← Κύπρος

Δημοκρατίας ν. Γεώργιου Γεωργίου Χαραλάμπους, Αρ. Υπόθεσης: 4448/06, 14 Δεκεμβρίου 2006

Δημοκρατίας ν. Γεώργιου Γεωργίου Χαραλάμπους, Αρ. Υπόθεσης: 4448/06, 14 Δεκεμβρίου 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDPAF:2006:33 ΣΤΟ MONIMO ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΗΝ ΠΑΦΟ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. Χ. Μαλαχτού, Α.Ε.Δ. Ρ. Λιμνατίτου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4448/06 Μεταξύ: Δημοκρατίας Κατηγορούσας Αρχής και Γεώργιου Γεωργίου Χαραλάμπους Κατηγορούμενου ------------------------ Ημερομηνία:14 Δεκεμβρίου 2006 Για τη Δημοκρατία: κ. Ν. Κέκκος (κ. Σ. Μάτσας για ν΄ ακούσει την απόφαση) Για τον Κατηγορούμενο: κ. Λ. Γεωργίου (κ. Λ. Χ"Νεοφύτου με κα Μικελλίδου για ν΄ ακούσουν την απόφαση) Κατηγορούμενος παρών ------------------------------ ΑΠΟΦΑΣΗ ----------------------------- Με το κατηγορητήριο καταλογίζεται στον κατηγορούμενο πως στις 9.5.2006 βίασε την παραπονουμένη. Βιασμός του οποίου προηγήθηκε απαγωγή και επίθεση που της προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη αδικήματα για τα οποία ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συναφείς κατηγορίες. Η παραπονουμένη κατέθεσε σε συνάφεια με το βιασμό της αλλά και για την προηγούμενη ερωτική της σχέση με τον κατηγορούμενο κατά το χρόνο που εργοδοτείτο ως σερβιτόρα στο καφενείο που διατηρούσε η σύζυγος του κατηγορουμένου. Η θέση της υπεράσπισης όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της ένορκης μαρτυρίας του κατηγορουμένου αλλά και τη γραμμή που ακολούθησε η υπεράσπιση κατά την αντεξέταση της παραπονουμένης, είναι πως ό,τι αποδίδεται στον κατηγορούμενο είναι ένα κατασκεύασμα της παραπονουμένης. Μέσα στο ίδιο ακριβώς πλαίσιο είναι εισήγηση της υπεράσπισης ότι στις 9.5.2006, την ισχυριζόμενη νύχτα του βιασμού, η ίδια η παραπονουμένη διέκοψε τη σχέση της με τον κατηγορούμενο μετά που πληροφορήθηκε από τη φίλη της Μαρία Χιοβέϊν Μ.Κ.5 ότι ο κατηγορούμενος διατηρούσε ερωτική σχέση και με εκείνη και της έδειξε μηνύματα που της έστειλε ο κατηγορούμενος στο κινητό της τηλέφωνο. Ήθελε λοιπόν να εκδικηθεί τον κατηγορούμενο επειδή ο τελευταίος διατηρούσε σχέσεις και με τη φίλη της. Πάντοτε κατά την υπεράσπιση, την προηγούμενη νύχτα έλαβε χώρα συναινετική συνουσία μεταξύ παραπονουμένης και κατηγορουμένου στο καφενείο στη Γιόλου όπου εργαζόταν η παραπονουμένη, και η παραπονουμένη παρουσίασε τα ρούχα που φορούσε τη νύχτα που έκαναν έρωτα, ως τα ρούχα που φορούσε κατά την ώρα του βιασμού της με σκοπό να ενοχοποιήσει τον κατηγορούμενο. Η παραπονουμένη αναφέρθηκε στα περιστατικά που άπτονται των κατηγοριών ενώ η Ασπασία Κανάκη Μ.Κ.9 ήταν το πρόσωπο στο οποίο η παραπονουμένη υπέβαλε παράπονο για βιασμό της από τον κατηγορούμενο. Η υπόθεση ουσιαστικά θα κριθεί επί της αξιοπιστίας της παραπονουμένης. Η παραπονουμένη η οποία κατάγεται από την Εσθονία έφτασε στην Κύπρο στις 12.8.2005 μαζί με άλλες κοπέλες ανάμεσα στις οποίες και η φίλη της Μαρία, για να δουλέψει ως σερβιτόρα στο καφενείο που διατηρούσε η σύζυγος του κατηγορουμένου στο χωριό Γιόλου. Ακούσαμε από τη Natalja Ostapjuck Μ.Υ. 2, εν διαστάσει σύζυγο του κατηγορουμένου, ότι το καφενείο το διαχειριζόταν η ίδια, το έχει ενοικιάσει στο όνομά της μιας και ο κατηγορούμενος είναι πτωχεύσας. Στο καφενείο δούλευαν και άλλες αλλοδαπές κοπέλες. Η παραπονουμένη συνήψε ερωτικές σχέσεις με τον κατηγορούμενο για μια περίοδο τριών περίπου μηνών από το τέλος Νοεμβρίου αρχές Δεκεμβρίου του 2005 μέχρι τον Φλεβάρη του 2006, όπως η ίδια καθόρισε αρχικά. Διέκοψε τις σχέσεις της με τον κατηγορούμενο λόγω της άσχημης συμπεριφοράς του και των συνεχών απειλών του: την εμπόδιζε να έχει φίλες ή φίλους ή να επικοινωνεί με άλλους ανθρώπους, της απαγόρευε να τους μιλά και μέρα και νύχτα ήθελε να την ελέγχει, την κατασκόπευε και συνεχώς έλεγε ψέματα. Έτσι διέκοψε τη σχέση τους αλλά συνέχιζε να εργάζεται στο καφενείο μέχρι να βρει άλλη δουλειά. Στις 23.1.2006 έφυγε για την Εσθονία και επέστρεψε στις 24 Φεβρουαρίου του ιδίου χρόνου. Bρήκε τον κατηγορούμενο στο σπίτι που εκείνη διέμενε, το ενοίκιο του οποίου πλήρωνε ο κατηγορούμενος, και είχε και κλειδιά. Πήγαινε στο σπίτι της όποτε ήθελε, έκανε σκηνές και έσπαζε πράγματα. Επέμενε και προσπάθησε να κάνει έρωτα μαζί της. Απειλούσε δε να σκοτώσει την ίδια ή τους φίλους της. Αρνιόταν να αποδεχτεί το γεγονός του τέλους της σχέσης τους. Εκείνη αρνήθηκε να κοιμηθεί ξανά μαζί του και έψαχνε για άλλη δουλειά. Ο κατηγορούμενος στη συνέχεια της πήρε το διαβατήριο για να μην μπορεί να φύγει. Στις 8.5.2006 η παραπονούμενη έφυγε στις 10:00 το πρωί από το σπίτι της και πήγε στην Πάφο για να συναντήσει τη φίλη της Μαρία. Έφαγαν σε ένα εστιατόριο και γύρω στις 2:30 μ.μ. τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο για να του ζητήσει άδεια, έπρεπε να βρίσκεται στη δουλειά της γύρω στις 4:00 μ.μ. Εκείνος αρχικά αρνήθηκε. Αμέσως μετά της ζήτησε να συναντηθούν, αν το έκανε της είπε, θα της έδινε την άδεια. Ήθελε να μάθει με ποιόν ήταν και αν ήταν άντρας ή γυναίκα. Εδώ θα πρέπει να ανοίξουμε μια παρένθεση για να εισαγάγουμε τις θέσεις της υπεράσπισης αναφορικά με τη Μαρία. Ήταν η θέση της Υπεράσπισης όπως υποβλήθηκε στην παραπονουμένη, στην ίδια τη Μαρία, αλλά και όπως εκφράστηκε και από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, ότι η Μαρία τον ήθελε ερωτικά και έτσι συνήψε μαζί της σχέσεις για λίγες μέρες. Επειδή όμως είχε σοβαρές προθέσεις για την παραπονουμένη, την οποία όπως είπε συμπαθούσε πολύ, της τα είπε όλα και έστειλε τη Μαρία πίσω στην πατρίδα της. Η τελευταία δεν αποδεχόταν το γεγονός και του τηλεφωνούσε καθημερινώς για να επιστρέψει ή να την βοηθήσει να βρει αλλού εργασία στην Κύπρο. Εκείνος αρχικά αρνιόταν, της είπε ότι αγαπούσε την παραπονουμένη και ότι ήθελε να ζήσει μαζί της. Επειδή όμως η Μαρία ήταν πιεστική, της εισηγήθηκε να βρει αλλού δουλειά, να δουλέψει σε άλλη πόλη και να πηγαίνει να τη συναντά. Ήταν φανερό για τον κατηγορούμενο πως η παραπονουμένη ζήλεψε όταν κατάλαβε ότι κάτι έτρεχε με τη Μαρία. Η Μαρία αρνήθηκε κατηγορηματικά τις όποιες υποβολές περί ερωτικών σχέσεων με τον κατηγορούμενο: Δεν είχε ποτέ σχέσεις με τον κατηγορούμενο ούτε και της ζήτησε ποτέ κάτι τέτοιο. Αρνήθηκε επίσης το γεγονός ότι είπε στην παραπονουμένη ότι επέστρεψε στην Κύπρο γιατί της το ζήτησε ο κατηγορούμενος για να συνεχίσουν τις σχέσεις τους. Ο κατηγορούμενος και η παραπονούμενη συναντήθηκαν τελικά τη μέρα εκείνη σε ένα σταυροδρόμι στην Κάτω Πάφο όπου ο κατηγορούμενος συγκατατέθηκε να της παραχωρήσει την άδεια. Η Μαρία που είχε έρθει στην Κύπρο λίγες μέρες προηγουμένως είχε κρυφτεί γιατί δεν ήθελε να τη δει ο κατηγορούμενος. Τελικά συναντήθηκαν όλοι μαζί για λίγη ώρα. Φεύγοντας ο κατηγορούμενος πήρε μαζί του ένα πακέτο με τα ψώνια που είχε κάμει το ίδιο πρωινό η παραπονούμενη για να το πάει πίσω στο χωριό. Η παραπονούμενη συνέχισε την έξοδο της με άλλες τρεις φίλες της προς τον Κόλπο των Κοραλλίων στο μπαρ «Millennium» όπου εργαζόταν η Μαρία, πέρασαν από διάφορα εστιατόρια και καφέ και γύρω στις 11:30 μ.μ. επέστρεψαν και πάλι στον Κόλπο των Κοραλλίων στο κέντρο «Star Light». Γύρω στις 1:00 π.μ. της τηλεφώνησε ο κατηγορούμενος λέγοντας της πως θα την έπαιρνε πίσω στο χωριό. Του είπε να της τηλεφωνήσει γύρω στις 2:00 π.μ.. Της τηλεφώνησε και εκείνη τον πληροφόρησε ότι επιθυμούσε να μείνει και άλλο στη δισκοθήκη, θα έπαιρνε αργότερα ταξί μόνης της. Ο κατηγορούμενος δεν συμφωνούσε. Γύρω στις 3:00 π.μ. τον είδε στο κέντρο να τις αναζητεί. Γύρω στις 4:00 π.μ., όπως με λεπτομέρεια μας ανέπτυξε κατά την αντεξέτασή της, βγήκε έξω όπου είδε τον κατηγορούμενο να συνομιλεί με τον διευθυντή του κέντρου να έρχεται από πίσω της για να την πάρει. Η φίλη της Μαρία είχε πάει στο γραφείο του εργοδότη της που ζήτησε να της μιλήσει. Αργότερα, και προφανώς λόγω της παρέμβασης του κατηγορουμένου, όπως μας μετέφερε η παραπονουμένη, η Μαρία απολύεται από τη δουλειά της. Έξω από τη δισκοθήκη υπήρχε σταθμευμένο ένα αυτοκίνητο, ένα μικρό jeep χρώματος μαύρου και κίτρινου, και ξεκίνησαν για το χωριό Γιόλου. Καθοδόν άρχισαν να συζητούν και να χειρονομούν. Του είπε ότι δεν της άρεσε να την παρακολουθεί και να κάνει ότι θέλει εκείνος. Τότε ο κατηγορούμενος άρχισε να την απειλεί: θα την σκότωνε ή θα έβαζε άλλους να την πάρουν μακριά και να την κλείσουν σε κάποιο δωμάτιο. Αντέδρασε χτυπώντας τον με τα χέρια της. Εκείνος την κρατούσε σφιχτά. Ήθελε να πεταχτεί έξω από το αυτοκίνητο που κινείτο «ζίγκ - ζάγκ» . Δοκίμασε, βγήκε η μισή έξω από το αυτοκίνητο όμως αυτός την τράβηξε πίσω. Της έβγαλε τα παπούτσια και στη συνέχεια οδήγησε το αυτοκίνητο έξω από το δρόμο. Της έσφιγγε τα χέρια και τα πόδια. Απειλούσε να την σκοτώσει αν διαφωνούσε μαζί του. Έπρεπε της είπε να έχει σεξουαλική επαφή μαζί του γιατί εκείνος το ήθελε. Εκείνη αρνήθηκε. Αυτός συνέχιζε να της γυρίζει και να διπλώνει τα χέρια και τα πόδια της μέχρι που εκείνη συγκατάνευσε. Ακολουθούν περιγραφές της παραπονουμένης όπως δόθηκαν στην κατάθεσή της προς την Αστυνομία, Τεκμήριο 6, που αποτέλεσαν μέρος της κυρίας εξέτασης της. Περιγράφει η παραπονουμένη σκηνές όπου εξαναγκάζεται από τον κατηγορούμενο σε πεολειχεία, σε βιασμό σε μπρούμυτη στάση και ξανά σε πεολειχεία και αγγίγματα του πέους του με το χέρι της. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος εκσπερμάτωσε εισάγοντας το πέος του στον κόλπο της και πάλι σε μπρούμυτη στάση. Φώναζε και έκλαιγε, εκείνος όμως ήταν ασυγκίνητος έβγαλε την κάρτα τηλεφώνου της και την πέταξε μακριά. Τελειώνοντας της είπε ότι έπρεπε να δουλέψει κοντά του μέχρι να επιστρέψει στην Εσθονία, να πηγαίνει έξω μαζί του και να κοιμάται μαζί του. Τότε η παραπονουμένη τον χτύπησε. Στη συνέχεια ήθελε πρωκτική συνουσία, εκείνη τον παρακάλεσε να μην το κάνει, αυτός επέμενε. Δοκίμασε να βάλει το πέος του στον πρωκτό της απειλώντας την πως αν τον εγκαταλείψει θα τη σκότωνε κόβοντας της τα χέρια και τα πόδια. Τελικά η παράκλησή της εισακούστηκε: ο κατηγορούμενος δεν προχώρησε σε πρωκτική συνουσία μαζί της. Εισήλθε όμως με βία από τον κόλπο της. Συνολικά διευκρίνισε κατά την αντεξέταση ο κατηγορούμενος εισήλθε μέσα της κολπικά τρεις φορές. Του ζήτησε να την πάρει σπίτι, έκλαιγε ήθελε να φύγει και να πάει αμέσως στην Αστυνομία. Ο κατηγορούμενος την εγκατέλειψε έξω από το σπίτι της από όπου και τηλεφώνησε της φίλης της Ασπασίας Κανάκη Μ.Κ. 9. Ο κατηγορούμενος όπως έχουμε πει αρνείται παντελώς το περιστατικό εισηγούμενος δολοπλοκίες και σχεδιασμό της παραπονουμένης, έτσι δεν έχουμε να αντιπαραβάλουμε οτιδήποτε ως προς τις λεπτομέρειες της εκδοχής της παραπονουμένης. Θα εξετάσουμε επί μέρους σημεία της μαρτυρίας της στα οποία η υπεράσπιση στάθηκε ιδιαιτέρως και που άπτονται της αξιοπιστίας της παραπονουμένης. Δεν υπάρχει πεδίο διαπίστωσης γεγονότων σε βάση άλλη απ' αυτή που η παραπονούμενη με τη μαρτυρία της υποστήριξε (βλ. Ανδρέας Λυσάνδρου ν. Αστυνομίας,

(2005)2 Α.Α.Δ. 672). Καταγραφή όλων των επιμέρους συνθηκών περιττεύει αφού δεν τίθεται ζήτημα αντιπαραβολής τους με άλλη εκδοχή. Το ζήτημα είναι κατά πόσο τα γεγονότα διαδραματίστηκαν όπως περιγράφησαν από την παραπονούμενη ή υπάρχει προς τούτο αμφιβολία. Η κατηγορούσα αρχή διατηρεί πάντοτε την υποχρέωση απόδειξης της κάθε κατηγορίας και κάθε στοιχείου της πέρα από κάθε λογική αμφιβολία. Ότι έχουμε να σημειώσουμε στο στάδιο τούτο, έχοντας υπόψη την κάθε πτυχή της μαρτυρίας της παραπονούμενης αναφορικά με τα γεγονότα που άπτονται άμεσα των κατηγοριών, είναι πως πρόκειται αντικειμενικά, για μια αληθοφανή εκδοχή, που μπορεί να ευσταθεί και πως κατά την αφήγηση της η παραπονούμενη δεν υπέπεσε σε καμία αντίφαση. Η υπεράσπιση πέρα από την γενικότητα που καλύπτει η ομπρέλα του ισχυρισμού περί του κατασκευασμένου της κατηγορίας για σκοπούς εκδίκησης και το παντελώς αναξιόπιστο των θέσεων της παραπονουμένης, στάθηκε ιδιαιτέρως σε λεπτομέρειες που κατά την εισήγησή της καταδεικνύουν περαιτέρω το αναξιόπιστο της μάρτυρος. Είναι η θέση της υπεράσπισης πως ενώ με την κατάθεση της στην Αστυνομία Τεκμήριο 6 η παραπονουμένη αναφέρεται σε πρωκτική διείσδυση, κατά την αντεξέταση και δια ζώσης αρνείται ότι συντελέστηκε κάτι τέτοιο. Αναφέρεται ο ευπαίδευτος συνήγορος στις λέξεις που καταγράφτηκαν στην ελληνική μετάφραση Τεκμήριο 6 ως «βάζοντας τον από πίσω μου». Ενώ κατά την αντεξέταση είπε πως τον παρακάλεσε να μην προχωρήσει με πρωκτική διείσδυση και εκείνος σταμάτησε. Κρίνουμε πως η λέξη «με γύρισε από πίσω» και «βάζοντας τον από πίσω» όπως ήταν οι περιγραφές της παραπονουμένης προς την Αστυνομία, αναφέρονται σε στάση, μπρούμυτα, και αφορούν σε κολπική διείσδυση. Η κατάθεση θα πρέπει να ειδωθεί στην ολότητα της. Στην ίδια λοιπόν την γραπτή κατάθεση, λίγες μόνο γραμμές μετά τις φράσεις στις οποίες επιλεκτικά μας παρέπεμψε ο συνήγορος υπεράσπισης, αναφέρει η παραπονούμενη πως του ζήτησε να μην εισέλθει μέσα της πρωκτικά και ο κατηγορούμενος δεν επέμενε. Δεν υφίσταται συνεπώς διάσταση μεταξύ της γραπτής κατάθεσης και της δια ζώσης μαρτυρίας. Ανάγνωση της κατάθεσης στην ολότητά της δεν αφήνει αμφιβολία πως η θέση της παραπονουμένης ήταν πως ουδέποτε έγινε πρωκτική εισχώρηση. Εκεί που η παραπονούμενη θέλει να προσδιορίσει συνουσία, άλλη από κολπική, όπως και στην κατάθεση της προς την Αστυνομία, χρησιμοποιεί με σαφήνεια τη λέξη «πρωκτική συνουσία» και διαχωρίζει τα πράγματα. Δεν βλέπουμε άλλωστε κανένα καλό λόγο που να δικαιολογεί πως μια γυναίκα η οποία κατασκευάζει μια τόσο σοβαρή κατηγορία, εάν περιγράφει προς την Αστυνομία, όπως είναι η εισήγηση του συνηγόρου και πρωκτικό βιασμό, να αρνείται κατά την αντεξέταση ότι έλαβε χώρα κάτι τέτοιο. Τι πιο εύκολο να εμμένει στην πλαστή της ιστορία και να αποδώσει τη χειρότερη συμπεριφορά προς τον κατηγορούμενου του οποίου επιθυμεί την τιμωρία. Αντιθέτως οι διευκρινίσεις αυτές καταδεικνύουν περίτρανα το αληθοφανές του λόγου της. Εκ του πονηρού η υπεράσπιση κινείται και σκοπεύει χρησιμοποιώντας «αμφίσημες» λεκτικές παραπομπές να πιαστεί από αυτές για να συσκοτίσει τον κατά τα άλλα καθαρό λόγο της παραπονουμένης. Στάθηκε ακόμα η Υπεράσπιση και σε λεπτομέρειες του τρόπου που έλαβε χώρα ο βιασμός, κατά πόσο ο κατηγορούμενος ήταν δυνατό να εισχωρήσει στην παραπονουμένη ενώ αυτός βρισκόταν έξω από το αυτοκίνητο και η ίδια μισή μέσα σ' αυτό. Ούτε και αυτή η λεπτομέρεια μας οδηγεί σε προβληματισμό. Τέτοιες λεπτομέρειες δεν είναι δυνατό να συγκρατούνται σε όλη τους την έκταση. Είναι βέβαια σημαντικό να διερευνώνται λεπτομέρειες που παραπέμπουν σε φυσική αδυναμία πραγμάτωσης, όμως στην περίπτωση εδώ το πράγμα δεν φαντάζει αφύσικο. Η στάση που περιγράφει η παραπονουμένη με λεπτομέρειες, ότι ενώ την έσπρωχνε στο κάθισμα το στομάχι της ακουμπούσε σ΄ αυτό και ο ίδιος στεκόταν όρθιος έξω, λογικά είναι δυνατόν να λάβει χώρα. Όταν βεβαίως η παραπονούμενη λέει πως ο κατηγορούμενος στεκόταν όρθιος έξω από το αυτοκίνητο δεν είναι απαραίτητο να κυριολεκτεί ως «απολύτως όρθιος» σε στρατιωτική στάση προσοχής, ή καθ' όλη τη διάρκεια όρθιος. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η παραπονούμενη περιγράφει το αυτοκίνητο ως μικρό jeep και η Υπεράσπιση δε διερεύνησε το ύψος του αυτοκινήτου και των καθισμάτων. Η στάση του θύματος επέτρεπε σ΄ ένα άντρα έξω από το αυτοκίνητο να προχωρήσει σε συνουσία με το θύμα που βρισκόταν μπρούμυτα. Σημειώνει ακόμη η υπεράσπιση τη διάσταση της παραπονουμένης όπου δια ζώσης αρνείται ότι του έκανε στοματικό έρωτα σε αντιπαραβολή με την κατάθεσή της. Και πάλι η υπεράσπιση καταπιάνεται με λεπτές λεκτικές διευκρινίσεις της παραπονουμένης σε μια φανερή προσπάθεια να ανατρέψει το ουσιαστικό. Η παραπονουμένη λεει «δεν του έκανα στοματικό έρωτα» στην κατάθεσή της λεει «με διέταξε να βάλω το πέος του στο στόμα μου», τη διέταξε δεν σημαίνει ότι υπάκουσε: «έπρεπε να το βάλω στο στόμα μου». Τονίζει η κατηγορουμένη ακριβώς τη διάσταση μεταξύ της εθελούσιας ενέργειας στην οποία παραπέμπει το «κάνω έρωτα» και του εξαναγκασμού «με διέταξε». Δεν πρέπει επίσης να μας διαφεύγει ότι η παραπονουμένη την ώρα εκείνη βρισκόταν κάτω από έντονη ανησυχία φόρτιση συναισθηματική και αγωνία που προήλθε από την ήδη εκδηλωθείσα συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Αγωνιούσε και προσπαθούσε να ξεφύγει από τα χέρια του και ότι οι όποιες λεπτομέρειες μπόρεσε να μας μεταφέρει δεν σκιάστηκαν από τις προσπάθειες που κατέβαλε η υπεράσπιση. Αντίθετα ενδυνάμωσαν το αληθοφανές των περιστάσεων κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα ο βιασμός. Ερχόμαστε τώρα στη δυσκολία της παραπονουμένης να υποδείξει προς τους Αστυνομικούς που διερεύνησαν την υπόθεση το χώρο όπου έλαβε χώρα ο βιασμός. Η παραπονουμένη εντοπίζει την περιοχή όχι μακριά από το χωριό Γιόλου. Στην αντεξέτασή της περιγράφει το μέρος ως άγνωστο μέρος με θάμνους και γρασίδι. Ένας μικρός δρόμος οδηγούσε προς τα εκεί. Διερωτήθηκε η υπεράσπιση πώς ενώ ήταν σκοτεινά η παραπονουμένη μπορούσε να διακρίνει θάμνους ή γρασίδι ή λεπτομέρειες τέτοιας φύσης. Κατέθεσε προς τον σκοπό αυτό Τεκμήριο 25 επιστολή του Υπουργείου Γεωργίας, Μετεωρολογική Υπηρεσία που πιστοποιεί τις ώρες ανατολής του ηλίου στη Γιόλου και στον Κόλπο των Κοραλλίων. Δε βλέπουμε να υποβοηθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο η παρουσίαση των εν λόγω δεδομένων την υπεράσπιση. Αντιθέτως ενισχύει τη θέση της παραπονουμένης ότι λόγω του ότι ήταν σκοτεινά και ο δρόμος χωρίς φωτισμό δεν μπορούσε με ακρίβεια να εντοπίσει το σημείο του βιασμού της. Το γεγονός ότι μεταξύ των ωρών 3:21 που έδυσε η σελήνη, μέχρι τις 5:24 που άρχισε το λυκαυγές στο χωρίο Γιόλου, επικρατούσε πλήρες σκότος, δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να μπορούσε να διακρίνει όγκους θάμνων. Άλλωστε η περιγραφή αυτή δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι παραπέμπει και στην δυνατότητα που είχε η παραπονουμένη να δει το μέρος κάτω από το φωτισμό του οχήματος που οδηγούσε ο κατηγορούμενος. Δεν διερευνήθηκε από την υπεράσπιση αν την ώρα εκείνη η μηχανή ή τα φώτα του οχήματος παρέμειναν σε λειτουργία, κάτι που λογικά πρέπει έτσι να έγινε. Ο ίδιος ο κατηγορούμενος στην πρώτη κατάθεσή του προς την Αστυνομία ημερομηνίας 10.5.2006, Τεκμήριο 12, αρνείται να δώσει οποιαδήποτε εκδοχή ή να πει οτιδήποτε σχετικό με το διερευνώμενο αδίκημα της 9ης Μαΐου. Στην πρώτη του κατάθεση ο κατηγορούμενος ήταν εντελώς αρνητικός. Αργότερα, το πότε συζητούμε πιο κάτω, αποφάσισε να δώσει δεύτερη κατάθεση και να πει κάποια πράγματα για το τι έγινε το προηγούμενο του ισχυριζομένου βιασμού βράδυ. Και επί αυτού επανερχόμαστε πιο κάτω. Ούτε στην δεύτερη κατάθεση του ισχυρίζεται πως το γδάρσιμο είχε γίνει το βράδυ του ισχυριζομένου βιασμού και τούτο παρά το ότι είχε μόλις προηγηθεί η ιατροδικαστική του εξέταση και είχαν φωτογραφηθεί οι γρατσουνιές στο πρόσωπο του. Θεώρησε προφανώς πως η αναφορά του «συναινετικό βίαιο σεξ» το προηγούμενο βράδυ κάλυπτε και αυτό το σημείο. Είναι ενώπιόν μας και για πρώτη φορά που εισάγει τη θέση πως μετά από σκηνή ζηλοτυπίας που του έκανε η παραπονουμένη στη δισκοθήκη σε σχέση με τη Μαρία, τον έγδαρε στο πρόσωπο και έφυγε και ο λόγος είναι πρόδηλος. Σημειώνουμε ότι η παραπονούμενη κατέγραψε η ίδια τα γεγονότα στα Εσθονικά, η Αστυνομία την κρίσιμη εκείνη ώρα ηθέλησε να πάρει την ουσία της καταγγελίας της, όπως μας μετέφερε η Μ.Κ.7 Γ/Αστ. 2323 Μίνα Νικολάου, έτσι της ζητήθηκε να πει στα Αγγλικά τι έγγραψε ενώ στη συνέχεια η Ασπασία Κανάκη ξεκίνησε να τη μεταφράζει και ολοκλήρωσε, η μάρτυρας Νικολάου. Δεν ζητήθηκαν λεπτομέρειες από την παραπονούμενη ή διευκρινήσεις όπως τι εννοούσε όταν έλεγε «από πίσω» ή λεπτομέρειες πώς έβλεπε τους θάμνους. Ούτε αναμένεται άλλωστε σε τέτοια κατάθεση να περιέχονται όλες εκείνες οι λεπτομέρειες που βγαίνουν στην επιφάνεια μετά από επίμονη αντεξέταση όπως αυτή που υπέστη η παραπονούμενη. Μετά το βιασμό της η παραπονούμενη από το σπίτι της τηλεφωνεί της Ασπασίας γύρω στις 6:00 το πρωί. Της λέει ότι τη χτύπησε ο Γιώργος, ο Ρουμάνος, «ο μάστρος της» και εργοδότης της Ασπασίας. Η παραπονουμένη δυσκολευόταν να μιλήσει, πνιγόταν. Η Ασπασία ειδοποιεί το γραφείο ταξί «Νήσος». Ο Ηλίας Καρσεράς Μ.Κ.8 που δέχεται το τηλεφώνημα πηγαίνει στο σπίτι της παραπονουμένης στη Γιόλου και οδηγεί την παραπονουμένη, που κρατά μαζί της κάποιες βαλίτσες, στο Λατσί, έξω από το καφέ «Ζούκ» όπου την περίμενε η Ασπασία. Εκεί η παραπονουμένη λέει στην Ασπασία «he fuck me», δεν γνώριζε είπε στα Αγγλικά τη λέξη για το βιασμό, έκλαιγε και παρά τις προτροπές της Ασπασίας να ηρεμίσει, αυτό δεν έγινε κατορθωτό. Ακολούθως το θύμα της περιέγραψε ότι ο κατηγορούμενος την έπιασε από τα πόδια και της έστριψε τα χέρια και ότι τον χτύπησε και η ίδια. Αφού ηρέμισε για λίγο μετέβησαν στην Αστυνομία Στρουμπιού όπου κατάγγειλαν την υπόθεση. Τους παράπεμψαν στον Αστυνομικό Σταθμό της Πόλης Χρυσοχούς και ακολούθως τους μετέφεραν στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου. Αναμένοντας η παραπονουμένη αποκάλυψε στην Ασπασία και άλλες λεπτομέρειες όπως για το χρώμα του αυτοκινήτου που οδηγούσε το βράδυ εκείνο ο κατηγορούμενος και για τις απειλές του εναντίον της. Διερωτήθηκε και εδώ η υπεράσπιση γιατί η παραπονουμένη δε σημείωσε τους αριθμούς του αυτοκινήτου που οδηγούσε το βράδυ εκείνο ο κατηγορούμενος. Η ίδια λεει πως δεν το έκανε γιατί ήταν σοκαρισμένη. Απολύτως βρίσκουμε λογικό. Αλλά πιο λογικό βρίσκουμε το ότι ο βιαστής ήταν γνωστό πρόσωπο στην παραπονουμένη. Ήταν σε θέση να καταγγείλει ονομαστικά το δράστη και βιαστή της γιατί λοιπόν κάτω από την ένταση που βίωνε ν' ασχοληθεί με το να σημειώσει, και που άραγε, τους αριθμούς. Την παραπονουμένη εξέτασε στις 9.5.2006 στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου ο Μ.Κ. 6 Ιατροδικαστής Σοφοκλής Σοφοκλέους. Τα ευρήματά του κατεγράφησαν σε σχετική έκθεση Τεκμήριο
  1. Επεξηγήθηκαν περαιτέρω με αναφορές και συγκρίσεις στις φωτογραφίες Τεκμήριο
