Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Αδάμου Ζάρτηλα, από τη Σωτήρα, Αρ. Υπόθεσης: 2216/05, 21 Νοεμβρίου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2006:B10 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2216/05 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου v. Αδάμου Ζάρτηλα, από τη Σωτήρα Κατηγορουμένου --------------------- Ημερομηνία: 21 Νοεμβρίου, 2006 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Πίτσιλλου (στην εκφώνηση της απόφασης ο κ. Παπανικολάου) Για Κατηγορούμενο: κ. Γ. Γεωργίου Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το αδίκημα της αμελούς οδήγησης, κατά παράβαση των άρθρων 8, 19
(1)
(4)και 20 Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και Νόμος 80
(1)/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο κατηγορούμενος στις 11.03.05 στην Αγία Θέκλα στη Σωτήρα της Επαρχίας Αμμοχώστου οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής KEP 856 μη καταβάλλων την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Ο ίδιος κατηγορούμενος έχει παραδεχθεί τις κατηγορίες 2, 3 και 4 οι οποίες αφορούν το αδίκημα της οδήγησης χωρίς πιστοποιητικό ασφάλειας, χωρίς προστατευτικό κράνος και χωρίς η μοτοσικλέτα που οδηγούσε να διαθέτει εν ισχύ άδεια κυκλοφορίας οι οποίες παρέμειναν για γεγονότα και επιβολή ποινής μέχρι την ολοκλήρωση εκδίκασης της 1ης κατηγορίας. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Η κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της παρουσίασε τρεις μάρτυρες κατηγορίας. Ο Αστ. 4800 Γ. Μασούρας ήταν ο Μ.Κ.1 ο οποίος υπηρετούσε την επίδικη ημέρα στην Αστυνομική Διεύθυνση Αμμοχώστου στο Τμήμα Τροχαίας. Η κατάθεση του σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Σε αυτήν αναφέρει ότι μετά από πληροφορία επισκέφθηκε σκηνή τροχαίου δυστυχήματος που έγινε στις 12:50 στην οδό Αγίας Θέκλας στη Σωτήρα όπου ενεχόμενα οχήματα ήταν η μοτοσικλέτα με αριθμό εγγραφής ΚΕΡ 856 που οδηγούσε ο κατηγορούμενος και το φορτηγό με αριθμό εγγραφής ΑΑD 310 που οδηγούσε ο Ανδρέας Μακρής. Φτάνοντας στη σκηνή είχε βρει τα ενεχόμενα οχήματα ακινητοποιημένα στις τελικές τους θέσεις και ο οδηγός του φορτηγού ήταν παρών. Ο κατηγορούμενος λόγω του τραυματισμού του είχε μεταφερθεί στο νοσοκομείο Παραλιμνίου. Πήρε διάφορα μέτρα από τη σκηνή και ετοίμασε πρόχειρο σχεδιαγράφημα το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Από τις εξετάσεις που έκαμε είχε διαπιστώσει ότι ο δρόμος ήταν ασφαλτοστρωμένος με καλή επιφάνεια με αριστερή στροφή ως προς την πορεία της μοτοσικλέτας και κατά την άφιξη του σκηνή αυτός ήταν ξηρός. Το πλάτος του ήταν 6,80 μ. και χωριζόταν από συνεχή άσπρη γραμμή. Στην αριστερή πλευρά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία της μοτοσικλέτας υπάρχει πεζοδρόμιο πλάτους 2,40μ. και στην δεξιά πλευρά πεζοδρόμιο πλάτους 2,20μ. Στο σημείο εκείνο η ορατότητα του δρόμου προς τη Σωτήρα ήταν 40 μέτρα και προς την Αγία Θέκλα 20 μέτρα. Είχε μετρήσει αυτές τις αποστάσεις με ταχύμετρο τύπου λέιζερ. Οι ζημιές τις οποίες είχε υποστεί η μοτοσικλέτα ήταν το πισινό φτερό και το πισινό φως, ζάβωσε το τιμόνι, γδάρτηκαν τα πλαστικά στη δεξιά πλευρά και το χερούλι του δεξιού στόπερ της μοτοσικλέτας. Το φορτηγό δεν υπέστη οποιαδήποτε ζημιά. Τα σημεία σύγκρουσης Χ1 και Χ2 του υποδείχθηκαν στη σκηνή από τους οδηγούς. Το Χ1 από τον Ανδρέα Μακρή την ημέρα του δυστυχήματος και από τον κατηγορούμενο στις 20.04.05 πριν ληφθεί κατάθεση από αυτόν. Ο ίδιος ως εξεταστής συμφωνά με το σημείο σύγκρουσης Χ1 καθότι σε αυτό υπήρχαν ίχνη και γδαρσίματα στην άσφαλτο. Ανέφερε στη συνέχεια κατά την αντεξέταση του ότι στο Τμήμα Τροχαίας υπηρετούσε τότε για δύο χρόνια και είχε εξετάσει αρκετά δυστυχήματα είτε σοβαρά, είτε μη σοβαρά. Πιστεύει ότι είχε τότε την αναγκαία πείρα και εκπαίδευση για την εξέταση του δυστυχήματος που αφορά η παρούσα υπόθεση. Στη σκηνή του δυστυχήματος είχαν βρεθεί με ακόμα ένα συνάδελφο του ο οποίος είχε φτάσει εκεί με διαφορετικό όχημα. Εκ πρώτης όψεως το δυστύχημα δεν το θεώρησε σοβαρό καθώς από κόσμο που βρισκόταν στη σκηνή είχε ακούσει ότι ο μοτοσικλετιστής ήταν ελαφριά τραυματισμένος. Μέχρι που ολοκλήρωσε το σχεδιαγράφημα του δεν είχε πληροφορηθεί από τον Αστυνομικό σταθμό Δερύνειας, ο οποίος ήταν ο υπεύθυνος σταθμός για την εξέταση του δυστυχήματος, κατά πόσο επρόκειτο για σοβαρό δυστύχημα. Ολοκληρώνοντας το σχεδιαγράφημα του μετέβηκε στον Αστυνομικό Σταθμό της Δερύνειας όπου και τους το είχε παραδώσει. Συμφώνησε ότι όταν πρόκειται για σοβαρό δυστύχημα το σχεδιαγράφημα γίνεται και επί κλίμακας και επίσης λαμβάνονται και φωτογραφίες της σκηνής. Στην προκείμενη περίπτωση εφόσον δεν είχε πληροφόρηση περί της σοβαρότητας του δυστυχήματος δεν φρόντισε ούτε το σχεδιαγράφημα να το συντάξει αργότερα επί κλίμακας ούτε και να ζητήσει όπως ληφθούν φωτογραφίες της σκηνής. Διαφώνησε ότι ήταν πλημμελής η εξέταση την οποία έκαμε και κατά συνέπεια πλημμελώς εκτέλεσε τα καθήκοντα του επιρρίπτοντας την ευθύνη προς τούτο στον αστυνομικό σταθμό της Δερύνειας ο οποίος δεν θεώρησε ότι ήταν αναγκαία τα πιο πάνω. Αργότερα παραδέχθηκε ότι είχε πληροφορηθεί ότι τελικά επρόκειτο για σοβαρό τροχαίο δυστύχημα και κατά συνέπεια θα έπρεπε να λαμβάνονταν φωτογραφίες της σκηνής και ακόμα ότι θα ήταν καλύτερα να συντασσόταν ένα σχεδιαγράφημα επί κλίμακας. Δεν είχε κρίνει αναγκαίο να σημειώσει επί του σχεδιαγραφήματος το περίπτερο που υπήρχε στο χώρο με το όνομα Μαρία ¬ Κοσμάς το οποίο και να λάμβανε υπόψη ως σταθερό σημείο. Θεώρησε ως κατάλληλο σταθερό σημείο τον ηλεκτρικό πάσαλο ο οποίος φαίνεται επί του σχεδιαγραφήματος ως Ο
- Εξήγησε τις μετρήσεις που είχε κάμει και οι οποίες φαίνονται επί του σχεδιαγραφήματος. Μία πάροδος που υπήρχε στο δρόμο ήταν σε απόσταση 30 με 50 μέτρα πιο μακριά και δεν θεώρησε σκόπιμο να την τοποθετήσει επί του σχεδιαγραφήματος. Προσδιόρισε επί του σχεδιαγραφήματος και σε ποια απόσταση βρισκόταν αυτή η πάροδος. Σε σχέση με τα ίχνη τροχοπέδησης ανέφερε ότι δεν θυμόταν πόσο έντονα φαίνονταν αυτά και σίγουρα αν φωτογραφίζονταν θα υπήρχε μία πιο αντικειμενική θεώρηση τους. Από τα ίχνη τροχοπέδησης μπορεί να προσδιοριστεί και η ταχύτητα ενός οχήματος. Παρόλο ότι σχεδίασε κάθετες γραμμές επί των ιχνών, αυτά ήταν συνεχή και όχι διακεκομμένα καθώς εάν αυτά ήταν διακεκομμένα θα τα σχεδίαζε με διακεκομμένη γραμμή. Το γεγονός ότι από το σημείο όπου σταματούν τα ίχνη τροχοπέδησης μέχρι και το Χ1 δεν φαίνεται οτιδήποτε, αυτό μπορεί να σημαίνει κατά την άποψη του πολλά πράγματα ή και τίποτε, όπως ότι μπορεί να πήγαινε η μοτοσικλέτα σε ένα τροχό ή μπορεί και να είχε γείρει. Συμφώνησε ότι στο σημείο Χ1 δεν είχε βρει καθόλου ευρήματα και υπέθεσε ότι αυτό μπορεί να οφειλόταν στο ότι η σύγκρουση ήταν ελαφριά και στη συνέχεια με την τριβή της μοτοσικλέτας στην άσφαλτο να μετακινήθηκε το σημείο όπου και την βρήκε. Η γραμμή που δείχνει στο σχεδιαγράφημα από το Χ1 μέχρι το σημείο που βρέθηκε η μοτοσικλέτα υπήρχαν ορισμένα διακεκομμένα ίχνη, επιφανειακά γδαρσίματα στην άσφαλτο με κατεύθυνση προς τη μοτοσικλέτα. Μπορεί αυτά τα γδαρσίματα να είχαν βάθος ενός εκατοστού. Αν υπήρχαν λάδια ή καύσιμα στο οδόστρωμα και δεν τα τοποθέτησε στο σχεδιαγράφημα αυτό μπορεί να έγινε εκ λάθους αλλά για να μην τα έχει σημειώσει αυτό θα πει ότι δεν υπήρχαν. Η μοτοσικλέτα, στη συνέχεα όταν ολοκλήρωσε τις μετρήσεις του, οδηγήθηκε από κάποιον στον αστυνομικό σταθμό. Από ότι θυμόταν παραλήφθηκε από τη σκηνή και κάποιο πλαστικό της μοτοσικλέτας. Εξήγησε ότι υπήρχε εμφανές σημάδι «γδαρσίματος» στο χερούλι του δεξιού στόπερ. Φτάνοντας στη σκηνή δεν είχε αντιληφθεί να υπήρχε σταθμευμένο όχημα, σε διαφορετική περίπτωση θα το είχε τοποθετήσει πάνω στο σχεδιαγράφημα. Δεν θυμόταν αν είχε δει τον οδηγό σταθμευμένου οχήματος στη σκηνή. Ούτε και αν κάποιος Παναγιώτης Λυσής ήταν στη σκηνή και του είχε πει ότι ήταν ο οδηγός του σταθμευμένου οχήματος. Εάν υπήρχε τέτοιο άτομο τότε θα του έλεγε να πάει στο σταθμό να δώσει κατάθεση. Ο οδηγός του ενεχομένου φορτηγού οχήματος βρισκόταν στη σκηνή και του είχε πει ότι κατευθυνόταν προς την Αγία Θέκλα. Δεν θυμόταν αν του είχε πει την προέλευση του. Όταν του εισηγήθηκε ο συνήγορος υπεράσπισης την εκδοχή του κατηγορουμένου ότι δηλαδή ο οδηγός τους φορτηγού αυτοκινήτου είχε σταθμεύσει πίσω από το παρακείμενο περίπτερο και κατά τη στιγμή του δυστυχήματος αυτός στην προσπάθεια του να πάρει την αριστερή λωρίδα εισερχόμενος στο δρόμο Σωτήρας - Αγίας Θέκλας έκαμε άνοιγμα εισερχόμενος στη δεξιά λωρίδα του δρόμου με αποτέλεσμα να αποκόψει την πορεία του κατηγορούμενου και είναι για τούτο που ο κατηγορούμενος προσδιορίζει ως σημείο συγκρούσεως το σημείο Χ2 και όχι το σημείο Χ1, αυτός απάντησε ότι σύμφωνα με τα ευρήματα του δεν μπορούσε να συμφωνήσει. Μετά την παράδοση του σχεδιαγραφήματος παραδέχθηκε ότι δεν ασχολήθηκε άλλο με το δυστύχημα καθώς άλλος ήταν ο εξεταστής. Ο Μ.Κ.2 ήταν ο Αστ. 2251 Γ. Ασπρής. Η κατάθεση του σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Σε αυτήν αναφέρει ότι στις 20.04.05 πήρε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο αφού προηγουμένως του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και αυτός του ανέφερε ότι η σύγκρουση έγινε στη δική του λωρίδα και όχι εκεί που υπέδειξε ο Ανδρέας Μακρής ο οδηγός του ημιφορτηγού οχήματος. Η πιο πάνω θέση του κατηγορούμενου δεν ήταν σύμφωνη με τα ευρήματα στη σκηνή όπως τα κατέγραψε ο Μ.Κ.1 και με τη θέση του άλλου ενεχομένου οχήματος. Ήταν αυτός που κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο ο οποίος παραδέχθηκε μόνο τις κατηγορίες ότι οδηγούσε χωρίς να φέρει κράνος, χωρίς ασφάλεια και με ληγμένη την άδεια κυκλοφορίας. Την κατηγορία της αμελούς οδήγησης δεν την παραδέχθηκε. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 4 τη γραπτή κατάθεση κατηγορούμενου και ως Τεκμήριο 5 τη γραπτή του κατηγορία. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι είναι αυτός ο εξεταστής της υπόθεσης και ότι ανέλαβε την υπόθεση ο αστυνομικός σταθμός Δερύνειας μετά που ο Μ.Κ.1 τους έδωσε το σχεδιαγράφημα. Ο ίδιος δεν είχε πάει τη συγκεκριμένη ημέρα στη σκηνή. Την κατάθεση από τον κατηγορούμενο την είχε πάρει μετά που αυτός είχε βγει από το νοσοκομείο. Πριν πάρει κατάθεση από τον κατηγορούμενο είχαν μεταβεί στη σκηνή. Μαζί ήταν επίσης και ο Μ.Κ.1 που είχε κάμει το σχεδιαγράφημα. Ήταν ο ίδιος που είχε την πρωτοβουλία να μεταβούν στη σκηνή μετά τον ισχυρισμό που του προέβαλε ο κατηγορούμενος. Από την κατάθεση του Μακρή δεν φαινόταν ότι αυτός είχε βγει από την πάροδο που υπήρχε πλησίον της σκηνής και από ότι του είπε ο Μ.Κ.1 το παρακείμενο περίπτερο βρισκόταν σε απόσταση 40 - 50 μέτρων. Ο ίδιος ο μάρτυρας δεν μπορούσε να προσδιορίσει σύμφωνα με το σχεδιαγράφημα, τεκμήριο 2 αν η απόσταση του περιπτέρου ήταν 40 - 50 μέτρα. Σίγουρα όμως θα ήταν περισσότερο από 15 μέτρα. Ο κατηγορούμενος δεν του είχε αναφέρει για αυτόπτη μάρτυρα του δυστυχήματος και γι΄ αυτό δεν είχε αναζητήσει οποιονδήποτε τέτοιο μάρτυρα. Αρνήθηκε υποβολή ότι ο κατηγορούμενος του είχε αναφέρει ότι υπήρχε τέτοιος μάρτυρας και ότι ήταν πρόθυμος να καταθέσει. Την ημέρα του δυστυχήματος είχε ενδιαφερθεί για τον τραυματισμό του κατηγορούμενου και είχε μιλήσει σχετικά με τον πατέρα του, για αυτό το λόγο θεώρησε το δυστύχημα ως σοβαρό. Ίσως είναι γι΄ αυτόν το λόγο που δεν είχε αναλάβει την διερεύνηση του δυστυχήματος ο Αστ. 3086 Μ. Σουρουλάς ο οποίος πήρε κατάθεση από τον οδηγό του φορτηγού Α. Μακρή ο οποίος πιθανό να μην είχε την αναγκαία πείρα για την εξέταση ενός σοβαρού δυστυχήματος. Την ιατρική αναφορά την είχε πάρει σίγουρα πριν πάρει κατάθεση από τον κατηγορούμενο. Αρνήθηκε ότι η διερεύνηση του δυστυχήματος ήταν πλημμελής καθ΄ ότι δεν συντάχθηκε σχεδιάγραμμα επί κλίμακας και δεν λήφθηκαν φωτογραφίες της σκηνής. Ο συνάδελφος του Μασούρας, όπως ανέφερε, ήταν έμπειρος εξεταστής δυστυχημάτων ο οποίος είχε εκπαιδευτεί ακόμα και για την εξέταση θανατηφόρων δυστυχημάτων. Όταν ο Μασούρας είχε μεταβεί στο σταθμό για να τους πάρει το σχεδιαγράφημα δεν είχε μιλήσει μαζί του καθώς πιθανόν εκείνη τη στιγμή να ήταν απασχολημένος με άλλα καθήκοντα. Σε περίπτωση που ο ίδιος έκρινε ότι επρόκειτο για ένα σοβαρό δυστύχημα θα φρόντιζε να ληφθούν φωτογραφίες από τη σκηνή και να συνταχθεί το σχεδιαγράφημα και επί κλίμακας. Ο Μ.Κ.3 Ανδρέας Μακρής είχε δώσει κατάθεση στην Αστυνομία την ημέρα του δυστυχήματος η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο 6 το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε. Σε αυτή αναφέρει ότι οδηγούσε το αυτοκίνητο του στην οδό Αγίας Θέκλας με κατεύθυνση τον υπεραστικό δρόμο. Σε κάποιο σημείο του δρόμου που το υπολογίζει σε 50 μέτρα μετά το περίπτερο Μαρία & Κοσμάς, είδε από απέναντι μία μοτοσικλέτα της οποίας ο οδηγός δεν φορούσε κράνος. Ξαφνικά, όπως ισχυρίζεται ο μάρτυρας, είχε πιάσει φρένα για να ελαττώσει ταχύτητα καθώς όπως φαίνεται χρησιμοποιούσε υπερβολική ταχύτητα. Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι βρισκόταν στη δική του λωρίδα κυκλοφορίας και έβαινε με ταχύτητα 30 - 40 χ.α.ω. Συνεπεία της χρησιμοποίησης των φρένων από τον οδηγό της μοτοσικλέτας, αυτή κατευθύνθηκε προς το φορτηγό του και στη συνέχεια από το θόρυβο που άκουσε κατάλαβε ότι κτύπησε στο φορτηγό. Σταμάτησε αμέσως χωρίς να μετακινήσει το αυτοκίνητο του, κατέβηκε κάτω και είδε τον οδηγό της μοτοσικλέτας στο έδαφος να βρίσκεται πάνω από τη μοτοσικλέτα. Τον πλησίασε, όπως και άλλα άτομα που βρίσκονταν στην σκηνή. Ανέφερε ότι είχε σπάσει το χέρι του. Ήρθε ασθενοφόρο και τον πήρε στο Νοσοκομείο. Φαίνεται πριν τη σύγκρουση ο οδηγός της μοτοσικλέτας ακούμπησε με το χέρι του σε σημείο επί του φορτηγού του καθώς υπήρχε το αποτύπωμα του. Ο ίδιος δεν έπαθε οτιδήποτε. Κατά την αντεξέταση του διαφάνηκε ότι ενώ στην αρχή υποστήριζε ότι ερχόταν κατευθείαν από τη Σωτήρα στη συνέχεια παραδέχθηκε ότι εξερχόταν από την πάροδο δίπλα από το περίπτερο. Παραδέχθηκε ακόμα ότι μέρος του φορτηγού του κατά την κίνηση που έκαμε για να εξέλθει από την πάροδο είχε εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Όμως ήταν σίγουρος ότι τη στιγμή που αντιλήφθηκε την μοτοσικλέτα και ακολούθως κατά τη σύγκρουση της με το φορτηγό του αυτός εβρισκόταν εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του και γι΄ αυτό υπέδειξε ως σημείο συγκρούσεως το Χ
- Υπέδειξε ότι το περίπτερο βρισκόταν σε απόσταση 15 με 20 μέτρα από το σημείο όπου βρισκόταν η μοτοσικλέτα. Μετά που κλήθηκε σε απολογία ο κατηγορούμενος επέλεξε όπως δώσει ένορκη κατάθεση και κάλεσε ακόμα ένα μάρτυρα για την υπεράσπιση του. Εξήγησε ότι κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε την μοτοσικλέτα του με κατεύθυνση προς τη Σωτήρα επί της οδού Αγίας Θέκλας. Κάποια στιγμή από απόσταση 10 με 15 μέτρα περίπου αντιλήφθηκε ένα ημιφορτηγό να βρίσκεται εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του. Χρησιμοποίησε τα φρένα της μοτοσικλέτας του, όμως δεν πρόλαβε και κτύπησε στο πίσω μέρος του ημιφορτηγού. Είχε προσέξει ότι το εν λόγω ημιφορτηγό έβγαινε από παρακείμενη πάροδο, δίπλα από το περίπτερο, έξω δε από το περίπτερο υπήρχε σταθμευμένο ένα διπλοκάμπινο όχημα. Ήταν γι΄ αυτόν το λόγο που ο οδηγός του ημιφορτηγού είχε εισέλθει εντός της δικής του λωρίδας κυκλοφορίας. Όταν αντιλήφθηκε ότι θα κτυπούσε πάνω στο ημιφορτηγό, στην πίσω δεξιά του πλευρά, σήκωσε το χέρι του και το έβαλε μπροστά δίδοντας του δύναμη έτσι που να μην κτυπήσει το κεφάλι του. Διαφώνησε με το σημείο Χ1 ως σημείο συγκρούσεως, και υπέδειξε το σημείο Χ2 επί του τεκμηρίου 2 ότι ήταν το σημείο που συγκρούστηκε με το πίσω μέρος του ημιφορτηγού όταν το μπροστινό του μέρος είχε αρχίσει να εισέρχεται στην κανονική του πορεία. Όταν ο Μ.Κ.1 Μασούρας του υπέδειξε το Τεκμήριο 2, το σχεδιαγράφημα σε αυτό δεν φαινόταν η γραμμή από το Χ1 μέχρι το σημείο που βρισκόταν η μοτοσικλέτα τα οποία ο μάρτυρας είχε χαρακτηρίσει ως γδαρσίματα βάθους μάλιστα ενός εκ. επί της ασφάλτου και διερωτήθηκε πώς προστέθηκε αυτή η γραμμή αργότερα. Υπέδειξε και αυτός ως σημείο όπου βρισκόταν το περίπτερο το ίδιο σημείο που υπέδειξε και ο Μ.Κ.
- Εάν υπήρχαν ίχνη γδαρσίματος στο οδόστρωμα θα έπρεπε να του είχαν υποδειχθεί από τον Μασούρα, εφόσον τα απέδιδε στη μοτοσικλέτα του, όταν είχαν μεταβεί επί τόπου, πράγμα το οποίο όμως δεν έγινε. Είχε προσέξει τον οδηγό του ημιφορτηγού οχήματος να προχωρά μετά τη σύγκρουση σύμφωνα με την πορεία του και να σταματά το όχημα του σε απόσταση 15 με 20 μέτρα από το σημείο συγκρούσεως και όπου είχε πέσει η μοτοσικλέτα του. Δεν είχε χάσει τις αισθήσεις του συνεπεία του δυστυχήματος και είχε ζητήσει από κάποιον συγχωριανό του που προσέτρεξε στη σκηνή, πριν τον μεταφέρουν με ασθενοφόρο στο Νοσοκομείο, να πει στην αστυνομία ότι ο άλλος οδηγός είχε μετακινήσει το φορτηγό του. Είχε αναφέρει στον αστυνομικό κατά τη λήψη της κατάθεσης του ότι υπήρχε μάρτυρας στη σκηνή. Οι ζημιές που προκλήθηκαν στην μοτοσικλέτα του ήταν στο χερούλι του στόπερ όταν κτύπησε πάνω στο φορτηγό και στο πισινό φτερό της μοτοσικλέτας που είχε κτυπήσει στο πίσω δεξιό τροχό του φορτηγού. Τα ίδια περίπου ανέφερε και κατά την αντεξέταση του και επέμενε στην εκδοχή που ανέπτυξε κατά την κυρίως εξέταση του. Ο Μ.Υ.2 Παναγιώτης Λυσής ανέφερε ότι είναι συγχωριανός του κατηγορούμενου. Ήταν οδηγός διπλοκάμπινου αυτοκινήτου που όπως ανέφερε ήταν σταθμευμένο έξω από το περίπτερο Κοσμάς & Μαρία κατά τη στιγμή του δυστυχήματος. Εκεί είχε κατέβει για να αγοράσει τσιγάρα. Βγαίνοντας από το περίπτερο και προχωρώντας μπροστά από το αυτοκίνητο του, για να πάει στην πόρτα του οδηγού, είδε ταυτόχρονα ένα μοτοσικλετιστή να πατά φρένα και από πίσω ένα φορτηγό το οποίο έβγαινε από την παρακείμενη πάροδο και το οποίο είχε εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Στη συνέχεια άκουσε θόρυβο που πρέπει να προήλθε από το κτύπημα της μοτοσικλέτας πάνω στο φορτηγό το οποίο συνέχισε την πορεία του και σταμάτησε σε απόσταση 10 με 15 μέτρα. Προσδιόρισε και αυτός την θέση του περιπτέρου ότι ήταν λίγο πιο πάνω από το σημείο που υπέδειξαν ο Μ.Κ.3 και ο κατηγορούμενος. Όταν είχε φτάσει ο αστυνομικός στην σκηνή του ζήτησε να μετακινήσει το αυτοκίνητο του όπως και έκανε. Για να καταθέσει ως μάρτυρας στο Δικαστήριο τον είχε προσεγγίσει 1 - 2 μήνες πριν καταθέσει ο κατηγορούμενος. Παρόλο ότι ήταν αυτόπτης μάρτυρας της σκηνής του δυστυχήματος δεν ενδιαφέρθηκε να πάει να δώσει κατάθεση στην αστυνομία εφόσον ο αστυνομικός στη σκηνή του είπε ότι αν χρειαζόταν θα τον ειδοποιούσε, κάτι το οποίο όμως δεν έκαμε. Κατά την αντεξέταση του διευκρίνισε ότι δεν γνωρίζεται με τον κατηγορούμενο παρόλο ότι είναι συγχωριανοί. Επέμεινε ότι είχε πει στον αστυνομικό στη σκηνή ότι είχε δει πως συνέβηκε το δυστύχημα και προθυμοποιήθηκε να του δώσει τα στοιχεία του όμως αυτός του είπε ότι αν θα χρειαζόταν θα τον ειδοποιούσε. Εφόσον δεν τον ειδοποίησαν δεν πήγε να δώσει κατάθεση και υπέθεσε ότι δεν θα χρειαζόταν. Επιμένοντας στο πως αντιλήφθηκε να συμβαίνει το δυστύχημα αρνήθηκε σειρά υποβολών ότι δεν είπε την αλήθεια ενώπιον του Δικαστηρίου και ότι ο σκοπός του ήταν να βοηθήσει τον κατηγορούμενο. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Η κάθε πλευρά κατά το στάδιο των τελικών εισηγήσεων σε παραπομπή στη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου εισηγήθηκε ότι πρέπει να γίνει αποδεχτή η δική της εκδοχή από το Δικαστήριο. Από την πλευρά του ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης επεσήμανε αντιφάσεις στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής και κυρίως του Μ.Κ.3 οδηγού του ημιφορτηγού καθώς επίσης και πλημμελή διερεύνηση των συνθηκών του δυστυχήματος από την αστυνομία. Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής εισηγήθηκε ότι η εκδοχή που ανέπτυξε η υπεράσπιση δεν φαντάζει αληθινή εν΄όψη της πραγματικής μαρτυρίας. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ: Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες κατηγορίας ενώ έδιδαν ένορκη μαρτυρία ενώπιον μου. Είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν ή να παρακολουθήσουν οι μάρτυρες τα διαδραματισθέντα, τη γενική συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ακεραιότητα τους, την ειλικρίνεια τους, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Οι Μ.Κ.1 και 2 θα πρέπει να πω εξαρχής ότι δεν έκαμαν σωστά τη δουλειά τους. Ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι το μόνο που έκαμε ήταν να ετοιμάσει σχέδιο της σκηνής. Αυτόκλητα δηλαδή εφόσον αρμόδιος σταθμός για τη διερεύνηση του δυστυχήματος ήταν ο Αστυνομικός Σταθμός της Δερύνειας και χωρίς να παρίσταται αστυνομικός από αυτόν τον Αστυνομικό Σταθμό αποφάσισε να ετοιμάσει ένα πρόχειρο σχεδιαγράφημα στη σκηνή και βασίστηκε επί του βασικού του μέρους δηλαδή του σημείου όπου επεσυνέβει το δυστύχημα ουσιαστικά στη μαρτυρία του Μ.Κ.3 οδηγού του ημιφορτηγού. Στη σκηνή όπως ανέφερε ο Μ.Κ.3 είχαν προστρέξει αρκετά άτομα, δεν διερευνήθηκε η πιθανότητα ύπαρξης αυτόπτων μαρτύρων του δυστυχήματος, εδώ σημειώνω ότι δεν μου διαφεύγει ότι ο Μ.Κ.3 ανέφερε ότι προσέτρεξαν αρκετά άτομα στη σκηνή μόλις συνέβη το δυστύχημα, ή έστω των συνθηκών που επικρατούσαν σε αυτή δηλαδή εάν υπήρχε σταθμευμένο όχημα έξω από το παρακείμενο περίπτερο ή όχι, από που προερχόταν το ημιφορτηγό εφόσον τελικά αποκαλύφθηκε ότι αυτό εξερχόταν από παρακείμενη πάροδο. Ο Μ.Κ.2 ως ο εξεταστής του δυστυχήματος όπως αυτοχαρακτηρίστηκε, απλώς εκείνο το οποίο έκαμε ήταν να πάρει ως δεδομένο το σχεδιαγράφημα, που παρέδωσε στο σταθμό και όχι στον ίδιο τον Μ.Κ.1, να θεωρήσει υπεύθυνο για την πρόκληση του δυστυχήματος τον κατηγορούμενο και να τον αναμένει να εξέλθει του νοσοκομείου για να του πάρει κατάθεση και να τον κατηγορήσει. Ενώ ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι σε συνομιλία που είχε την ίδια ημέρα με τον πατέρα του κατηγορουμένου αντιλήφθηκε ότι επρόκειτο για ένα σοβαρό δυστύχημα εντούτοις, δεν φρόντισε να βγουν φωτογραφίες της σκηνής, να ετοιμαστεί αργότερα σχέδιο επί κλίμακας, να τοποθετηθούν σε αυτό σημεία όπως το περίπτερο και η παρακείμενη πάροδος για να έχουν και η ίδιοι μια πιο καθαρή εικόνα του περιβάλλοντος χώρου όπου είχε επισυμβεί το δυστύχημα αλλά και το ίδιο το Δικαστήριο, εφόσον τελικά η υπόθεση τέθηκε ενώπιον του για να αποφανθεί εάν ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα για ο οποίο κατηγορείται δηλαδή της αμελούς οδήγησης. Βρέθηκαν και οι δύο στη σκηνή μαζί και με τον κατηγορούμενο πολύ αργότερα στις 20.04.2005 όταν μετέβησαν εκεί για να εξετάσουν τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου για το σημείο συγκρούσεως. Γνώριζαν επομένως εφόσον ο κατηγορούμενος είχε μείνει στο νοσοκομείο για διάστημα δύο εβδομάδων ότι επρόκειτο για ένα σοβαρό δυστύχημα. Ούτε και τότε δεν φρόντισαν να ληφθούν φωτογραφίες της σκηνής ούτε και να ετοιμαστεί ένα σχεδιαγράφημα επί κλίμακας. Κρίνω ότι δεν δόθηκε η πρέπουσα σημασία στη διερεύνηση του δυστυχήματος τόσο από τον Μ.Κ.1 όσο και από τον Μ.Κ.
- Έκριναν από την αρχή ωσάν να ήταν αυτοί οι δικαστές ποιος ευθυνόταν για το δυστύχημα και τον κατηγόρησαν γι΄αυτό. Όμως η δουλειά τους δεν ήταν αυτή. Δουλειά τους ήταν να καταγράψουν και περιγράψουν αντικειμενικά όλες τις περιβάλλουσες το δυστύχημα συνθήκες (τη σκηνή και αποστάσεις, ευρήματα, σημείο συγκρούσεως, περιγραφή ζημιών στα ενεχόμενα οχήματα, σημεία σημαντικά σε κοντινή απόσταση όπως το περίπτερο και η παρακείμενη πάροδος ή έξοδος, τελικές θέσεις οχημάτων και τέλος μαρτυρία από αυτόπτες μάρτυρες). Όλα αυτά, εξετάζοντας με προσοχή τη μαρτυρία που δόθηκε από αυτούς κρίνω ότι δεν έγιναν όπως άρμοζε στην περίσταση. Ακόμα και απλά θέματα όπως η υπογραφή του πρόχειρου σχεδιαγραφήματος από τους οδηγούς των ενεχομένων οχημάτων παραλήφθηκε. Αυτό έδωσε το δικαίωμα στον κατηγορούμενο να αμφισβητήσει ακόμα και αυτά τα ευρήματα που καταγράφονται στο σχεδιαγράφημα όπως το γδάρσιμο επί της ασφάλτου, για το οποίο, ισχυρίστηκε ότι δεν έγινε οποιαδήποτε αναφορά στη σκηνή όταν μετέβηκαν εκεί, αλλά και ότι δεν είχε προσέξει να ήταν σημειωμένα επί του σχεδιγραφήματος όταν του το έδειξε ο αστυνομικός. Θα έλεγα ότι σε τέτοιες περιπτώσεις, όπου αμφισβητούνται ευρήματα ή υπάρχουν διισταμένες απόψεις ως προς σημαντικά σημεία ή ευρήματα, θα πρέπει να καταγράφονται σε σχεδιαγραφήματα, οι εξεταστές οδικών δυστυχημάτων θα πρέπει πλην της υπογραφής τους να δίδουν και φωτοαντίγραφο αυτού και αυτό να το καταγράφουν στην κατάθεση τους, έτσι που να μην υπάρχει αμφισβήτηση αυτών των θεμάτων σε τυχόν μελλοντικές δικαστικές διαδικασίες. Μια τέτοια τακτική σίγουρα θα καθιστούσε οποιεσδήποτε αμφισβητήσεις περιττές και αντιπαραθέσεις ενώπιον του Δικαστηρίου που έχουν ως αποτέλεσμα την σπατάλη χρόνου. Επίσης όπως αναφέρθηκε από τον Μ.Κ.1 στη σκηνή είχαν φτάσει με άλλο συνάδελφο του του οποίου όμως το όνομα δεν αναφέρει πουθενά, δεν κλήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή και δεν δόθηκε η ευκαιρία ούτε στην Υπεράσπιση να τον κλητεύσει για να καταθέσει και αυτός τις δικές του παρατητρήσεις. Εν πάση περιπτώσει εξέταση των ευρημάτων όπως αυτά τα κατέγραψε στην σκηνή και κατ΄ουσία των ιχνών τροχοπέδησης της μοτοσικλέτας δεν καταδεικνύουν ότι το δυστύχημα έγινε κατ΄ ανάγκη εντός της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας, στο σημείο Χ1 όπως το σημείωσε. Δεν κρίνω ότι με βάση αυτά θα μπορούσε εύκολα να εξαγάγει ένα τέτοιο συμπέρασμα, απλά έκαμε δεκτή τη θέση του οδηγού του άλλου ενεχομένου οχήματος. Εφόσον κρίνεται, και θα αναφερθώ πιο κάτω γιατί, αξιόπιστη η μαρτυρία του κατηγορούμενου και του Μ.Υ.2 δεν αποδέχομαι ότι το γδάρσιμο επί της ασφάλτου προκλήθηκε από την τριβή του στόπερ της μοτοσικλέτας. Η ζημιά στο χερούλι του στόπερ μπορούσε κάλλιστα να είχε προκληθεί από τη σύγκρουση επί του ημιφορτηγού όπως είναι και η θέση του κατηγορουμένου. Εν πάση περιπτώσει καμιά μαρτυρία τέθηκε η οποία να καταδεικνύει το πιο πάνω εύρημα. Επομένως κανένα εύρημα στη σκηνή δεν δικαιολογούσε το συμπέρασμα του Μ.Κ.1 για τον προσδιορισμό ως σημείου συγκρούσεως ου Χ
- Ο ίδιος μάρτυρας λέγει στην κατάθεση του ότι μετά την παράδοση του σχεδιαγραφήματος στον αστυνομικό σταθμό δεν ασχολήθηκε ξανά με την εν λόγω υπόθεση. Όμως υπάρχει η μαρτυρία του Μ.Κ.2 αλλά και του ίδιου του κατηγορούμενου ότι μετέβησαν στη σκηνή πριν ο τελευταίος δώσει κατάθεση στις 20.04.
- Μάλιστα θα πρέπει να είναι ο ίδιος ο μάρτυρας που σχεδίασε στο σχεδιαγράφημα το σημείο Χ2 που του υπέδειξε ο κατηγορούμενος. Από την άλλη είναι απορίας άξιον πως ο Μ.Κ.2 ο οποίος ανέλαβε την εξέταση του δυστυχήματος και από την ίδια ημέρα πληροφορήθηκε από τον πατέρα του κατηγορούμενου ότι επρόκειτο για ένα σοβαρό δυστύχημα δεν μερίμνησε να βγουν φωτογραφίες και στη συνέχεια να καλέσει τον Μ.Κ.1 όπως συντάξει σχεδιαγράφημα επί κλίμακας. Ανέλαβε ο ίδιος την διερεύνηση του δυστυχήματος και όχι ο αστυνομικός που έλαβε κατάθεση από τον Μ.Κ.3 ως πιο έμπειρος, εν όψη της σοβαρότητας του δυστυχήματος, όπως ο ίδιος ανέφερε. Ήταν φανερή η προσπάθεια του Μ.Κ.1 να τοποθετήσει το περίπτερο σε σχετικά μακρινή απόσταση, το οποίο αποδεικνύεται ως σοβαρός παράγοντας που επέδρασε στην πρόκληση του δυστυχήματος εν΄όψη του σταθμευμένου οχήματος που ευρισκόταν έξω από αυτό. Όμως τόσο ο Μ.Κ.2 όσο και ο Μ.Κ.3 ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφεραν απόσταση πολύ πιο κοντινή από τα 50 μέτρα αναφερόμενοι σε μια απόσταση μεταξύ 15-20 μέτρων και ενώ ο Μ.Κ.3 στην γραπτή του κατάθεση είχε προσδιορίσει αυτή την απόσταση στα 50 μέτρα. Επομένως η όλη διερεύνηση που έτυχε το δυστύχημα καθιστά την αντικειμενικότητα των εξεταστών τρωτή, εμβάλλει στο μυαλό του Δικαστηρίου αμφιβολίες οι οποίες δεν μου επιτρέπουν να βασιστώ στην μαρτυρία τους και να εξαγάγω από αυτή αντικειμενικά και ασφαλή συμπεράσματα. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Ευθυμίου v. Γεωργίου,
(2002)1 (Β) Α.Α.Δ. σελ. 1280 στη σελ. 1285 από τον έντιμο κ. Χ¨Χαμπή Δ. σε σχέση με το καθήκον αστυνομικού εξεταστή ενός δυστυχήματος: ¨Όσο για το άλλο σημείο που προσδιόρισε ο αστυνομικός, τονίζουμε απλώς ότι δεν είναι αρμοδιότητα του ερευνώντος το δυστύχημα αστυνομικού να υποδείξει το σημείο σύγκρουσης ως να ήταν κριτής και δικαστής της υπόθεσης, παρά μόνο να παραθέσει τα πραγματικά στοιχεία που παρατήρησε ώστε το δικαστήριο να τα αξιολογήσει ανάλογα¨. Σε ό,τι αφορά την μαρτυρία του Μ.Κ.3 οδηγού του ημιφορτηγού οχήματος θα πρέπει να πω πως όταν ολοκληρώθηκε η κυρίως εξέταση του, με το ύφος που μιλούσε, με τη σιγουριά για το τι έλεγε και το καλοκάγαθο του ύφος μετέδιδε μια εικόνα στο Δικαστήριο ενός ανθρώπου στον οποίο θα μπορούσε να βασιστεί και να εξαγάγει τα αληθινά και ορθά συμπεράσματα του. Αυτή την εικόνα θα είχε μεταδώσει όπως αντιλήφθηκα αργότερα, μελετώντας τη μαρτυρία στο σύνολο της και στον αστυνομικό Μ.Κ.1 στη σκηνή. Είναι γι΄αυτό ίσως, που αυτός δεν θέλησε να διερευνήσει περαιτέρω τις συνθήκες του δυστυχήματος. Η εικόνα αυτή ανατράπηκε άρδην κατά την αντεξέταση του όπου σε εύστοχες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορουμένου φάνηκε ότι αυτός είχε πει ψέματα και στον αστυνομικό στη σκηνή αλλά και στην κατάθεση του αργότερα όταν ανέφερε ότι προερχόταν από τη Σωτήρα. Απέκρυψε το γεγονός ότι είχε εξέλθει εκείνη τη στιγμή από παρακείμενη πάροδο δίπλα από το περίπτερο. Γι΄αυτό και δεν σημειώθηκαν επί του σχεδιαγραφήματος ούτε το περίπτερο το οποίο δέχθηκε ότι βρισκόταν σε απόσταση 15 μέτρων περίπου από το σημείο συγκρούσεως που υπέδειξε ούτε και η παρακείμενη πάροδος. Αφού δέχθηκε ότι τελικά έβγαινε από την πάροδο, παραδέχθηκε στη συνέχεια ότι στη προσπάθεια του να πάρει τη πορεία του στην αριστερή λωρίδα του δρόμου είχε εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Αποδεχόμενος και τη μαρτυρία του κατηγορούμενου ότι του είχε αποκόψει την πορεία και αυτή του Μ.Υ. 2 ότι ήταν ο ιδιοκτήτης του σταθμευμένου στη σκηνή διπλοκάμπινου αυτοκινήτου και είχε δει τον Μ.Κ.3 να εξέρχεται της παρόδου και να καταλαμβάνει μέρος της αντίθετης ως προς την πορεία του λωρίδας κυκλοφορίας, κρίνω ότι η εκδοχή της υπεράσπισης είναι η αληθινή την οποία και αποδέχομαι. Με όσα ανέφερα ανωτέρω δεν χρειάζεται να ενδιατρίψω περαιτέρω στην μαρτυρία του κατηγορούμενου και του μάρτυρα του τους οποίους κρίνω ως αξιόπιστους και αποδέχομαι τα όσα ανέφεραν στο Δικαστήριο και κατά συνέπεια την εκδοχή τους σε σχέση με τις συνθήκες διάπραξης του δυστυχήματος. Ο Μ.Υ.2 μου έκαμε εξαιρετική εντύπωση, δεν διέκρινα σε αυτόν οποιαδήποτε προσπάθεια ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει ψεύδη απλώς και μόνο για να ενισχύσει την εκδοχή του κατηγορούμενου. Εξάλλου ο κατηγορούμενος είχε αναφέρει ήδη και στην κατάθεση του λίγες ημέρες μετά το δυστύχημα ότι υπήρχε σταθμευμένο όχημα, γεγονός το οποίο η αστυνομία όφειλε να διερευνούσε, δεχόμενος επί αυτού του σημείου επιπλέον την μαρτυρία του Μ.Υ. 2 κρίνω ότι τουλάχιστον ήταν μεροληπτική η στάση του Μ.Κ.1 όταν δεν κράτησε τα στοιχεία του προσώπου που παρουσιάστηκε ως αυτόπτης μάρτυρας και ως ο οδηγός του σταθμευμένου αυτοκινήτου. Αυτός δε, υπό τις συνθήκες που περιέγραψε, ότι δηλαδή του είχε πει ο αστυνομικός να μετακινήσει το αυτοκίνητο του και εάν χρειαζόταν θα τον καλούσε για να δώσει κατάθεση, δεν κρίνω ότι είχε υποχρέωση από μόνος του να πάει στον αστυνομικό σταθμό και να δώσει αυτόκλητα κατάθεση όπως ήταν η εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής. Αν υπήρχε συμπαιγνία μεταξύ του κατηγορούμενου και του Μ.Υ.2 θα εκδηλωνόταν από τις πρώτες ημέρες με το να πήγαινε στον αστυνομικό σταθμό και να έλεγε όσα ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο ίδιος ο κατηγορούμενος στις 20.04.2005 μετά από καθυστέρηση 40 περίπου ημερών για την οποία και πάλιν η ευθύνη βαραίνει τους αστυνομικούς που ασχολήθηκαν με την διερεύνηση του δυστυχήματος, είχε αναφέρει ότι ευρισκόταν σταθμευμένο όχημα δίπλα από την έξοδο της παρόδου, εντούτοις η προσοχή των αστυνομικών δεν εστιάστηκε σε αυτή την εκδοχή που προβαλλόταν από τον κατηγορούμενο. Παρέμειναν προσκολλημένοι σε όσα τους ανέφερε ο οδηγός του ημιφορτηγού αποφασίζοντας με αυτό τον τρόπο και επιρρίπτοντας της ευθύνη εξ ολοκλήρου, εφόσον δεν κατηγόρησαν και τον οδηγό του ημιφορτηγού, στον κατηγορούμενο. ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Βρίσκω επομένως ότι την 11.03.2005 και περί ώρα 12:50 ο κατηγορούμενος οδηγούσε τη μοτοσικλέτα του με αριθμό εγγραφής ΚΕΡ 856 στο δρόμο Σωτήρας - Αγίας Θέκλας με κατεύθυνση προς τη Σωτήρα. Σε κάποιο σημείο του δρόμου όπου πλησίαζε σε αριστερή στροφή με μειωμένη ορατότητα που υπήρχε και από τις δύο κατευθύνσεις στα 40μ ως προς την δική του πορεία και 20 μέτρα ως προς την αντίθετη κατεύθυνση, όπου στα δεξιά υπάρχει το περίπτερο Μαρία & Κοσμάς και δίπλα από το περίπτερο πάροδος, το ημιφορτηγό αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής AAD 310 που οδηγούσε ο Μ.Κ.3 Ανδρέας Μακρής επιχειρούσε εκείνη τη στιγμή να εξέλθει της παρόδου και στην προσπάθεια του να εισέλθει στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας προς την Αγία Θέκλα εντός της οποία θα έπρεπε να οδηγεί και στην περαιτέρω προσπάθεια του να παρακάμψει σταθμευμένο, έξω από το περίπτερο, διπλοκάμπινο όχημα που ανήκε στον Μ.Υ.2, που ευρισκόταν στα αριστερά του, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας με αποτέλεσμα να αποκόψει την ελεύθερη και απρόσκοπτη πορεία του κατηγορουμένου. Αυτός μάταια προσπάθησε να αποφύγει τη σύγκρουση πατώντας τα πισινά φρένα της μοτοσικλέτας του, επήλθε η σύγκρουση αφού συγκρούστηκε στο πίσω μέρος του ημιφορτηγού στο σημείο του δρόμου όπου υπέδειξε ο κατηγορούμενος δηλαδή στο Χ2. Η σύγκρουση είχε ως συνέπεια να υποστεί τραυματισμό και ζημιά ο κατηγορούμενος στο όχημα του το δε ημιφορτηγό όχημα δεν υπέστη οποιαδήποτε ζημιά. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Το αδίκημα στηρίζεται στο Άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχηάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/1972 όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα: ¨Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού μη καταβάλλων την προσήκουσαν επιμέλειαν και προσοχήν ή μη επιδεικνύων εύλογον μέριμναν δι΄έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδόν, είναι ένοχος αδικήματος....¨ Οι πιο κάτω υποθέσεις είναι ενδεικτικές για το πως αντικρίζει η νομολογία μας το αδίκημα της αμέλειας: Σε μια κατηγορία για αμελές οδήγημα η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος δεν ενήργησε ως συνετός και προσεκτικός οδηγός και όχι ως ένας τέλειος οδηγός. Στην υπόθεση Σωκράτους v. Αστυνομίας,
(1989)2 Α.Α.Δ. σελ. 1 στη σελ. 4 ο Δικαστής, όπως ήταν τότε, κ. Πικής αναφέρει τα ακόλουθα σε σχέση με την αμέλεια: ¨Η αμέλεια σύγκειται στην παράλειψη εκπληρώσεως του καθήκοντος μέριμνας και φροντίδας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, τον γείτονα, όπως επιγραμματικά αναφέρεται στην απόφαση του Λόρδου Atkin στην υπόθεση Donoghue v. Stevenson
(1932)A.C. 562. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και στο ποινικό δίκαιο, ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της απόδειξης. Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υπόθεσης για να αποφασισθεί: (α) η φύση του καθήκοντος, και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση της αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια¨. Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, παράλειψη να δει κάποιος ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια. Σχετική είναι η υπόθεση Νικολαίδης v. Οικονομίδης,
(1963)2 Α.Α.Δ. 78. Η συμπεριφορά ενός οδηγού, εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού ανθρώπου και ο προσδιορισμός του καθήκοντος ποικίλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Το καθήκον για λήψη προφυλακτικών μέτρων διαφαίνεται κατά λογική πρόβλεψη (βλ. Βίκης v. Νεοφύτου,
(1990)1 Α.Α.Δ. σελ. 346). Στην υπόθεση Παύλου v. Αστυνομίας,
(1998)2 Α.Α.Δ. σελ. 68 στη σελ. 73 λέχθηκαν τα πιο κάτω: ¨Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του Άρθρου 8 του Νόμου 86/1972 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι που αναφέρονται στην συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού¨. Στην υπόθεση Charalambous v. Police,
(1982)2 Α.Α.Δ. σελ. 134, αναφέρθηκε ότι το κριτήριο βάσει του οποίου αποφασίζεται αν κάποιος οδηγός υπήρξε αμελής είναι κατά πόσο στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχει παρέκκλιση από το επίπεδο συμπεριφοράς που αναμένεται από ένα λογικό και συνετό οδηγό. Στην ίδια πιο πάνω απόφαση στη σελ. 143 και σε αναφορά στο βάρος της απόδειξης το οποίο φέρει η Κατηγορούσα Αρχή, ο έντιμος κ. Στυλιανίδης Δ., όπως ήταν τότε, αναφέρει ότι θα πρέπει να αποδείξει αμέλεια αρκετή που να στοιχειοθετεί αστική ευθύνη όπου παρέπεμψε επίσης στην υπόθεση Christos Rayias v. The Police 19, C.L.R. 308). Τα πιο πάνω, κατ΄ εναρμονισμό προς το θεμελιωμένο ότι η αμέλεια ως πραγματικό γεγονός συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Συναφώς, θα υπενθύμιζα πως, γενικά, εφόσον η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου είναι εύλογα εμφανής, η παράλειψη λήψης μέτρων προφύλαξης συνιστά αμέλεια (Panayiotou v. Mavrou,
(1970)1 C.L.R. 215). ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Με βάσει την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, τα ευρήματα μου ως προς τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης και τις νομικές αρχές που έχω εκθέσει πιο πάνω καταλήγω στα ακόλουθα συμπεράσματα όσον αφορά την κατηγορία: Αποδεχόμενος ότι ο Μ.Κ.3 οδηγός του ημιφορτηγού οχήματος στην προσπάθεια του μετά από έξοδο από παρακείμενη πάροδο να πάρει την δική του αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας αποκόπτοντας τη πορεία του μοτοσικλετιστή κατηγορούμενου. Έχοντας υπόψη την πλημμελή διερεύνηση των συνθηκών του δυστυχήματος από τους Μ.Κ.1 και 2 όπως την κατέγραψα πιο πάνω. Λαμβάνοντας ακόμα υπόψη την στροφή που υπήρχε στο σημείο και την μειωμένη ορατότητα, που είχε ο κατηγορούμενος στα 40μ. για την εποπτεία του δρόμου, πτυχές στις οποίες δεν δόθηκε η απαιτούμενη προσοχή από την Κατηγορούσα Αρχή κατά την παράθεση της μαρτυρίας και τα κενά που υπάρχουν ως προς αυτήν τη πτυχή της υπόθεσης δηλαδή της εξέτασης της ταχύτητας της μοτοσικλέτας σε συνάρτηση με την ορατότητα που είχε ο οδηγός της και επίβλεψης του δρόμου. Κρίνω ότι αφήνουν αρκετές αμφιβολίες στο μυαλό μου κατά πόσο αυτός ενέχεται στην πρόκληση του δυστυχήματος με επίδειξη αμέλειας κατά την οδήγηση υπό τις περιστάσεις που φανερώθηκαν για την πρόκληση του δυστυχήματος. Επομένως εφόσον έχουν εμφιλοχωρήσει αμφιβολίες στο μυαλό του Δικαστηρίου δεν απομένει παρά να αθωώσω τον κατηγορούμενο από το αδίκημα της αμελούς οδήγησης. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται από την 1η κατηγορία. Θα ακούσω στη συνέχεια γεγονότα επί των υπολοίπων κατηγοριών. (Υπ.) ............... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο