← Κύπρος

Αστυνομία ν. Κώστα Κοσμά Κούκου, Αρ. Υπόθεσης: 3760/2005, 20 Οκτωβρίου, 2006

Αστυνομία ν. Κώστα Κοσμά Κούκου, Αρ. Υπόθεσης: 3760/2005, 20 Οκτωβρίου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2006:B8 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ. Ενώπιον:- Χρήστος Γ. Φιλίππου Αρ. Υπόθεσης: 3760/2005 Α σ τ υ ν ο μ ί α - ν - Κώστα Κοσμά Κούκου Κατηγορουμένου ------- Ημερομηνία: 20 Οκτωβρίου, 2006 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Πίτσιλλου Για τον κατηγορούμενο: κ. Θ. Θωμά Κατηγορούμενος παρών. --------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τρεις κατηγορίες. Η 1η για το αδίκημα της διαφθοράς νεαρής γυναίκας ηλικίας δεκατριών χρονών μέχρι δεκαεπτά κατά παράβαση του άρθρου 154 του Κεφ. 154, η 2η για το αδίκημα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης προσώπων κατά παράβαση των άρθρων 1, 3

(1)(γ)
(2)(β) και η 3η για το αδίκημα του ζείν εκ κερδών πορνείας κατά παράβαση του άρθρου 164
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  1. Το αδίκημα της 1ης κατηγορίας φέρεται ότι το διέπραξε μεταξύ της 1.10.2004 και 31.10.2004, αυτά δε των κατηγοριών 2 και 3 μεταξύ των ημερομηνιών 1.10.2004 και 31.12.
  2. Εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής προσφέρθηκε μαρτυρία προς απόδειξη των πιο πάνω κατηγοριών εκ μέρους τεσσάρων μαρτύρων κατηγορίας (M.K.). Επειδή η δίκη διεξήχθη κεκλεισμένων των θυρών για ευνόητους λόγους όπου αναφέρονται τα ονόματα της παραπονούμενης και της μητέρας της θα αναγράφονται με τα αρχικά τους, το δε χωριό τους θα αναφέρεται απλώς ως «το χωριό». Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει τις κατηγορίες εναντίον του κατηγορουμένου στηρίζεται κατά κύριο λόγο στη μαρτυρία της Ε.Σ. (Μ.Κ.1) που είναι η παθούσα ή παραπονούμενη. Καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου υιοθέτησε το περιεχόμενο των δύο καταθέσεων της που είχε δώσει στην αστυνομία στις 14.05.2005, όταν συνελήφθη να εκδίδεται με πελάτη σε δωμάτιο ξενοδοχείου της Αγίας Νάπας. Κατά τη διάρκεια της ένορκης προφορικής της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου τόσο κατά την κυρίως εξέταση της, σε διευκρινιστικές ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν, όσο και κατά την έντονη αντεξέταση της, επέμενε στη θέση της ότι δηλαδή πριν ακόμα κλείσει τα δεκαεπτά της χρόνια στις 19.11.2004 είχε έρθει προηγουμένως σε σεξουαλική επαφή με τον κατηγορούμενο σε δύο περιπτώσεις. Η πρώτη όταν για πρώτη φορά τον γνώρισε ¨για να τη δοκιμάσει¨ όπως της είπε για να την προωθήσει αργότερα με πελάτες, όπως είχαν συμφωνήσει, και η δεύτερη αργότερα τον Οκτώβριο του
  3. Είχαν συμφωνήσει ακόμα, όπως ισχυρίστηκε, να της βρίσκει πελάτες για να κάμνουν έρωτα επί πληρωμή και να μοιράζονται τα κέρδη. Αυτό έγινε με διάφορους πελάτες τους οποίους συναντούσε αρχικά στην μάντρα του στη Σωτήρα και ακολούθως σε διάφορα διαμερίσματα στη Λάρνακα το χρονικό διάστημα μεταξύ Σεπτεμβρίου 2004 και Νοεμβρίου 2004 και αποκόμισαν από αυτή τη δουλειά από Λ.Κ.2.000 περίπου. Δείχνοντας τον κατηγορούμενο με παρατεταμένο το χέρι και συναισθηματικά πλήρως φορτισμένη, απέναντι της στο εδώλιο, επανειλημμένα ανέφερε ότι ήταν αυτός που την παρότρυνε να εκδίδεται έναντι αμοιβής, ενώ σαν μεγάλος που ήταν, θα έπρεπε, όπως είπε, εφόσον του ανάφερε ότι ήθελε να βρει δουλειά που να της επιτρέπει να κερδίζει χρήματα, να της έβρισκε μια δουλειά της προκοπής. Καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου, προέκυψαν πολλά γεγονότα τα οποία αφορούσαν την ίδια αλλά και την περίοδο της γνωριμίας τους με τον Κατηγορούμενο. Ανέφερε ότι είχε για πρώτη φορά σαρκική επαφή όταν ήταν 15 ½ χρόνων με το αγόρι της. Ότι ήθελε να έχει δικά της χρήματα εφόσον δεν της αρκούσε το χαρτζιλίκι που έπαιρνε από τους γονείς της. Ότι για την ηλικία της φαινόταν μεγαλύτερη εφόσον όταν ακόμα αυτή ήταν 16 χρονών την έβαζαν για 20-22 χρόνων. Ότι της είχε τηλεφωνήσει στο κινητό της τηλέφωνο ο κατηγορούμενος και της πρότεινε να της βρίσκει πελάτες και να μοιράζονται τα κέρδη, παρόλο ότι του είχε πει ότι δεν είχε ξανακάνει αυτή τη δουλειά. Βέβαια πρώτα της είχε τεθεί ο όρος να την ¨δοκιμάσει¨ ο ίδιος, χωρίς να της ζητήσει την ταυτότητα της, όμως γνώριζε ότι ήταν κάτω των δεκαεπτά χρόνων εφόσον αναφερόμενη, προς τούτο, σε κάποιο επεισόδιο όπου ο κατηγορούμενος σε τηλεφωνική επαφή που είχε με ενδιαφερόμενο πελάτη, στην παρουσία της, την είχε συστήσει ως ¨εν μικρό κυπραιούϊ 16 χρονών¨. Ότι την έπαιρνε βράδυ από το σπίτι της και την μετέφερε εκεί όπου θα συναντούσε τους πελάτες της αρχικά σε δωμάτιο στην μάντρα του και στη συνέχεια σε διάφορα διαμερίσματα στη Λάρνακα. Ότι στην αρχή οι πελάτες πλήρωναν τον κατηγορούμενο αλλά αργότερα και την ίδια, κάποτε όμως την τιμή την καθόριζε και η ίδια με τους δικούς της όρους. Ότι κάποια μέρα μετά που σταμάτησαν την συνεργασία τους, επειδή στο μεταξύ είχε συνάψει σχέσεις με κάποιον από το Αυγόρου, επειδή ο κατηγορούμενος της χρωστούσε χρήματα είχε εισέλθει στα υποστατικά του και έκλεψε από αυτόν το ποσό των Λ.Κ.200,00 πράγμα που το έμαθε αλλά δεν γνώριζε εάν την είχε καταγγείλει γι΄αυτό το γεγονός στην αστυνομία. Αυτή μετά την λήξη της συνεργασίας της με τον κατηγορούμενο εξακολουθούσε να λαμβάνει τηλεφωνήματα και έβγαινε με άνδρες επί πληρωμή. Τέλος, με την έναρξη της κατάθεσης της δήλωσε ότι τα όσα ανέφερε στην 1η της κατάθεση, περί γνώσης της οικογένειας της για τη δουλειά που έκαμνε, τα είχε καταθέσει από φόβο, όταν την συνέλαβε η αστυνομία και ότι αυτά δεν ανταποκρίνονταν στην αλήθεια. Ο Αστ. 3488 Μ. Χρίστου (Μ.Κ.2) κατέθεσε την κατάθεση του ως Τεκμήριο 3 την οποία και υιοθέτησε. Σε αυτή αναφέρεται στη σύλληψη του κατηγορούμενου στις 14.05.
  4. Όταν του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του αυτός του ανέφερε τη λέξη «τέλεια». Αυτό το είχε αναγράψει και στο πίσω μέρος του εντάλματος σύλληψης το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  5. Στην αντεξέταση του διευκρίνισε, ότι είχε τηλεφωνήσει στον κατηγορούμενο, ο οποίος οικειοθελώς μετέβη στα γραφεία του ΤΑΕ Αμμοχώστου μετά την πάροδο 1 - 2 ωρών εφόσον, όταν του τηλεφώνησε του είχε πει ότι ήταν έξω στους αγρούς με το κοπάδι του. Ο Μ.Κ.3 ήταν ο Αστ. 2214 Α. Χ΄ Κακού. Υιοθέτησε την κατάθεση του η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  6. Σε αυτήν αναφέρεται στις συνθήκες εντοπισμού της Μ.Κ.1 στις 14.05.05 σε διαμέρισμα του ξενοδοχείο Napa View στην Αγία Νάπα μετά από την έκδοση σχετικού εντάλματος έρευνας, μετά από πληροφορία ότι στο μέρος διεξαγόταν πορνεία και γινόταν χρήση κάνναβης. Η Μ.Κ.1 του είχε αναφέρει ότι πριν κλείσει το 17ο έτος της ηλικίας της, από τις αρχές Σεπτεμβρίου του 2004 ήρθε σε συνουσία μαζί της στο χωριό της ο κατηγορούμενος και ότι μεταξύ των μηνών Σεπτεμβρίου και Νοεμβρίου του 2004 αυτός την εξωθούσε στην πορνεία στην οικία του στη Σωτήρα. Ήταν ο ίδιος που πληροφόρησε τον κατηγορούμενο για τη διερευνούμενη υπόθεση εναντίον του και όταν του είχε επιστήσει την προσοχή στο νόμο αυτός του απάντησε «Εγώ την κοπελούα τούτη εγάμησα την τζιαι ότι έκαμα μαζί της να σου τα πω να τα γράψεις». Είχε λάβει θεληματική κατάθεση από τον κατηγορούμενο και αργότερα τον κατηγόρησε γραπτώς για τα αδικήματα που αντιμετωπίζει. Η μητέρα της Μ.Κ.1 Μ. Σ. του είχε παραδώσει το πιστοποιητικό γεννήσεως της κόρης της το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  7. Η κατάθεση του κατηγορουμένου σημειώθηκε ως Τεκμήριο 7 και η γραπτή κατηγορία ως Τεκμήριο
  8. Κατά την αντεξέταση του εξήγησε ότι από ότι θυμόταν στη διερεύνηση της υπόθεσης είχε αναμειχθεί και η ΥΚΑΝ. Δεν θυμόταν εάν η Μ.Κ.1 του είχε πει ότι εκτός από τον κατηγορούμενο και τους πελάτες, που αυτός της έβρισκε, είχε προηγουμένως πάει και με άλλους άντρες. Παρόλο ότι η Μ.Κ.1 του είχε πει ότι θα τον βοηθούσε με την ανεύρεση των πελατών της, εντούτοις αυτή δεν το έκαμε. Δεν είχε επισκεφθεί το σπίτι του κατηγορούμενου παρόλο ότι το γνώριζε. Ο κατηγορούμενος κατά τη λήψη της κατάθεσης του δεν του είχε διευκρινίσει αν είχε έρθει σε σεξουαλική επαφή με την Μ.Κ.1 πριν αυτή κλείσει τα δεκαεπτά της ή αργότερα. Όταν είχε κατηγορήσει γραπτώς τον κατηγορούμενο αυτός του απάντησε ότι είχε ρωτήσει την Μ.Κ.1 πόσων χρονών ήταν και αυτή του είχε πει πως ήταν δεκαεπτά χρονών. Από την Μ.Κ.1 είχαν ληφθεί μόνο δυο καταθέσεις και όχι οποιαδήποτε τρίτη κατάθεση. Από τις καταθέσεις της μάρτυρος δεν είχε προκύψει μαρτυρία για στοιχειοθέτηση αδικημάτων εναντίον των Κύπρου Κυπριανού και Παύλου Παυλίδη στους οποίους έκαμνε αναφορά στις καταθέσεις της η Μ.Κ.1 και είναι αυτός ο λόγος που δεν τους απαγγέλθηκαν κατηγορίες. Παραδέχθηκε ότι η μόνη μαρτυρία για την όλη υπόθεση προέρχεται από την ίδια την Μ.Κ.
  9. Δεν θεώρησε απαραίτητο να διερευνήσει κατά πόσο η Μ.Κ.1 είχε έρθει σε σεξουαλική επαφή προηγουμένως με το αγόρι της και δεν θυμόταν εάν του είχε αναφέρει η ίδια κάτι τέτοιο και ούτε την ρώτησε με πόσους άνδρες είχε πάει πριν τον Νοέμβριο του 2004, πριν γίνει δηλαδή 17 χρονών. Σε σχέση με την παραδοχή της Μ.Κ.1 για την κλοπή χρημάτων από τον κατηγορούμενο, ανέφερε ότι δεν υπήρξε παράπονο εκ μέρους του. Δεν είχε εξετάσει επίσης το κατά πόσο η ίδια η Μ.Κ.1 εκδιδόταν από μόνη της εφόσον κάτι τέτοιο δεν φάνηκε μέσα από τις καταθέσεις. Στην επανεξέταση του διευκρίνισε ότι γνωρίζει ότι στην περιοχή της Σωτήρας ο κατηγορούμενος είχε μάντρα όπου υπάρχει και κτίριο το οποίο θεωρείται και οικία. Δεν απέκλεισε πριν πάρει κατάθεση από την Μ.Κ.1 να κράτησε κάποιες σημειώσεις σε πρόχειρο χαρτί. Η Μ.Κ.4 Μ. Σ. είναι η μητέρα της Μ.Κ.1, η κατάθεση της σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  10. Αναφέρει σε αυτή ότι η Μ.Κ.1 γεννήθηκε στις 19.11.
  11. Η συμπεριφορά της τα τελευταία δύο - τρία χρόνια, πριν την λήψη της κατάθεσης της, είχε αλλάξει και είχε γίνει αντιδραστική και δημιουργούσε προβλήματα στην οικογένεια. Είχε αντιληφθεί ότι το βράδυ όταν κοιμόντουσαν στο σπίτι η Μ.Κ.1 έφευγε κρυφά, πάντοτε όμως επέστρεφε πίσω. Δεν είχε αντιληφθεί ότι η θυγατέρα της εκδιδόταν επί πληρωμή. Εξέφρασε παράπονο εναντίον οποιουδήποτε είχε εκμεταλλευτεί την κόρη της. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 6 ως το πιστοποιητικό γεννήσεως της κόρης της το οποίο είχε παραδώσει στον Μ.Κ.
  12. Τον κατηγορούμενο για πρώτη φορά τον έβλεπε στο Δικαστήριο. Είχε μάθει ότι ήταν αυτός που πουλούσε την κόρη της το βράδυ που την έπιασαν και είχαν μεταβεί στον σταθμό. Κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι η Μ.Κ.1 δεν της είχε δώσει ποτέ την εντύπωση ότι διατηρούσε κάποιον δεσμό, ούτε εάν είχε σαρκική επαφή από τα 13 της χρόνια. Από ότι της είχε πει η κόρη της γνώριζε τον κατηγορούμενο από τα 13 της χρόνια. Ποτέ η κόρη της δεν είχε απουσιάσει από το σπίτι για κάποιες μέρες, ούτε και της είχε πει στις 14.05.04, που όπως της υποβλήθηκε ήταν Αγία Παρασκευή, ότι θα απουσίαζε για κάποιες ημέρες με φίλη της για να μείνει σε κάποιο ξενοδοχείο. Είχε πληροφορηθεί αυτό το γεγονός από την Αστυνομία στις 14.05.
  13. Ποτέ δεν είχε δει τον κατηγορούμενο να παραλαμβάνει την κόρη της από το σπίτι της. Ποτέ δεν είχε βρει περισσότερα χρήματα στην κατοχή της κόρης της και αρνήθηκε ότι η κόρη της είχε μπλεξίματα με τα ναρκωτικά και γι΄αυτό επαρακολουθείτο το σπίτι τους από την αστυνομία, καθώς εάν συνέβαινε κάτι τέτοιο σίγουρα θα το καταλάβαινε. Το βράδυ που συνελήφθη η κόρη της δεν ξέρει κατά πόσο ήταν και ο κατηγορούμενος εκεί στο ξενοδοχείο. Για τον κατηγορούμενο της είχε μιλήσει η κόρη της αργότερα χωρίς να της δώσει περισσότερες λεπτομέρειες. Ποτέ δεν είχε αντιληφθεί εάν η κόρη της προηγουμένως είχε δεσμό με κάποιο αγόρι. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης υπέβαλε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου σε καμιά από τις κατηγορίες. Συγκεκριμένα, εισηγήθηκε ότι δεν υπάρχει μαρτυρία η οποία να στοιχειοθετεί βασικά συστατικά στοιχεία των αδικημάτων. Η μαρτυρία στην οποία βασίζεται η Κατηγορούσα Αρχή η οποία βασικά προέρχεται από την Μ.Κ.1 της οποίας την μαρτυρία το Δικαστήριο θα πρέπει να αντικρίσει με μεγάλη επιφυλακτικότητα αφού έβριθε από αντιφάσεις σε τέτοιο βαθμό που την καθιστούσε αντινομική. Κατά συνέπεια αυτή η μαρτυρία δεν μπορεί να στηρίξει τις κατηγορίες και κατά κύριο λόγο αυτές της 2ης και 3ης κατηγορίας ούτε ακόμα να στηρίξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου. Αντίθετη ήταν η άποψη της ευπαίδευτης συνηγόρου για την Κατηγορούσα Αρχή η οποία κάμνοντας και αυτή αναφορά στη μαρτυρία εισηγήθηκε ότι έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων όλων των κατηγοριών και εισηγήθηκε την κλήση του σε απολογία σε όλες τις κατηγορίες. Οι αρχές οι οποίες διέπουν το εκ πρώτης όψεως στάδιο είναι γνωστές και δεν επιδέχονται αμφισβήτησης. Η προσέγγιση του θέματος της απόδειξης της υπόθεσης μιας κατηγορίας εκ πρώτης όψεως αναλύεται στην υπόθεση Azinas and Another v. Police, 1981, 2 C.L.R. σελ.
  14. Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133. Στην υπόθεση αυτή ο πρώην Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Πικής, ανέφερε ότι η απαλλαγή του κατηγορουμένου με βάση την έλλειψη στοιχειοθέτησης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης διακιολογείται σύμφωνα με τη Δικαστική Πρακτική του 1962 μόνο σε δύο περιπτώσεις: (α) Όταν δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η κατηγορία λόγω της απουσίας ενός ή περισσότερων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου. Το κριτήριο, όπως αναφέρεται στη συνέχεια της ίδιας υπόθεσης, είναι αντικειμενικό. Το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε εκείνο το στάδιο της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Η απόφαση του περιορίζεται, σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σε εκείνο το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν μια εξήγηση αλλιώς, ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή (βλ. The Police v. Kallenos,
(1980). 1JSC σελ. 145, απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Γ. Νικολάου Ε.Δ. όπως ήταν τότε) Στην Παναγιώτου κ.ά. ν. Αστυνομίας,
(2000)2 Α.Α.Δ. σελ. 191 αναφέρθηκε ότι: "Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη και δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη ...... η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσα στην απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη." Το αδίκημα της 1ης κατηγορίας προβλέπεται από το Άρθρο 154 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Καθορίζει τα ακόλουθα σύμφωνα με την τροποποίηση που επήλθε σε αυτό με τον Νόμο 145
(1)/2002 που τέθηκε σε εφαρμογή στις 26.07.2002: ¨Όποιος παράνομα έρχεται σε συνουσία ή αποπειράται παράνομη συνουσία με νεαρή γυναίκα που έχει ηλικία δεκατριών ή άνω και κάτω των δεκαεπτά χρόνων, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία χρόνια΄ και Νοείται ότι, για σκοπούς του παρόντος άρθρου, η συνουσία ή η απόπειρα διάπραξης της, δε θεωρείται παράνομη, και δε διαπράττεται αδίκημα κατά παράβαση του άρθρου, σε περίπτωση που κατά το χρόνο διάπραξης, νεαρή γυναίκα είναι παντρεμένη με άντρα που έρχεται ή αποπειράται να έρθει σε συνουσία μαζί της¨. Το αδίκημα της 2ης κατηγορίας προβλέπεται στο Άρθρο 3
(1)(γ),
(2)(β) του περί Καταπολέμησης της Εμπορίας Προσώπων και περί Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Ανηλίκων του 2000 ( Ν. 3
(1)/2000). Το Άρθρο 3
(1)(γ) καθορίζει τα πιο κάτω: ¨Απαγορεύεται η σεξουαλική εκμετάλλευση ή η κακοποίηση ανηλίκων¨. Το Άρθρο 3
(2)(β) προβλέπει τα πιο κάτω: ¨Όποιος ενεργεί κατά παράβαση των απαγορεύσεων που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)(γ) και (δ) διαπράττει αδίκημα και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα είκοσι έτη¨. Το αδίκημα της 3ης κατηγορίας προβλέπεται από το Άρθρο 164
(1)(α) του Ποινικού Κώδικα (Κεφ. 154) το οποίο καθορίζει τα πιο κάτω: ¨Όποιος ή όποια που εν γνώσει του ζει εξ ολοκλήρου ή μερικώς από κέρδη πορνείας, που ασκείται μεταξύ προσώπων είτε του ίδιου ή διαφορετικού φύλου είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη¨. Στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης χρήσιμη είναι η αναφορά και στην αγγλική απόφαση στην υπόθεση R v. Calbraith,
(1981)2 All E.R. 1001 όπου το Αγγλικό Εφετείο αναφέρθηκε στον τρόπο με τον οποίο τα Δικαστήρια πρέπει να προσεγγίζουν εισήγηση από την υπεράσπιση ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Παραθέτω πιο κάτω σχετικό απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση σε μετάφραση: ¨Πως λοιπόν θα έπρεπε ο δικαστής να προσεγγίσει εισήγηση ότι δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση:
(1)Αν δεν υπήρχε μαρτυρία ότι το υποτιθέμενο αδίκημα διαπράχθηκε από τον κατηγορούμενο δεν θα υπάρξει δυσκολία- ο δικαστής ασφαλώς θα σταματήσει την υπόθεση.
(2)Η δυσκολία αρχίζει εκεί που υπήρξε κάποια μαρτυρία, δεν ήταν όμως αρκετά ισχυρή, επειδή λ.χ. από μόνη της ήταν αδύνατη ή ασαφής ή επειδή ήταν ασυμβίβαστη με άλλη μαρτυρία. (α) εκεί που ο δικαστής θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η μαρτυρία της κατηγορίας, κρινόμενη με τον πιο επιεική τρόπο υπέρ της, ήταν τέτοια που μια ομάδα ενόρκων, ύστερα από σωστή καθοδήγηση, δεν θα μπορούσε να καταδικάσει πάνω στη βάση της, θα αποτελούσε υποχρέωση του δικαστή, ύστερα από εισήγηση από μέρους της υπεράσπισης, να σταματήσει την υπόθεση, (β) εκεί όμως που η μαρτυρία της κατηγορίας ήταν τέτοια που η δύναμη ή η αδυναμία της θα εξαρτιόταν από την αξιολόγηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα ή άλλων ζητημάτων που κρινόμενα γενικά, θα έπεφταν στην αρμοδιότητα των ενόρκων και εκεί που τα γεγονότα θα μπορούσαν να κριθούν με τέτοιο τρόπο που οι ένορκοι, ύστερα από σωστή καθοδήγηση, θα μπορούσαν να οδηγηθούν στο συμπέρασμα της ενοχής του κατηγορουμένου, τότε ο δικαστής οφείλει να αφήσει το ζήτημα να αποφασιστεί από τους ενόρκους...¨ Σε περίπτωση που το Δικαστήριο καλέσει τον κατηγορούμενο σε απολογία έχοντας αποφασίσει ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και ο κατηγορούμενος δεν προσέλθει να καταθέσει και δεν παρουσιάσει μάρτυρες δεν θα σημαίνει ότι το Δικαστήριο κατ΄ ανάγκη θα τον καταδικάσει. Γιατί είναι μόνο στο τελικό στάδιο της υπόθεσης που το Δικαστήριο θα αξιολογήσει σε βάθος την μαρτυρία και την αξιοπιστία των μαρτύρων και αν έχει λογική αμφιβολία για την ενοχή του κατηγορούμενου θα τον αθωώσει έστω και αν προηγουμένως το Δικαστήριο είχε κρίνει ότι η μαρτυρία της κατηγορίας δημιουργούσε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου. Αν πάλι ο κατηγορούμενος έρθει και καταθέσει ή παρουσιάσει μάρτυρες ή και τα δύο και η μαρτυρία αυτή είναι αξιόπιστη πάλι το Δικαστήριο θα ζυγίσει τη μαρτυρία που δόθηκε από τους μάρτυρες κατηγορίας και ανεξάρτητα από την αξιοπιστία ή όχι των μαρτύρων της υπεράσπισης θεωρεί την μαρτυρία που δόθηκε από τους μάρτυρες κατηγορίας ως αναξιόπιστη και ως τέτοια που να μη μπορεί να στηριχθεί πάνω της με τόση βεβαιότητα ώστε να μπορεί να καταδικάσει, οφείλει να αθωώσει τον κατηγορούμενο. Αν φυσικά ο κατηγορούμενος και οι μάρτυρες του ανατρέψουν με αξιόπιστη μαρτυρία τα όσα είπαν οι μάρτυρες κατηγορίας, ή έστω αν δώσουν ένα διαφορετικό χρώμα στη μαρτυρία της κατηγορίας που να συμβιβάζεται με την αθωότητα του κατηγορουμένου, ή αν η μαρτυρία είναι τέτοια που αν δημιουργεί στο Δικαστήριο λογική αμφιβολία, το Δικαστήριο πάλι οφείλει να αθωώσει τον κατηγορούμενο. Εξέτασα με προσοχή τη μαρτυρία της Μ.Κ.1 η οποία προέρχεται από τις δύο καταθέσεις της στην αστυνομία την ημέρα που αυτή είχε οδηγηθεί στην αστυνομία μετά την έρευνα σε δωμάτιο ξενοδοχείου στην Αγία Νάπα, όπου βρέθηκε να εκδίδεται με κάποιο άνδρα, καθώς επίσης τα όσα ανέφερε κατά την προφορική της μαρτυρία και ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα όσα δηλαδή καταμαρτυρεί στον κατηγορούμενο, πως έγινε η γνωριμία τους, με ποιου την πρωτοβουλία, πως εξελίχθηκε αυτή η γνωριμία και ποια η κατάληξη της σε συνδυασμό και των όσων προέκυψαν από την μαρτυρία των Μ.Κ.2 και 3. Έχοντας επιπλέον υπόψη τις αρχές που έχει καθορίσει η νομολογία μας όταν καλείται να αποφασίσει κατά πόσο έχει αποδειχθεί μια κατηγορία εκ πρώτης όψεως, χωρίς να προβαίνω σε αξιολόγηση αυτής της μαρτυρίας αλλά εξετάζοντας την αντικειμενικά, και έχοντας υπόψη τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων και τη φύση τους ως σεξουαλικής μορφής αδικήματα και τη μαρτυρία που απαιτείται για την απόδειξη τους, αντιπαραβάλλοντας τα με τη δοθείσα μαρτυρία εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής, κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί αυτά στον βαθμό και στο επίπεδο που εξετάζεται στο παρόν στάδιο και ως εκ τούτου θα καλέσω τον κατηγορούμενο να προβάλει την υπεράσπιση του σε σχέση και με τις τρεις κατηγορίες. (Εξηγούνται στον κατηγορούμενο τα δικαιώματα του) (Υπ.)................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.