← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Αυγουστίνου Πογιατζέα κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 4228/04, 15 Δεκεμβρίου, 2006

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Αυγουστίνου Πογιατζέα κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 4228/04, 15 Δεκεμβρίου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2006:B72 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4228/04 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου εναντίον

  1. Αυγουστίνου Πογιατζέα
  2. ΄Ελενας Πογιατζέα
  3. Λοίζου Πέτρου
  4. Ξένιας Λοιζίδου Κατηγορούμενων --------------------- Ημερομηνία: 15 Δεκεμβρίου, 2006 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή : κα Ξ. Ξενοφώντος Για τους κατηγορούμενους : κ. Α. Αλεξάνδρου με κα Χρ. Περγαντή (μαζί μ' αυτούς για να ακούσουν απόφαση κ. Χ. Φωτίου και κα Α. Σοφιανού) Κατηγορούμενοι : παρόντες --------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης στην οποία προέβησαν τέσσερις αλλοδαπές από τη Ρουμανία έμελλε να οδηγήσει ίσο αριθμό προσώπων στο εδώλιο του κατηγορούμενου οι οποίοι αντιμετωπίζουν τις ακόλουθες κατηγορίες: συνωμοσία προς διάπραξη πλημμελήματος, κατά παράβαση των άρθρων 372 και 20 του Ποινικού Κώδικα, υποκίνηση μαρτύρων στην παροχή ψευδών αποδεικτικών στοιχείων ή σε απόκρυψη αληθινής μαρτυρίας, κατά παράβαση των άρθρων 118 και 20 του Ποινικού Κώδικα, και τέλος, τέλεση πράξης η οποία ενδέχετο να επηρεάσει αστυνομική έρευνα, κατά παράβαση των άρθρων 122 (β) και 20 του Ποινικού Κώδικα. Το περιεχόμενο της σχετικής δήλωσης (Τεκμήριο 12Α στα ελληνικά) παρατίθεται αυτούσιο: «Εμείς οι κάτωθοι Monica Erzebet Szabo, Lucia Irina Marian, Elena Alina Zamfir και Valeria Cirjaliu θέλουμε να σβήσουμε τη κατάθεση τή οποία έχουμε κάνει στη Αστυνομία της Πάφου στις 16/06/2004 εναντίον του Αντώνη Σιαμπάνια δηλαδή ότι μας εσπρωχνε στη πορνειά. Θέλουμε να πούμε οτι οσο χρονικό διάστημα εργασθήκαμε στο Πάνανά δεν μας επίεσε κανένας, να κάνουμε sex με πελάτες με χρήματα ή χωρίς χρήματα. Οτι έχουμε πει στή πρώτη κατάθεση στις 16/06/2004 δεν είναι ετσι στη πραγματικότητα και τα είπαμε επειδή φοβηθήκαμε τή παρουσιά της Αστυνομίας. Θέλουμε ο Αντώνης Σιαμπάνιας να μείνει ελευθερος και να μήν κατηγορηθεί. Θέλουμε να φύγουμε στή χώρα μας το συντομότερο δυνατό. Πάφος Monica Erzsebet 17/06/
  5. * Εγώ θέλω να μείνω στο * Elena Alina Zamfir Banana Cabaret και να
  6. συνέχισω να εργάζομαι Lucia Irina Marian
  7. Valeria Cirjaliu
  8. » Τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, στο βαθμό και την έκταση που δεν αμφισβητούνται μεταξύ των δύο πλευρών είναι τ' ακόλουθα: Οι πιο πάνω αναφερόμενες, στον ουσιώδη χρόνο εργάζονταν ως καλλιτέχνιδες στο καμπαρέ με την ονομασία «Μπανάνα» που βρίσκεται στην Κισσόνεργα, ιδιοκτησίας του 1ου κατηγορούμενου Αυγουστίνου Πογιατζέα - συζύγου της 2ης κατηγορούμενης ΄Ελενας Πογιατζέα. Ο 3ος κατηγορούμενος Λοίζος ή Λούης Πέτρου, κατά τον ίδιο χρόνο ήταν καλλιτεχνικός πράκτορας (ιμπρεσάριος) της Valeria Cirjaliu (Μ.Κ. 4 ανωτέρω) ενώ η 4η κατηγορούμενη Ξένια Λοιζίδου ήταν ιμπρεσάριος της Monica Erzebet και της Lucia Irina Marian (Μ.Κ. 5 ανωτέρω). Ιμπρεσάριος της Elena Alina Zamfir ήταν κάποιος ονόματι Λούκας Ασημένου από τη Λεμεσό. Στις 16.6.2004 οι πιο πάνω καλλιτέχνιδες προσήλθαν στα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου, συνοδευόμενες από άνδρες της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης και κατάγγειλαν ότι ο Αντώνης Σιαμπάνιας, υπάλληλος στο καμπαρέ Μπανάνα όπου εργάζονταν, τις εξωθούσε στην πορνεία έναντι αμοιβής και με απειλές. Περαιτέρω, κατάγγειλαν ότι μέρος των χρημάτων που έπαιρναν από τους πελάτες με τους οποίους έρχονταν σε σεξουαλική επαφή τα έδιναν στο Σιαμπάνια {βλ. το περιεχόμενο της κατάθεσης του εξεταστή της υπόθεσης Μ.Κ. 3, αστυφύλακα 1830 Ν. Παπαριστοδήμου (Τεκμήριο 5) καθώς και τις καταθέσεις των εκ των παραπονούμενων - με αναφορά στην καταγγελία εναντίον του Σιαμπάνια - Μ.Κ. 4 και 5 στην παρούσα υπόθεση (Τεκμήρια 16Α και 19Α αντίστοιχα)}. Στη βάση της καταγγελίας των τεσσάρων καλλιτέχνιδων, εναντίον του Α. Σιαμπάνια εξασφαλίστηκε δικαστικό ένταλμα σύλληψης, επειδή θεωρήθηκε ως ύποπτος της διάπραξης των αδικημάτων της μαστροπείας, του αποζείν από κέρδη πορνείας και της προαγωγής διαφθοράς γυναίκας με απειλές. Την επόμενη μέρα, 17.6.2004 και συγκεκριμένα στις 01:25, σε εκτέλεση του πιο πάνω εντάλματος, ο Μ.Κ. 1, αστυφύλακας 2527 Ηλίας Ηλία συνέλαβε το Σιαμπάνια. Αργότερα την ίδια μέρα, ο Μ.Κ. 3 τον παρουσίασε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, με αίτηση για έκδοση διατάγματος προσωποκράτησης. Κατά το μεσημέρι, το δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα προφυλάκισης του υπόπτου για περίοδο τεσσάρων ημερών. Στο μεταξύ, οι τέσσερις καλλιτέχνιδες μετά την καταγγελία τους εναντίον του Σιαμπάνια στις 16.6.2004, κατόπιν σχετικής συνεννόησης της αστυνομίας με τους ιμπρεσάριούς τους στάλησαν με ταξί, οι τρεις στη Λευκωσία και η τέταρτη στη Λεμεσό όπου και παρέμειναν το βράδυ. Ουσιαστικά, από εκείνο το βράδυ δεν εργάστηκαν ξανά στο καμπαρέ Μπανάνα. Στις 17.6.2006, κάποια ώρα μετά τις 18:00 μετέβησαν εκ νέου στα γραφεία του ΤΑΕ, συνοδευόμενες αυτή τη φορά από τους κατηγορούμενους 1 και 2 και το δικηγόρο Γεώργιο Φιλίππου. Εκεί, κάποιος από όλους παρέδωσε την επίδικη δήλωση η οποία ήταν γραμμένη τόσο στα ρουμάνικα όσο και στα ελληνικά (Τεκμήρια 12 και 12Α). Και στα δύο έγγραφα, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό τους, στο κάτω μέρος δεξιά, αναγράφεται με αρίθμηση το όνομα κάθε καλλιτέχνιδας ενώ κάθε μια από αυτές έθεσε την υπογραφή της στο κατάλληλο σημείο επί του κειμένου στα ρουμάνικα, που είναι και η μητρική γλώσσα όλων των καλλιτέχνιδων. Θα πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι πρώτο, δεν έχει αμφισβητηθεί ότι το κείμενο στα ρουμάνικα καταγράφηκε από τη 2η κατηγορούμενη, καθώς επίσης, ότι αυτό αποτελεί μετάφραση του αντίστοιχου κειμένου στα ελληνικά και δεύτερο, ότι το κείμενο στα ρουμάνικα, προτού υπογραφεί, φωτοτυπήθηκε και υπογράφηκε σε δύο αντίγραφα από τις καλλιτέχνιδες (βλ. τα Τεκμήρια 12 και 17). Τέλος, ούτε ότι προτού οι καλλιτέχνιδες, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 και ο δικηγόρος Γεώργιος Φιλίππου μεταβούν στην αστυνομία, υπήρξε συνάντηση μεταξύ όλων στο γραφείο του τελευταίου, (ο οποίος μάλιστα συνέταξε τη δήλωση στα ελληνικά) αμφισβητείται ή ακόμη, ότι μια από τις δύο δηλώσεις που είναι υπογραμμένες υπογράφηκε στο γραφείο του εν λόγω δικηγόρου. Απ' εκεί και πέρα, η Κατηγορούσα Αρχή καταλογίζει σ' όλους τους κατηγορούμενους, ότι πρώτο, συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν πλημμέλημα και συγκεκριμένα να υποκινήσουν τις τέσσερις καλλιτέχνιδες να προβούν σε ψευδή δήλωση ή στην απόκρυψη της αλήθειας στην εξεταζόμενη εναντίον του Σιαμπάνια υπόθεση μαστροπείας, δεύτερο, ότι αποπειράθηκαν να επηρεάσουν τα ίδια πρόσωπα, με σκοπό την απόκρυψη αληθινής μαρτυρίας και τρίτο, ότι τέλεσαν πράξη η οποία ήταν ενδεχόμενο να επηρεάσει την αστυνομική έρευνα στην υπόθεση εναντίον του Σιαμπάνια. Συγκεκριμένα, τους καταλογίζει ότι έπεισαν τις τέσσερις καλλιτέχνιδες να προβούν στην επίδικη δήλωση (τεκμήρια 12 και 17) με την οποία ανακαλούσαν προηγούμενη γραπτή κατάθεση που έδωσαν στην αστυνομία για την ίδια υπόθεση (βλ. τα Τεκμήρια 16 και 16Α, 19 και 19Α). Προκύπτει από τον όλο χειρισμό της υπόθεσης εκ μέρους της κας Ξενοφώντος, ότι η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής την οποία εκπροσωπεί, κατά κύριο λόγο βασίζεται στο περιεχόμενο της επίδικης δήλωσης (στο εξής «δήλωση») σε συνδυασμό με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι καλλιτέχνιδες προέβησαν σ' αυτή, καθώς επίσης και σε όσα προηγήθηκαν, μέρος των οποίων αποτελούν γεγονότα που βρίσκουν σύμφωνες και τις δύο πλευρές ότι έλαβαν χώρα κατά τον ουσιώδη χρόνο, ενώ για όσα αμφισβητούνται, η Κατηγορούσα Αρχή θεωρεί ότι έχουν αποδειχθεί στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Τέλος, η Κατηγορούσα Αρχή βασίζεται και σε όσα ακολούθησαν από την υπογραφή της δήλωσης μέχρι και την παράδοσή της ευθύς αμέσως στην αστυνομία. Από την άλλη, συνάγεται από το περιεχόμενο της ταυτόσημης θα έλεγα ανώμοτης δήλωσης όλων των κατηγορούμενων σε συνδυασμό με τη γραμμή αντεξέτασης των μαρτύρων κατηγορίας που υιοθέτησε ο ευπαίδευτος δικηγόρος τους καθώς και από το περιεχόμενο της τελικής του αγόρευσης, ότι αποτελεί θέση και των τεσσάρων πως δεν προέβησαν σ' οποιαδήποτε ενέργεια είτε επηρεασμού είτε εξαναγκασμού οποιασδήποτε καλλιτέχνιδας προς την κατεύθυνση της υπογραφής της δήλωσης. Προτού ασχοληθώ με το θέμα της αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το περιεχόμενο των ανώμοτων δηλώσεων των κατηγορουμένων και ταυτόχρονα να δηλώσω ότι κανένας από αυτούς κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα προς υπεράσπισή του. Ειδικότερα: ● Ανώμοτη δήλωση 1ου κατηγορούμενου: «Σε καμιά περίπτωση δεν έχω προσπαθήσει να επηρεάσω μάρτυρες εναντίον του Αντώνη Σιαμπάνια ο οποίος έχει δικαστεί και δηλώνω ότι είμαι αθώος σ' όλες τις κατηγορίες». ● Ανώμοτη δήλωση 2ης κατηγορούμενης: «Δεν έκαμα καμιά ενέργεια για να επηρεάσω τους μάρτυρες εναντίον του Αντώνη Σιαμπάνια και είμαι αθώα για όλες τις κατηγορίες». ● Ανώμοτη δήλωση 3ου κατηγορούμενου: «Δεν έχω κάνει καμιά ενέργεια για να επηρεάσω τους μάρτυρες εναντίον του Αντώνη Σιαμπάνια και δηλώνω αθώος σ' όλες τις κατηγορίες». ● Ανώμοτη δήλωση 4ης κατηγορούμενης: «Δεν έχω καμία ανάμειξη σ' αυτά που κατηγορούμαι και δηλώνω αθώα». Παρότι από το περιεχόμενο της δήλωσης των τριών πρώτων κατηγορούμενων μπορεί να εξαχθεί διαφορετικό νόημα από αυτό που ήθελαν να της προσδώσουν, εντούτοις, θα το ερμηνεύσω κατά τρόπο που αυτό να αποδίδει ό,τι αποτέλεσε και τη βασική συνιστώσα της υπεράσπισής τους κατά τη διάρκεια της δίκης. Δέχομαι δηλαδή, ότι αυτό που ήθελαν και οι τρεις να πουν ή εννοούσαν, είναι ότι δεν προέβησαν σ' οποιαδήποτε ενέργεια επηρεασμού των μαρτύρων στη διερευνόμενη υπόθεση εναντίον του Σιαμπάνια ή με διαφορετική διατύπωση, ότι δεν έκαναν οτιδήποτε για να επηρεάσουν τους μάρτυρες που έδωσαν κατάθεση στην αστυνομία εναντίον του Σιαμπάνια. Αξιολόγηση μαρτυρίας Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της μαρτυρίας ή των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Ό,τι έχει λεχθεί καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη. Το τελευταίο ισχύει και για το περιεχόμενο των διαφόρων τεκμηρίων. Στο κατάλληλο στάδιο θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες ενώ κατάθεταν ενόρκως ενώπιόν μου. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά τους, τις αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης ενός εκάστου αυτών αναφορικά με το διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο καθώς και την ύπαρξη τυχόν προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση. Νοείται ότι, κατά το στάδιο αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων απαιτείται αντιπαραβολή της εκδοχής της μιας πλευράς έναντι της άλλης. Αναφορικά δε με το περιεχόμενο των καταθέσεων των κατηγορούμενων (βλ. τα τεκμήρια 11, 3, 6 και 4, κατ' αντιστοιχία κατηγορουμένου όπως αναφέρονται στο κατηγορητήριο) καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας

(1989)2 Α.Α.Δ. 109) το βάρος που θα δοθεί στα διάφορα μέρη τους επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου. Σ' ό,τι αφορά τις ανώμοτες δηλώσεις των κατηγορούμενων δε μου διαφεύγει το ανεπίτρεπτο σχολιασμού, ως σχετικού προς ενοχή, της άσκησης εκ μέρους τους αυτού του δικαιώματος. Βλ. Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195. Αποδίδω σ' αυτές το βάρος που τους αρμόζει και ασφαλώς θα τις λάβω υπόψη προτού αποφασίσω κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει την ενοχή των κατηγορουμένων στις κατηγορίες που αυτοί αντιμετωπίζουν. Βλ. το σύγγραμμα «Η Απόδειξη» του Γ. Π. Κακογιάννη
(1983)σελ. 253. Ειδικότερα, αναφορικά με την αξία που προσλαμβάνει η ανώμοτη δήλωση, παραπέμπω στην υπόθεση R v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11 και στα ακόλουθα που έχουν λεχθεί από το Λόρδο Shaw (από το σύγγραμμα του Κακογιάννη και πάλιν στη σελ. 253, σε μετάφραση του συγγραφέα): «Αυτό που λέγεται σε μια τέτοια κατάθεση δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα, αλλά η ενδεχόμενη αξία της είναι πειστική μάλλον παρά αποδειχτική. Δεν μπορεί ν' αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδειγμένα με μαρτυρία που βρίσκεται μπροστά στους ένορκους˙ μπορεί όμως να κάνει τους ένορκους να δουν τα αποδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν απ' αυτά με διαφορετικό φως.» Αναφορικά και πάλιν με το περιεχόμενο των καταθέσεων των κατηγορούμενων, έχω υπόψη, ότι τυχόν αναφορά σ' οποιαδήποτε από αυτές από ένα κατηγορούμενο με την οποία εμπλέκει ένα ή περισσότερους από τους συγκατηγορούμενούς του, στην εκτέλεση μιας κοινής παράνομης πράξης, δεν μπορεί να ενοχοποιήσει το συγκατηγορούμενο (βλ. R. Gunnerwardene
(1951)35 Cr. App. R. 80, Βρακάς και άλλος ν. Δημοκρατίας
(1973)2 CLR 139 κ.ο.κ.). Επιπλέον, έχω κατά νου, ότι το δικαστήριο ως θέμα αρχής, μπορεί να βασισθεί σε μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα η οποία συγκεντρώνει τα απαραίτητα στοιχεία αξιοπιστίας και τούτο γιατί, καθώς έχει νομολογηθεί, δεν υπάρχει κανόνας ότι η μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε θα πρέπει να γίνει δεκτή είτε θα πρέπει να απορριφθεί στην ολότητά της (βλ. Kades v. Nicolaou and Another
(1986)1 C.L.R. 212, Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391 και Νικολαíδης ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 271. Τέλος, θα πρέπει να σημειωθούν και τ' ακόλουθα από την απόφαση στην υπόθεση Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 612, 621: «Αντιφάσεις σε μικρολεπτομέρειες όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια κατά τα άλλα αξιόπιστη μαρτυρία, αλλά αντίθετα στην ενδυναμώνουν, με την έννοια ότι δείχνουν πως δεν υπήρξε προσχεδιασμός και/ή συνεννόηση μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τι κατάθεταν.» Αρχίζοντας από το Μ.Κ. 1, αστυφύλακα 2527 Ηλία Ηλία, χωρίς περαιτέρω σχόλιο, δηλώνω ότι η μαρτυρία του γίνεται δεκτή στο σύνολό της. Άλλωστε, ο εν λόγω μάρτυρας ούτε και αντεξετάστηκε για όσα ανάφερε στο δικαστήριο. Δεκτή στο σύνολό της είναι και η μαρτυρία του Μ.Κ. 2, υπαστυνόμου Χριστάκη Χριστοδούλου, η ουσία της οποίας έγκειται στο γεγονός, ότι ο εν λόγω μάρτυρας προέβηκε στη λήψη ανακριτικής κατάθεσης από τις κατηγορούμενες 2 και 4 (βλ. τα τεκμήρια 3 και 4) ενώ κατά τα λοιπά ανάθεσε τη διερεύνηση της υπόθεσης στο Μ.Κ.
  1. Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας του εξεταστή της υπόθεσης, Μ.Κ. 3, αστυφύλακα 1830 Ν. Παπαριστοδήμου είναι αρκετά καλή. Ο εν λόγω μάρτυρας, που απάντησε σ' όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ήταν άμεσος, αυθόρμητος μα προπαντός ειλικρινής. Απτή απόδειξη της κρίσης μου για το τελευταίο, αποτελούν δύο βασικά στοιχεία που απορρέουν από τη μαρτυρία του. Το πρώτο, είναι η παραδοχή του ότι δεν ήταν παρών όταν οι τέσσερις καλλιτέχνιδες, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 και ο δικηγόρος Γ. Φιλίππου, στις 17.6.2004 μετέβησαν στα γραφεία του ΤΑΕ για να παραδώσουν τη δήλωση. Το δεύτερο, είναι ο ομολογία του, ότι ήταν λάθος του που κατηγόρησε τους κατηγορούμενους 3 και 4 για τη διάπραξη των αδικημάτων, με αναφορά στη Zamfir Elena Alina, για την οποία είναι γεγονός πως δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιόν μου που να συνδέει τους δύο αυτούς κατηγορούμενους με τη διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος σε σχέση με αυτή την καλλιτέχνιδα, η οποία στον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν στη Λεμεσό. Απ' εκεί και πέρα, σημαντικό μέρος της μαρτυρίας του εξεταστή αποτελείται από ισχυρισμούς γεγονότων ή ενεργειών του που παρέμειναν αναντίλεκτοι. Κατά συνέπεια, η μαρτυρία και αυτού του μάρτυρα, επί της ουσίας γίνεται δεκτή στο σύνολό της. Δεν έχω τον παραμικρό ενδοιασμό να δεχθώ - επί της ουσίας επίσης - στο σύνολό της και τη μαρτυρία των Μ.Κ. 4 και 5, που ήταν οι δύο από τις τέσσερις συνολικά καλλιτέχνιδες που υπόγραψαν τη δήλωση (βλ. τα τεκμήρια 12 και 17) και κατάθεσαν ενόρκως στο δικαστήριο. Και οι δύο μάρτυρες είμαι βέβαιος πως κατάθεσαν στο δικαστήριο την αλήθεια για ό,τι διαδραματίσθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Η εκδοχή τους επί όλων των κρίσιμων γεγονότων για την έκβαση της υπόθεσης συμπίπτει, για να μην πω ότι ταυτίζεται σχεδόν απόλυτα, ενώ σημαντικό μέρος όσων ανάφεραν δεν έχει αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση. Έπειτα, η εκδοχή τους μου φαίνεται πιο λογική απ' ο,τι αυτή των κατηγορούμενων, για λόγους που θα εξηγήσω στο κατάλληλο σημείο αργότερα. Ωστόσο, ο κύριος λόγος που μπορώ με ασφάλεια να βασιστώ σε όσα ανάφεραν οι Μ.Κ. 4 και 5 είναι το περιεχόμενο της επίμαχης δήλωσης, σε συνδυασμό ασφαλώς με τις συνθήκες σύνταξης, υπογραφής και παράδοσής της στην αστυνομία αλλά και όσων προηγήθηκαν της σύνταξης και υπογραφής του εν λόγω εγγράφου. Αναμφίβολα διαπιστώνω και κάποιες μικροαντιφάσεις μεταξύ όσων ανάφεραν οι δύο αυτές μάρτυρες στο δικαστήριο, τις οποίες ωστόσο, αποδίδω περισσότερο στην πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος από τότε που διαδραματίστηκαν τα γεγονότα μέχρι και την ημέρα που κατάθεσαν στο δικαστήριο. Όμως, επειδή οι αντιφάσεις αυτές αφορούν σε μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν είναι ικανές να κλονίσουν καθοιονδήποτε τρόπο την αξιοπιστία των δύο καλλιτέχνιδων, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν και τούτο γιατί, αν αποδεικνύουν κάτι είναι ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός ή συνεννόηση μεταξύ τους ως προς το τι θα κατάθεταν (βλ. Τυμπιώτης ανωτέρω). Αποτελεί επίσης γεγονός, ότι και οι δύο μάρτυρες περιέπεσαν σε κάποιες αντιφάσεις, με αναφορά σε μέρος της μαρτυρίας τους κατά την κυρίως εξέταση σε σχέση με αυτά που ανάφεραν κατά την αντεξέτασή τους. Ωστόσο, επειδή το βασικό μέρος της μαρτυρίας τους, για λόγους που έχουν αναφερθεί αλλά και για διάφορους άλλους λόγους που θα αναφερθούν στη συνέχεια, συγκεντρώνει τα απαραίτητα στοιχεία αξιοπιστίας, είμαι διατεθειμένος σε εφαρμογή όσων έχουν λεχθεί στις Kades, Σάββα και Νικολαίδης (ανωτέρω) να βασιστώ σε εκείνο το αξιόπιστο μέρος της μαρτυρίας τους, στο οποίο και θα αναφερθώ κατά το στάδιο εξαγωγής των συμπερασμάτων μου ως προς τα γεγονότα, παρά τις όποιες αντιφάσεις εντοπίζω κατά λοιπά. Επισημαίνεται τέλος, ότι η εκδοχή και των δύο μαρτύρων συνάδει και με το περιεχόμενο των γραπτών καταθέσεων των δύο καλλιτέχνιδων που δεν προσήλθαν στο δικαστήριο για να καταθέσουν (βλ. τα Τεκμήρια 13 και 14), οι οποίες αναμφίβολα υπόγραψαν και αυτές τη σχετική δήλωση. Οι διάφορες θέσεις των κατηγορούμενων Προχωρώ αμέσως να παραθέσω τους λόγους για τους οποίους δε δέχομαι τις διάφορες θέσεις που προέβαλαν οι κατηγορούμενοι: Καταρχήν, θα πρέπει να εξεταστεί ποιους ωφελεί αυτή καθαυτή η δήλωση. Αναμφίβολα, ωφελεί άμεσα τον Αντώνη Σιαμπάνια και έμμεσα όλους τους κατηγορούμενους. Ωφελεί το Σιαμπάνια, γιατί ενώ με την καταγγελία που προέβησαν εναντίον του στις 16.6.2004 οι τέσσερις καλλιτέχνιδες συνελήφθηκε από την αστυνομία, η οποία άρχισε να διερευνά σε βάρος του υπόθεση μαστροπείας, αποζείν από κέρδη πορνείας κλ.π., με τη δήλωση θα παρέμενε ελεύθερος, ενώ προδιαγραφόταν και η τύχη της υπό διερεύνηση υπόθεσης. Και βεβαίως, αυτό δεν αποτελεί ένα απλό συμπέρασμα ή πιθανολόγιση. Συνιστά, ας μου επιτραπεί να πω, το αιτητικό της δήλωσης, για εκείνο ή εκείνους που είχαν την ουσιαστική ευθύνη της ετοιμασίας και παράδοσής της στην αστυνομία. Απλή ανάγνωση της τελευταίας παραγράφου της δήλωσης, επιβεβαιώνει του λόγου του αληθές. Έπειτα, ωφελεί τον 1ο κατηγορούμενο, καθότι ο Σιαμπάνιας, καθ' ομολογία του πρώτου (βλ. το περιεχόμενο της κατάθεσης του - τεκμήριο 11 -) ήταν γκαρσόνι στο καμπαρέ του όπου εργάζονταν και οι τέσσερις καλλιτέχνιδες, οι οποίες τον είχαν καταγγείλει ότι τις εξωθούσε στην πορνεία έναντι αμοιβής και με απειλές. Αυτονόητο λοιπόν είναι, ότι με την απελευθέρωση του Σιαμπάνια, ο τελευταίος θα επέστρεφε στη δουλειά του προς όφελος ασφαλώς και των εργασιών του 1ου κατηγορούμενου. Ωφελεί τη 2η κατηγορούμενη, γιατί πολύ απλά ήταν και είναι ακόμη σύζυγος του 1ου κατηγορούμενου και λογικό είναι να ενδιαφέρεται για το καλό του συζύγου της και την πρόοδο των εργασιών ή επιχειρηματικών του δραστηριοτήτων. Ωφελεί τέλος και τους κατηγορούμενους 3 και 4, για επαγγελματικούς καθαρά επίσης λόγους, γιατί ως καλλιτεχνικοί πράκτορες των τριών από τις τέσσερις καλλιτέχνιδες διευθέτησαν το θέμα της πρόσληψής τους από τον 1ο κατηγορούμενο, για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στο καμπαρέ Μπανάνα. Και αυτοί λοιπόν, ως επιχειρηματίες που ήταν, οι οποίοι μετέφεραν από το εξωτερικό καλλιτέχνιδες για να εργάζονται σε νυχτερινά κέντρα είχαν κάθε λόγο την αποφυγή ή και αποτροπή δημιουργίας δυσάρεστων καταστάσεων στους πελάτες τους, από ενέργειες των προσώπων που αυτοί τους έστελλαν για να εργαστούν κοντά τους, για να υπάρχει ασφαλώς συνέχεια στη μεταξύ τους επαγγελματική συνεργασία. Έπειτα, θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο οι κατηγορούμενοι είχαν οποιαδήποτε ανάμειξη κατά το στάδιο σύνταξης και ετοιμασίας της δήλωσης. Για τους πρώτους δύο δε νομίζω να υπάρχει σοβαρή ένσταση. Δεν έχει αμφισβητηθεί εκ μέρους τους ότι αυτοί είναι που μετέφεραν τις τέσσερις καλλιτέχνιδες από την πανσιόν στο δικηγορικό γραφείο του Φιλίππου και μάλιστα μόλις αυτές επέστρεψαν, (οι τρεις από τη Λευκωσία και η μια από τη Λεμεσό) ή ακόμη, ότι προηγουμένως, τουλάχιστον οι τρεις συναντήθηκαν με τους ιμπρεσάριούς τους. Ούτε ότι η επίμαχη δήλωση ήταν έτοιμη και γραμμένη στα ελληνικά (βλ. το Τεκμήριο 12Α) όταν οι κατηγορούμενοι 1 και 2 μαζί με τις καλλιτέχνιδες μετέβησαν στο γραφείο του Φιλίππου έχει αμφισβητηθεί, όπως επίσης δεν έχει αμφισβητηθεί, ότι η 2η κατηγορούμενη μετάφρασε το κείμενο της δήλωσης από τα ελληνικά στα ρουμάνικα (στο γραφείο του Φιλίππου πάντοτε) και τέλος, ότι το ένα από τα δύο αντίγραφα της δήλωσης υπογράφηκε από τις καλλιτέχνιδες στο ίδιο μέρος. Ότι τέλος οι κατηγορούμενοι 1 και 2 καθώς και ο δικηγόρος Φιλίππου συνόδευσαν ή ορθότερα μετέφεραν τις καλλιτέχνιδες από το γραφείο του τελευταίου στα γραφεία του ΤΑΕ όπου έγινε παράδοση της δήλωσης, επίσης δεν έχει αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση. Το επόμενο θέμα που θα πρέπει να εξεταστεί είναι ο τρόπος με τον οποίο οι καλλιτέχνιδες «επέλεξαν» να αποσύρουν το παράπονό τους εναντίον του Σιαμπάνια καθώς και να ζητήσουν να μην κατηγορηθεί και να μείνει ελεύθερος. Και οι τέσσερις καλλιτέχνιδες, την προηγούμενη μέρα προέβησαν σε γραπτή καταγγελία εναντίον του με κατάθεση που έδωσαν στην αστυνομία, σύμφωνα με την οποία τις εξωθούσε στην πορνεία έναντι αμοιβής και με απειλές, γεγονός αναμφισβήτητο (κατάθεση και καταγγελία). Αν όντως για οποιοδήποτε λόγο αποφάσιζαν με την ελεύθερη τους βούληση να την αποσύρουν, όπως τους υποβλήθηκε, γιατί δεν το έκαναν με τον ίδιο τρόπο; Δηλαδή, γιατί δεν μετέβησαν στην αστυνομία και να ζητήσουν να δώσουν νέα κατάθεση, με την οποία να δηλώνουν ή ζητούν, όσα τους αποδίδεται ότι δήλωσαν ή ζήτησαν με τη δήλωση; ΄Επειτα, ακόμη και αν αποφάσισαν οι ίδιες να το κάνουν και μάλιστα με τον τρόπο που το έκαναν, πρώτο, πώς βρέθηκαν και γιατί στο γραφείο του δικηγόρου προηγουμένως μαζί με τους κατηγορούμενους 1 και 2, δεύτερον, γιατί η δήλωση δεν έγινε στην πανσιόν, τρίτο, πότε υποβλήθηκε στις Μ.Κ. 4 και 5 ότι αυτές είναι που ζήτησαν από τους κατηγορούμενους 1 και 2 να τις πάνε στο δικηγόρο και όχι το αντίθετο, και τέταρτο, γιατί ο τελευταίος καθώς και οι κατηγορούμενοι 1 και 2 θα έπρεπε να τις συνοδεύσουν στα γραφεία του ΤΑΕ και να είναι παρόντες κατά την παράδοση της δήλωσης την οποία μάλιστα παρέδωσε ένας από αυτούς; Ο ευπαίδευτος δικηγόρος των κατηγορούμενων, κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης των Μ.Κ. 4 και 5, στην προσπάθεια του να πλήξει την αξιοπιστία τους, ανάλωσε αρκετό χρόνο στην ύπαρξη της δεύτερης δήλωσης (Τεκμήριο 17), που αποτελεί φωτοτυπία του τεκμηρίου 12, με πρωτότυπη την υπογραφή και των τεσσάρων καλλιτέχνιδων) και συγκεκριμένα γύρω από το θέμα ποια από τις δύο δηλώσεις υπογράφηκε πρώτη καθώς και που αυτές υπογράφηκαν. Αν είναι κάτι που προκύπτει από το αναντίλεκτο γεγονός της ύπαρξης και δεύτερης δήλωσης (αντίγραφο της πρώτης) δεν είναι ο κλονισμός της αξιοπιστίας είτε της Μ.Κ. 4 είτε της Μ.Κ. 5, αλλά, η βεβαιότητα μου για το ρόλο που διαδραμάτισαν οι κατηγορούμενοι 1 και 2 σε σχέση με όσα περιβάλλουν ή περιστρέφονται γύρω από το κεφάλαιο δήλωση. Καταρχήν, δέχομαι ότι και τα δύο έγγραφα υπογράφηκαν στο γραφείο του Γεώργιου Φιλίππου. Η Μ.Κ. 4 μπορεί να μη θυμόταν ότι υπόγραψε δύο δηλώσεις αλλά - και αυτό είναι που έχει σημασία - επέμενε σταθερά ότι ουδέποτε υπόγραψε οποιαδήποτε δήλωση στην αστυνομία. Όμως, η Μ.Κ. 5 ήταν απόλυτη στις θέσεις της επί του προκειμένου. Ανάφερε με κάθε λεπτομέρεια, εξήγησε και προπαντός έπεισε το δικαστήριο, πως και γιατί και οι δύο δηλώσεις υπογράφηκαν στο ίδιο μέρος και συγκεκριμένα στο γραφείο του Φιλίππου. Ύστερα, θα πρέπει να σημειωθεί και το εξής: δεν υποβλήθηκε είτε στο εξεταστή είτε ακόμα στο Μ.Κ. 2 ότι υπογράφηκε οποιαδήποτε από τις δύο δηλώσεις και συγκεκριμένα το τεκμήριο 12 στην αστυνομία. Ούτε και θεωρώ πως ήταν λογικό για οποιοδήποτε αστυνομικό και όχι απλά για τον εξεταστή εδώ, να καταχωρήσει ή καταγράψει υπό μορφή δήλωσης αυτά που ήθελαν να δηλώσουν οι καλλιτέχνιδες αντί να τους πάρει κανονική κατάθεση για το σκοπό αυτό. Αλλού όμως θέλω να καταλήξω. Η δεύτερη δήλωση προτού παρουσιαστεί στο δικαστήριο βρισκόταν στην κατοχή των κατηγορούμενων. Ο δικηγόρος τους είναι που την παρουσίασε στην Μ.Κ. 4 και στη συνέχεια ζήτησε την κατάθεσή της για να σημειωθεί ως τεκμήριο, κάτι που έγινε. Με αυτά ως δεδομένα, το εύλογο ερώτημα που προβάλλει, είναι το εξής: πώς βρέθηκε στην κατοχή των κατηγορούμενων το συγκεκριμένο αυτό έγγραφο μα κυρίως γιατί; Η απάντηση είναι απλή και καλύπτει και τα δύο ερωτήματα. Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 τουλάχιστον, που είχαν άμεση σχέση με την ετοιμασία της δήλωσης, επειδή ήθελαν να κατέχουν αποδεικτικό στοιχείο ότι αυτή έγινε, φρόντισαν εξ υπαρχής να κρατήσουν και αυτοί αντίγραφό της, επί του οποίου ζήτησαν από τις καλλιτέχνιδες να θέσουν την υπογραφή τους. Φαίνεται πως δε θα είχαν και ιδιαίτερη εμπιστοσύνη στην αστυνομία ή ακόμη ότι ήθελαν, σε περίπτωση που κάτι πήγαινε στραβά, να μπορούν οι ίδιοι να επικαλεστούν τη δήλωση για λόγους που απορρέουν από το ίδιο το περιεχόμενό της. Όμως, θα πρέπει να πω και το εξής. Δεν μπορώ να αντιληφθώ τι λόγο είχαν οι καλλιτέχνιδες να υπογράψουν την ίδια δήλωση σε δύο αντίγραφα, τη στιγμή που το ένα δόθηκε στην αστυνομία ενώ το άλλο κρατήθηκε από τους κατηγορούμενους και όχι από κάποια από αυτές. Και κάτι τελευταίο. Φέρονται οι καλλιτέχνιδες να δηλώνουν με τη δήλωση, ότι προέβησαν στην πρώτη τους κατάθεση επειδή φοβήθηκαν την παρουσία της αστυνομίας. Γιατί όμως να φοβηθούν την αστυνομία; Δηλαδή, τί τους έκανε η αστυνομία και τη φοβήθηκαν; ΄Επειτα - και χωρίς ασφαλώς να αποφαίνομαι για την αλήθεια ή όχι όσων καταμαρτυρούν του Σιαμπάνια - γιατί να καταγγείλουν το Σιαμπάνια και όχι κάποιον άλλο, ας πούμε τον εργοδότη τους - κατηγορούμενο 1; ΄Εχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιόν μου, που να καταδεικνύει έστω, ότι η αστυνομία ζήτησε από τις καλλιτέχνιδες να καταγγείλουν ειδικά το Σιαμπάνια; Η απάντηση είναι αρνητική. Υποβλήθηκε από τον κ. Αλεξάνδρου στη Μ.Κ. 4, ότι υπόγραψε τη δήλωση χωρίς να υποκινηθεί από οποιοδήποτε πρόσωπο, επειδή ήθελε να φύγει από την Κύπρο και να επιστρέψει στη χώρα της, ενώ στη Μ.Κ. 5, ότι την υπόγραψε με την ελεύθερη της βούληση, πιστεύοντας και γνωρίζοντας ότι το περιεχόμενο της δήλωσης ήταν πέρα για πέρα αληθινό. Πέραν από κάποια αντίφαση που εντοπίζω να υπάρχει ανάμεσα στις δύο υποβολές, θα πρέπει να επισημάνω και τα εξής με αναφορά στην πρώτη. Καταρχήν, μεγαλύτερη σημασία και από το λόγο που οι καλλιτέχνιδες υπόγραψαν τη δήλωση έχει η απάντηση στο ερώτημα ποιος τους ζήτησε να την υπογράψουν. Μεγίστη δε σημασία σε συνδυασμό με το προηγούμενο προσλαμβάνει το περιεχόμενο της δήλωσης, το οποίο μιλά αφ' εαυτού. Όμως, θα ήθελα να πως και το εξής. Γιατί, είτε η Μ.Κ. 4 είτε οποιαδήποτε από τις άλλες τρεις καλλιτέχνιδες, θα έπρεπε να προβούν στη σχετική δήλωση για να μπορέσουν να φύγουν από την Κύπρο και να πάνε στη χώρα τους; Τουλάχιστον για τις επίσημες αρχές και τις αρμόδιες υπηρεσίες της Δημοκρατίας, η εν λόγω δήλωση ούτε άδεια εξόδου από τη Δημοκρατία μα ούτε και ταξιδιωτικό εισιτήριο για τη Ρουμανία αποτελούσε. Πιθανόν για κάποιους άλλους ναι, όχι όμως για τις αρχές του κράτους ή τις υπηρεσίες του. Το θέμα είναι απλό. Η δήλωση σχεδιάστηκε, συντάχθηκε, καταγράφηκε και υπογράφηκε για το λόγο που αναφέρεται σ' αυτή. Συγκεκριμένα για να μείνει ελεύθερος ο Σιαμπάνιας και να μην κατηγορηθεί και κατ' επέκταση να μην παρουσιαστεί στο δικαστήριο. Υποβλήθηκε ακόμη στη Μ.Κ. 4, ότι στο γραφείο του Φιλίππου, πρώτο, ρωτήθηκαν όλες από αυτόν τι ήθελαν και δεύτερο ότι το ρώτησαν διάφορα πράγματα οπότε και τους εξηγούσε στα αγγλικά, και περαιτέρω, ότι εκεί που έλεγαν πως δεν καταλάβαιναν χρησιμοποιόταν η βοήθεια της 2ης κατηγορούμενης, η οποία τους εξηγούσε στη ρουμάνικη γλώσσα. Ερώτημα. Στη βάση ποιου δεδομένου νομιμοποιούμαι, όχι να δεχτώ, αλλά να προβληματιστώ έστω κατά πόσο συνέβηκε κάτι τέτοιο; Μήπως, επειδή απλά αυτό υποβλήθηκε από το δικηγόρο των κατηγορούμενων; Ούτε από το περιεχόμενο των καταθέσεων των τεσσάρων κατηγορούμενων προκύπτει κάτι ανάλογο μα ούτε και από το περιεχόμενο της ανώμοτης τους δήλωσης. Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να υπενθυμίσω, ότι αν και δηλώθηκε από τον κ. Αλεξάνδρου ότι οι πελάτες του θα παρουσίαζαν στο δικαστήριο το Γ. Φιλίππου για να καταθέσει ως μάρτυρας προς υπεράσπισή τους, αυτό δεν έγινε ποτέ. Κατά συνέπεια, οι ποιο πάνω ισχυρισμοί παρέμειναν αίολοι και ως τέτοιοι, ουδόλως λαμβάνονται υπόψη. Και το ίδιο φυσικά ισχύει (χωρίς να προβαίνω σε ειδική αναφορά) για οτιδήποτε άλλο υποβλήθηκε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο των κατηγορούμενων στους μάρτυρες κατηγορίας, για το οποίο δεν υπάρχει το αναγκαίο υπόβαθρο μαρτυρίας και ασφαλώς δεν έγινε δεκτό από τους μάρτυρες. Και κάτι τελευταίο που αποκαλύπτει ότι όταν οι τρεις καλλιτέχνιδες στάλησαν από τη Λευκωσία στην Πάφο στις 17.6.2004 υπήρξε επικοινωνία μεταξύ των κατηγορούμενων. Πέραν από την ομολογία της 4ης κατηγορούμενης ότι έγινε αυτό, διερωτώμαι πως αλλιώς οι κατηγορούμενοι 1 και 2 γνώριζαν είτε την ώρα αναχώρησης των καλλιτέχνιδων από τη Λευκωσία είτε ότι αυτές θα κατέληγαν στην πανσιόν στην Πάφο για να τις συναντήσουν εκεί. Έπειτα, πως συνέβη, οι τρεις καλλιτέχνιδες που στις 17.6.2004 έφυγαν από τη Λευκωσία διατηρώντας τα παράπονο τους εναντίον του Σιαμπάνια, με το που έφθασαν στην Πάφο, ξαφνικά και οι τρεις καθώς και η τέταρτη που ήρθε από τη Λεμεσό και συναντήθηκε μαζί τους στην πανσιόν, ανέκρουσαν πρύμναν οπότε και αποφάσισαν να το αποσύρουν προβαίνοντας στην επίδικη δήλωση; Περαιτέρω ουσιαστικά γεγονότα Κατ' ακολουθία των πιο πάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου βρίσκω και αποδέχομαι ότι τα ουσιαστικά γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά τον ουσιώδη χρόνο (πέραν όσων ήδη έχουν αναφερθεί) είναι τα εξής: Οι τέσσερις καλλιτέχνιδες στις 16.6.2004 μετά την έγγραφη καταγγελία τους εναντίον του Σιαμπάνια στάλησαν στους ιμπρεσάριούς τους με πρωτοβουλία της αστυνομίας και συγκεκριμένα κατόπιν συνεννόησης που είχε με αυτούς ο αστυφύλακας, ονόματι Σιβιτανίδης. Οι τρεις καλλιτέχνιδες που στάλησαν στη Λευκωσία, το βράδυ κοιμήθηκαν σε ξενοδοχείο κάτι που είχε διευθετήσει η 4η κατηγορούμενη. Η τελευταία διευθέτησε και τη συνάντηση που έγινε στο γραφείο της την επόμενη μέρα, κατά τη διάρκεια της οποίας η συζήτηση περιστράφηκε γύρω από το θέμα της καταγγελίας των τεσσάρων καλλιτέχνιδων εναντίον του Σιαμπάνια οπότε οι κατηγορούμενοι 3 και 4 κατά τρόπο σαφή και ξεκάθαρο αφού στο μεταξύ τις έψεξαν για το γεγονός ότι έδωσαν κατάθεση και κατάγγειλαν το Σιαμπάνια ζήτησαν από αυτές να μεταβούν εκ νέου στην αστυνομία και να την αλλάξουν. Συγκεκριμένα, μεταξύ άλλων, τους ζητήθηκε να πουν ότι είπαν ψέματα στην πρώτη για το δικό τους καλό καθώς και για να μπορέσουν έτσι να φύγουν για τη χώρα τους. Στη συνέχεια οι κατηγορούμενοι 3 και 4 τις έστειλαν με ταξί στην Πάφο και συγκεκριμένα σε κάποια πανσιόν στην οποία έφθασαν γύρω στις 16:
  2. Την ίδια περίπου ώρα έφθασε στην πανσιόν και η 4η καλλιτέχνιδα από τη Λεμεσό, ενώ αργότερα οι κατηγορούμενοι 1 και 2, που προφανώς γνώριζαν αυτό το γεγονός, γύρω στις 18:00 πήγαν στην πανσιόν και αφού πήραν τις καλλιτέχνιδες μετέβησαν και οι έξι στο δικηγορικό γραφείο του Φιλίππου. Εκεί, οι κατηγορούμενοι 1 και 2, για όλους τους λόγους που ανέφεραν οι Μ.Κ. 4 και 5 (χωρίς να χρειάζεται να τους επαναλάβω) ζήτησαν από αυτές καθώς και από τις άλλες δύο που δεν παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο για να καταθέσουν, να υπογράψουν τα τεκμήρια 12 για 17 (επίδικη δήλωση). Συγκεκριμένα, όταν έφθασαν στο γραφείο του Φιλίππου, η δήλωση ήταν ήδη έτοιμη και γραμμένη στα ελληνικά (βλ. το τεκμήριο 12Α) και ακολούθως, αφού μεταφράστηκε και καταγράφηκε στα ρουμάνικα από την 2η κατηγορούμενη, η οποία είναι από τη Ρουμανία και καθ' ομολογία της (βλ. την κατάθεση της) ήξερε να μιλά και να γράφει και ελληνικά και ρουμάνικα, οι εν λόγω κατηγορούμενοι ζήτησαν απ' όλες τις καλλιτέχνιδες να την υπογράψουν και στα δύο αντίγραφα στα ρουμάνικα. Προτού υπογραφούν οι δηλώσεις, όλες οι καλλιτέχνιδες ρώτησαν και τους δύο κατηγορούμενους κατά πόσο θα είχαν οποιοδήποτε πρόβλημα αν τις υπόγραφαν. Οι τελευταίοι προσπάθησαν να τις καθησυχάσουν, λέγοντάς τους πως δε θα είχαν κανένα πρόβλημα. Αφού τις κάλεσαν να υπογράψουν, τις ανέφεραν ότι με την παράδοση της δήλωσης στην αστυνομία θα τέλειωναν όλα οπότε και θα μπορούσαν να αναχωρήσουν για τη χώρα τους. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, οι τέσσερις καλλιτέχνιδες υπόγραψαν τη δήλωση, οπότε στη συνέχεια, αυτές, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 καθώς και ο Φιλίππου μετέβησαν στα γραφεία του ΤΑΕ όπου κάποιος από τους τρεις τελευταίους που κρατούσε τη δήλωση την παρέδωσε στην αστυνομία. Στη συνέχεια οι κατηγορούμενοι 1 και 2 καθώς και ο δικηγόρος έφυγαν ενώ οι καλλιτέχνιδες παρέμειναν στο μέρος. Εκεί, αφού τους εξηγήθηκε από την αστυνομία ότι ήταν λάθος η ενέργεια τους σε σχέση με τη δήλωση προέβησαν όλες σε νέα κατάθεση (βλ. τα Τεκμήρια 13, 14, 15Α και 18Α) με την οποία αποκάλυψαν όλα όσα προηγήθηκαν μέχρι και την παράδοση της δήλωσης. Αποτελεί επίσης γεγονός, ότι οι καλλιτέχνιδες προέβησαν και σε τρίτη κατάθεση, με την οποία εξέφραζαν την επιθυμία τους να παραμείνουν στην Κύπρο και να εργαστούν σε εστιατόριο και τούτο γιατί τους εξηγήθηκε από την αστυνομία, ότι ζωή στην Κύπρο δε σημαίνει μόνο καμπαρέ. Θα πρέπει τέλος να σημειωθεί, γιατί έχει τεράστια σημασία, ότι ο Αντώνης Σιαμπάνιας εναντίον του οποίου καταχωρίστηκε ποινική υπόθεση σε σχέση με όσα του καταλόγιζαν οι τέσσερις καλλιτέχνιδες με την πρώτη τους κατάθεση, ημερομηνίας 16.6.2004, μετά από ακροαματική διαδικασία αθωώθηκε. Νομική Πτυχή Προχωρώ αμέσως να εξετάσω κατά πόσο στη βάση των γεγονότων που έχω βρει ότι έλαβαν χώρα κατά τον ουσιώδη χρόνο, στοιχειοθετείται εναντίον οποιουδήποτε των κατηγορουμένων, οποιαδήποτε από τις τρεις κατηγορίες. Δεν προτίθεμαι να πως πολλά για να καταδείξω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την ενοχή των κατηγορούμενων στις δύο πρώτες κατηγορίες. Για στοιχειοθέτηση είτε της πρώτης είτε της δεύτερης κατηγορίας, θα πρέπει μεταξύ άλλων να αποδειχθεί ότι το περιεχόμενο της καταγγελίας στην οποία προέβησαν οι τέσσερις καλλιτέχνιδες εναντίον του Α. Σιαμπάνια στις 16.6.2004 είναι αληθές, σε αντίθεση με αυτό του τεκμηρίου 12 (επίδικη δήλωση), το οποίο θα πρέπει να θεωρηθεί ψευδές. Το αδίκημα της συνωμοσίας που αναφέρεται στην 1η κατηγορία συνδέεται απόλυτα με το αδίκημα της 2ης κατηγορίας. Και τα δύο δημιουργούνται από το άρθρο 118 του Ποινικού Κώδικα ενώ της 1ης κατηγορίας σε συνδυασμό και με το άρθρο 372 του ιδίου νόμου. Το άρθρο 20 επίσης του Ποινικού Κώδικα είναι κοινό και στις τρεις κατηγορίες. Σύμφωνα λοιπόν με το άρθρο 118 του Ποινικού Κώδικα, και λαμβάνοντας υπόψη όσα η Κατηγορούσα Αρχή αποδίδει στους κατηγορούμενος ότι έκαναν, «............. αυτός που αποπειράται με οποιοδήποτε μέσο να υποκινήσει μάρτυρα στην παροχή ψευδών αποδεικτικών στοιχείων ή σε απόκρυψη αληθινής μαρτυρίας είναι ένοχος πλημμελήματος ...» Αντιλαμβάνομαι ότι για την Κατηγορούσα Αρχή, ως τέτοιο αποδεικτικό στοιχείο θεωρείται η επίμαχη δήλωση και ως αληθινή μαρτυρία που επιχειρήθηκε από τους κατηγορούμενους η απόκρυψή της, το περιεχόμενο των καταθέσεων που έδωσαν οι καλλιτέχνιδες στην αστυνομία στις 16.6.
  3. Ερώτημα. Επί τη βάσει ποιων στοιχείων ή δεδομένων με αναφορά στα γεγονότα που έχω βρει ότι έλαβαν χώρα κατά τον ουσιώδη χρόνο, μπορώ να δεχθώ, ότι το περιεχόμενο της καταγγελίας των τεσσάρων καλλιτέχνιδων εναντίον του Σιαμπάνια, (όπως αυτό καταγράφεται στις καταθέσεις τους ημερομηνίας 16.6.2004) είναι αληθές, οπότε μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα μετά βεβαιότητας, ότι η δήλωση ημερομηνίας 17.6.2004 αποτελεί ψευδές αποδεικτικό στοιχείο, δια του οποίου επιχειρήθηκε η απόκρυψη της αληθινής μαρτυρίας, που αποτελείται από το περιεχόμενο των καταθέσεων των καλλιτέχνιδων; Η απάντηση είναι ότι, όχι μόνο δεν υπάρχουν τέτοια δεδομένα ή στοιχεία αλλά ούτε και είναι δυνατό να αποφανθώ επί αυτής της πτυχής της υπόθεσης, με βάθρο την ενώπιόν μου προσαχθείσα μαρτυρία. Ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψη ότι το αδίκημα της μαστροπείας καθώς και του αποζείν από κέρδη πορνείας είναι σεξουαλικά αδικήματα, οπότε για να καταδικαστεί κάποιος γι' αυτά απαιτείται ενισχυτική μαρτυρία, είτε ως ζήτημα νόμου (μαστροπεία) είτε ως κανόνας πρακτικής (αποζείν από κέρδη πορνείας). Όμως, υπάρχει ακόμη ένα στοιχείο που καθιστά εντελώς αδύνατο κατά τη γνώμη μου να προβώ σε συμπέρασμα ότι η αλήθεια περιέχεται στις καταθέσεις των καλλιτέχνιδων και όχι στην επίμαχη δήλωση. Ο Σιαμπάνιας παρουσιάστηκε στο δικαστήριο ως κατηγορούμενος για όσα οι τέσσερις καλλιτέχνιδες του έχουν καταλογίσει και μετά από ακροαματική διαδικασία αθωώθηκε. Πώς είναι λοιπόν δυνατό, το παρόν δικαστήριο, που παρεμπιπτόντως έχει ασχοληθεί με αυτό το θέμα, να αποφασίσει διαφορετικά; Και κάτι για το αδίκημα της συνωμοσίας πέραν όσων ήδη έχουν αναφερθεί που καλύπτει και τις δύο πρώτες κατηγορίες. Παρότι υπάρχουν αρκετά στοιχεία μαρτυρίας που κατατείνουν σε συμπέρασμα ότι υπήρξε συνωμοσία μεταξύ των κατηγορούμενων, εντούτοις, δε θεωρώ ότι αυτά στοιχεία είναι αρκετά για την εξαγωγή συμπεράσματος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι μεταξύ των κατηγορούμενων υπήρξε συνομωσία τη εννοία του νόμου. Για τον ορισμό της συνωμοσίας και πότε συντελείται το σχετικό αδίκημα, βλέπε μεταξύ άλλων Gani ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134. Αυτό που με απλά λόγια θέλω να πω είναι ότι δεν υπάρχουν εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας, από τα οποία να προκύπτει με απόλυτη βεβαιότητα, η ειδική πρόθεση εκ μέρους των τεσσάρων κατηγορούμενων προς επίτευξη του κοινού σκοπού (ο οποίος αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος της σχετικής - πρώτης κατηγορίας) που αποτελεί προαπαιτούμενο το οποίο θα πρέπει να συνοδεύει τη σκέψη τους και να αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της μεταξύ του συμφωνίας για κάθε τι το οποίο αυτή περιέκλειε. Ακολουθούν μερικοί από τους λόγους που με οδηγούν σ' αυτή τη διαπίστωση πέραν από το βασικό που ήδη έχει αναφερθεί και αποτελεί τον πρώτο λόγο για τον οποίο θεωρώ ότι δε στοιχειοθετούνται οι πρώτες δύο κατηγορίες. Για λόγους που έχουν αναφερθεί κατά το στάδιο αξιολόγησης της μαρτυρίας του Μ.Κ. 3 και εξεταστή της υπόθεσης, καταρχήν, οι κατηγορούμενοι 3 και 4 επουδενεί λόγο μπορεί να λεχθεί ότι συνωμότησαν είτε μεταξύ τους είτε με οποιοδήποτε από τους κατηγορούμενους 1 και 2 με αναφορά στην καλλιτέχνιδα η οποία κατά το χρόνο που οι πρώτοι δύο συναντήθηκαν με τις άλλες τρεις στη Λευκωσία, αυτή (Zamfir Elena Alina), βρισκόταν στη Λεμεσό. Έπειτα, με εξαίρεση τη συνομιλία που καθ' ομολογία της η 4η κατηγορούμενη είχε με τον 1ο κατηγορούμενο προτού σταλούν οι καλλιτέχνιδες από τη Λευκωσία στην Πάφο δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ότι υπήρξε οποιαδήποτε συνεννόηση μεταξύ των τεσσάρων κατηγορούμενων ή οποιωνδήποτε από αυτούς, που να καλύπτει και στοιχειοθετεί όλα όσα τους αποδίδονται με την 1η κατηγορία. Ακολουθεί ότι οι κατηγορίες 1 και 2 δεν έχουν αποδειχθεί. Το άρθρο 122(β) του Ποινικού Κώδικα που δημιουργεί το αδίκημα της τρίτης κατηγορίας, έτυχε εκτεταμένης ανάλυσης στην απόφαση της πλειοψηφίας της ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ακκελίδου ν. Αστυνομίας,
(2005)2 Α.Α.Δ.
  1. Βλέπε συναφώς και την απόφαση στην υπόθεση Αθανασίου ν. Αστυνομίας, Ποινική ΄Εφεση 30/2006, ημερομηνίας 11.7.
  2. Σύμφωνα λοιπόν με αυτό: «
  3. Οποιος προβαίνει σε οποιαδήποτε πράξη - (α) .......................................................................................... (β) προορισμένη ή η οποία είναι ενδεχόμενο να παρεμποδίσει ή με οποιοδήποτε τρόπο να επηρεάσει οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία ή οποιαδήποτε αστυνομική έρευνα που διεξάγεται με σκοπό έναρξης δικαστικής διαδικασίας ή έρευνα που διεξάγεται με βάση τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.» Προκύπτει από την Ακκελίδου (πιο πάνω) ότι, αναφορικά με την αντικειμενική υπόσταση του συγκεκριμένου αδικήματος, προς απόδειξή της απαιτείται ύπαρξη πράξης προορισμένης ή η οποία είναι ενδεχόμενο να έχει εξ' αντικειμένου τη συγκεκριμένη τάση να παρεμποδίσει ή καθοιονδήποτε τρόπο επηρεάσει οιανδήποτε αστυνομική έρευνα (επί του προκειμένου) η οποία διεξάγεται με σκοπό έναρξης δικαστικής διαδικασίας. Δεν πρόκειται λοιπόν για οποιαδήποτε πράξη το actus reus. Αναφορικά τώρα με το θέμα της πρόθεσης παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την Ακκελίδου επίσης (ανωτέρω). «Η έννοια της πρόθεσης μπορεί να οριστεί με διάφορους τρόπους, ανάλογα και με την μορφή που προσλαμβάνει. Για τις ανάγκες της προκείμενης περίπτωσης θεωρούμε πως εξυπηρετεί η συνοπτική περιγραφή την οποία βρίσκουμε στο σύγγραμμα Archbold on Criminal Pleading, Evidence and Practice 39η έκδοση, παράγραφος 1441e. Συνίσταται στα εξής: Πρόθεση του δράστη είναι να επιφέρει ό,τι επάγεται η πράξη του (α) όταν το επιθυμεί, ανεξάρτητα από το αν προβλέπει ή όχι ότι πιθανώς να επέλθει˙ και (β) όταν προβλέπει ότι πιθανώς να επέλθει, είτε το επιθυμεί είτε όχι. Και βέβαια η πρόθεση δεν συναρτάται με το ελατήριο: Πρόκειται και πάλι για κανόνα του κοινού δικαίου που εξηγείται με λεπτομέρεια στη Hyam v. D.P.P.
(1974)2 ALL E.R.
  1. Βρίσκεται και στην τελευταία παράγραφο του άρθρου 9 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154: «Εκτός των περιπτώσεων, κατά τις οποίες διαφορετικά προβλέπεται ρητά, το ελατήριο από το οποίο ωθήθηκε ο υπαίτιος στη διενέργεια της πράξης ή της παράλειψης ή στη διαμόρφωση της πρόθεσης από την οποία παρακινήθηκε σε τέτοια πράξη δεν επηρεάζει διόλου την ποινική ευθύνη.» Πρόθεση, για να την εξηγήσουμε με απλά λόγια, σημαίνει ένοχη σκέψη. Δηλαδή, να έχει κατά νου ο δράστης τι θα επιφέρει με την πράξη του ή τουλάχιστον την πιθανότητα των επιπτώσεων. Τα εξωτερικά ή αντικειμενικά στοιχεία της περίπτωσης παρέχουν συχνά το έρεισμα της κατάληξης ως προς την πρόθεση. Δεν προεξοφλούν όμως το αποτέλεσμα. Δεν υπάρχει αμάχητο τεκμήριο περί πρόθεσης να επιφέρει κανείς τις φυσιολογικές επιπτώσεις των πράξεων του. Είναι απαραίτητη η δικαστική κρίση, στη βάση της μαρτυρίας, ότι έτσι σκεφτόταν ο ίδιος ο δράστης. Όχι ότι έτσι θα σκεφτόταν ένας λογικός άνθρωπος αν ήταν στη θέση του δράστη. » Ακολουθεί απάντηση στο ερώτημα κατά πόσο έχει αποδειχθεί είτε το ένα (actus reus) είτε το άλλο (mens rea). Η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν η απαίτηση αρχικά των κατηγορούμενων 3 και 4 προς τις τρεις καλλιτέχνιδες που συναντήθηκαν μαζί τους στο γραφείο της 4ης κατηγορούμενης στη Λευκωσία, να πάνε πίσω στην Πάφο και να αλλάξουν την κατάθεση τους εναντίον του Α. Σιαμπάνια. Ακολούθως, των κατηγορούμενων 1 και 2, η ίδια ακριβώς απαίτηση από όλες τις καλλιτέχνιδες αλλά και η ενεργώς - άμεση συμμετοχή και ανάμειξη τους για να γίνει αυτό. Υπενθυμίζεται ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 2 όχι απλά απαίτησαν από τις καλλιτέχνιδες να αλλάξουν την κατάθεση τους που αποτελεί ενέργεια πέραν από απλή υποκίνηση, αλλά διαδραμάτισαν και πρωτεύοντα ρόλο και στον τρόπο που αυτό έγινε με δεδομένα όσα προηγήθηκαν της δήλωσης από την ώρα της συνάντησης στην πανσιόν μέχρι και την ώρα που αυτή παραδόθηκε στην αστυνομία από αυτό που την κατείχε που ήταν ένας εκ των κατηγορούμενων 1 και 2 και του δικηγόρου Γ. Φιλίππου. Επομένως, σε σχέση με τους κατηγορούμενους 1 και 2 έχουμε μια σειρά από διαδοχικές ενέργειες που συνθέτουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Και λίγα λόγια για το στοιχείο της πρόθεσης. Η σχέση όλων των κατηγορούμενων μεταξύ τους έχει αναφερθεί σε άλλο σημείο ενωρίτερα και ούτε αμφισβητείται. Το ίδιο ισχύει και για τη σχέση του Αντώνη Σιαμπάνια με τους κατηγορούμενου 1 και
  2. Επιπλέον, έχει αποδειχθεί και η γνώση όλων των κατηγορούμενων για το γεγονός της σύλληψης του Α. Σιαμπάνια με αφορμή την καταγγελία στην οποία προέβησαν εναντίον του οι τέσσερις καλλιτέχνιδες. Οι κατηγορούμενοι 3 και 4, καθ' ομολογία τους γνώριζαν για την καταγγελία των καλλιτέχνιδων εναντίον του Σιαμπάνια καθώς και το περιεχόμενό της (βλ. σχετική αναφορά στις καταθέσεις και των δύο - τεκμήρια 4 και 6-). Όμως, γνώριζαν για τα πιο πάνω και από τις Μ.Κ. 4 και 5, με τις οποίες συναντήθηκαν στη Λευκωσία στις 17.6.
  3. Δε θα πω πολλά για να καταδείξω ότι γνώριζαν και πως γνώριζαν οι κατηγορούμενοι 1 και 2 για το γεγονός τόσο της καταγγελίας όσο και της σύλληψης και κράτησης του Σιαμπάνια. Παραπέμπω απλά στο περιεχόμενο της επίμαχης δήλωσης. Ότι όλοι οι κατηγορούμενοι γνώριζαν ότι διεξαγόταν αστυνομική έρευνα σε σχέση με τη καταγγελία εναντίον του Σιαμπάνια είναι πασιφανές. Με δεδομένο ότι μετά την καταγγελία, ακολουθεί η σύλληψη του από την αστυνομία, αποκαλύπτεται ότι άρχισε η διεξαγωγή έρευνας. Προς τι διαφορετικά η σύλληψη του δυνάμει δικαστικού εντάλματος και η προσαγωγή του στο δικαστήριο με αίτηση για έκδοση διατάγματος προσωποκράτησης; Φυσικά, για διευκόλυνση των ερευνών σε σχέση με τη συγκεκριμένη υπόθεση που είχε ως ύποπτο για τη διάπραξη του αδικήματος της μαστροπείας μεταξύ άλλων, το Σιαμπάνια και παραπονούμενες τις τέσσερις καλλιτέχνιδες. Η υπόθεση λοιπόν εδιερευνάτο. Όμως ακόμη ένας λόγος που αποδεικνύει ότι όλοι οι κατηγορούμενοι γνώριζαν για τη διεξαγωγή των ερευνών αποτελεί και η απαίτηση των κατηγορούμενων 3 και 4 προς τις τρεις καλλιτέχνιδες και των 1 και 2 προς όλες, για αλλαγή της πρώτης τους κατάθεσης, απαίτηση η οποία για τους τελευταίους προσέλαβε και συγκεκριμένη μορφή. Αυτό θα γινόταν με την παράδοση της δήλωσης, με την οποία όλες οι καλλιτέχνιδες φέρονται να αναιρούν το περιεχόμενο της καταγγελίας τους σε βάρος του Σιαμπάνια και την ίδια ώρα, προχωρώντας ένα βήμα πάρα πέρα ζητούν να παραμείνει ελεύθερος καθώς και να μην κατηγορηθεί. Το τελευταίο αίτημα των καλλιτέχνιδων επιβεβαιώνει κατά τρόπο ξεκάθαρο, γνώση από μέρους των κατηγορούμενων 1 και 2 ότι διεξαγόταν αστυνομική έρευνα με σκοπό ασφαλώς την έναρξη δικαστικής διαδικασίας, ενώ την ίδια ώρα αποκαλύπτει και πρόβλεψη εκ μέρους τους ότι ο Σιαμπάνιας πιθανόν και να κατηγορείτο. Όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω και ιδιαίτερα αυτά που συνθέτουν την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος συνοδεύονταν με πρόθεση εκ μέρους των κατηγορούμενων, όχι απλά να παρεμποδίσουν ή καθ' οιονδήποτε τρόπο επηρεάσουν την αστυνομική έρευνα, (τα αποτελέσματα της οποίας ενδεχομένως να οδηγούσαν το Σιαμπάνια στο εδώλιο του κατηγορούμενου οπότε και ο κίνδυνος καταδίκης κάτι που δεν είχαν λόγο ασφαλώς να θέλουν οι τέσσερις κατηγορούμενοι) αλλά, απεναντίας, θα τερμάτιζε την διεξαγόμενη αστυνομική έρευνα. Κάτι που ασφαλώς γνώριζαν οι κατηγορούμενοι, εν γνώση τους ότι αυτό ήταν παράνομο μα που παρόλα αυτά επιχείρησαν να κάνουν με ξεκάθαρο σκοπό, ό,τι διατυπώνεται υπό μορφής αιτήματος στη δήλωση σε σχέση με το Σιαμπάνια και προς αποφυγή ενδεχόμενης καταδίκης όπως προανέφερα σε περίπτωση παραπομπής του στο δικαστήριο. Λαμβάνοντας υπόψη όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω θεωρώ ότι η ευθύνη όλων των κατηγορούμενων για τη διάπραξη του αδικήματος στοιχειοθετείται πλήρως υπό την εξής όμως έννοια. Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 καθ'ον χρόνο και με τον τρόπο που αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος της σχετικής κατηγορίας, ενώ οι κατηγορούμενοι 3 και 4 πείθοντας τις Monica Erzsebet, Marian Lucia-Irina και Cirjaliu Valeria να ανακαλέσουν την προηγούμενη γραπτή κατάθεση που έδωσαν στην αστυνομία. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί και το εξής: Το αδίκημα στοιχειοθετείται ανεξάρτητα από την απάντηση στο ερώτημα πότε έλεγαν την αλήθεια οι καλλιτέχνιδες, με αναφορά στην κατάθεσή τους ημερομηνίας 16.6.2004 και τη δήλωση ημερομηνίας 17.6.
  4. Το ζητούμενο μέσω της ποινικοποίησης αυτού του είδους συμπεριφορών ή πράξεων, είναι η προστασία της δικαιοσύνης και η διασφάλιση διεξαγωγής της αστυνομικής έρευνας απρόσκοπτα και χωρίς έξωθεν παρεμβάσεις, με προοπτική την προσαγωγή των ενόχων διάπραξης κάποιου αδικήματος στη δικαιοσύνη. Η μη κλήτευση του αστυφύλακα Ι. Λαζάρου Ο ευπαίδευτος δικηγόρος των κατηγορούμενων, κατά το στάδιο της τελικής του αγόρευσης απέδωσε ελατήριο στην Κατηγορούσα Αρχή για την παράλειψή της να παρουσιάσει στο δικαστήριο ως μάρτυρα τον αστυφύλακα 2546 Ι. Λαζάρου, ο οποίος ήταν υπηρεσία κατά το χρόνο που πήγαν στην αστυνομία οι τέσσερις καλλιτέχνιδες και «παρέδωσαν» τη δήλωση (τεκμήριο 12). Κατά το δικηγόρο πάντοτε, αυτό δεν έγινε τυχαία και αφ' ης στιγμής εγέρθηκε θέμα από την Υπεράσπιση πότε και που υπογράφηκε η δήλωση και η θέση των κατηγορούμενων ήταν ότι αυτό έγινε στη παρουσία του Λαζάρου στην αστυνομία, η Κατηγορούσα Αρχή, έπρεπε να τον παρουσιάσει στο δικαστήριο, για να μη δημιουργείται αδικία. Τα πιο πάνω αναφέρθηκαν από τον κ. Αλεξάνδρου κατ' επίκληση όσων έχουν αναφερθεί στην Πέγκερος ν. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 143. Εξηγώ αμέσως γιατί θεωρώ πως δεν τίθεται θέμα εφαρμογής της Πέγκερος (ανωτέρω) επί του προκειμένου. Καταρχήν, ουδέποτε υποβλήθηκε σ' οποιοδήποτε μάρτυρα κατηγορίας, ότι η δήλωση παραδόθηκε στο Λαζάρου, χωρίς να σημαίνει ότι παραδόθηκε σε κάποιο άλλο αστυνομικό. Έπειτα, έχοντας κατά νου τα ευρήματα μου αναφορικά με τον τρόπο και τον τόπο που μεταφράστηκε και προπαντός υπογράφηκε η επίδικη δήλωση καθίσταται ήσσονος σημασίας θέμα η μαρτυρία του Λαζάρου ενώ ο ίδιος σε καμία περίπτωση μπορεί να θεωρηθεί ως ουσιαστικός μάρτυρας. Στην Πέγκερος κρίθηκε ουσιώδης μάρτυρας ο Παπακώστας, ενώ η απουσία του από το εδώλιο του μάρτυρα θεωρήθηκε ότι αποστέρησε το δικαστήριο ουσιώδη μαρτυρία για την εκδοχή του εφεσείοντα για τα διαδραματισθέντα, για λόγους που αναφέρονται στην εν λόγω απόφαση. Η ουσία της Πέγκερος με υπαγωγή των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση σ' αυτή έγκειται στην επισήμανση ότι η παράλειψη της Κατηγορούσας Αρχής να καλέσει τον Παπακώστα θα ήταν επουσιώδους σημασίας αν αποδεικνυόταν ότι η βόμβα είχε δραστικό μηχανισμό. Το αντίθετο δηλαδή απ' ο,τι ο εφεσείων ισχυρίστηκε ότι ανάφερε μεταξύ άλλων στον Παπακώστα για τα διαδραματισθέντα. Στην υπόθεσή μας, θα μπορούσε πράγματι να θεωρηθεί ο Λαζάρου ουσιώδης μάρτυρας και η μαρτυρία του ουσιώδης για το δικαστήριο, οπότε η παράλειψη της Κατηγορούσας Αρχής να τον παρουσιάσει στο δικαστήριο (και η ετυμηγορία του δικαστηρίου) δικαίως θα κρινόταν άδικη ή εμπεριέχουσα το σπέρμα της αδικίας, μόνο σε περίπτωση που υπήρχε αδυναμία εξαγωγής συμπεράσματος σε σχέση με το γεγονός που η Υπεράσπιση συνδέει το Λαζάρου και το θεωρεί ως ουσιώδη μάρτυρα ή αν η εκδοχή των Μ.Κ. 4 και 5 για το ίδιο θέμα δε γινόταν πιστευτή. Ωστόσο, κάτι τέτοιο δε συμβαίνει, αφού, επαναλαμβάνω και πάλι, δέχομαι ότι και τα δύο αντίγραφα της δήλωσης υπογράφηκαν απ' όλες τις καλλιτέχνιδες στο γραφείο του δικηγόρου Γ. Φιλίππου. Στο σημείο αυτό δράττομαι της ευκαιρίας να επισημάνω τ' ακόλουθα: Η αποστολή του δικηγόρου ως λειτουργού της δικαιοσύνης, μεταξύ άλλων, είναι να παράσχει νομική συμβουλή και βοήθεια στον πελάτη για προαγωγή και ευόδωση των νόμιμων συμφερόντων του. Ο δικηγόρος, σε καμία περίπτωση νομιμοποιείται να καθίσταται αρωγός της προσπάθειας του πελάτη είτε για την επίτευξη παράνομου σκοπού είτε ακόμη και νόμιμου, όμως με παράνομα μέσα. Υπό αυτή την έννοια, θεωρώ ότι η όλη εμπλοκή του Γεώργιου Φιλίππου στην υπόθεση, με δεδομένα όσα τη συνθέτουν εκφεύγει πλήρως του ορθού πλαισίου του δικηγορικού λειτουργήματος καθώς και της θεσμικής του αποστολής, σε βαθμό που θα έπρεπε να είχε κατηγορηθεί και αυτός για το αδίκημα της 3ης κατηγορίας, ως συνεργός μαζί με τους κατηγορούμενους που δικάστηκαν και θα καταδικαστούν για το αδίκημα που αναφέρεται στην εν λόγω κατηγορία. Επομένως, μιας και περί αδικίας ο λόγος, η μόνη παράλειψη της Κατηγορούσας Αρχής που όντως διαπιστώνω να δημιουργεί αδικία στους τέσσερις κατηγορούμενους, είναι που δεν παρουσίασε στο εδώλιο του κατηγορούμενου και το δικηγόρο Γεώργιο Φιλίππου. Καταλήγοντας, είμαι ικανοποιημένος ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει την ενοχή όλων των κατηγορούμενων στην 3η κατηγορία, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ενώ απέτυχε να πράξει το ίδιο στις δύο πρώτες κατηγορίες. Κατά συνέπεια, οι κατηγορούμενοι αθωώνονται στις κατηγορίες 1 και 2 ενώ στην 3η κατηγορία κρίνονται ένοχοι. (Υπ.) ................................................ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής .../Χ.Κ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.