  2. Ιατροδικαστική έκθεση έγινε και σε αναφορά με τα τραύματα του κατηγορουμένου Τεκμήριο 22 ο οποίος εξετάσθηκε στις 11.5.2006 στο Τ.Α.Ε. Πάφου. Ο Ιατροδικαστής επεξηγώντας τα ευρήματα του στάθηκε ιδιαιτέρως στα υπ΄ αριθμούς 15 και 16: εντυπώματα δακτύλων στην έσω επιφάνεια αριστερού και δεξιού μηρού και τόνισε πως αυτά προκλήθηκαν από ανθρώπινο χέρι που εξάσκησε μεγάλη δύναμη στην προσπάθεια του, το πιο πιθανό, να ανοίξει τα πόδια της γυναίκας. Χρονικά όλα τα τραύματα, κατά κύριο λόγω θλαστικές εκχυμώσεις, ήταν «εντός του παρόντος 24ώρου». Διερευνήθηκε από την υπεράσπιση και υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι όλα όσα καταγράφει ως συμπέρασμα 1, 2 και 3 δεν επρόκειτο για θλαστικές εκχυμώσεις αλλά για σπυράκια θέση που υποβλήθηκε και για τις εκχυμώσεις στα οπίσθιά της. Ο μάρτυρας αρνήθηκε κάτι τέτοιο κατηγορηματικά. Διερευνήθηκε κατά πόσο η παραπονουμένη του έκανε παράπονο για πρωκτικό της βιασμό. Ο μάρτυρας είπε ότι δεν του έγινε καμιά τέτοια αναφορά. Διερευνήθηκε από την υπεράσπιση ακόμη ο ισχυρισμός της παραπονουμένης ότι στην προσπάθεια της να αποτρέψει τον κατηγορούμενο τον δάγκωσε στην γλώσσα. Ο ιατροδικαστής ήταν σαφής. Του ανέφεραν είπε για δάγκωμα στη γλώσσα του κατηγορουμένου. Τον εξέτασε μετά από πάροδο δύο ημερών χωρίς να βρει οποιοδήποτε τραύμα. Υποβλήθηκε από την υπεράσπιση ότι μετά από δυνατό δάγκωμα αναμένεται να προκληθεί σοβαρή πληγή στη γλώσσα. Ο ιατροδικαστής ήταν και πάλι σαφής. Ο πόνος από δάγκωμα στη γλώσσα, ένα ευαίσθητο όργανο είναι δεδομένος, δεν αναμένεται όμως οπωσδήποτε να προκληθεί πληγή. Εξαρτάται πάντοτε από τι ένταση αποδίδουμε στη λέξη «δυνατό». Διερευνήθηκε επίσης κατά τρόπο παντελώς θεωρητικό κατά πόσο είναι δυνατό στην προσπάθεια της παραπονουμένης να βγει από το αυτοκίνητο να μην τραυματιστούν τα δάχτυλα ή τα πέλματα του ποδιού της στην άσφαλτο και ενώ το αυτοκίνητο κινείτο με «κανονική» ταχύτητα για κάτι που σημειώνουμε πως δεν έχουμε μαρτυρία. Αν ήταν να σχολιάσουμε κάτι θα λέγαμε πως ο τρόπος που περιγράφει η παραπονούμενη ότι οδηγείτο το αυτοκίνητο, ζίγκ - ζάγκ, και ενώ κατηγορούμενος και παραπονουμένη διαπληκτίζονταν, κάθε άλλο παρά σε οδήγηση με «κανονική» ταχύτητα παραπέμπει. Ο μάρτυρας είπε πως όλα ήσαν πιθανά και όλα εξαρτώνται από τα γεγονότα. Δεν μπορούμε παρά να συμφωνήσουμε απολύτως και να σχολιάσουμε τονίζοντας πως ακόμη και το πιο απίθανο μπορεί να συμβεί. Δεν γνωρίζουμε την ταχύτητα του αυτοκινήτου, δεν γνωρίζουμε τον τρόπο με τον οποίο η παραπονουμένη έβγαλε το πόδι της από το αυτοκίνητο και πώς πάτησε ή άγγιξε την άσφαλτο, δεν γνωρίζουμε τέτοιες λεπτομέρειες που ενδεχομένως μόνο σε ένα πείραμα φυσικής θα μπορούσαν να μας οδηγήσουν και όχι βέβαια στην ατμόσφαιρα του Δικαστηρίου κατά τη διερεύνηση τέτοιων αδικημάτων. Η εισήγηση της υπεράσπισης όπως προβλήθηκε κατά την αντεξέταση και μέσα από το λόγο του κατηγορουμένου ήταν πως τα οποία τραύματα της παραπονουμένης, πέραν από τα δήθεν σπυράκια, ίσως να έγιναν την προηγούμενη νύχτα όταν έκαναν σεξ στα τραπέζια και στο πάτωμα του καφενείου το προηγούμενο βράδυ. Η εισήγηση της υπεράσπισης αντιφάσκει και με την απλή λογική. Και αν ακόμα μπορούσαν να εξηγηθούν κάτω από τις συνθήκες που περιγράφει ο κατηγορούμενος, κάποιες μικροεκχυμώσεις, είναι αδύνατο να εξηγηθούν τα εντυπώματα των δακτύλων στις έσω επιφάνειες των μηρών της παραπονουμένης. Εντυπώματα που προϋποθέτουν βία με σκοπό να ανοίξουν τους μηρούς που έφεραν αντίσταση. Η παραπονούμενη στην κατάθεση της λέει πως ο κατηγορούμενος της άνοιξε τα πόδια και μπήκε μέσα της. Ο δε ίδιος δεν περιέγραψε ότι το προηγούμενο βράδυ υπήρξε αντίσταση στις επιθυμίες του. Στη συμπληρωματική μόνο κατάθεσή του λεει πως το βράδυ εκείνο ήταν ιδιαίτερη βίαιη. Επρόκειτο όμως όπως προβάλλει ο ίδιος ενώπιον μας για προγραμματισμένο συναινετικό σεξ δυο ενηλίκων οι οποίοι προηγουμένως θα έβλεπαν πορνό ταινία από την τηλεόραση. Με καμία λογική ή μέσα και από τη λογική των ισχυρισμών του ιδίου του κατηγορουμένου δεν μπορούν να εξηγηθούν και άλλα τραύματα στο σώμα της παραπονούμενης στην κάτω γνάθο, στη γενειακή και τραχηλική χώρα τα οποία παραπέμπουν άμεσα σ' αυτό που η ίδια η παραπονούμενη περιγράφει: πώς ο κατηγορούμενος την έπιασε από το λαιμό με βία. Ότι η παραπονούμενη προέβαλε αντίσταση και ότι ο κατηγορούμενος για να πετύχει το σκοπό του εξάσκησε βία διαπιστώνεται από τις κακώσεις της παραπονούμενης και από τα ευρήματα του Ιατροδικαστή. Η ιατρική μαρτυρία συνάδει με την εκδοχή της παραπονούμενης πως υπέστη τις διάφορες κακώσεις κατά της πρωινές ώρες της 9.5.2006 και αποκλείει αυτές να προξενήθηκαν το προηγούμενο βράδυ. Τα ίδια δε τα τραύματα του κατηγορουμένου φανερώνουν επίσης την αλήθεια του λόγου της παραπονουμένης η οποία περιγράφει πως του προκάλεσε τα εν λόγω τραύματα. Ο κατηγορούμενος έδωσε ανακριτική κατάθεση στην Αστυνομία στις 10.5.
  3. Αρνείται κατηγορηματικά να δώσει οποιεσδήποτε εξηγήσεις για τις κινήσεις του και στις περισσότερες ερωτήσεις απαντά «δεν έχω να πω τίποτε». Λεει στην πρώτη του κατάθεση πως δεν έχει αυτοκίνητο. Όταν ερωτάται αν οδήγησε άλλο αυτοκίνητο απαντά: δεν έχω να πω τίποτε. Αρνείται επίσης ότι είχε στην κατοχή του ένα τέτοιο αυτοκίνητο όπως το περιγράφει η παραπονούμενη. Ενώπιόν μας αποδίδει τους τραυματισμούς του σε επεισόδιο έξω από τη δισκοθήκη όταν στην προσπάθεια του να αγκαλιάσει την παραπονούμενη, μετά από διαπληκτισμό και καβγά, αυτή τον τραυμάτισε. Μετά δηλαδή από μια σκηνή ζηλοτυπίας, όπως θέλει να την παρουσιάσει ο κατηγορούμενος, της παραπονούμενης για τη Μαρία, εκείνη τον έγδαρε και σηκώθηκε και έφυγε. Ο κατηγορούμενος δίνει στην Αστυνομία μια δεύτερη συμπληρωματική κατάθεση Τεκμήριο 13 χωρίς ημερομηνία, για να αναφερθεί κατά κύριο λόγο στο τι έλαβε χώρα το προηγούμενο βράδυ. Έκαναν έρωτα στο καφενείο. Εισάγει ακόμη και άλλες λεπτομέρειες για τη σχέση τους χωρίς ποτέ να εισαγάγει τους ισχυρισμούς περί επεισοδίου έξω από τη δισκοθήκη ή τραυματισμού του από την παραπονουμένη το ίδιο εκείνο βράδυ. Θέση που σημειώνουμε πως αν και η υπεράσπιση την κρίνει ως ουσιαστική και ανατρεπτική και της αλήθειας της παραπονουμένης ουδέποτε υποβάλλεται κατά την αντεξέταση της τελευταίας. Έγινε επίσης προσπάθεια από τον κατηγορούμενο αλλά και από τον συνήγορο του να θεωρηθεί ότι η συμπληρωματική αυτή κατάθεση δόθηκε την ίδια ημέρα με την κυρίως κατάθεση. Απορρίπτουμε τη θέση αυτή ως κατασκευασμένη. Βρίσκουμε ότι η απουσία ημερομηνίας «διευκολύνει» την εισαγωγή ενός τέτοιου ισχυρισμού ο οποίος όμως εύκολα καταρρίπτεται και από το ίδιο το περιεχόμενο της συμπληρωματικής κατάθεσης. Ξεκινά η κατάθεση: «συμπληρωματικά με την κατάθεση που έδωσα στην αστυνομία στις 10.5.2006». Αν επρόκειτο για κατάθεση της ιδίας ημέρας, και εφόσον μέχρι τις 10.5.2006 μια και μόνο κατάθεση είχε δοθεί, προς τι να γίνεται αναφορά στην ημερομηνία. Ο ίδιος ο αστυνομικός που πήρε την κατάθεση Μ.Κ. 4 Λοχίας 476 Αλέξης Αλεξίου λέει πως η κατάθεση αυτή λήφθηκε στις 11.5.2006 μετά την εξέταση του κατηγορουμένου από τον Ιατροδικαστή Σοφοκλέους. Κατά την αντεξέταση του Αλεξίου δεν υποβλήθηκε ένας τέτοιος ισχυρισμός. Η μαρτυρία του τελευταίου επί του σημείου αυτού παρέμεινε αναντίλεκτη. Ανατρέχοντας δε στα κυανούν που σημειώνονται από την αστυνομία επί των σχετικών τεκμηρίων, Τεκμήρια 10, 12 και 13, που κατατέθηκαν ενώπιόν μας διαπιστώνουμε πως η συμπληρωματική κατάθεση του κατηγορουμένου έπεται της ανακριτικής του κατάθεσης αλλά και της ιατροδικαστικής έκθεσης. Βλέπε Τεκμήριο 10, γραπτή συγκατάθεση κατηγορουμένου. Εξάγεται μετά βεβαιότητας το συμπέρασμα πως ο κατηγορούμενος, όταν αργότερα ενδεχομένως πληροφορείται κάποιες λεπτομέρειες των ισχυρισμών της παραπονουμένης ή όταν εξετάζεται από τον Ιατροδικαστή για τα δικά του τραύματα, επιχειρεί να δώσει κάποιες εξηγήσεις που κατά την κρίση του μπορούσαν να δικαιολογήσουν τους τραυματισμούς της παραπονούμενης. Δικαιολογίες οι οποίες χτίζονται στη συνέχεια με νέα επιχειρήματα ενώπιον του Δικαστηρίου και όταν είχε στο μεταξύ ακούσει τον ιατροδικαστή Σ. Σοφοκλέους να καταθέτει στο εδώλιο του μάρτυρα και να οριοθετεί χρονικά τις γρατσουνιές στο πρόσωπο του ώστε αυτές να μην μπορεί να είχαν γίνει το βράδυ της 7ης - 8ης αλλά μεταξύ 8ης -9ης Μαίου. Δικαιολογίες οι οποίες και εμπλουτίζονται κατά το δοκούν και αναλόγως της περίστασης. Βρίσκουμε ότι οι αναφορές του κατηγορουμένου στο Τεκμήριο 13, περί του ότι η παραπονουμένη ήταν βίαιη και ανώμαλη όταν έκαναν έρωτα, δίνονται με σκοπό να δικαιολογήσουν ενδεχομένως τους όποιους τραυματισμούς διαπίστωσε ο Ιατροδικαστής ή άλλα ευρήματα όπως αυτά αργότερα καταγράφηκαν στην έκθεση του Εργαστηρίου Δικανικής Γενετικής, Τεκμήριο 23, το οποίο κατατέθηκε εκ συμφώνου. Σύμφωνα με την εν λόγω έκθεση το γενετικό υλικό το οποίο πάρθηκε από δυο παρειακά επιχρίσματα του κατηγορουμένου ταυτίστηκε θετικά με το γενετικό υλικό που απομονώθηκε από το κολπικό επίχρισμα - σπερματικό μέρος, της παραπονουμένης. Βέβαια εν όψει της αδυναμίας της έκθεσης να καθορίσει χρονικά την εναπόθεση του γενετικού υλικού στο σώμα της παραπονουμένης αυτό μόνο ως ουδέτερο γεγονός μπορεί να ιδωθεί. Εκείνο όμως που εδώ θέλουμε να τονίσουμε είναι τη στάση του κατηγορουμένου ο οποίος με τη δεύτερη κατάθεση δίνει εξηγήσεις που όπως πιστεύει θα καλύψουν το θέμα είτε του τραυματισμού του και των τραυμάτων της παραπονουμένης, είτε, ενδεχομένως, άλλων ευρημάτων ενοχοποιητικών για τον ίδιο. Συνεχίζοντας την επιχειρηματολογία της η υπεράσπιση διερευνά κατά την αντεξέταση το θέμα του σχεδιασμού και προμελετημένου του όλου σκηνικού εκ μέρους της παραπονουμένης. Κάνει αναφορά και στα ρούχα που εκείνη την ημέρα αγόρασε η παραπονουμένη και στο πακέτο που του έδωσε. Στην ανακριτική του κατάθεση ο κατηγορούμενο ερωτάτε γι' αυτό το θέμα πράγμα που φανερώνει ότι η παραπονούμενη είχε ήδη κάνει αναφορά για το γεγονός αυτό στην Αστυνομία η οποία ηθέλησε να το διερευνήσει. Βλέπουμε λοιπόν ότι η παραπονούμενη με ειλικρίνεια αναφέρεται σε γεγονότα και ενέργειες τις οποίες έκανε το πρωί της 8ης Μαΐου 2005 χωρίς να αποκρύψει οτιδήποτε. Ο κατηγορούμενος με την ανακριτική του κατάθεση ερωτάτε για το θέμα αυτό, ερώτηση 12, και πάλι ο κατηγορούμενος λεει: «δεν έχω να πω τίποτε». Δεν σχολιάζουμε βέβαια το δικαίωμα του να μην απαντά και να μην ενοχοποιεί τον εαυτό του, αλλά επισημαίνουμε και πάλι την άρνηση του κατηγορουμένου να πει την αλήθεια και για τα πιο επουσιώδη. Λόγω της φύσης των αδικημάτων είναι αναγκαίο, ως θέμα πρακτικής και όχι ως θέμα νομοθετικής επιταγής, να αναζητείται ενισχυτική μαρτυρία (βλ. Cross on Evidence 4η έκδοση 174 και 181-182). Η ενισχυτική μαρτυρία θα πρέπει, όχι μόνο να προέρχεται από άλλη πηγή, ανεξάρτητη από τον μάρτυρα, την μαρτυρία του οποίου αποβλέπει να ενισχύσει, αλλά θα πρέπει να τείνει να καταδείξει ουσιωδώς ότι, όχι μόνο διαπράχθηκε το αδίκημα, αλλά και ότι εκείνος που το διέπραξε είναι ο κατηγορούμενος. Τέτοιο παράδειγμα συνιστά η ρητή ή εξυπακουόμενη παραδοχή ή άλλη συμπεριφορά του κατηγορουμένου η οποία έχει χαρακτηριστεί στην υπόθεση D. P. P. v. Kilbourne
(1973)1 All. E.R. 440 ως «Corroboration of the strongest possible kind», «ενίσχυση της πλέον δυνατής μορφής». Σκοπός της ενισχυτικής μαρτυρίας δεν είναι να προσθέσει εγκυρότητα και αξιοπιστία σε μαρτυρία ελλιπή, ύποπτη ή αναξιόπιστη (βλ. Ττοουλιάς ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 258). Κρίνεται δε ότι η ενίσχυση δεν πρέπει να εξετάζεται ως επόμενο της αξιοπιστίας της παραπονούμενης αλλά ωσάν να εμπεριέχεται σ' αυτήν κατά την εξέταση της υπόθεσης βλ. Α. G. Hong Kong ν. Wong Munk Pink
(1987)A.C. 501 P.G. όπου προβλήθηκε ότι είναι λογικό η αξιολόγηση της μαρτυρίας να κρίνεται εξ υπ' αρχής σε αναφορά και προς την ενισχυτική μαρτυρία ως ενιαίο σύνολο. Για το ίδιο θέμα βλ. Ρόπας ν. Δημοκρατίας (αρ.2)
(2000)2 Α.Α.Δ.
  1. Είναι βέβαια επιθυμητό η μαρτυρία να σχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, «προσέγγιση που επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου». βλ. Μουσταφά ν. Καυκαρή κ.α. Ποιν. Έφεση 10705 ημερ. 8.2.
  2. Εντούτοις παρά την ύπαρξη του πιο πάνω κανόνα πρακτικής, η καταδίκη μπορεί να θεμελιωθεί μόνο στη βάση της μαρτυρίας της παραπονούμενης (βλ. Θεοδώρου ν. Αστυνομίας
(1971)2 Α.Α.Δ. 245 και Νικολάου (πιο πάνω)), αφού προηγουμένως το Δικαστήριο προειδοποίησε κατάλληλα τον εαυτό του για τον κίνδυνο που υπάρχει, όταν πρόκειται να στηριχτεί μόνο πάνω στη μαρτυρία της παραπονούμενης, χωρίς ενίσχυση. Η προειδοποίηση αυτή, θα πρέπει να διατυπώνεται στην απόφαση παρόλο που δεν χρειάζεται ούτε και είναι ορθό να καθιερωθεί σταθερός τύπος φρασεολογίας. Πριν καταλήξουμε θα θέλαμε να σταθούμε σε δυο ακόμα σημεία τα οποία, η υπεράσπιση ιεράρχησε ως άκρως σημαντικά: το γεγονός ότι η παραπονούμενη είχε προβεί σε μια προηγούμενη καταγγελία για απειλές και εκβιασμούς εναντίον της εκ μέρους του κατηγορουμένου, αμέσως σχεδόν με την άφιξή της στην Κύπρο, και η άμβλωση που έκανε η παραπονούμενη στις αρχές Δεκεμβρίου μετά που κατέστη έγκυος από τον κατηγορούμενο. Η υπεράσπιση εισηγείται, κτίζοντας την επιχειρηματολογία της επί των δυο σημείων, πως το Δικαστήριο θα πρέπει να δει τη μαρτυρία της με ιδιαίτερη καχυποψία και να κρίνει την παραπονουμένη ως πρόσωπο αναξιόπιστο το οποίο ενήργησε κατόπιν σχεδιασμού, τόσο για την πρώτη καταγγελία όσο και στην παρούσα υπόθεση. Όντως το ιστορικό της προηγουμένης ερωτικής σχέσης των εμπλεκομένων μερών και η διακοπή της θα πρέπει να θέσει το Δικαστήριο σε εγρήγορση και η μαρτυρία της παραπονουμένης θα πρέπει να εξεταστεί με ιδιαίτερη προσοχή. Η πείρα καταδεικνύει ότι οι άνθρώποι, διακατεχόμενοι από αισθήματα ζήλιας ή μίσους, αντιδρούν όταν απορρίπτονται ερωτικά από τον μέχρι πρότινος σύντροφό τους. Δεν είναι λοιπόν αφύσικο αν η εκδοχή του κατηγορουμένου ευσταθεί, να επιθυμεί η παραπονουμένη να τον εκδικηθεί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Και κάποιοι μπορούν ακόμη να χρησιμοποιήσουν και τους πιο ακραίους τρόπους για να εκδικηθούν. Εδώ όμως και πριν εξετάσουμε τη θέση αυτή επιβάλλεται να τονίσουμε και πάλι το αλλοπρόσαλλο και αντιφατικό των θέσεων που προβάλλει η υπεράσπιση. Από τη μια είναι η θέση της πως η κατηγορούμενη το βράδυ έξω από τη δισκοθήκη διακόπτει τη σχέση τους, ενώ από την άλλη υποβάλλεται στην κατηγορουμένη πως είναι ο κατηγορούμενος που διέκοψε τη σχέση και συνήψε σχέσεις με τη Μαρία γι' αυτό και η σκηνή που διαδραματίζεται έξω από δισκοθήκη. Είδαμε την παραπονούμενη να φτάνει στην Κύπρο μαζί με τη Μαρία για να εργαστούν ως σερβιτόρες στο καφενείο στη Γιόλου που ως εργοδότης και διαχειριστής του εμφανιζόταν σ' αυτές ο κατηγορούμενος. Το Σεπτέμβρη του 2005 η παραπονούμενη μαζί με τη Μαρία και άλλες κοπέλες από την Εσθονία κατάγγειλαν τον κατηγορούμενο ότι τις απειλούσε, περισσότερο απ' όλες τη παραπονουμένη, ήθελε να τις ελέγχει. Ως αποτέλεσμα της καταγγελίας αυτής η Αστυνομία καταχωρεί ποινική υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου Τεκμήριο 20, για απειλή βιαιοπραγίας:απείλησε την παραπονουμένη μεταξύ 2 - 5.9.2005 ότι θα τη σκοτώσει αν δεν έδινε τη συγκατάθεσή της να κάνει έρωτα μαζί του. Μέσα του Οκτωβρίου ο κατηγορούμενος στέλνει τη Μαρία πίσω στην Εσθονία γιατί νόμιζε, όπως ακούσαμε από την παραπονουμένη αλλά και από την ίδια τη Μαρία, ότι «έκανε το μάστρο» στ΄ άλλα κορίτσια. Υποσχέθηκε στη Μαρία ότι θα της έστελνε εισιτήριο να επιστρέψει. Ο κατηγορούμενος στην ενώπιόν μας μαρτυρία του λεει πως η Μαρία παρότρυνε την παραπονουμένη να τον καταγγείλει γιατί εκείνη ήθελε να έχει ερωτικές σχέσεις μαζί του, γιατί ζήλευε. Μίλησε γι΄ αυτό με την παραπονουμένη με την οποία είχαν εν τω μεταξύ συνάψει σχέσεις, και αποφάσισε να στείλει τη Μαρία πίσω στην πατρίδα της. Η Μαρία του ζητούσε καθημερινώς να επιστρέψει. Εκείνος δεν το έκανε γιατί ήθελε να διατηρήσει το δεσμό του με την παραπονουμένη δεσμό που ο ίδιος θεωρούσε σοβαρό. Η Μαρία δέχεται κατά την αντεξέταση ότι επιθυμούσε να επιστρέψει στην Κύπρο και δεν θα είχε ένσταση να δουλεύει κοντά στον κατηγορούμενο για λίγους μήνες μέχρι να βρει άλλη δουλειά. Ήθελε να πάει εκεί που ήταν και οι φίλες της. Ακούσαμε την παραπονουμένη και τη Μαρία να καταθέτουν γύρω από το θέμα αυτό. Αποδεχόμαστε τις θέσεις τους και της εξηγήσεις που έδωσαν κατά την αντεξέταση και απορρίπτουμε ότι η πρώτη καταγγελία έγινε για σκοπούς εκδίκησης. Η προσπάθεια όμως τόσο του κατηγορουμένου όσο και του συνηγόρου του είναι θα λέγαμε όχι μόνο απέλπιδα αλλά και αλλοπρόσαλλη. Από τη μια θέλει να παρουσιάζει την παραπονούμενη να κυνηγά τον κατηγορούμενο και να επιδιώκει ήδη από το τέλος Αυγούστου αρχές Σεπτεμβρίου, όπως και η εν διαστάσει σύζυγος του κατέθεσε ενώπιον μας, να συνάψει ερωτικές σχέσεις μαζί του και από την άλλη προβάλλεται το αποδεκτό και από τα δύο μέρη γεγονός της καταγγελίας στην Αστυνομία για επεισόδιο που έλαβε χώρα μεταξύ 2.9.05 - 5.9.
  1. Τι από τα δυο λογικά συμβαίνει, γιατί και οι δυο συμπεριφορές ιδωμένες μαζί κονταροχτυπιούνται. Κι ακόμη, πάντοτε μέσα στη λογική των επιχειρημάτων του κατηγορούμενου, αν η παραπονούμενη τον επιθυμεί ερωτικά, γιατί ενδίδει εύκολα στη δήθεν ζήλια της Μαρίας και προχωρεί σε καταγγελία. Αυτή η κοπέλα που ο ίδιος ο συνήγορος του κατηγορούμενου στην αγόρευση του λεει πως εντυπωσιάστηκε από την εξυπνάδα της, πως πέφτει στην παγίδα μιας αντιζήλου της όπως η Μαρία; Τι πιο εύκολο για την παραπονούμενη να επιδιώξει τη φυγή της Μαρίας για να μείνει ο δρόμος ανοικτός και να βγει από τη μέση μια αντίζηλος; Όλη αυτή η ιστορία και τα όσα αποδίδει ο κατηγορούμενος στη Μαρία βρίσκουμε ότι είναι μυθεύματα και κατασκευάσματα του κατηγορουμένου με αποκλειστικό στόχο την ακύρωση του λόγου της παραπονουμένης γύρω από το βιασμό της. Απορρίπτουμε ως ψεύτικο το κάθε τι που εισάγει είτε για τη Μαρία είτε για την παραπονουμένη σε σχέση με την προηγούμενη καταγγελία στην Αστυνομία. Βρίσκουμε επ' αυτού αποδεχόμενοι το λόγο της παραπονουμένης και της μάρτυρος Μαρίας, η οποία μας εντυπωσίασε ιδιαιτέρως θετικά για την ειλικρίνεια της, ότι τα γεγονότα που αφορούν στο εν λόγω περιστατικό έγιναν όπως τα περιέγραψε η παραπονούμενη. Ερχόμαστε τώρα στο δεύτερο θέμα: εγκυμοσύνη και άμβλωση. Η παραπονουμένη δέχεται ότι από την ερωτική της σχέση με τον κατηγορούμενο, που κατά την ίδια ξεκινά τέλος Νοεμβρίου - αρχές Δεκεμβρίου μένει έγκυος. Ήταν ένα μήνα περίπου μετά την τελευταία της περίοδο. Αποφασίζουν μαζί με τον κατηγορούμενο να κάνει άμβλωση που η ίδια την τοποθετεί στις 10.12.
  2. Ο κατηγορούμενος λεει πως η παραπονούμενη έμεινε έγκυος μέσα Οκτωβρίου. Ο ίδιος δεν είχε πρόβλημα να κρατήσουν το παιδί αφού θα έμεναν μαζί. Με πολύ αόριστο και γενικό τρόπο λεει πως η παραπονούμενη παρουσίασε πρόβλημα. Ο γιατρός στο Ιπποκράτειο έκρινε πως έπρεπε να γίνει έκτρωση. Ο γενικός χειρούργος, Μαιευτήρας και Ιδιοκτήτης και Διευθυντής της κλινικής, Τάκης Θεοδοσίου, Μ.Υ.3 εξέτασε την παραπονουμένη και διαπίστωσε αιμοραγία. Μαζί με το γυναικολόγο Βασιλείου ο οποίος διέγνωσε την εγκυμοσύνη αποφάσισαν για θεραπευτικούς λόγους να προχωρήσουν σε διακοπή της. Κατόπιν επέμβασης, που ο γιατρός τοποθετεί στις αρχές Δεκεμβρίου, η εγκυμοσύνη όντως διεκόπη. Σύμφωνα με το γιατρό Θεοδοσίου η παραπονούμενη ήταν περίπου δέκα εβδομάδων. Το πόσο προχωρημένη ήταν η εγκυμοσύνη ήταν ένα από τα σημεία πάνω στα οποία επένδυσε η υπεράσπιση με σκοπό να πλήξει την αξιοπιστία της παραπονουμένης: αν ψεύδεται για το πότε ξεκίνησε η σχέση της με τον κατηγορούμενο γιατί να μην ψεύδεται και για το γεγονός του βιασμού της. Όσον αφορά το θέμα της άμβλωσης και εδώ δεν γίνεται πιστευτός ο κατηγορούμενος. Η μαρτυρία του γιατρού Θεοδοσίου δεν υποστήριξε θετικά την εισήγησή του. Ο γιατρός που σημειώνουμε πως ήρθε στο Δικαστήριο κρατώντας και παρουσιάζοντας μόνο μια απόδειξη πληρωμής, Τεκμήριο 26, ημερομηνίας 16.12.2005 δεν ήταν σε θέση να βεβαιώσει θετικά πόσο μηνών ήταν η παραπονουμένη. Μας εντυπωσίασε ιδιαιτέρως αρνητικά το γεγονός ότι ενώ ήρθε να μαρτυρήσει σε μια σοβαρή ποινική υπόθεση ενώπιον Κακουργιοδικείου, αρκέστηκε να δικαιολογήσει την απουσία του φακέλου της τότε ασθενούς του λέγοντας πως δεν του ζητήθηκε. Πως και γιατί ο γιατρός ο οποίος είδε μια και μοναδική φορά τον κατηγορούμενο, μπορούσε να θυμάται τέτοιες λεπτομέρειες χωρίς αναφορά στο φάκελο της ασθενούς. Σημειώνουμε ακόμη, ότι τη μέρα που κατέθεσε ο γιατρός, η παραπονούμενη δε βρισκόταν καν στην αίθουσα. Είναι άκρως περίεργο αλλά και μόνο ως ύποπτο μπορεί να κριθεί, πως ο γιατρός θυμήθηκε τόσες λεπτομέρειες στη θέα μόνο μιας απόδειξης και του κατηγορουμένου. Αν αναγνώριζε ή θυμόταν τη γυναίκα που της έκανε την επέμβαση το πράγμα ίσως να είχε κάποια λογική. Σημειώνουμε ιδιαιτέρως πως ο γιατρός δεν εξέφρασε βεβαιότητα για το στάδιο της εγκυμοσύνης. Ουσιαστικά σχολίασε με παραπομπή στη διαφορά της επέμβασης που απαιτεί το κάθε στάδιο προσεγγίζοντας το θέμα θεωρητικά. Απορρίπτουμε τη θέση πως η εγκυμοσύνη διεκόπη για θεραπευτικούς λόγους, λόγω αιμορραγίας, και αποδεχόμενοι τη θέση της παραπονουμένης, βρίσκουμε πως η εγκυμοσύνη διεκόπη στον ένα περίπου μήνα κατόπιν απόφασης της ίδιας της παραπονουμένης. Η άριστη εντύπωση την οποία αποκομίσαμε από την παραπονούμενη μας οδηγεί στην κατάληξη ότι αυτή μετέφερε με ακρίβεια ενώπιον μας όσα υπέστη από τον κατηγορούμενο το βράδυ της 9ης Μαίου χωρίς άλλο κίνητρο ή προσπάθεια να τον βλάψει για τους λόγους που η Υπεράσπιση της απέδωσε. Η όλη εικόνα περί δολοπλοκιών ή συνομωσίας της παραπονούμενης με τη φίλη της Μαρία για να πλήξουν τον κατηγορούμενο απέτυχε παταγωδώς. Προσπάθεια που καταρρίφθηκε τη συνδρομή του κατηγορούμενου του οποίου ο ψεύτικος λόγος και η αποστροφή του για την αλήθεια ήταν εξώφθαλμες. Ο ίδιος ο κατηγορούμενος με τη μαρτυρία του απέκοψε τη λεπτή κλωστή που συγκρατούσε την επιχειρηματολογία της Υπεράσπισης δια παντός. Πέρα από τις εξηγήσεις που εδώ δίνει για πρώτη φορά βρίσκουμε ότι δε λεει την αλήθεια ούτε για το ελάχιστο ή επουσιώδες. Αναφερόμαστε βέβαια στα όσα ο κατηγορούμενος περιέγραψε γύρω από τη διαχείριση και διάθεση των χρημάτων από το καφενείο το οποίο, ως πτωχεύσας όπως ο ίδιος λεει, δεν ήταν εκ του νόμου σε θέση να διατηρεί. Ανατρέχοντας στην πρώτη ανακριτική του κατάθεση προς την Αστυνομία εύκολα διαπιστώνουμε τη ψευδολογία στην οποία από την πρώτη στιγμή καταφεύγει ο κατηγορούμενος. Όταν ερωτάτε από που γνωρίζει την παραπονουμένη λεει πως εργαζόταν «στο καφενείο στη Γιόλου στο καφενείο της εκκλησίας το οποίο διαχειριζόταν ο πάτερ Ανδρέας», ο ίδιος πήγαινε εκεί σαν θαμώνας. Παρουσιάζει την παραπονουμένη ως μια γυναίκα που γι' αυτήν ξόδεψε πολλά λεφτά, όπως λεει στην δεύτερη κατάθεσή του ολόκληρη περιουσία: EURO 20.
  3. Λεφτά που έπαιρνε από τη σύζυγό του. Η σύζυγός του όμως λεει πως εκείνος της έδινε λεφτά και κρατούσε κάποια για να πληρώνει τις κοπέλες. Ο κατηγορούμενος φαίνεται ότι είναι άτομο που με το δικό του τρόπο ασκεί μια κάποια επιρροή στις γυναίκες τέτοια που ακόμη και την εν διαστάση σύζυγό του χρησιμοποίησε για να εξυπηρετήσει το σκοπό του. Βρίσκουμε πως ο κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που εμφανιζόταν και ενεργούσε ως εργοδότης των αλλοδαπών που εργάζονταν στο καφενείο και ήταν εκείνος ο οποίος αποφάσιζε για τις προσλήψεις ή απολύσεις. Η σύζυγος του κατηγορουμένου χρησιμοποιείτο βεβαίως μόνο κατ΄ όνομα ως εργοδότρια για να ικανοποιηθούν τυπικά και μόνο οι σχετικές πρόνοιες του νόμου. Ακριβώς η ίδια μέθοδος χρησιμοποιείτο σε σχέση με άλλες δραστηριότητες του κατηγορουμένου δηλαδή την ανάληψη εργασιών από τον Δήμο Πάφου που ο ίδιος διεκπεραίωνε με το τρακτέρ της συζύγου του. Ο κατηγορούμενος έβρισκε, είναι η κατάληξή μας, ερωτικές συντρόφους μέσα από τις αλλοδαπές κοπέλες που κατά καιρούς εργοδοτούσε τις οποίες χρησιμοποιούσε εκμεταλλευόμενος τη θέση του, για να συνάψει ερωτικές σχέσεις μαζί τους. Ως χαρακτήρας ο κατηγορούμενος φαίνεται να μην την ανεχόταν άρνηση ή απόρριψη και επιθυμούσε να επιβάλει με τη βία και με τις απειλές τις ορέξεις του. Θεωρούσε τις αλλοδαπές κοπέλες ως πρόσωπα με μειωμένη προσωπικότητα, σεξουαλικά αντικείμενα που ουσιαστικά δεν διατηρούσαν επιλογή παρά να τον ικανοποιήσουν. Η απόφαση της παραπονουμένης να διακόψει την ερωτική τους σχέση δεν έγινε ανεκτή από τον κατηγορούμενο ο οποίος ηθέλησε δια της βίας να πάρει εκείνο που πίστευε ότι του ανήκει. Η διακοπή των σχέσεων τους από την ίδια την παραπονουμένη εξαγρίωσε τον κατηγορούμενο έτσι που τον οδήγησε στο βιασμό της. Βρίσκουμε ακόμη πως η βίαιη και απειλητική του συμπεριφορά συνεχίστηκε και μετά το επίδικο αδίκημα σε μια προσπάθεια εκφοβισμού της παραπονουμένης που στόχευε στο να την αποτρέψει να καταθέσει εναντίον του. Εύκολα ο κατηγορούμενος από θύτης εμφανίζει τον εαυτό του ως θύμα κι ακόμα πιο εύκολα χαρακτηρίζει την παραπονούμενη ως ούτε λίγο ούτε πολύ διεστραμμένη και έκφυλη. Αυτή που πριν λίγη ώρα έλεγε πως ήθελε να παντρευτεί και να κρατήσει το παιδί τους. Όλα όσα ο κατηγορούμενος προέβαλε στα πρόσωπα των αλλοδαπών γυναικών: παραπονουμένης και Μαρίας, στράφηκαν ουσιαστικά σαν μπούμερανγκ εναντίον του. Ο ψεύτικος και διαστρεβλωτικός του λόγος δεν αντέχει στη βάσανο της λογικής. Αντιθέτως η μαρτυρία της παραπονούμενης μας δημιούργησε τη βεβαιότητα εκείνη αναφορικά με τις περιβάλλουσες συνθήκες, την απαραίτητη εκείνη για τη στήριξη ποινικής καταδίκης. Σε όλα όσα μας παρέπεμψε ο δικηγόρος του κατηγορουμένου δεν συνιστούν κατά τη γνώμη μας αντιφάσσεις ούτε καν με τη συνήθη έννοια της λέξης, πολύ δε περισσότερο τη νομική της σημασία, όπως καθιερώθηκε από τη νομολογία, σύμφωνα με την οποία οι αντιφάσεις πρέπει να είναι τέτοιας φύσης και περιεχομένου που να μολύνουν τη μαρτυρία στο βαθμό που να καθίσταται επικίνδυνη ή άδικη την αποδοχή της από το Δικαστήριο (βλ. Κώστας Στρατής ν. Πεντέλη - Εταιρεία Μωσαϊκών Λτδ,
(1999)1 Α.Α.Δ. 1708, Πολιτική έφεση αρ. 10240, Ανδρέας Ηλία κ.α. ν. Δημήτρη Σταυρινίδη, 9.6.2000. και Νικολάου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 390 σε. 401). Με την κατάληξη μας αυτή είμαστε διατεθειμένοι να στηριχτούμε σ΄ αυτή για να στηρίξουμε καταδίκη του κατηγορούμενου αφού προηγουμένως προειδοποιήσαμε τον εαυτό μας κατάλληλα για τον κίνδυνο που ενυπάρχει: να στηριχθεί μόνο στη μαρτυρία του θύματος χωρίς ενίσχυση. Αποτελεί κοινό έδαφος ότι το άρθρο 10 θέτει δύο προϋποθέσεις:
  1. Ότι το παράπονο έγινε στο πρώτο πρόσωπο στο οποίο ο παραπονούμενος μίλησε μετά τη διάπραξη του αδικήματος ή στο πρόσωπο στο οποίο ήταν φυσικό ότι θα παρεπονείτο αναφορικά με το αδίκημα.
  2. Ότι το παράπονο έγινε ευθύς μετά τη διάπραξη του αδικήματος. Μια περαιτέρω προϋπόθεση που αναγνωρίζεται από τη νομολογία ως εξυπακουόμενη από τη φύση των πραγμάτων είναι ότι το παράπονο πρέπει να είναι αυθόρμητο. Αυτή η προϋπόθεση ουσιαστικά εμπεριέχεται ως τρίτη προϋπόθεση στο άρθρο 10 υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει κάποιο «παράπονο» και όχι οποιαδήποτε άλλη αναφορά σαν αποτέλεσμα συζητήσεως, προτροπής ή άλλως πως. Σε κάθε περίπτωση το ερώτημα είναι θέμα βαθμού και κρίσεως του Δικαστηρίου επί των γεγονότων βλ. R. v. Hedjes, 3 Cr. App. R.
  3. Όσον αφορά το πρώτο σημείο, λίγα χρειάζεται να λεχθούν. Η προϋπόθεση ότι το παράπονο πρέπει να έχει γίνει «αμέσως μετά» συνδέεται και με την προϋπόθεση ότι πρέπει να έχει γίνει στο πρώτο πρόσωπο που το θύμα μίλησε μετά την ισχυριζόμενη διάπραξη του αδικήματος. Μάλιστα, στην αγγλική νομολογία εξετάζεται κυρίως η αντίστοιχη και ενιαία γενική προϋπόθεση το παράπονο να γίνει στην πρώτη προσφερόμενη λογική ευκαιρία, που περιλαμβάνει την εξέταση των δύο προϋποθέσεων που διακρίνονται στο δικό μας άρθρο
  4. Παρατηρούμε μάλιστα ότι το ίδιο άρθρο 10 προλογίζει την αναφορά του στις δύο προϋποθέσεις με τους όρους «having regard to the circumstances of the case», ρητά αναφερόμενο έτσι στις συνθήκες που περιβάλλουν το παράπονο και διευκρινίζοντας ότι οι προϋποθέσεις που ακολουθούν δεν μπορούν να ερμηνευθούν απόλυτα και χωρίς αναφορά στο πλαίσιο τους. Η νομολογία δείχνει ότι παράπονα που εκμαιεύονται με την απειλή βίας (S. ν. T.
(1963)
(1)SA 484 (A)) ή σαν αποτέλεσμα ουσιαστικής αντεξετάσεως (R. v. Adams and Ross [1965] Qd R 255) ή ακόμη και συνομιλίας (R. v. Merry
(1900)19 Cox C.C. 442) δεν μπορούν να θεωρηθούν αυθόρμητα. Από την άλλη, είναι επίσης καθαρό ότι το γεγονός και μόνο ότι το παράπονο επακολούθησε κάποια ερώτηση δεν είναι αναγκαστικά επαρκές για να το καταστήσει μη αυθόρμητο, όπως προκύπτει από την υπόθεση R. v. Freeman
(1980)V.R. 1, όπου το παράπονο έγινε μετά που η παραπονούμενη ρωτήθηκε μήπως είχε βιασθεί, λαμβανομένου υπόψη ότι είχε ήδη, όταν ρωτήθηκε, εκδηλώσει τη στεναχώρια της. Στην Κύπρο, το πρώτο παράπονο έχει αναγνωρισθεί ως ενισχυτική μαρτυρία εν αντιθέσει με τα στην Αγγλία ισχύοντα. Αυτό εξηγείται βέβαια λόγω της διάφορης φύσης και εμβέλειας του πρώτου παραπόνου με βάση το άρθρο 10 του Κεφαλαίου 9 σε σχέση με την Αγγλική προσέγγιση, (βλ. για την δεκτότητα του πρώτου παραπόνου σαν ενισχυτική μαρτυρία τις υποθέσεις Sutton v. King 14 C.L.R. 160, Republic v. Votsis 19 C.L.R. 306, Hajilouca v. Republic
(1961)1 C.L.R. 57. Αντίθετα για τις αντιδράσεις της παραπονούμενης δεν ισχύει η ίδια αρχή, βλέπετε την πρόσφατη απόφαση Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Καϊλης ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 7490, ημερ. 21.04,2004, στην οποία το Κακουργιοδικείο επικρίθηκε επί το ότι εξέλαβε τις αντιδράσεις της παραπονούμενης ως ενίσχυση. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Γεωργιάδης ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 7243, ημ. 14/01/2003: «Η άμεση μάλιστα εκδήλωση παραπόνου θεωρείται τόσο σημαντική ώστε θεσμοθετημένη πρόνοια στον περί Αποδείξεως Νόμο Κεφ. 9, άρθρο 10, να επιτρέπει, κατ΄ εξαίρεση του κανόνα της μη αποδοχής εξ ακοής μαρτυρίας, την κατάθεση στο Δικαστήριο του παραπόνου αυτού ως απόδειξη του καταγγελλόμενου γεγονότος ή και ενισχύσεως του.» Όπως τονίζεται στην αγγλική απόφαση R v. Wright
(1990)Cr. App. R. 92, ουσιώδες για την αποδοχή του παραπόνου δεν είναι αφ΄ εαυτού το γεγονός ότι έγινε παράπονο αλλά το περιεχόμενο του και η εμφάνιση συνοχής μεταξύ των λεπτομερειών του παραπόνου και της εκδοχής της παραπονουμένης. Εξετάσαμε με προσοχή τι μετέφερε ενώπιον μας τόσον η παραπονούμενη όσο και η Ασπασία της οποίας αποδεχόμαστε τη μαρτυρία ως καθόλα αντικειμενική και αληθινή. Η αντεξέταση δεν κλόνισε με οποιοδήποτε τρόπο τα όσα μας μετέφερε, αντιθέτως περιορίστηκε σε διερεύνηση επουσιωδών λεπτομερειών που ανάγονται χρονικά πριν από το επεισόδιο του βιασμού αφήνοντας ανέπαφο τον πυρήνα της κατάθεσης της σε αναφορά με το τι της μετέφερε ως άμεση εκδήλωση παραπόνου. Η παραπονούμενη βρίσκουμε πως με τα αγγλικά που γνώριζε μετέφερε τέτοιες λεπτομέρειες που παραπέμπουν άμεσα σε εξαναγκασμό της δια της σωματικής βίας και απειλών κατά της ζωής της σε συνουσία. Όταν είπε στην Ασπασία «he fucked me" δεν αναφερόταν σε μια συναινετική ερωτική συνεύρεση αλλά πρόδηλα σε εξαναγκαστική. Το γεγονός ότι οι λεπτομέρειες αυτές δόθηκαν αποσπασματικά και σταδιακά, πρώτα τηλεφωνικά και στη συνέχεια κατά το χρόνο αναμονής τους στον Αστυνομικό Σταθμό Πάφου όταν επρόκειτο να καταγγελθεί το περιστατικό, ενδυναμώνει περαιτέρω την αλήθεια των ισχυρισμών του θύματος. Άλλωστε η κατάσταση της παραπονούμενης όπως μας την μεταφέρει η Ασπασία, φαινόταν εντελώς χαμένη και ήταν αδύνατο να ηρεμήσει, ήταν φυσικό να μην της επιτρέπει την ολοκληρωμένη διήγηση των συμβάντων. Η διακοπή της διήγησης ή η αποσπασματική αναφορά του παραπόνου, δεν αλλάξει βρίσκουμε τα πράγματα. Ο κ Γεωργίου διερωτήθηκε αν η Ασπασία ήταν το πρόσωπο στο οποίο έπρεπε να κάνει το παράπονο. Γιατί όχι στη φίλη της Μαρία. Δεν βρίσκουμε τίποτα το ύποπτο στην επιλογή της παραπονουμένης. Αντιθέτως η ενέργεια της ήταν απολύτως λογική. Τηλεφωνεί της Ασπασίας, ενός προσώπου που μιλά Ελληνικά γνωρίζει τον τόπο κατοικεί στο ίδιο χωριό και μπορεί να τη βοηθήσει καλύτερα να καταγγείλει την υπόθεση στην Αστυνομία. Μπορεί ακόμη να βρει ένα προσωρινό ασφαλές καταφύγιο για να ξεφύγει από τον κατηγορούμενο. Η Μαρία είχε φτάσει στην Κύπρο λίγες μόνο μέρες προηγουμένως. Η βοήθεια που θα της πρόσφερε θα ήταν μηδαμινή. Αργότερα και όταν τα πράγματα παίρνουν το δρόμο τους τότε η παραπονούμενη τηλεφωνεί και στη Μαρία, όπου της αποκαλύπτει κι εκείνης τα συμβάντα. Διερευνήθηκε κατά την αντεξέταση η αλήθεια του ισχυρισμού της παραπονουμένης πώς ενώ ο κατηγορούμενος την παίρνει στο τηλέφωνο και της πετάει την κάρτα τηλεφωνά από το κινητό της στη Μαρία. Η Μαρία τοποθετεί την ώρα του τηλεφωνήματος της παραπονουμένης γύρω στις 8:00, νομίζω είπε πως μου τηλεφώνησε από το σπίτι της. Αργότερα και σε ερώτηση της υπεράσπισης λεει πως αναγνώρισε πως της τηλεφώνησε η Μαργαρίτα από κινητό. Ο συνήγορος υπεράσπισης δεν επέμενε να διερευνήσει περαιτέρω το ζήτημα. Δεν βρίσκουμε πως η αναφορά της Μαρίας η οποία σημειώνουμε ότι δεν εξέφρασε βεβαιότητα μπορεί να δημιουργεί οποιαδήποτε καχυποψία για την αλήθεια των λεπτομερειών που μας μεταφέρει η παραπονούμενη και σε αναφορά με το κινητό της τηλέφωνο. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μας για θεμελίωση της καταδίκης μόνο στη μαρτυρία της παραπονούμενης και χωρίς την ανάγκη αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας, βρίσκουμε πως τα όσα η παραπονούμενη διηγείται στην Ασπασία την 9η Μαίου συνιστά πρώτο παράπονο μέσα στις παραμέτρους της νομολογίας. Πρώτο παράπονο το οποίο ενδυναμώνει, και ενισχύει, αν αναζητούσαμε ενίσχυση, της μαρτυρίας της παραπονούμενης, αλλά και απόδειξη του καταγγελόμενου γεγονότος. Τα άρθρα 144 και 145 του Κεφ. 154 επί των οποίων στηρίζεται η 1η κατηγορία προνοούν: «Όποιος έρχεται σε παράνομη συνουσία με γυναίκα, χωρίς τη συναίνεση της παθούσας ή με τη συναίνεσή της εφόσον η συναίνεση για αυτό δόθηκε υπό το κράτος βίας ή φόβου σωματικής βλάβης ή προκειμένου για παντρεμένη γυναίκα, με την πλαστοπροσωπία του συζύγου της, είναι ένοχος κακουργήματος το οποίο καλείται βιασμός». Από τη μαρτυρία όπως την έχουμε αποδεχτεί και τα ευρήματά μας, καταλήγουμε ότι στοιχειοθετείται το αδίκημα του βιασμού κατά την 9.5.05 και ότι η συνουσία του κατηγορουμένου με την παραπονούμενη έχει επιτευχθεί υπό το κράτος σωματικής βίας ή φόβου σωματικής βλάβης και χωρίς τη συγκατάθεση της παραπονούμενης (βλ. Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 259, Κορέλλης ν. Δημοκρατίας
(2000), 2 Α.Α.Δ. 506, Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας,
(2001)2 Α.Α.Δ. 571 και Καήλης ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω)). Είναι η κατάληξη μας ότι καθόλη τη διάρκεια των παράνομων ενεργειών του κατηγορουμένου απουσίαζε η ελεύθερη βούληση του θύματος το οποίο αντιστάθηκε και κατά τη διαδρομή με το αυτοκίνητο αλλά και όταν έφθασαν στο μέρος που εξελίχθηκαν τα γεγονότα. Ως θέμα αρχής δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ της μη συναίνεσης και της φαινομενικής συναίνεσης (δηλαδή της απουσίας έντονης σωματικής αντίστασης) που προκύπτει ως αποτέλεσμα της πρόκλησης φόβου ή άσκησης βίας επί του θύματος (βλ. Haward 50 Cr. App. R. 56). Το άρθρο 148 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 επί του οποίου εδράζεται η 2η κατηγορία προνοεί πως: «Όποιος με σκοπό το γάμο ή τη συνουσία με αυτό ή με άλλο απαγάγει ή κατακρατεί γυναίκα χωρίς τη θέληση της, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων.» Η παρούσα περίπτωση δεν συνιστά την κλασσική περίπτωση απαγωγής όπως φαντάζει στο μυαλό του μη νομικού που στην σκέψη του έχει τις εικόνες που βλέπουμε σε δραματικές ταινίες. Ωστόσο το αδίκημα στοιχειοθετείται και με την σύντομη κατακράτηση ενός προσώπου σε χώρο παρά την θέληση του. (βλ. Felekis v. The Police
(1968)2 AAΔ 151). Δεν θα είχαμε ενδοιασμό να πούμε πως σε κάθε περίπτωση βιασμού όπου το θύμα διατηρεί τις αισθήσεις του, σε αντίθετη με περιπτώσεις όπου ο βιασμός στοιχειοθετείται λόγω δόλου στην επίτευξη της συναίνεσης του θύματος, διαπράττεται και το αδίκημα της απαγωγής. Η παραπονούμενη κατακρατήθηκε στο μέρος όπου βιάστηκε παρά την θέληση της και παρά την επιθυμία της να ξεφύγει. Ακόμη κατακρατήθηκε και στο αυτοκίνητο κατά την διαδρομή προς το χώρο του βιασμού παρά τη θέλησή της. Κάτω από τις ίδιες συνθήκες βρίσκουμε ότι στοιχειοθετείται και το αδίκημα της επίθεσης του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα, 3η κατηγορία. Οι πραγματικές σωματικές βλάβες της παραπονουμένης ήταν το αποτέλεσμα των επιθέσεων του κατηγορουμένου. Από τα πιο πάνω συνάγεται πως όλες οι κατηγορίες έχουν αποδειχθεί πέρα από κάθε αμφιβολία και βρίσκουμε τον κατηγορούμενο ένοχο σε αυτές. (Υπ.) .................................................... Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................................................... Χ. Μαλαχτός, Α.Ε.Δ. (Υπ. ................................................... Ρ. Λιμνατίτου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής .../ΛΚ./..Θ.Γ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.