύπτει από την μαρτυρία του είναι ότι ο μάρτυρας έκρινε, ότι εφόσον στο σημείο που του υπέδειξε ο άλλος ενεχόμενος οδηγός υπήρχαν και μαυρίσματα, εκεί πρέπει να είναι και το σημείο της σύγκρουσης. Με τον τρόπο, όμως, αυτό δεν έπεισε το Δικαστήριο, ότι κατέληξε στην θέση του σημείου σύγκρουσης βασιζόμενος στα αντικειμενικά ευρήματα, που βρέθηκαν στη σκηνή. Ενδεικτικό τούτου είναι το γεγονός ότι καμία εξήγηση δεν προσφέρθηκε από τον μάρτυρα αναφορικά με την σημασία της θέσης του μαυρίσματος και πώς από αυτό μπορεί να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα αναφορικά με την θέση του σημείου σύγκρουσης. Η μαρτυρία του αναφορικά με την θέση του σημείου σύγκρουσης είναι εξ' ακοής μαρτυρία. Σύμφωνα με το άρθρο 24
(1)του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε, καμία μαρτυρία δεν αποκλείεται για τον λόγο ότι αυτή είναι εξ' ακοής. Αναφορικά δε με την αξιολόγηση που θα πρέπει να τύχει μια τέτοια μαρτυρία από το πρωτόδικο Δικαστήριο, το άρθρο 27
(1)του ιδίου Νόμου προνοεί, ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων, από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική της αξία. Σύμφωνα με την παράγραφο (α) του εδαφίου 2 του ίδιου άρθρου το Δικαστήριο, ανάμεσα σε άλλα, λαμβάνει υπόψη αν κατά πόσο θα ήταν εύλογο ή εφικτό ο διάδικος που έχει προσάψει την εξ' ακοής μαρτυρία να είχε κλητεύσει ως μάρτυρα στη διαδικασία το πρόσωπο που έκαμε την αρχική δήλωση. Στην παρούσα υπόθεση κανένας λόγος και καμία εξήγηση δεν δόθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή γιατί δεν προσήλθε να καταθέσει ο οδηγός του άλλου ενεχόμενου οχήματος. Καμία μαρτυρία δεν δόθηκε, ότι δεν ήταν εύλογο ή εφικτό να κληθεί ο πιο πάνω οδηγός ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, που μπορούσε να δώσει θετική μαρτυρία. Περαιτέρω, το πρόσωπο που υπέδειξε το σημείο σύγκρουσης στον μάρτυρα είναι ο οδηγός του άλλου ενεχόμενου οχήματος. Σε συνδυασμό με το ότι ο μάρτυρας είναι ο εξεταστής του δυστυχήματος και η υπόδειξη έγινε στον μάρτυρα καθ' ον χρόνο αυτός εκτελούσε τα καθήκοντά του στα πλαίσια της συλλογής και εξακρίβωσης του μαρτυρικού υλικού και της διαπίστωσης ευρημάτων στην σκηνή με απώτερο στόχο την εξακρίβωση από την Αστυνομία της ποινικής ευθύνης των ενεχόμενων οδηγών και την πρόσαψη στο τέλος της ημέρας κατηγοριών η αποδοχή της πιο πάνω μαρτυρίας καθίσταται ακροσφαλής. Το μόνο αντικειμενικό εύρημα, που βρέθηκε στην σκηνή είναι τα μαυρίσματα από τα ελαστικά. Η ύπαρξη, όμως, του μαυρίσματος δεν υποδεικνύει δίχως άλλο την θέση του σημείου σύγκρουσης ή ότι αυτό ήταν στο σημείο Χ, στο μέρος, δηλαδή, που υπήρχαν τα μαυρίσματα. Καμία μαρτυρία δεν δόθηκε που να επεξηγεί γιατί η θέση του σημείου σύγκρουσης θα πρέπει απαραίτητα να συμπίπτει με το μέρος όπου βρέθηκαν τα μαυρίσματα των ελαστικών. Ούτε και κάτι τέτοιο θα μπορούσε να γίνει αποδεχτό από το Δικαστήριο ως απόρροια της κοινής λογικής. Για τους πιο πάνω λόγους δεν μπορώ να δεχτώ την μαρτυρία του εξεταστή αναφορικά με την θέση του σημείου σύγκρουσης. Αναφορικά δε με το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του, αυτό γίνεται αποδεχτό. Η Υπεράσπιση αμφισβήτησε ότι η ορατότητα του Κατηγορούμενου από το αλτ της παρόδου, από την οποία εξήλθε για να εισέλθει εντός του κύριου δρόμου Πάφου-Λεμεσού, με κατεύθυνση προς τα αριστερά, δηλαδή, προς την Πάφο, ήταν απεριόριστη. Θέση της Υπεράσπισης ήταν ότι αυτή εμποδίζεται από ελαφρά αριστερή στροφή. Ακόμα ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα εντός του δρόμου που οδηγεί προς Αναρίτα και όχι στο σημείο που σημειώθηκε επί του τελικού σχεδιαγράμματος (Τεκμήριο 5). Προσέτι δε ότι εντός του πιο πάνω δρόμου υπήρχαν σπασμένα γυαλιά, μπογιές και εξαρτήματα, τα οποία έπεσαν από τα οχήματα και ότι από την σύγκρουση το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου καταστράφηκε ολοσχερώς. Αναφορικά με τα πιο πάνω ο μάρτυρας ήταν σαφής και αμετακίνητος στις θέσεις του. Η ορατότητα ήταν απεριόριστη και εντός του δρόμου, που οδηγεί προς Αναρίτα δεν βρήκε οτιδήποτε από αυτά που του υποδείχτηκαν κατά την αντεξέταση. Ο μάρτυρας τόνισε, ότι αν υπήρχαν άλλα ευρήματα στη σκηνή του δυστυχήματος, τα οποία θα υποδήλωναν το σημείο σύγκρουσης, θα τα σημείωνε. Εκτός, όμως, από τα μαυρίσματα άλλα ευρήματα δεν υπήρχαν. Ούτε υπήρχε οτιδήποτε που να υποδεικνύει, ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα στον δρόμο που οδηγεί προς Αναρίτα. Η κύρια δε ζημιά στο αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου ήταν στην πόρτα του συνοδηγού. Οι θέσεις του μάρτυρα είναι πειστικές. Ο τρόπος και το ύφος με το οποίο κατέθεσε με έπεισαν για την αλήθεια των ισχυρισμών του. Ο μάρτυρας κατέθεσε με ευθύτητα, συνέπεια και χωρίς ενδοιασμό και παρά την μακρά αντεξέταση στην οποία υπεβλήθη, δεν έπεσε σε αντιφάσεις και παρέμεινε σταθερός στην μαρτυρία του μέχρι τέλους. Η Υπεράσπιση, από την άλλη, καμία μαρτυρία δεν παρουσίασε για να τεκμηριώσει τις δικές της θέσεις, όπως αυτές διεφάνησαν μέσα από τις υποβολές της. Αναφορικά δε με το συμπέρασμά του, ότι τα μαυρίσματα δημιουργήθηκαν από το επίδικο δυστύχημα θεωρώ, ότι η θέση του δικαιολογείται από τις τελικές θέσεις των εμπλεκομένων οχημάτων. Συνακόλουθα δέχομαι την μαρτυρία του στην ολότητά της, εκτός από την θέση του αναφορικά με την θέση του σημείου σύγκρουσης. Ο ΜΚ 1 κατέθεσε, μεταξύ άλλων, την γραπτή κατάθεση που έδωσε ο Κατηγορούμενος στην Αστυνομία (Τεκμήριο 2). Στην εν λόγω κατάθεση ο Κατηγορούμενος αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι όταν έφθασε στο αλτ του κύριου δρόμου των Μανδριών σταμάτησε και δεν αντιλήφθηκε να έρχεται οποιοδήποτε αυτοκίνητο από τα αριστερά του. Ακολούθως εισήλθε εντός του κύριου δρόμου και αφού διασταύρωσε και βρέθηκε σχεδόν απέναντι, είδε να έρχεται από τα αριστερά του ένα αυτοκίνητο σαλούν, επιβατικό, με το οποίο και τελικά συγκρούστηκε. Αναφορικά με την αξιολόγηση που θα πρέπει να τύχει εξ' ακοής μαρτυρία, το Δικαστήριο, όπως και πιο πάνω υποδείχτηκε, λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων, από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική της αξία. Η υπό συζήτηση μαρτυρία περιέχει παραδοχή του Κατηγορουμένου επιζήμιων για την υπόθεσή του γεγονότων. Τα γεγονότα αυτά εκτίθενται με σαφήνεια και καθαρότητα στην κατάθεση, η οποία λήφθηκε από την Αστυνομία στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης. Η απλή λογική επιβάλλει ότι αν τέτοιες δηλώσεις δεν ήταν αληθινές, τότε δεν θα υπήρχε κανένας λόγος ένας κατηγορούμενος να πρόβαινε σε αυτές. Κανένας κατηγορούμενος δεν θα είχε κίνητρο να παραδεχτεί γεγονότα επιζήμια για την υπόθεσή του εκτός αν αυτά ήταν αληθινά. Στην Αγγλική υπόθεση Slatterie v. Pooley
(1840)6 Μ. & W. 664 o Δικαστής Parke, για να γίνει αντιληπτή η αρχή στην οποία βασιζόταν η αποδοχή παραδοχών, ως εξαίρεση τότε στον αποκλειστικό κανόνα της εξ' ακοής μαρτυρίας εναντίον σε αυτούς που τις κάνουν, ανέφερε, ότι όταν ένας διάδικος μόνος του παραδέχεται ότι κάτι είναι αλήθεια, τότε εύλογα μπορεί να θεωρηθεί, ότι αυτό που παραδέχεται είναι και αληθινό. Σύμφωνα με την μαρτυρία του εξεταστή της υπόθεσης, την οποία αποδέχτηκα, ο Κατηγορούμενος είχε απεριόριστη ορατότητα προς τα αριστερά του. Υπό το φως του ευρήματος τούτου η πιο πάνω δήλωση του Κατηγορουμένου καθίσταται επιζήμια για την υπόθεσή του (adverse to his case). Καθότι καταδεικνύει, ότι παρόλο που είχε την δυνατότητα να αντιληφθεί το όχημα, που ερχόταν από τα αριστερά του, ο Κατηγορούμενος παρέλειψε να το αντιληφθεί εγκαίρως και ότι εισήλθε εντός του κύριου δρόμου αγνοώντας την τροχαία κίνηση. Το μόνο εύλογο συμπέρασμα που μπορεί να συναχθεί από τα πιο πάνω είναι, ότι αν δεν ήταν αληθινή μια τέτοια δήλωση, ο Κατηγορούμενος δεν θα πρόβαινε σε αυτήν. Για τους πιο πάνω λόγους δέχομαι την πιο πάνω δήλωση ως απόδειξη των γεγονότων στα οποία αυτή αναφέρεται (Βλ., επίσης, Christou and Others v. C. Panayiotou and Others
(1956)XX CLR Part II 52). Αναφορικά με την μαρτυρία του ΜΚ 2, θα πρέπει να λεχθεί, ότι μεγάλο μέρος της σχετίζεται με τα αδικήματα που αφορούν τις κατηγορίες 4 και 5. Ύστερα από την παραδοχή του Κατηγορούμενου στις πιο πάνω κατηγορίες η μαρτυρία αυτή καθίσταται άνευ σημασίας, γι' αυτό και δεν θα ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Την 26.1.04 ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής QL 649 επί του κύριου δρόμου Μανδριών, ο οποίος είναι κάθετος πάνω στο κύριο δρόμο Πάφου - Λεμεσού. Στο σημείο που ο δρόμος των Μανδριών τέμνει τον δρόμο Πάφου - Λεμεσού σχηματίζεται αλτ. Η ορατότητα από το αλτ προς τα αριστερά με κατεύθυνση, δηλαδή, την Πάφο, είναι απεριόριστη. Το πλάτος του δρόμου Πάφου - Λεμεσού είναι 11,70 μέτρα. Ο Κατηγορούμενος αφού έφθασε στο πιο πάνω αλτ ακολούθως εισήλθε εντός του κύριου δρόμου Πάφου - Λεμεσού με πρόθεση να τον διασταυρώσει και να εισέλθει στον απέναντι δρόμο, ο οποίος οδηγεί προς το χωριό Αναρίτα. Στην προσπάθειά του να περάσει στον απέναντι δρόμο συγκρούστηκε με το όχημα, που οδηγούσε ο μάρτυρας 1 επί του κατηγορητηρίου, το οποίο κατά τον ουσιώδη χρόνο ερχόταν από τα αριστερά του Κατηγορουμένου έχοντας κατεύθυνση την Πάφο. Ο Κατηγορούμενος αφού σχεδόν είχε διασταυρώσει τον κύριο δρόμο Πάφου-Λεμεσού, τότε μόνο αντιλήφθηκε το εν λόγω όχημα. Ακολούθως έγινε η σύγκρουση. Το αδίκημα της αμελούς οδήγησης, στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 8 του Νόμου 86/72, έτυχε νομολογιακής ανάλυσης κατ' επανάληψη. Το κατά πόσο ένας οδηγός είναι ένοχος αμέλειας ή όχι εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Το κριτήριο της αμελούς οδήγησης είναι αντικειμενικό υπό την έννοια ότι το επίπεδο της οδήγησης που απαιτείται από τον οδηγό κρίνεται αντικειμενικά και απρόσωπα (Βλ. Charalambous v. Police
(1982)2 CLR 134 και Κυριάκου Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 30). Η προσοχή του Δικαστηρίου επικεντρώνεται στην εξέταση του κατά πόσο ο οδηγός ενήργησε υπό τις περιστάσεις ως θα ενεργούσε ένας σώφρονας, ικανός και λογικός οδηγός και κατά πόσο εκπλήρωσε το καθήκον της δέουσας φροντίδας και μέριμνας ως προς τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την ίδια με αυτόν οδό. Το καθήκον θα πρέπει να συγκεκριμενοποιείται στο πλαίσιο των γεγονότων της κάθε υπόθεσης για να αποφασισθεί η φύση του, και, όπου διαπιστώνεται η ύπαρξή του, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει με μέτρο τον προσεκτικό και όχι τον τέλειο οδηγό (Βλ. Panayiotou v. Police
(1972)2 CLR 29 και Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1). Από τα πιο πάνω εύλογα συμπεραίνεται ότι ο Κατηγορούμενος είναι ένοχος για το αδίκημα της αμελούς οδήγησης. Η αμέλειά του συνίσταται στο ότι παρέλειψε να έχει την δέουσα κατόπτευση του δρόμου. Σύμφωνα με τα ευρήματά μου, είχε απεριόριστη ορατότητα προς την κατεύθυνση από την οποία ερχόταν το άλλο ενεχόμενο όχημα και, κατ' επέκταση, την δυνατότητα να το δει και να το αντιληφθεί έγκαιρα. Ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε το όχημα του παραπονούμενου μόνο αφού διασταύρωσε τον κύριο δρόμο και αμέσως πριν την σύγκρουση. Τα πιο πάνω συνηγορούν στο συμπέρασμα, ότι αν ο Κατηγορούμενος είχε την δέουσα κατόπτευση του δρόμου θα έβλεπε το όχημα του μάρτυρα 1 επί του κατηγορητηρίου έγκαιρα. Αποτέλεσμα της ενέργειάς του να εισέλθει εντός του κύριου δρόμου χωρίς προηγουμένως να ελέγξει την τροχαία κίνηση ήταν να ανακόψει την ελεύθερη πορεία του μάρτυρα 1 επί του κατηγορητηρίου, ο οποίος βρισκόταν νόμιμα εντός της πορείας του. Η είσοδος του Κατηγορούμενου εντός του κύριου δρόμου αποτέλεσε την γενεσιουργό αιτία του δυστυχήματος. Αναφορικά δε με την τρίτη κατηγορία θεωρώ σκόπιμο όπως παραθέσω αυτούσιο τον Κανονισμό 26
