Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Ι. Α. Ι., Αρ. Υπόθεσης:5232/04, 5 Δεκεμβρίου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2006:B66 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:5232/04 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου εναντίον Ι. Α. Ι. Κατηγορούμενου ---------------- Ημερομηνία: 5 Δεκεμβρίου, 2006 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Για τον κατηγορούμενο : κα Ε. Πουλλά με κα Κ. Χατζηχαραλάμπους Κατηγορούμενος : παρών --------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος σύμφωνα με το κατηγορητήριο αντιμετωπίζει τρεις κατηγορίες: διαφθορά νεαρής γυναίκας, ηλικίας κάτω των 13 χρόνων, κατά παράβαση του άρθρου 153 του Ποινικού Κώδικα, αιμομιξία, κατά παράβαση του άρθρου 147 του Ποινικού Κώδικα και τέλος, άσεμνη επίθεση κατά γυναικός, κατά παράβαση του άρθρου 151 του Ποινικού Κώδικα. Μετά το πέρας της υπόθεσης της κατηγορίας, η ευπαίδευτη δικηγόρος του κατηγορούμενου υπέβαλε εισήγηση ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του πελάτη της, επαρκώς, ώστε αυτός να υποχρεούται να κληθεί σε απολογία για να προβάλει υπεράσπιση. Βάθρο της εισήγησης της κας Πουλλά που εκπροσωπεί την κατηγορούμενο αποτέλεσε ο ισχυρισμός της, ότι πρώτο, η μαρτυρία της παραπονούμενης εξουδετερώνεται πλήρως από την ιατρική μαρτυρία καθώς και από τη μαρτυρά της Μ.Κ. 8 Δώρας Παπαδάμου και δεύτερο, ειδικά για τα αδικήματα που αναφέρονται στις πρώτες δύο κατηγορίες, ο ισχυρισμός της επίσης, ότι η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, δε στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου, λόγω της αδυναμίας απόδειξης του στοιχείου της συνουσίας, που αποτελεί ασφαλώς συστατικό στοιχείο και των δύο αδικημάτων. Η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής διαφώνησε με την εισήγηση της Υπεράσπισης και κάλεσε το δικαστήριο να καλέσει τον κατηγορούμενο σε απολογία. Σύμφωνα με όσα η κα Παπαλαζάρου που εκπροσωπεί την Κατηγορούσα Αρχή έχει αναφέρει, η υπόθεσή της στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου ενώ η μαρτυρία που προσήγαγε ούτε αντινομική είναι ούτε στερούμενη πειστικότητας. Καταρχήν, θα ήθελα να σημειώσω, ότι για τους ίδιους λόγους που οδήγησαν το δικαστήριο να διατάξει όπως ολόκληρη η διαδικασία διεξαχθεί κεκλεισμένων των θυρών, σ' ολόκληρο το κείμενο της απόφασής μου, οποιαδήποτε ονομαστική αναφορά (όπου κριθεί αναγκαία τέτοια αναφορά), είτε στον κατηγορούμενο είτε στην παραπονούμενη, θα γίνεται με τη χρήση των αρχικών γραμμάτων του ονόματός τους. Συγκεκριμένα, θα χρησιμοποιούνται τα γράμματα «Ι. Α. Ι.» για τον κατηγορούμενο και «Χ. Ι.» για την παραπονούμενη. Η απαλλαγή του κατηγορούμενου σ' αυτό το στάδιο, σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και άλλες αυθεντίες δικαιολογείται όταν, (α) δε στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας, λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο, δε θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση, το κριτήριο είναι αντικειμενικό, αφού το μέτρο, δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου δικαστηρίου, (δηλαδή υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης) αλλά, εκείνες του νοητού λογικού δικαστηρίου (βλ. Αζίνας ν. Αστυνομίας
(1981)1 Α.Α.Δ. 9, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Ευγένιος Παναγιώτου & Ηλίας Μίτσιγκας ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 199, κ.λ.π.). Περαιτέρω, όπως αναφέρεται συναφώς, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ευσταθίου,
(2002)2 Α.Α.Δ. 9, «Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος απόδειξης που έχει η Κατηγορία, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την Κατηγορία να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορούμενου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας». ΄Εχω εξετάσει με προσοχή, (υπό την έννοια της προκαταρκτικής θεώρησης της υπόθεσης) την προσαχθείσα εκ μέρους της Κατηγορίας μαρτυρία και διαπιστώνω τ' ακόλουθα: Δε μπορώ να συμφωνήσω με την κα Πουλλά, ότι για όλους τους λόγους που έχει αναφέρει υπάρχει πρόβλημα εξ αντικειμένου στοιχειοθέτησης της υπόθεσης της Κατηγορίας, με αναφορά σ' οποιοδήποτε συστατικό στοιχείο του αδικήματος, σ' οποιαδήποτε από τις τρεις κατηγορίες αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Απεναντίας, προκύπτει από τη μαρτυρία και ιδιαίτερα της παραπονούμενης, ότι όλα τ' αδικήματα έχουν διαπραχθεί. Βεβαίως, με επίπεδο απόδειξης ό,τι συνιστά το «εκ πρώτης όψεως υπόθεση». Ούτε ότι η μαρτυρία της παραπονούμενης θεωρούμενη στο σύνολό της, μπορεί να θεωρηθεί είτε αντινομική είτε αναξιόπιστη ή μη πειστική δέχομαι. Κάθε άλλο θα έλεγα, σε βαθμό που αν η σχετική εισήγηση κρινόταν αποκλειστικά στη βάση της μαρτυρίας της Χ. Ι., ο κατηγορούμενος πατέρας της θα καλείτο σίγουρα σε απολογία. Ωστόσο, η μαρτυρία της παραπονούμενης έχοντας κατά νου και τη φύση των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, θα πρέπει να θεωρηθεί σε συνδυασμό και σε σύγκριση με το περιεχόμενο της ιατρικής μαρτυρίας. Η ουσία της μαρτυρίας της Χ. Ι. αποτυπώνεται στις τρεις καταθέσεις που έδωσε στην αστυνομία (βλ. τα Τεκμήρια 1, 2 και 3) καθώς και σε όσα κατάθεσε ενόρκως στο δικαστήριο και έγκειται στους ακόλουθους ισχυρισμούς της: ΄Οταν ήταν στην Α' ή Β' τάξη του δημοτικού, η μητέρα της έφυγε από το σπίτι επειδή τσακωνόταν συνεχώς με τον κατηγορούμενο, πατέρα της. Συνεπεία αυτού, η ίδια έμενε στο σπίτι μαζί με τον πατέρα της καθώς και το μικρότερό της αδελφό. Τότε, ο πατέρας της άρχισε να της συμπεριφέρεται παράξενα, υπό την έννοια ότι έκανε πράγματα που δεν της άρεσαν. Συγκεκριμένα, κάποιες φορές η ίδια καθώς και ο αδελφός της κοιμόντουσαν στο κρεβάτι του πατέρα μαζί μ' αυτόν και κάποιες άλλες φορές, αυτή και ο πατέρας της κοιμόντουσαν στο ίδιο κρεβάτι. Στην αρχή ο πατέρας της την αγκάλιαζε και τη χάιδευε ενώ σιγά σιγά άρχισε να της βγάζει το εσώρουχο και να τη χαϊδεύει στα γεννητικά όργανα. Μάλιστα, μερικές φορές έβγαζε και αυτός τα ρούχα του και έμενε γυμνός, οπότε και έβλεπε τα γεννητικά του όργανα. Μια από αυτές τις φορές την έβαλε να κάτσει πάνω του και να τρίβεται πάνω στο πέος του ενώ μια άλλη φορά έτριβε το πέος του από πίσω της, οπότε και ένιωσε ότι έβγαζε υγρά πάνω της. Επιπλέον, μια άλλη φορά, ο πατέρας της έβαλε το δάχτυλο του μέσα στα γεννητικά της όργανα και η ίδια θυμάται ότι ένιωσε μεγάλο πόνο. Από εκείνη την ημέρα αυτό γινόταν συχνά. Σύμφωνα πάντοτε με την Χ. Ι., μερικές από τις φορές που την ενοχλούσε ο πατέρας της, ως ανωτέρω, την έγλυφε κι' όλας στα γεννητικά της όργανα, ενώ την έβαζε να του κρατά και το πέος του που ήταν χοντρό και σκληρό. Τα πιο πάνω συνέβαιναν κατά το διάστημα που έφυγε η μητέρα της από το σπίτι μέχρι και την Ε' με ΣΤ' τάξη του δημοτικού οπότε ξαναπαντρεύτηκε ο πατέρας της. Μέχρι το σημείο αυτό, η σεξουαλική παρενόχληση που δεχόταν από τον πατέρα της ήταν πολύ τακτική, τέσσερις με πέντε φορές τη βδομάδα, απόγευμα ή βράδυ που απουσίαζε ο αδελφός της από το σπίτι. Όταν ξαναπαντρεύτηκε ο πατέρας της και έφερε τη νέα του γυναίκα στο σπίτι, συνέχισε να την παρενοχλεί, όμως πιο αραιά και με διαφορετικό τρόπο. Η σεξουαλική κακοποίηση που υφίστατο από τον πατέρα της, σταμάτησε όταν η ίδια βρισκόταν στη Γ' τάξη γυμνασίου. Η πεμπτουσία της μαρτυρίας της Χ. Ι., όπως θα διαφανεί στη συνέχεια έγκειται στον ισχυρισμό της, ότι με εξαίρεση όσων καταμαρτυρεί του πατέρα της, ουδέποτε πριν, κατά και μετά από αυτά, έως ότου παρουσιάστηκε στο δικαστήριο και κατάθεσε ως μάρτυρας είχε οποιασδήποτε μορφής σεξουαλική συναναστροφή, επαφή ή σχέση. Η παραπονούμενη έδωσε την πρώτη της κατάθεση στην αστυνομία για την παρούσα υπόθεση, στις 10.7.2003 (βλ. το τεκμήριο 1) ενώ την 1.8.2003 εξετάστηκε ιατροδικαστικώς κατόπιν δικής της συγκατάθεσης καθώς και της μητέρας της, από την ειδική παθολογοανατόμο ιατροδικαστή Ελένη Αντωνίου (Μ.Κ. 9) σε συνεργασία με τον κυβερνητικό γυναικολόγο Ευάγγελο Γένη. Κατά την εξέταση που έγινε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, η Ελένη Αντωνίου διαπίστωσε τα εξής (βλ. το Τεκμήριο 20 που αποτελεί την κατάθεσή της ημερομηνίας 1.8.2003): Επρόκειτο για διακόρευση παλαιάς ημερομηνίας. Δεν υπήρχαν υπολείμματα παρθενικού υμένα μα ούτε και τραύματα είτε στον κόλπο είτε στον τράχηλο. Το μητροσκόπιο εισερχόταν στον κόλπο με μεγάλη ευκολία χωρίς να παρουσιάζει οποιοδήποτε αίσθημα πόνου η Χ. Ι.. ΄Ηταν η κατάληξη της Μ.Κ. 9, ότι σύμφωνα με τη διάνοιξη του κόλπου, δεν επρόκειτο για διακόρευση με αντικείμενο τα δάχτυλα κάποιου, αλλά με κανονική σεξουαλική επαφή, κατά την οποία χρησιμοποιήθηκε το πέος. Σύμφωνα δε με τη συμπληρωματική της κατάθεση (βλ. το Τεκμήριο 21) διευκρινίζει ότι όσα διαπίστωσε κατά την εξέταση της παραπονούμενης αποδεικνύουν ότι δεν πρόκειται για μια μόνο σεξουαλική επαφή αλλά για επανειλημμένες σεξουαλικές επαφές και μάλιστα πρόσφατες, αποκλείοντας να πρόκειται για μια μόνο και μάλιστα προ πενταετίας. Η ίδια μάρτυρας, στο δικαστήριο υπήρξε ακόμη πιο διαφωτιστική. Ανάφερε για παράδειγμα, πως το γεγονός ότι κατά την εξέταση το μητροσκόπιο εισερχόταν με ευκολία στον κόλπο της παραπονούμενης, με απλά λόγια σημαίνει ότι η τελευταία είχε κανονική σεξουαλική ζωή, διάρκειας μέχρι και έξι μηνών. Κυρίως όμως απόκλεισε εντελώς την πιθανότητα διακόρευσης με το δάχτυλο ακόμη και αν αυτό έγινε πριν δέκα χρόνια και τούτο γιατί, καθώς έχει αναφέρει, εάν συμβεί κάτι τέτοιο σ' ένα παιδί ηλικίας οκτώ χρονών, μέχρι να μεγαλώσει και ενηλικιωθεί θα έχει παρθενικό υμένα και μάλιστα, πιθανότατα ολόκληρο. Σύμφωνα τώρα με το γυναικολόγο Ευάγγελο Γένη, η κατάθεση του οποίου κατατέθηκε εξ συμφώνου (βλ. το Τεκμήριο 22) ενώ το περιεχόμενο της δηλώθηκε ως κοινό παραδεκτό γεγονός και ως τέτοιο εγκρίθηκε από το δικαστήριο, ο ίδιος έκανε την κολπική εξέταση στην παραπονούμενη και με μεγάλη του έκπληξη διαπίστωσε ότι ο κολποδιαστολέας μπήκε χωρίς αντίσταση στον κόλπο της, η οποία δεν αντέδρασε με πόνο μα ούτε και παραπονέθηκε για πόνο. Συμπεραίνει και αυτός καταληκτικά, ότι η Χ. Ι. είχε σεξουαλικές επαφές αγνώστου ημερομηνίας. Περαιτέρω, αναφέρει πως δεν υπήρχαν υπολείμματα ή τραύματα στον κόλπο και καταλήγει λέγοντας ότι το μόνο που μπορεί να πει είναι ότι η Χ. Ι. δεν είναι παρθένα. Ερώτημα. Με δεδομένη τη θέση της παραπονούμενης περί ανυπαρξίας οποιασδήποτε μορφής σεξουαλικής σχέσης ή επαφής με οποιοδήποτε πρόσωπο, πέραν όσων αποδίδει στον πατέρα της, που μάλιστα είχαν τελειώσει όταν η ίδια ήταν στην Γ' τάξη του Γυμνασίου, δηλαδή δύο και πλέον χρόνια προτού δώσει την πρώτη της κατάθεση στην αστυνομία και πέντε περίπου συνολικά μέχρι και την ημέρα που παρουσιάστηκε στο δικαστήριο για να καταθέσει, δικαιολογούνται τα πιο πάνω ευρήματα των δύο γιατρών που την εξέτασαν; Η απάντηση είναι ασφαλώς αρνητική. Όχι μόνο δε δικαιολογούνται αλλά ούτε και συμβιβάζονται μ' οποιοδήποτε τρόπο με την εκδοχή της παραπονούμενης. Απεναντίας, από τα ευρήματα και των δύο γιατρών, και ιδιαίτερα της κυρίας Αντωνίου δεν αφήνεται κανένα περιθώριο να συνέβη οτιδήποτε απ' όσα επί της ουσίας των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, ανάφερε ως γεγονός η παραπονούμενη, τα οποία και αναιρούνται. Η ιατρική μαρτυρία αποτελεί αναμφίβολα σοβαρό πρόβλημα στην υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, που καθίσταται ανυπέρβλητο, εάν ληφθεί υπόψη, ότι η Ελένη Αντωνίου αποτελεί μάρτυρα της Κατηγορούσας Αρχής ενώ το περιεχόμενο της κατάθεσης του γιατρού Γένη, για λόγους που έχουν αναφερθεί σε άλλο σημείο ενωρίτερα δεσμεύει και τις δύο πλευρές. Και όλα αυτά, με δεδομένα και διάφορα άλλα προβλήματα που αντιμετωπίζει η Κατηγορούσα Αρχή, όπως για παράδειγμα ότι και τα τρία αδικήματα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι σεξουαλικά, οπότε, λόγω της φύσης τους είναι αναγκαίο ως θέμα πρακτικής να αναζητείται ενισχυτική μαρτυρία (βλ. Cross on Evidence, 4η έκδοση 174 και 181 - 182). Για όλους τους πιο πάνω λόγους, θεωρώ ότι η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής είναι τόσο αντινομική και στερούμενη πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου, σ' οποιαδήποτε από τις τρεις κατηγορίες αυτός αντιμετωπίζει. Ακολουθεί ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου. Και λίγα λόγια ακόμη πριν από την καταληκτική μου φράση. Η παρούσα υπόθεση, με δεδομένη την ιατρική μαρτυρία που ήταν στη διάθεση της Κατηγορούσας Αρχής από την πρώτη στιγμή, ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία εξ αρχής και κακώς καταχωρίστηκε στο δικαστήριο. Πολλώ μάλλον κακώς πήρε την τροπή και την έκταση που πήρε κατά την ακροαματική διαδικασία, με αντεγκλήσεις, μεταξύ άλλων, μεταξύ των δύο πλευρών, κατά τη διάρκεια των οποίων, δυστυχώς, εντελώς απρόκλητα υπήρξε στόχος και το ίδιο το δικαστήριο, το οποίο έτυχε ανοίκειας επίθεσης και αμφισβητήθηκε ευθέως η αμεροληψία του από τη μια πλευρά. Το μόνο που έχω να πω είναι ότι λυπάμαι για το πρώτο και θλίβομαι για το δεύτερο, με την ευχή και την ελπίδα ότι θα αποφευχθούν στο μέλλον ανάλογες συμπεριφορές. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται. (Υπ.) ................................................. Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής .../Χ.Κ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο