← Κύπρος

Τηλέμαχος Μ. Γεωργιάδης ν. Κώστα Χριστοδούλου, Αρ. Υπόθεσης: 4546/05, 22.12.06

Τηλέμαχος Μ. Γεωργιάδης ν. Κώστα Χριστοδούλου, Αρ. Υπόθεσης: 4546/05, 22.12.06 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2006:B77 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ: ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4546/05 Τηλέμαχος Μ. Γεωργιάδης - ν - Κώστα Χριστοδούλου Κατηγορουμένου ------------------- Ημερομηνία: 22.12.06 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Γεωργιάδης Κατηγορούμενος: παρουσιάζεται αυτοπροσώπως -------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση, μεταξύ άλλων, του άρθρου 305(Α)

(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε. Συγκεκριμένα κατηγορείται ότι κατά ή περί την 20.4.05 στην Πάφο εξέδωσε σε διαταγή του Τηλέμαχου Γεωργιάδη την επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αριθμό 18605888 για το ποσό των Λ.Κ.12.000,00 σεντ. Η εν λόγω επιταγή εμφανίστηκε στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε και δεν ξοφλήθηκε καθότι ο λογαριασμός του Κατηγορουμένου ήταν κλειστός και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από της εν λόγω παρουσίασης. Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσής της κάλεσε δύο μάρτυρες. Τον κ. Τηλέμαχο Γεωργιάδη (ΜΚ1) και τον κ. Κλεόπα Περιστιάνη (ΜΚ 2). Μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής ο Κατηγορούμενος υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, όπως τροποποιήθηκε, εισήγηση, ότι από την προσαχθείσα μαρτυρία δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του, ώστε αυτός να κληθεί σε απολογία. Εκ διαμέτρου αντίθετη υπήρξε η θέση του ευπαίδευτου δικηγόρου του παραπονουμένου εν' όψει του συνόλου της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Η απαλλαγή του κατηγορουμένου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με την Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δικαιολογείται μόνο όταν: (α) δεν στοιχειοθετείται εξ' αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου (Βλ. Δικαστική πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England issued in 1962 -
(1962)1 All E R 448). Η εισήγηση του Κατηγορουμένου δεν εμπίπτει σε καμία από τις δύο πιο πάνω περιπτώσεις. Παρόλα αυτά αποτελεί υποχρέωση του Δικαστηρίου να εξετάσει αν υπό το φως των αρχών της Νομολογίας έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου, προτού αποφασίσει αν θα πρέπει να τον καλέσει σε απολογία. Η κλήση κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως, δηλαδή, μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή, την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133). Στο στάδιο που γίνεται η υποβολή το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορίας. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πιο πάνω Πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, εν' όψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Τόσο στην πρώτη όσο και στην δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό, αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου (δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης), αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (Βλ. Azinas and Another v. Police
(1981)2 CLR 9). Το άρθρο 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, προνοεί τα ακόλουθα: «Πρόσωπο το οποίο εκδίδει επιταγή η οποία κατά ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία αυτή κατέστη πληρωτέα παρουσιάζεται στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε δεν εξοφλείται λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά τον χρόνο της παρουσίασης της επιταγής και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε ημερών από την παρουσίαση της είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία χρόνια ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες λίρες ή και στις δύο ποινές». Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: η έκδοση επιταγής η παρουσίασή της κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε η μη εξόφλησή της λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή γιατί ο λογαριασμός του εκδότη της ήταν κλειστός κατά τον χρόνο της παρουσίασης και η παράλειψη εξόφλησής της εντός 15 ημερών από της εν λόγω παρουσίασης. Όπως από τα πιο πάνω σαφώς προκύπτει, για να διαπραχτεί το αδίκημα που προβλέπεται από το άρθρο 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, πρέπει, συν τοις άλλοις, να αποδειχτεί, ότι η επιταγή δεν πληρώθηκε εντός 15 ημερών από την ημερομηνία που αυτή παρουσιάστηκε στην τράπεζα. Αφού μελέτησα με πολλή προσοχή την υπό της Κατηγορούσας Αρχής προσκομισθείσα μαρτυρία έχω διαπιστώσει, ότι δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας στην υπόθεση που να αποδεικνύει, ότι η επίδικη επιταγή παρέμεινε απλήρωτη για την πιο πάνω περίοδο. Δεν μου διαφεύγει, ότι επί της επιταγής που αναφέρεται στο κατηγορητήριο (Τεκμήριο 2) δεν αναγράφεται η ημερομηνία παρουσίασης της στην τράπεζα. Ούτε ο ΜΚ 2 στην διά ζώσης μαρτυρία του ανέφερε την ημερομηνία αυτή. Ακόμα και αν δεχτώ, ότι η περίοδος των 15 ημερών είχε παρέλθει πριν την καταχώρηση της παρούσης ποινικής υπόθεσης, η υπόθεση της Κατηγορίας χωλαίνει στο ότι καμία μαρτυρία δεν έχει προσκομιστεί, που να αποδεικνύει, ότι η επίδικη επιταγή δεν έχει εξοφληθεί εντός της πιο πάνω προθεσμίας ή ότι παραμένει απλήρωτη μέχρι σήμερα. Το Δικαστήριο αποφασίζει αν κατά πόσο τα συστατικά στοιχεία ενός αδικήματος έχουν στοιχειοθετηθεί στη βάση ένορκης μαρτυρίας και μόνο και όχι στη βάση υποθέσεων ή εικασιών. Πρέπει δε η μαρτυρία που θα παρουσιαστεί στο στάδιο αυτό να είναι τέτοιας φύσεως και τόσο αξιόπιστη, που να δημιουργεί υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ευσταθίου Θεόδωρου
(2002)2 ΑΑΔ 9). Εν' όψει της παντελούς έλλειψης μαρτυρίας που να στοιχειοθετεί το τέταρτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος η κατάληξη του Δικαστηρίου δεν μπορεί παρά να είναι αθωωτική. Συνακόλουθα ο Κατηγορούμενος αθωώνεται στην εναντίον του κατηγορία. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.