(1)των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμών του 1984. Ο εν λόγω Κανονισμός προνοεί τα ακόλουθα: «Τηρουμένων των διατάξεων των Κανονισμών 46, 47 49Α, απαγορεύεται η οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος εφ' οιασδήποτε οδού, εκτός εάν ο οδηγός κατέχει άδεια οδήγησης ..». Με τον πιο πάνω Κανονισμό επιβάλλεται σε πρόσωπο που οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα εφ' οιασδήποτε οδού η υποχρέωση να κατέχει άδεια οδήγησης. Το ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή έχει το βάρος να αποδείξει ότι ο Κατηγορούμενος δεν ήταν κάτοχος άδειας οδήγησης κατά τον ουσιώδη χρόνο. Σύμφωνα με το κοινοδίκαιο όταν ένας κατηγορούμενος βασίζει την υπεράσπισή του σε κάποια εξαίρεση ή επιφύλαξη (exception, exemption, proviso, excuse ή qualification), είτε αυτή συνοδεύει την περιγραφή του αδικήματος στην νομοθετική διάταξη που δημιουργεί το αδίκημα είτε όχι, το βάρος απόδειξης της εξαίρεσης αυτής το έχει ο Κατηγορούμενος, νοουμένου ότι η εξαίρεση αυτή κλπ ισοδυναμεί με υπεράσπιση. Το ζήτημα, λοιπόν, είναι ζήτημα ερμηνείας και μόνο της νομοθετικής διάταξης που δημιουργεί το συγκεκριμένο αδίκημα. Στην Αγγλική υπόθεση R v. Edwards
(1975)QB 27, η οποία υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, ο Lawton Lord Justice ανέφερε ότι μέσα από το κοινοδίκαιο ξεπήδησε μια εξαίρεση στο θεμελιώδη κανόνα που απαιτεί από την Κατηγορούσα Αρχή να αποδεικνύει κάθε συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Η εξαίρεση αυτή περιορίζεται σε αδικήματα, τα οποία δημιουργούνται από νομοθετήματα, τα οποία απαγορεύουν την τέλεση μιας πράξης, εκτός σε ορισμένες περιστάσεις (save in specified circumstances) ή από πρόσωπα ορισμένων κατηγοριών (persons of specified classes) ή με ορισμένα προσόντα (with specified qualifications) ή με την άδεια (licence) ή συγκατάθεση (permission) μιας ορισμένης αρχής. Σε μια τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο οφείλει να ερμηνεύσει την νομοθετική διάταξη που δημιουργεί το αδίκημα. Αν η ορθή ερμηνεία είναι ότι η διάταξη απαγορεύει την τέλεση πράξεων, εκτός αν ισχύει κάποια εξαίρεση κλπ, τότε η Κατηγορούσα Αρχή μπορεί να υπολογίζει στην εξαίρεση αυτή. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Μανώλης Σιδηρόπουλος ν. Αστυνομία
(1999)2 ΑΑΔ 15 ανέφερε ότι οι περιπτώσεις που μια νομοθετική διάταξη θέτει το βάρος απόδειξης στους ώμους ενός κατηγορουμένου δεν περιορίζονται στις περιπτώσεις εκείνες που κάτι τέτοιο προβλέπεται ρητά από τον νόμο. Μια διάταξη μπορεί να θέτει το βάρος απόδειξης σε κατηγορούμενο εξυπακουόμενα ή σιωπηρά (impliedly), δηλαδή, ως θέμα ερμηνείας (on a true construction). Στην πιο πάνω υπόθεση το Εφετείο προχώρησε να παραθέσει τους παράγοντες εκείνους που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη του στη προσπάθειά του να εξεύρει την πρόθεση του νομοθέτη, ειδικά στις περιπτώσεις εκείνες που το λεκτικό μιας διάταξης δεν επιδέχεται σαφή ερμηνεία. Στην υπό εξέταση περίπτωση οι πρόνοιες του Κανονισμού 26
(1)δεν δημιουργούν ιδιαίτερη δυσκολία ερμηνείας. Ο Κανονισμός 26
(1)απαγορεύει την οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος, εκτός αν ισχύει η εξαίρεση που ορίζει ο ίδιος ο Κανονισμός, δηλαδή, αν ο οδηγός κατέχει άδεια οδηγού. Η εξαίρεση που εισάγεται με τις λέξεις «εκτός αν» ισοδυναμούν με υπεράσπιση, εφόσον η κατοχή άδειας οδήγησης απαλλάσσει τον οδηγό από ποινική ευθύνη. Συνεπώς το βάρος απόδειξης της εξαίρεσης αυτής το έχει ο Κατηγορούμενος. Αναφορικά με το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το άρθρο 3
(1)(α) του Νόμου 96(I)/00, που αναφέρεται στο κατηγορητήριο: «
(1). απαγορεύεται όπως οποιοδήποτε πρόσωπο- (α) Χρησιμοποιεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό, εκτός αν βρίσκεται σε ισχύ, σχετικά με την χρήση του από το πρόσωπο αυτό, τέτοιο ασφαλιστήριο που αφορά ευθύνη έναντι τρίτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου αυτού». Οι αρχές που μόλις πιο πάνω ανέφερα ισχύουν αναφορικά και με το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας. Το πιο πάνω εδάφιο απαγορεύει την οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος, εκτός αν ισχύει η εξαίρεση που ορίζει το ίδιο, αν δηλαδή, ο οδηγός είναι κάτοχος ασφαλιστήριου που αφορά ευθύνη έναντι τρίτου. Και στην περίπτωση αυτή η εξαίρεση που εισάγεται με τις λέξεις «εκτός αν» ισοδυναμεί με υπεράσπιση, εφόσον η κατοχή ασφαλιστηρίου απαλλάσσει τον οδηγό από ποινική ευθύνη. Συνεπώς, το βάρος απόδειξης της εξαίρεσης αυτής το έχει και σε αυτή την περίπτωση ο Κατηγορούμενος. Όπως σαφώς συνάγεται από τα πιο πάνω και στις δύο πιο πάνω κατηγορίες η Κατηγορούσα Αρχή είχε το βάρος να αποδείξει μόνο ότι ο Κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε μηχανοκίνητο όχημα επί δημόσιας οδού, βάρος το οποίο απέσεισε. Το βάρος ήταν στους ώμους της Υπεράσπισης να αποδείξει, ότι ο Κατηγορούμενος ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο κάτοχος άδειας οδηγού και ότι οδηγούσε με ασφαλιστήριο για ευθύνη έναντι τρίτου, το οποίο βρισκόταν σε ισχύ. Αναφορικά με το τελευταίο θα πρέπει να λεχθεί, ότι στο στάδιο της αντεξέτασης ο ΜΚ 1 κατέθεσε πιστοποιητικό ασφάλισης (Τεκμήριο 6) που εκδόθηκε στο όνομα του Κατηγορούμενου σε σχέση με το όχημα που αναφέρεται στο κατηγορητήριο για την περίοδο από 20.10.03 μέχρι 24.7.04. Αποτελεί όρο του ασφαλιστηρίου ότι αυτό θα έχει ισχύ: «Νοουμένου ότι το πρόσωπο που οδηγεί κατέχει άδεια οδήγησης για το όχημα ή κατείχε και δεν έχει στερηθεί του δικαιώματος να κατέχει ή να αποκτήσει τέτοια άδεια». Εν' όψει του ότι καμία μαρτυρία δεν προσκομίστηκε στην υπόθεση που να αποδεικνύει, ότι ο Κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν κάτοχος άδειας οδηγού αναπόφευκτα θα πρέπει να θεωρηθεί, ότι η Υπεράσπιση απέτυχε να αποδείξει αφενός ότι ο Κατηγορούμενος ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο κάτοχος άδειας οδηγού αφετέρου ότι οδηγούσε με ασφαλιστήριο για ευθύνη έναντι τρίτου σε ισχύ. Συνακόλουθα καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, γι' αυτό και βρίσκω τον Κατηγορούμενο ένοχο στις κατηγορίες 1, 2 και 3. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο