← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Γιάννη Αντωνίου, Αρ. Υπόθ: 38/05, 29.12.2006

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Γιάννη Αντωνίου, Αρ. Υπόθ: 38/05, 29.12.2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2006:B78 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθ: 38/05 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου Εναντίον Γιάννη Αντωνίου, Κιούπιλαϊ 18, Μούτταλλος Κατηγορουμένου --------------------------------- Ημερομηνία: 29.12.2006 Για την Κατηγορούσα Αρχή κα Σ. Παπαλαζάρου Για τον κατηγορούμενο κ. Χ. Φωτίου Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της παράνομης κατοχής περιουσίας κατά παράβαση του άρθρου 309 του Ποινικού Κώδικα. Συγκεκριμένα, του καταλογίζεται ότι στις 23 Ιουνίου, 2004, στην Πάφο είχε στην κατοχή του ένα φορητό-κινητό τηλέφωνο μάρκας NOKIA 6220, με αριθμό ΙΜΕΙ 351808001990495, αξίας £200, για το οποίο υπήρχε εύλογη υπόνοια ότι ήταν κλοπιμαίο. Τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση απορρέουν από το περιεχόμενο της κατάθεσης του αστυφύλακα 4283 Χρ. Κυριάκου (βλ. το Τεκμήριο 4) η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο εκ συμφώνου ενώ το περιεχόμενο της δηλώθηκε ως κοινό παραδεκτό γεγονός και ως τέτοιο εγκρίθηκε από το Δικαστήριο· είναι τα ακόλουθα: Στις 23.6.2004 και περί ώρα 22.00, ο πιο πάνω αστυφύλακας μαζί με το συνάδελφό του ειδικό αστυφύλακα 5472, βρίσκονταν σε μηχανοκίνητη περιπολία στη Λεωφόρο Τάφοι των Βασιλέων, οπότε αντιλήφθηκαν ένα μοτοποδήλατο, επί του οποίου επέβαιναν δύο νεαρά πρόσωπα τα οποία κινούνταν ύποπτα. Σε κάποιο σημείο του δρόμου τους σταμάτησαν για έλεγχο, κατά τη διάρκεια του οποίου διαπιστώθηκε ότι το μοτοποδήλατο οδηγείτο από τον κατηγορούμενο, με συνεπιβάτη τον Βλαδίμηρο Αριστειάδη. Μετά από σωματική έρευνα που έγινε στον κατηγορούμενο βρέθηκε στην κατοχή του το επίδικο τηλέφωνο (βλ. το Τεκμήριο 2). Σε ερώτηση του αστυφύλακα Κυριάκου προς τον κατηγορούμενο πού βρήκε το τηλέφωνο, ο τελευταίος ανάφερε ότι το αγόρασε από πλανοδιοπώλη στο «Mr Chicken» £50,00 με £60,00. Σύμφωνα πάντοτε με το περιεχόμενο της κατάθεσης του Κυριάκου (ανωτέρω) επειδή γνώριζε ότι η αξία του συγκεκριμένου τηλεφώνου ήταν πέραν των £200,00, του δημιουργήθηκαν υποψίες ότι είναι προϊόν κλοπής, οπότε και επέστησε την προσοχή του κατηγορούμενου στο νόμο. Ο τελευταίος απάντησε ότι το αγόρασε. Ο κατηγορούμενος αφού κλήθηκε σε απολογία και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση, με την οποία υιοθέτησε το περιεχόμενο της ανακριτικής του κατάθεσης (βλ. το Τεκμήριο 3). Σύμφωνα με το άρθρο 309 του Ποινικού Κώδικα που δημιουργεί το αδίκημα που καταλογίζεται στον κατηγορούμενο: «Όποιος έχει στην κατοχή του κινητό, χρήματα, αξιόγραφο ή οποιαδήποτε άλλην περιουσία, για τα οποία υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ότι είναι κλοπιμαία, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση έξι μηνών, εκτός αν αποδείξει με αυτό τον τρόπο που να ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι απόκτησε νόμιμα την κατοχή τους.» Προκύπτει από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης, ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος με αναφορά στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι τα εξής: (α) κατοχή κινητού (β) για το οποίο υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ότι είναι κλοπιμαίο. Νοείται ότι σε περίπτωση επιτυχίας απόδειξης των πιο πάνω στοιχείων εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής, το αδίκημα θεωρείται ότι συντελείται, εκτός εάν ο κατηγορούμενος προβάλει επιτυχώς την υπεράσπιση που το ίδιο το άρθρο 309 του Ποινικού Κώδικα του παρέχει, που είναι η απόδειξη κατά τρόπο που να ικανοποιεί το Δικαστήριο, ότι απέκτησε νόμιμα την κατοχή του κινητού τηλεφώνου που βρέθηκε στην κατοχή του. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα του Δικαστή Τάκη Ηλιάδη Το Δίκαιο της Απόδειξης (Μια πρακτική προσέγγιση)

(1994)στη σελίδα 70: «Ο κανόνας στις ποινικές υποθέσεις είναι ότι η ενοχή του κατηγορούμενου πρέπει να αποδεικνύεται πέραν λογικής αμφιβολίας (beyond reasonable doubt) είτε με άμεση είτε με περιστατική μαρτυρία. Στην Κύπρο το τεκμήριο της αθωότητας κατοχυρώνεται με την παράγραφο 12.4 του Συντάγματος που αντιστοιχεί στο άρθρο 6
(2)της Ευρωπαϊκής Συνθήκης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που προνοεί ότι, «ο κατηγορούμενος διά αδίκημα τι θεωρείται αθώος, μέχρις ότου αποδειχθεί ένοχος συμφώνως προς τον νόμο.»» Περαιτέρω, στην υπόθεση Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 250, που αφορούσε κατηγορίες καλλιέργειας και κατοχής δύο φυτών κάνναβης, στη σελίδα 255 αναφέρονται τα εξής, αναφορικά με τη σχέση της απόδειξης των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος και την παρεχόμενη στον κατηγορούμενο από το νόμο υπεράσπιση: «Το αποδεικτικό βάρος, όπως και σε κάθε άλλη περίπτωση που εναποτίθεται στον κατηγορούμενο, αποσείεται με την προσαγωγή μαρτυρίας η οποία δημιουργεί αμφιβολίες για την ύπαρξη των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, όπως επεξηγείται στην υπόθεση Charalambous v. The Republic
(1985)2 C.L.R. 97.» Τέλος, ιδιαίτερα κατατοπιστικό είναι και το απόσπασμα που ακολουθεί από την υπόθεση Ηρακλέους ν. Δήμου Λεμεσού
(1993)2 Α.Α.Δ. 410, σελ. 420,
  1. «Το άρθρο 12 του Συντάγματος προβλέπει στην παράγραφο 4 ότι ο κατηγορούμενος για αδίκημα θεωρείται αθώος μέχρις ότου αποδειχθεί η ενοχή του σύμφωνα με το Νόμο. .................................................. Το τεκμήριο της αθωότητας, που καθιερώνεται και διασφαλίζεται στην παράγραφο 4 του άρθρου 12 του Συντάγματος, είναι δικονομικός κανόνας και όχι ουσιαστικό δίκαιο. Το βάρος της απόδειξης της ενοχής κατηγορούμενου είναι πάντοτε στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής. Η απόδειξη της ενοχής πρέπει να είναι νόμιμη. Το τεκμήριο της αθωότητας δεσμεύει και τον κοινό νομοθέτη και το Δικαστήριο, το οποίο έχει υποχρέωση να απαλλάξει το Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο από ρυθμίσεις ή χαρακτηρισμούς που το προσβάλλουν. Το αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη είναι η ενοχή του κατηγορουμένου που συνιστά τη βάση και το περιεχόμενο της εναντίον του κατηγορίας. Η αθωότητα του κατηγορούμενου δεν αποτελεί αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη.» Συνάγεται από τα πιο πάνω, πρώτο, ότι και τα δύο συστατικά στοιχεία του αδικήματος θα πρέπει να αποδειχθούν στον αναγκαίο βαθμό, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Δεύτερο, ότι η υποχρέωση του κατηγορούμενου να προβάλει την υπεράσπιση του άρθρου 309 του Ποινικού Κώδικα, έπεται της υποχρέωσης της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Άλλωσπως, θα είχαμε αναστροφή του τεκμηρίου αθωότητας σε τεκμήριο ενοχής. Έχοντας κατά νου όλα όσα προηγήθηκαν ακολουθεί απάντηση στο ερώτημα κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει τα δύο συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Χωρίς αμφιβολία, το πρώτο συστατικό στοιχείο έχει αποδειχθεί. Άλλωστε υπάρχει συμφωνία μεταξύ των δύο πλευρών, ότι στον ουσιώδη χρόνο το κινητό τηλέφωνο (Τεκμήριο 2) βρισκόταν στην κατοχή του κατηγορούμενου. Ισχύει όμως το ίδιο και για το άλλο συστατικό στοιχείο του αδικήματος: Ανάφερε ο αστυφύλακας Κυριάκου (βλ. το τεκμήριο 4) ότι επειδή οι δύο νεαροί που επέβαιναν του μοτοποδηλάτου κινούνταν ύποπτα, μαζί με το συνάδελφό του ειδικό αστυφύλακα 5472, τους σταμάτησαν για έλεγχο. Περαιτέρω, ότι κατά τον έλεγχο διαπιστώθηκε ότι οδηγός του μοτοποδηλάτου ήταν ο κατηγορούμενος, ενώ σε σωματική έρευνα που του έγινε ανευρέθηκε στην κατοχή του το επίδικο κινητό τηλέφωνο. Ανάφερε ακόμη, ότι σε ερώτησή του προς τον κατηγορούμενο πού βρήκε το τηλέφωνο, ο τελευταίος απάντησε ότι το αγόρασε από ένα πλανοδιοπώλη £50,00 με £60,
  2. Και καταλήγει ο μάρτυρας ως ακολούθως: «γνωρίζοντας ότι η αξία του τηλεφώνου αυτού είναι πέραν των 200 λιρών μου δημιουργήθηκαν υποψίες ότι είναι προϊόν κλοπής». Ερώτημα. Τα πιο πάνω και ειδικότερα αυτό που δημιούργησε στο μάρτυρα τις υποψίες ότι το τηλέφωνο ήταν προϊόν κλοπής, μπορούν να θεωρηθούν εύλογες υπόνοιες τη εννοία του νόμου; Η απάντηση είναι αρνητική. Καταρχήν, ο μάρτυρας δεν εξήγησε γιατί θεώρησε ότι οι δύο νεαροί κινούνταν ύποπτα. Έπειτα, κανένα στοιχείο παρουσίασε στο Δικαστήριο, που να του επιτρέπει να το θεωρήσει γνώστη της πραγματικής-αγοραίας αξίας του συγκεκριμένου τηλεφώνου (μάρκας και τύπου) οπότε και οι υποψίες του πιθανόν και να θεωρούνταν εύλογες με αναφορά σ΄ αυτό το στοιχείο, χωρίς να σημαίνει και πάλι, ότι αυτό ήταν αρκετό για στοιχειοθέτηση του ευλόγου των υπονοιών που ο νόμος ορίζει για το κλοπιμαίο της περιουσίας, ως συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Θα μπορούσε για παράδειγμα να αναφέρει ο μάρτυρας (νοουμένου φυσικά ότι είχε τέτοια γνώση) ότι τη συγκεκριμένη μέρα ή περίοδο, καταγγέλθηκε στην αστυνομία η κλοπή ή έστω απώλεια κάποιου κινητού τηλεφώνου ή τηλεφώνων ή γενικά ηλεκτρονικών συσκευών, μεταξύ των οποίων και κινητά τηλέφωνα. Ωστόσο δεν το έκανε, που με απλά λόγια σημαίνει πως δε συνέβηκε οτιδήποτε από τα πιο πάνω. Στην απουσία τέτοιου στοιχείου μαρτυρίας, διερωτώμαι πώς είναι δυνατό, ο γενικός και αόριστος ισχυρισμός του μάρτυρα, ότι η αξία του συγκεκριμένου τηλεφώνου ήταν πέραν των £200,00, να καταστήσει τις υποψίες του ότι αυτό ήταν προϊόν κλοπής, σε εύλογες υπόνοιες ότι έτσι ήταν, όπως ο νόμος ορίζει. Ποιος αποκλείει, για παράδειγμα, να εισήχθη στην Κύπρο παράνομα το συγκεκριμένο τηλέφωνο και να το αγόρασε ο κατηγορούμενος αφορολόγητο και/ή αδασμολόγητο ή οτιδήποτε άλλο; Είναι η κατάληξή μου, ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την ύπαρξη κατά τον ουσιώδη χρόνο ευλόγων υπονοιών ότι το επίδικο τηλέφωνο ήταν κλοπιμαίο, οπότε ο κατηγορούμενος καμιά υποχρέωση είχε να αποδείξει ότι απέκτησε νόμιμα την κατοχή του. Και το Δικαστήριο ασφαλώς, δε νομιμοποιείται να αναζητήσει στοιχεία από το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορούμενου που του λήφθηκε αργότερα, ως συνιστώντα το εύλογο των υπονοιών αυτών, στα οποία μάλιστα θα πρέπει να προσδώσει αναδρομική ισχύ. Ακολουθεί ότι ο κατηγορούμενος αθωώνεται. (Υπ.) ............... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.