← Κύπρος

Αστυνομία ν. Δαμιανός Κουζαλής κ.α., Αρ. Υπόθεσης:4285/2005, 26 Μαρτίου, 2006

Αστυνομία ν. Δαμιανός Κουζαλής κ.α., Αρ. Υπόθεσης:4285/2005, 26 Μαρτίου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2006:B4 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ. Ενώπιον:- Χρήστος Γ. Φιλίππου Αρ. Υπόθεσης:4285/2005 Α σ τ υ ν ο μ ί α - ν -

  1. Δαμιανός Κουζαλής
  2. Εταιρεία Έπαυλη Γιωρκή Κουζαλή Λτδ Κατηγορουμένων ------- Ημερομηνία: 26 Μαρτίου, 2006 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Παπανικολάου Για τους κατηγορούμενους: κ. Α. Καράς Κατηγορούμενος 1 παρών. --------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν την κατηγορία της διάθεσης στην αγορά πουλερικών προοριζόμενα για ανθρώπινη κατανάλωση που εμφανίζουν ίχνη καταλοίπων σε ποσότητες που υπερβαίνουν τα όρια ανοχής κατά παράβαση των άρθρων 2,3,4,5,14 και 16 του περί Υγιεινής, Παραγωγής Τροφίμων Ζωικής Προέλευσης και Διάθεσης τους στην αγορά καθώς και άλλα συναφή θέματα Νόμου 150

(1)/2003 όπως τέθηκε σε ισχύ από την Κ.Δ.Π. 163/2004 και των Κανονισμών 2,3,4(α) και 10
(1)(β) των περί Υγειονομικών Προβλημάτων Παραγωγής και Διάθεση στην Αγορά νωπού κρέατος πουλερικών Κανονισμών 2003, Κ.Δ.Π.777/03 όπως τέθηκε σε ισχύ με την Κ.Δ.Π.164/04, ΚΔΠ 519/04 και κανονισμός ΕΟΚ 2377/90 και άρθρο 20 του Κεφ.
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, όπως αυτές τροποποιήθηκαν κατά την διάρκεια της παράθεσης της μαρτυρίας για ην Κατηγορούσα Αρχή, οι κατηγορούμενοι την 18.02.2005 στο Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου διέθεσαν στην αγορά για ανθρώπινη κατανάλωση κοτόπουλα τα οποία εμφάνιζαν ίχνη καταλοίπων δηλαδή πώλησαν στον Ανδρέα Αρτυματά από το Φρέναρος 430 κοτόπουλα τα οποία εμφάνιζαν ίχνη καταλοίπων 22,4 μg/kg NICARBAZIN. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την κατηγορία εναντίον του κατηγορουμένου κάλεσε τέσσερις μάρτυρες κατηγορίας (Μ.Κ.) και εκ συμφώνου κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 5,6 και 7 που αφορούν αντίστοιχα τα πιστοποιητικά σύστασης της εταιρείας (κατηγορουμένης 2), της εγγραφής της και το πιστοποιητικό Διευθυντών και Γραμματέα της. Ο Αστ. 1771 Τ. Δημητρίου κατέθεσε ως Μ.Κ.
  2. Ήταν αυτός που έλαβε γραπτή κατάθεση σε σχέση με την υπόθεση στις 27.07.2005 από τον 1ο κατηγορούμενο την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο
  3. Η Μ.Κ. 2 ήταν η κτηνίατρος Παρασκευή Μπλέτσα των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών Αμμοχώστου υπεύθυνη για την Δημόσια Υγεία στην Υπηρεσία της για την Επαρχία Αμμοχώστου. Η κατάθεση της την οποία υιοθέτησε σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  4. Είναι όπως ανέφερε Κτηνιατρικός Λειτουργός και εργαζόταν κατά τον ουσιώδη χρόνο στο Κτηνιατρείο Ορμήδειας. Την 18.02.2005 έγινε δειγματοληψία από το πτηνοσφαγείο Κ.Αρτιματάς & Υιοί Λτδ και λήφθηκαν δείγματα από κοτόπουλα που προέρχονταν από την φάρμα της 2ης κατηγορουμένης. Εξηγεί στην κατάθεση της για τον τρόπο της δειγματοληψίας, ότι δηλαδή πήρε τρία δείγματα των 250 γραμμαρίων από το συκώτι κοτόπουλου τα οποία σφράγισε, δύο εκ των οποίων τα πήρε η ίδια για περαιτέρω εργαστηριακό έλεγχο και το τρίτο το άφησε στον ιδιοκτήτη της φάρμας. Τα δύο δείγματα που παρέλαβε στάλθηκαν μέσω της Κεντρικής Κτηνιατρικής Υπηρεσίας Αθαλάσσας στο Κρατικό Χημείο. Αργότερα στις 23.03.2005 παρέλαβε τα αποτελέσματα του Κρατικού Χημείου σύμφωνα με τα οποία στο δείγμα βρέθηκε η ουσία Νικαρπαζίνη (NICARBAZIN) σε ποσοστό 22,4 που όπως διευκρινίστηκε αργότερα ήταν μg/kg η οποία είναι ουσία που απαγορεύεται να υπάρχει σε σφάγιο. Εξηγώντας περαιτέρω με πιο απλά λόγια για την ουσία που ανιχνεύτηκε ως κατάλοιπο στο σφάγιο ανέφερε ότι πρόκειται για ουσία όπως τα αντιβιοτικά. Η δειγματοληψία είχε γίνει μεταξύ πολλών σφαγίων και όχι μόνο από ένα. Στην αντεξέταση της ανέφερε ότι τα κοτόπουλα ελέγχονται πριν αυτά οδηγηθούν στο σφαγείο και παρέχεται προς τούτο σχετική άδεια. Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν δόθηκε εκ των προτέρων έγκριση εκ μέρους της υπηρεσίας της. Ελέγχους μπορούν να κάμουν και ιδιώτες κτηνίατροι εφόσον αυτοί έχουν σύμβαση με το Δημόσιο. Δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει μια τέτοια έγκριση από τον ιδιώτη κτηνίατρο ο οποίος τα έκρινε κατάλληλα για να οδηγηθούν στο πτηνοσφαγείο, όμως για να διατεθούν για ανθρώπινη κατανάλωση την έγκριση την δίδει ο κτηνίατρος που ελέγχει το πτηνοσφαγείο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση είχε εκδοθεί το πιστοποιητικό και η ίδια το υπέγραψε. Μετά την έγκριση προωθούνται τα σφάγια για κατανάλωση. Η ίδια δεν είχε υπόψη της τη συγκεκριμένη Οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) που καθόριζε το επιτρεπόμενο ποσοστό σε κατάλοιπα Nicarbazin ούτε και είχε υπόψη της συγκεκριμένο νόμο, κανονισμό ή οδηγία της Ε.Ε. που καθόριζε αυτά τα ποσοστά. Από ότι γνώριζε η Κ.Δ.Π. 777/2003 παραπέμπει σε Κανονισμό ο οποίος προέρχεται από Κοινοτική Οδηγία. Η ίδια δεν είχε αρμοδιότητα επί του θέματος, ούτε και νομικός είναι και έτσι δεν γνώριζε εάν υπάρχει μέτρο σε επίπεδα Nicarbazin. Η ίδια συνέταξε την έκθεση για να γίνει καταγγελία με βάσει την ανάλυση του Κρατικού Χημείου και έχοντας υπόψη της την πιο πάνω Κ.Δ.Π. η οποία μιλά για απουσία οποιωνδήποτε καταλοίπων και δεν υπάρχουν όρια ανοχής. Στην ίδια είχαν δοθεί οδηγίες από τον προϊστάμενο της ότι θα πρέπει να απουσιάζουν οποιαδήποτε κατάλοιπα των οποίων η ύπαρξη απαγορεύεται. Δεν γνώριζε εάν υπάρχουν νομοθετικές διατάξεις ή οδηγίες προβλέπουν για όρια ανοχής οποιονδήποτε καταλοίπων. Ο έλεγχος που είχε διενεργήσει στα κοτόπουλα ήταν μακροσκοπικός, δηλαδή έλεγχος με το μάτι και γι΄αυτό και υπέγραψε. Ο έλεγχος για κατάλοιπα διενεργείται από το Κρατικό Χημείο. Η Μ.Κ.3 ήταν η Σπυρούλλα Κωνσταντίνου αναλυτής στο Γενικό Χημείο του Κράτους στο εργαστήριο υπολειμμάτων κτηνιατρικών φαρμάκων. Αναφέρθηκε στις σπουδές, στην κατάρτιση της καθώς και την υπηρεσία και στα καθήκοντα της στο Γενικό Χημείο. Υιοθέτησε την έκθεση του εργαστηρίου της η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3 και σε αυτή γίνεται αναφορά στο είδος και στη μέθοδο της εξέτασης και στα αποτελέσματα της σε δείγμα 250 gr που τους στάλθηκε από συκώτι κοτόπουλου και το αποτέλεσμα που ήταν 22,4 μg/kg σε Nicarbazin. Εξήγησε ότι το δείγμα δεν είναι συμμορφούμενο με τους περί Υγιεινής Παραγωγής Τροφίμων Ζωικής Ποέλευσης και Διάθεσης τους στην Αγορά (Έλεγχος Χρήσης Ορισμένων Ουσιών και Καταλοίπων στα ζώντα Ζώα και τα Προϊόντα τους) κανονισμούς Κ.Δ.Π.519/2004 και τον κανονισμό ΕΟΚ Νο. 2377/
  5. Εξήγησε περαιτέρω την σημείωση επί της έκθεσης όπου αναφέρεται ως όριο ανίχνευσης: 8μg/kg ότι σημαίνει ότι ο τεχνολογικός εξοπλισμός του εργαστηρίου της παρέχει την δυνατότητα να προβεί σε έλεγχο και να κατέβει μέχρι και τα 8μg/kg και ότι εάν ένα δείγμα περιέχει ποσότητα μικρότερη από 8μg/Kg αυτή δεν μπορεί να ανιχνευθεί. Αν δηλαδή σε ένα δείγμα υπάρχουν κατάλοιπα 7.99μg/\kg ή λιγότερα, αυτά δεν μπορούν να ανιχνευθούν. Στην προκείμενη περίπτωση βρέθηκαν 22.4 μg/ Κg. Στη συνέχεια εξήγησε το νομοθετικό πλαίσιο που διέπει το θέμα παραπέμποντας σε σχετικές διατάξεις και όπου δεν καθορίζεται ως επιτρεπόμενο οποιοδήποτε όριο. Όταν γίνεται λόγος για Nicarbazin σύμφωνα με την βιβλιογραφία εννοούμε κοκκιδιοστατικό το οποίο παρατηρείται στα ζώα. Κατά την αντεξέταση της διευκρίνισε τη διαφορά του μέτρου mg/kg και του μg/Kg, διευκρίνηση η οποία οδήγησε τον συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής να τροποποιήσει ανάλογα τις λεπτομέρειες του αδικήματος οι οποίες περιέγραφαν, πριν την τροποποίηση, την ανιχνευθείσα ποσότητα σε Nicarbazin σε ποσοστό 1.000 φορές μεγαλύτερο. Πολύς λόγος στη συνέχεια της αντεξέτασης της έγινε στο κατά πόσο καθορίζονται ή όχι στις νομοθετικές διατάξεις που διέπουν το θέμα επιτρεπόμενα όρια καταλοίπων και κατέληξε ότι στη Κύπρο δεν καθορίζονται οποιαδήποτε επιτρεπόμενα όρια καταλοίπων. Σε άλλες χώρες μπορεί να γίνεται κάτι τέτοιο και κάθε κράτος μπορεί να καθορίζει κάποια όρια και αυτό γίνεται όταν σε αυτό παρουσιάζεται κάποιο πρόβλημα. Εξήγησε ακόμα ότι το Nicarbazin ανήκει στην Ομάδα Α σύμφωνα με την ευρωπαϊκή οδηγία η οποία περιλαμβάνει όλες τις επιβλαβείς για τον άνθρωπο ουσίες των οποίων απαγορεύεται η χρήση. Ο Μ.Κ.4 ήταν ο Αστ. 3129 Σ. Σοφοκλέους είχε πάρει κατάθεση από τον Αντρέα Αρτυματά η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο 4, ιδιοκτήτη του πτηνοσφαγείου στο οποίο σφάχτηκαν τα κοτόπουλα τα οποία είχε αγοράσει από τους κατηγορούμενους. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης με μια εμπεριστατωμένη εισήγηση, υπέβαλε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων στην κατηγορία. Συγκεκριμένα, εισηγήθηκε ότι δεν υπάρχει μαρτυρία η οποία να στοιχειοθετεί βασικά συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Έκαμε εκτενή αναφορά στις πρόνοιες τόσο της κυπριακής όσο και αλλοδαπής νομοθεσίας αλλά και διεθνών οργανισμών για την ουσία Νικαρπαζίνη για την οποία και η κατηγορία. Η μαρτυρία στην οποία βασίζεται η Κατηγορούσα Αρχή το Δικαστήριο θα πρέπει να την αντικρίσει με μεγάλη επιφυλακτικότητα εφόσον το πτηνοτροφείο από σφάγια του οποίου έγινε η δειγματοληψία ευρισκόταν υπό την επίβλεψη των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών του Κράτους και η όλη διαδικασία της σφαγής και της αποστολής τους προς κατανάλωση ήταν υπό την εποπτεία αρμόδιας κτηνιατρικού λειτουργού. Επισημάνθηκαν επίσης παρατυπίες ως προς τη διαδικασία που ακολουθήθηκε από την αρχή με τη δειγματοληψία, τη διακίνηση του δείγματος μέχρι και την διενέργεια των αναλύσεων από το Κρατικό Χημείο. Κατά συνέπεια αυτή η μαρτυρία δεν μπορεί να στηρίξει την κατηγορία, ούτε ακόμα να στηρίξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων. Αντίθετη ήταν η άποψη του συνηγόρου για την Κατηγορούσα Αρχή ο οποίος κάμνοντας και αυτός αναφορά στη μαρτυρία εισηγήθηκε ότι έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και εισηγήθηκε την κλήση τους σε απολογία. Οι αρχές οι οποίες διέπουν το εκ πρώτης όψεως στάδιο είναι γνωστές και δεν επιδέχονται αμφισβήτησης. Η προσέγγιση του θέματος της απόδειξης της υπόθεσης μιας κατηγορίας εκ πρώτης όψεως αναλύεται στην υπόθεση Azinas and Another v. Police, 1981, 2 C.L.R. σελ.
  6. Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133. Στην υπόθεση αυτή ο πρώην Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Πικής, ανέφερε ότι η απαλλαγή του κατηγορουμένου με βάση την έλλειψη στοιχειοθέτησης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δικαιολογείται σύμφωνα με τη Δικαστική Πρακτική του 1962 μόνο σε δύο περιπτώσεις: (α) Όταν δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η κατηγορία λόγω της απουσίας ενός ή περισσότερων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου. Το κριτήριο, όπως αναφέρεται στη συνέχεια της ίδιας υπόθεσης, είναι αντικειμενικό. Το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε εκείνο το στάδιο της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Η απόφαση του περιορίζεται, σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σε εκείνο το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν μια εξήγηση αλλιώς, ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή (βλ. The Police v. Kallenos,
(1980). 1JSC σελ. 145, απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Γ. Νικολάου Ε.Δ. όπως ήταν τότε) Στην Παναγιώτου κ.ά. ν. Αστυνομίας,
(2000)2 Α.Α.Δ. σελ. 191 αναφέρθηκε ότι: "Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη και δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη ...... η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσα στην απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη." Στην αγγλική απόφαση στην υπόθεση R v. Calbraith,
(1981)2 All E.R. 1001 όπου το Αγγλικό Εφετείο αναφέρθηκε στον τρόπο με τον οποίο τα Δικαστήρια πρέπει να προσεγγίζουν εισήγηση από την υπεράσπιση ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση παρατίθεται το πιο κάτω απόσπασμα σε μετάφραση: ¨Πως λοιπόν θα έπρεπε ο δικαστής να προσεγγίσει εισήγηση ότι δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση:
(1)Αν δεν υπήρχε μαρτυρία ότι το υποτιθέμενο αδίκημα διαπράχθηκε από τον κατηγορούμενο δεν θα υπάρξει δυσκολία- ο δικαστής ασφαλώς θα σταματήσει την υπόθεση.
(2)Η δυσκολία αρχίζει εκεί που υπήρξε κάποια μαρτυρία, δεν ήταν όμως αρκετά ισχυρή, επειδή λ.χ. από μόνη της ήταν αδύνατη ή ασαφής ή επειδή ήταν ασυμβίβαστη με άλλη μαρτυρία. (α) εκεί που ο δικαστής θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η μαρτυρία της κατηγορίας, κρινόμενη με τον πιο επιεική τρόπο υπέρ της, ήταν τέτοια που μια ομάδα ενόρκων, ύστερα από σωστή καθοδήγηση, δεν θα μπορούσε να καταδικάσει πάνω στη βάση της, θα αποτελούσε υποχρέωση του δικαστή, ύστερα από εισήγηση από μέρους της υπεράσπισης, να σταματήσει την υπόθεση, (β) εκεί όμως που η μαρτυρία της κατηγορίας ήταν τέτοια που η δύναμη ή η αδυναμία της θα εξαρτιόταν από την αξιολόγηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα ή άλλων ζητημάτων που κρινόμενα γενικά, θα έπεφταν στην αρμοδιότητα των ενόρκων και εκεί που τα γεγονότα θα μπορούσαν να κριθούν με τέτοιο τρόπο που οι ένορκοι, ύστερα από σωστή καθοδήγηση, θα μπορούσαν να οδηγηθούν στο συμπέρασμα της ενοχής του κατηγορουμένου, τότε ο δικαστής οφείλει να αφήσει το ζήτημα να αποφασιστεί από τους ενόρκους...¨ Σε περίπτωση που το Δικαστήριο καλέσει τον κατηγορούμενο σε απολογία έχοντας αποφασίσει ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και ο κατηγορούμενος δεν προσέλθει να καταθέσει και δεν παρουσιάσει μάρτυρες δεν θα σημαίνει ότι το Δικαστήριο κατ΄ ανάγκη θα τον καταδικάσει. Γιατί είναι μόνο στο τελικό στάδιο της υπόθεσης που το Δικαστήριο θα αξιολογήσει σε βάθος την μαρτυρία και την αξιοπιστία των μαρτύρων και αν έχει λογική αμφιβολία για την ενοχή του κατηγορούμενου θα τον αθωώσει έστω και αν προηγουμένως το Δικαστήριο είχε κρίνει ότι η μαρτυρία της κατηγορίας δημιουργούσε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου. Αν πάλι ο κατηγορούμενος έρθει και καταθέσει ή παρουσιάσει μάρτυρες ή και τα δύο και η μαρτυρία αυτή είναι αξιόπιστη πάλι το Δικαστήριο θα ζυγίσει τη μαρτυρία που δόθηκε από τους μάρτυρες κατηγορίας και ανεξάρτητα από την αξιοπιστία ή όχι των μαρτύρων της υπεράσπισης θεωρεί την μαρτυρία που δόθηκε από τους μάρτυρες κατηγορίας ως αναξιόπιστη και ως τέτοια που να μη μπορεί να στηριχθεί πάνω της με τόση βεβαιότητα ώστε να μπορεί να καταδικάσει, οφείλει να αθωώσει τον κατηγορούμενο. Αν φυσικά ο κατηγορούμενος και οι μάρτυρες του ανατρέψουν με αξιόπιστη μαρτυρία τα όσα είπαν οι μάρτυρες κατηγορίας, ή έστω αν δώσουν ένα διαφορετικό χρώμα στη μαρτυρία της κατηγορίας που να συμβιβάζεται με την αθωότητα του κατηγορουμένου, ή αν η μαρτυρία είναι τέτοια που αν δημιουργεί στο Δικαστήριο λογική αμφιβολία, το Δικαστήριο πάλι οφείλει να αθωώσει τον κατηγορούμενο. Το Δικαστήριο για να εισέλθει στον τομέα της εξέτασης των αποτελεσμάτων της εργαστηριακής μελέτης του Γενικού Χημείου και πως κατέληξε στα ευρήματα του όπως και τη διαδικασία που ακολουθήθηκε θα πρέπει να προχωρήσει με την αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του. Τέτοια δυνατότητα σε αυτό το στάδιο, όπως είναι η νομολογία μας δεν παρέχεται. Εκείνο το οποίο αμφισβητείται από ότι αντιλήφθηκα είναι κατά πόσο το νομοθετικό πλαίσιο που διέπει το θέμα επιτρέπει την ύπαρξη κάποιων καταλοίπων της πιο πάνω ουσίας ή όχι ή εάν θα έπρεπε να είχαν καθορισθεί κάποια επιτρεπόμενα όρια με βάσει Κοινοτικές Οδηγίες τις οποίες η Κυπριακή Δημοκρατία ως μέλος πλέον της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει υποχρέωση να εφαρμόζει. Η Μ.Κ.3 η οποία αναφέρθηκε σε αυτό το νομικό πλαίσιο το οποίο λαμβάνει υπόψη το τμήμα της και εφαρμόζει κατά τους εργαστηριακούς ελέγχους, εξήγησε ότι στη Κύπρο δεν επιτρέπονται οποιαδήποτε κατάλοιπα της πιο πάνω ουσίας. Σύμφωνα με το νομικό πλαίσιο που διέπει το θέμα, στο οποίο με παρέπεμψε και ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, δεν παραμένει αμφιβολία ότι η Κυπριακή Νομοθεσία απαγορεύει την ανίχνευση στο κρέας κοτόπουλων οποιουδήποτε ποσοστού της πιο πάνω ουσίας. Επομένως κρίνω ότι δεν υπάρχει αντινομικότητα στη μαρτυρία. Από την άλλη δεν έχουν παρουσιαστεί τέτοιας υφής και σημασίας αντιφάσεις ή κενά ή ασάφειες στη μαρτυρία που παρουσίασε η Κατηγορούσα Αρχή οι οποίες δεν θα επέτρεπαν σε ένα λογικό Δικαστήριο να καταλήξει σε ετυμηγορία ενοχής των κατηγορουμένων. Επαναλαμβάνω ότι σε σχέση με τη διαδικασία που ακολουθήθηκε με τις επιθεωρήσεις που διενεργούνταν ή διενεργήθηκαν πριν τη σφαγή της συγκεκριμένης παρτίδας κοτόπουλων, ο τρόπος και η μέθοδος της δειγματοληψίας και η ακολουθητέα διαδικασία μέχρι και την έκδοση της έκθεσης του Γενικού Χημείου, Τεκ. 3, είναι θέματα τα οποία άπτονται της ενδελεχούς εξέτασης της μαρτυρίας και αξιολόγησης της και επομένως όλα αυτά θα πρέπει να εξετασθούν στο τέλος της δίκης. Καταλήγω ότι με βάσει τη δοθείσα μαρτυρία έχουν αποδειχθεί και τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος στο βαθμό και στο επίπεδο που εξετάζεται στο παρόν στάδιο και ως εκ τούτου θα καλέσω τους κατηγορούμενους να προβάλουν την υπεράσπιση τους. (Εξηγούνται τα δικαιώματα των κατηγορουμένων) (Υπ.)................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.