Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Σταύρου Γιαννή, Αρ. Υπόθεσης:3043 /06, 9 Οκτωβρίου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2006:B6 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ) Ενώπιον: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:3043 /06 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου Κατηγόρου -ν- Σταύρου Γιαννή Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 9 Οκτωβρίου, 2006. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατήγορο: κ. Πίτσιλλου Για τους κατηγορούμενους: κ. Α. Καράς. Κατηγορούμενος παρόν. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εναντίον του κατηγορούμενου καταχωρήθηκε η παρούσα υπόθεση για διάφορα αδικήματα με βάση των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμο Ν.86/1972και Κανονισμούς, στη συνέχεια καταχωρήθηκε και η υπ΄ αριθμό 3301/2006 η οποία αφορά διάφορα αδικήματα κατά παράβαση διατάξεων του Ποινικού Κώδικα (Κεφ. 154). Πριν απαντήσει ο κατηγορούμενος στις κατηγορίες και των δύο υποθέσεων, οι οποίες ζητήθηκε όπως τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου την ίδια ημερομηνία, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου εισηγήθηκε με παραπομπή σε σχετική επί του θέματος νομολογία και αυθεντίες, ότι υπάρχει κατάχρηση διαδικασίας εκ μέρους του κατηγόρου με την καταχώρηση δύο κατηγορητηρίων. Ορισμένα από τα αδικήματα, όπως ανέφερε, έχουν συμπεριληφθεί και στα δύο κατηγορητήρια και είναι παρεμφερή μεταξύ τους, τα οποία διαπράχθηκαν την ίδια ημερομηνία, στον ίδιο τόπο και κατά το ίδιο επεισόδιο. Εισηγήθηκε ότι επιβάλλεται η επέμβαση του Δικαστηρίου και η καταστολή αυτού του χειρισμού της υπόθεσης εκ μέρους του κατηγόρου έτσι, που οι υποθέσεις που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος να μην απολήγουν σε καταδίωξη του και δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων του, εφόσον καλείται να υπερασπιστεί σε δύο υποθέσεις στις οποίες θα ακουστούν τα ίδια γεγονότα, ενώ θα μπορούσε κάλλιστα να είχε καταχωρηθεί μια υπόθεση. Θα υπάρξει περιπλοκή στη διαδικασία εκδίκασης τους εφόσον θα προκύψει θέμα σύνθεσης του Δικαστηρίου το οποίο δεν είναι δυνατόν να ακούσει και να αποφανθεί επί των ιδίων γεγονότων δύο φορές και μάλιστα εν΄ όψη της ιδιομορφίας λειτουργίας του ποινικού δικαστηρίου στο Παραλίμνι. Με δεδομένο ότι θα προκληθεί ταλαιπωρία και επιπρόσθετο κόστος στον κατηγορούμενο, θα μπορούσε κάλλιστα να είχε καταχωρηθεί μια υπόθεση. Όλα τα πιο πάνω δεν διαφοροποιήθηκαν ούτε με την μεταγενέστερη αναστολή της ποινικής δίωξης των δύο πρώτων από τις κατηγορίες της υπ΄ αριθμό 3043/06 υπόθεσης. Στα πιο πάνω δεν υπήρξε οποιαδήποτε αντίδραση εκ μέρους της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, κατά πόσο δηλαδή είναι δικονομικά έγκυρο αυτό το διάβημα σε αυτό το στάδιο. Ήταν η εισήγηση της κας Πίτσιλλου ότι δεν υπάρχει κατάχρηση της διαδικασίας και ότι τα αδικήματα των δύο υποθέσεων είναι διαφορετικής φύσης εφόσον, αυτά της υπόθεσης 3043/06 είναι καθαρά τροχαία αδικήματα βασιζόμενα στον περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμο και Κανονισμούς ενώ τα αδικήματα της υπόθεσης 3301/2006 βασίζονται σε διατάξεις του Ποινικού Κώδικα. Η καταχώρηση δύο υποθέσεων εξυπηρετεί τις ανάγκες της απονομής της δικαιοσύνης και δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε επίδραση η σύνθεση του Δικαστηρίου, όπως αυτό λειτουργεί στο Παραλίμνι, με την εκδίκαση τόσο των τροχαίων αδικημάτων όσο και των ποινικών. Δεν είναι γνωστό πότε θα εκδικασθούν αυτές και πια θα είναι κάθε φορά η σύνθεση του Δικαστηρίου, όταν αυτό θα επιληφθεί των υποθέσεων σε ακροαματική διαδικασία, εάν θα υπάρξει μη παραδοχή σε αυτές. Εν πάση περιπτώσει δεν βλέπει πως παραβιάζονται τα δικαιώματα του κατηγορουμένου. Εάν η ένσταση εδράζεται στο Άρθρο 66 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου* αυτή θα έπρεπε να αφορά αποκλειστικά και μόνο την εκ πρώτης όψεως ύπαρξη τυπικού μειονεκτήματος του κατηγορητηρίου (βλ. Γαβριηλίδης v. Κοινοτικού Συμβουλίου Αγίου Τύχωνα
(2002)2 Α.Α.Δ. σελ. 251). Ως προς το στάδιο της δίκης κατά το οποίο εξετάζεται ισχυρισμός κατηγορουμένου για παράβαση δικαιώματος του για δίκαιη δίκη θα έλεγα και πάλιν ότι δικονομικά το διάβημα είναι άκαιρο (βλ. Δημοκρατία v. Ford (Αρ. 2) 2 Α.Α.Δ. σελ. 232). Θα είχε βάση εάν εξακολουθούσε ο κατηγορούμενος να αντιμετωπίζει τις κατηγορίες όπως ήταν το αρχικά καταχωρηθέν κατηγορητήριο στην υπόθεση 3043/2006, πριν δηλαδή ανασταλούν οι δύο πρώτες κατηγορίες των οποίων ασφαλώς τα γεγονότα συνέπιπταν με αυτά των αδικημάτων της υπόθεσης 3301/2006 έστω και εάν βασίζονται σε διαφορετική νομοθεσία. Παρόλα αυτά θα προχωρήσω στην εξέταση της ένστασης στην ουσία της αναλύοντας τη νομική πτυχή που διέπει το θέμα, της άσκησης δηλαδή των εξουσιών του Γενικού Εισαγγελέως για την ποινική δίωξη αδικοπραγούντων και κατά πόσο στη προκειμένη περίπτωση η επιλογή του να καταχωρήσει δύο χωριστά κατηγορητήρια θα μπορούσε να αναχθεί σε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας με την ταυτόχρονη παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου. * ¨Οποιαδήποτε ένσταση στο κατηγορητήριο ή σε κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο για οποιοδήποτε εκ πρώτης όψεως τυπικό μειονέκτημα αυτού προβάλλεται αμέσως μετά την ανάγνωση στον κατηγορούμενο του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο και προτού αυτός απαντήσει σε αυτό αλλά όχι αργότερα¨. Σύμφωνα με το Άρθρο 113 παρ. 2 του Συντάγματος μας: ¨Ο Γενικός Εισαγγελεύς της Δημοκρατίας έχει εξουσίαν κατά την κρίσιν αυτού προς το δημόσιον συμφέρον να κινή, διεξάγη, επιλαμβάνηται και συνεχίζη ή διακόπτη οιανδήποτε διαδικασίαν ή διατάσση δίωξιν καθ΄οιουδήποτε προσώπου εν τη Δημοκρατία δι΄οιονδήποτε αδίκημα. Η τοιαύτη εξουσία δύναται να ασκήται υπό του Γενικού Εισαγγελέως της Δημοκρατίας είτε αυτοπροσώπως είτε δι΄υπαλλήλων υπαγομένων εις αυτόν ενεργούντων υπό και συμφώνως προς τας οδηγίας αυτού¨. Η άσκηση των πιο πάνω εξουσιών του Γενικού Εισαγγελέα εμπίπτει στην αποκλειστική του αρμοδιότητα. Η Αστυνομία, εν προκειμένω ο Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου, υπόκειται στις οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα σύμφωνα με τον περί Αστυνομίας Νόμο (Ν.73
(1)/2004 Άρθρο 26) για την καταχώρηση οποιασδήποτε καταγγελίας ή κατηγορίας ενώπιον των Δικαστηρίων εναντίον οποιουδήποτε προσώπου. Ο Γενικός Εισαγγελέας κατά την άσκηση των Συνταγματικών του εξουσιών σε σχέση με ποινικές διώξεις έχει ελευθερία να ενεργεί κατά την κρίση του με γνώμονα τις απαιτήσεις του δημοσίου συμφέροντος. Θεωρώ σκόπιμο, σε αυτό το στάδιο, να παραθέσω τα αδικήματα των δύο υποθέσεων. Στην υπόθεση 3043/2006, μετά την αναστολή των κατηγοριών 1 και 2, παραμένουν οι κατηγορίες 3 και 4. Η 3η κατηγορία αφορά το αδίκημα της οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος χωρίς σιγαστήρα ή άλλη συσκευή για τη μείωση του θορύβου από τη διαφυγή των αερίων της μηχανής στην ατμόσφαιρα και η 4η κατηγορία αφορά το αδίκημα της χρήσης μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς άδεια κυκλοφορίας. Στην υπόθεση 3301/2006 ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες: Στην 1η κατηγορία το αδίκημα των απερίσκεπτων και αμελών πράξεων, στις κατηγορίες 2 και 3 αδικήματα επίθεσης και πρόκλησης πραγματικής σωματικής βλάβης και στις κατηγορίες 4 και 5 αδικήματα εσκεμμένης παρεμπόδισης οργάνων τηρήσεως της τάξεως κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος τους. Είναι παραδεκτό ότι τα αδικήματα και των δύο υποθέσεων διαπράχθηκαν στις 4.02.2006 στο Λιοπέτρι της Επαρχίας Αμμοχώστου. Η αναστολή, διακοπή ή απόρριψη της υπόθεσης για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας χωρεί μόνο εφόσον απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του αντιδίκου. Η διαδικασία για πάταξη τέτοιων περιπτώσεων είναι σύμφυτη χωρίς να έχει οποιαδήποτε νομοθετική προέλευση. Είναι μια εξουσία αυτονόητη και απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και την αξιοπιστία των θεσμών και μέσων επίτευξης των στόχων της. Η θεωρία της σύμφυτης δικαιοδοσίας των δικαστηρίων υπήρξε αντικείμενο σε άρθρο του Sir Jack I.H. Jacob με τίτλο "The Inherent Jurisdiction of the Court
(1970)C.L.P. 23. Με την πάροδο του χρόνου η σύμφυτη δικαστική εξουσία εμπεδώθηκε σε διαφορετικούς κλάδους δικαίου. Ένα παράδειγμα στο οποίο εκδηλώθηκε είναι η καταχρηστική προσφυγή στις διαδικασίες. Είναι πια εμπεδωμένο ότι επιβάλλεται η περιστολή της χρήσης διαδικασίας όταν διαστρεβλώνεται ο σκοπός της ύπαρξής της (βλ. Χαραλαμπίδης v. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. σελ. 522 στη σελ. 530). . Στην υπόθεση Walpole v. Partidge and Wilson
(1994)1 All E.R. 385 τονίστηκε ότι το Δικαστήριο πρέπει να βεβαιώνεται, σε κάθε περίπτωση, ότι η διαδικασία είναι τόσο καθαρά και έντονα καταχρηστικής φύσεως ώστε να δικαιολογείται η καταστολή της με το κατάλληλο διάταγμα. Η άσκηση τέτοιας δραστικής εξουσίας πρέπει να ασκείται φειδωλά, μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και η κάθε υπόθεση να εξετάζεται υπό το πρίσμα των δικών της πραγματικών περιστατικών (βλ. Lawrance v. Norreys
(1890)15 App. cas. 210,219). Στην υπόθεση Διευθυντής Φυλακών ν. Περέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ. 217 ο τότε πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κ. Πικής, διέγραψε τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα και το σκοπό που διαπνέει την εξουσία των Δικαστηρίων για καταστολή κατάχρησης των διαδικασιών, υπογραμμίζοντας τα ακόλουθα: «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι΄ αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου.» Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Beogradska DD,
(1996)1 A.A.Δ. 911 λέχθηκαν τα ακόλουθα: ¨Σε περιπτώσεις κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας με επιδίωξη του ίδιου σκοπού με διαφορετικά ένδικα μέσα, το Δικαστήριο έχει στη διάθεση του τόσο το μέτρο της απόρριψης όσο και εκείνο της αναστολής¨. Αναγνωρίστηκε από τη νομολογία μας ότι ποινική διαδικασία μπορεί να ανασταλεί εφόσον διαπιστώνεται ότι η συνέχιση της θα συνιστούσε κατάχρηση του δικαιώματος του κατήγορου να προσφύγει στο Δικαστήριο. Εξηγήθηκε ότι πρόκειται για εξουσία η οποία ασκείται σε εξαιρετικές περιπτώσεις και μόνο όπου διαπιστώνεται ότι η διαδικασία απολήγει σε κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου (βλ. Έλληνας v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 149). Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές που διέπουν το θέμα καταλήγω ότι η καταχώρηση ξεχωριστών κατηγορητηρίων για αδικήματα διαφορετικής φύσης (τροχαία - ποινικά) δεν καθιστούν την όλη διαδικασία που επελέγη από την Κατηγορούσα Αρχή καταχρηστική και παραβιάζουσα συνταγματικά ή οποιαδήποτε άλλα δικαιώματα του κατηγορουμένου. Ούτε απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του που θα είχε ως συνέπεια την μη δίκαιη δίκη. Δεν διαφάνηκε επίσης ότι με την καταχώρηση των δύο κατηγορητηρίων εξυπηρετείται οποιοσδήποτε αλλότριος σκοπός. Είθισται σε τέτοιες περιπτώσεις όπου ένας κατηγορούμενος αντιμετωπίζει αυτή την ποικιλομορφία κατηγοριών να καταχωρούνται χωριστά κατηγορητήρια, αυτό δεν συνεπάγεται κατ΄ ανάγκη πολλαπλότητα διαδικασιών ή περιπλοκή ή παραβίαση δικαιωμάτων ενός κατηγορούμενου. Το γεγονός ότι τα τροχαία αδικήματα συνέπεσε να αποκαλυφθούν κατά το επεισόδιο όπου ο κατηγορούμενος φέρεται ότι διέπραξε τα υπόλοιπα ποινικά αδικήματα δεν είναι παρά τυχαίο. Πολλές φορές, και σε αυτό αποσκοπεί, η επιλογή του διαχωρισμού των αδικημάτων, οδηγεί στην γρήγορη και πιο αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης που είναι ο στόχος όλων. Σημειώνω ότι η εκδίκαση των τροχαίων αδικημάτων της υπόθεσης 3043/2006 που έχουν απομείνει, μετά την αναστολή των δύο πρώτων κατηγοριών, είναι απλή και μπορεί να αποπερατωθεί μέσα σε ελάχιστο χρόνο, χωρίς να απαιτηθεί να ακουσθεί μαρτυρία η οποία κατ΄ ανάγκη θα συμπλέκει τα γεγονότα της μιας υπόθεσης με αυτά της άλλης. Επομένως, κρίνω ότι δεν συντρέχει στην περίπτωση οποιοσδήποτε φόβος για παραβίαση δικαιωμάτων του κατηγορουμένου. Η ιδιομορφία που χαρακτηρίζει την λειτουργία ποινικού δικαστηρίου στο Παραλίμνι δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε επίδραση. Αν κριθεί, όταν έρθει η ώρα, ότι ο Δικαστής που θα εκδικάσει την πρώτη εκ των δύο υποθέσεων και θα ακούσει γεγονότα, θα πρέπει για οποιονδήποτε λόγο να εξαιρεθεί, αυτό είναι θέμα το οποίο θα εξετασθεί στην ώρα του και αφορά διοικητική ρύθμιση. Καταλήγω ότι το αίτημα της υπεράσπισης, για καταστολή της δικαστικής διαδικασίας με ανακοπή ή καταστολή της ή οποιαδήποτε άλλη ρύθμιση της, όπως θα ήταν για παράδειγμα η τροποποίηση των κατηγορητηρίων, έτσι ώστε να προστεθούν οι κατηγορίες του ενός κατηγορητηρίου στο άλλο, κατά τρόπο που να προέκυπτε στο τέλος ένα κατηγορητήριο, δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. (Υπ.).................................. Χρήστος Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο