← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Lenka Jivochova κ.α., Αρ. Υπόθεσης:5382/2006, 6 Δεκεμβρίου,2006

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Lenka Jivochova κ.α., Αρ. Υπόθεσης:5382/2006, 6 Δεκεμβρίου,2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2006:B12 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:5382/2006 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου v.

  1. Lenka Jivochova
  2. Alena Pethoova
  3. Radoslav Kolen Κατηγορουμένων --------------------- Ημερομηνία: 6 Δεκεμβρίου,2006 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Παπανικολάου Για κατηγορούμενες 1 και 2: κ. Α. Κλαϊδης (για να ακούσει την απόφαση κα. Ζησιμοπούλου) Για Κατηγορούμενο 3 : κα Ζησιμοπούλου Κατηγορούμενοι: Παρόντες Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (Για Δίκη Εντός Δίκης) ΟΙ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ: Οι Κατηγορούμενοι 1 και 3 αντιμετωπίζουν μόνοι τους τα αδικήματα των κατηγοριών 1,2,3 και 4 και μαζί με την 2η κατηγορούμενη τις κατηγορίες 5 και
  4. Οι κατηγορίες 1 και 2 αφορούν τα αδικήματα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και Νόμο 29/1977 καθώς μεταξύ των ημερομηνιών 1-6 /11/2006 συμπεριλαμβανομένων, στο Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν τα κακουργήματα της εισαγωγής κάνναβης και ρητίνης κάνναβης αντίστοιχα. Στις κατηγορίες 3 και 4 κατηγορούνται για τα αδικήματα της εισαγωγής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β κατά παράβαση διατάξεων του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/1977 όπως αυτός τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα και του Άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 καθώς την 7.11.2006 στο Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου εισήγαγαν ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β ήτοι 11.6050 γραμμάρια ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης και 3.9124 γραμμάρια ξηρής φυτικής ύλης ρητίνης κάνναβης χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας. Στις κατηγορίες 5 και 6 κατηγορούνται για τα αδικήματα της κατοχής των πιο πάνω ποσοτήτων ναρκωτικών κατά την 7.11.2006 τις οποίες παραδέχθηκε η 1η κατηγορούμενη και οι οποίες παραμένουν για γεγονότα και επιβολή ποινής μέχρι να ολοκληρωθεί η ακροαματική διαδικασία και για τις υπόλοιπες κατηγορίες. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Όταν ο Μ.Κ. 1 Αστ. 189 Α. Αντωνίου της ΥΚΑΝ Αμμοχώστου θα κατέθετε ως τεκμήριο την θεληματική κατάθεση που έλαβε από τον 3ο κατηγορούμενο, ο συνήγορος του έφερε ένσταση στην κατάθεση της ισχυριζόμενος ότι τόσο η κατάθεση όσο και η ομολογία του 3ου κατηγορουμένου που εμπεριέχεται σε αυτή εξασφαλίστηκαν μετά από υποσχέσεις του πιο πάνω μάρτυρος, εξεταστή της υπόθεσης, ότι δεν θα υπάρξει ποινική δίωξη εναντίον της 1ης κατηγορούμενης. Του υποσχέθηκε επίσης ο μάρτυρας ότι αφού έδιδε αυτή την κατάθεση θα υπήρχε πλήρης εξιχνίαση της υπόθεσης και δεν θα υπήρχαν οποιαδήποτε δικαστικά μέτρα εναντίον της 1ης κατηγορούμενης. Συνεπεία της πιο πάνω ένστασης διεξήχθη δίκη εντός δίκης για να αποκαλυφθούν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες λήφθηκε η επίδικη κατάθεση. Ο Αστ. 189 Α. Αντωνίου ήταν αυτός ο οποίος είχε πάρει την 7.11.2006 μεταξύ των ωρών 17:05 και 17:25 κατάθεση από τον 3ο κατηγορούμενο. Η κατάθεση του μάρτυρος σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 στη δίκη εντός δίκης. Για ό,τι ενδιαφέρει την παρούσα απόφαση μου είναι όσα αναφέρονται στην 2η σελίδα της κατάθεσης του. Ότι δηλαδή την πιο πάνω μέρα και περί ώρα 16:55 έφτασε στα γραφεία της ΥΚΑΝ Αμμοχώστου ο 3ος κατηγορούμενος. Προηγήθηκε η σύλληψη και προσαγωγή στον αστυνομικό σταθμό των δύο πρώτων κατηγορουμένων. Παρουσιάστηκε ως φίλος της 1ης κατηγορουμένης, τον ανέκρινε προφορικά και αυτός εξέφρασε την επιθυμία να προβεί σε θεληματική κατάθεση. Τον πληροφόρησε μέσω μεταφράστριας τα δικαιώματα του ως προς τη λήψη της κατάθεσης, του επέστησε την προσοχή στο νόμο και κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα και με τη βοήθεια της διερμηνέως έλαβε την κατάθεση του η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο 2 στην μητρική του γλώσσα και η πιστή της μετάφραση στα ελληνικά ως Τεκμήριο
  5. Επακόλουθο της κατάθεσης και της ομολογίας του ήταν η σύλληψη του με δικαστικό ένταλμα. Ο μάρτυρας πέραν των πιο πάνω γεγονότων τα οποία επανέλαβε, αρνήθηκε ότι είχε υποσχεθεί είτε πριν ή κατά τη λήψη της πιο πάνω κατάθεσης οτιδήποτε στον κατηγορούμενο, ούτε στα αγγλικά ούτε σε άλλη γλώσσα όπως ήταν το λεκτικό που χρησιμοποιήθηκε από τον δικηγόρο του κατά την ένσταση του. Στην αντεξέταση του διευκρίνισε ότι ο ίδιος δεν είχε συμμετάσχει στην έρευνα που προηγήθηκε στο διαμέρισμα του 3ου κατηγορούμενου. Δεν είχε πει στον 3ο κατηγορούμενο ότι η φιλενάδα του είχε συλληφθεί, πιστεύει όμως ότι όταν τον ανέκρινε ήξερε ότι εξεταζόταν υπόθεση ναρκωτικών εναντίον της. Του φάνηκε πρόθυμος να πει αυτά τα οποία ανέφερε τελικά στην κατάθεση του και σε καμιά περίπτωση δεν του υποσχέθηκε οτιδήποτε. Παρόλο ότι ο 3ος κατηγορούμενος δεν ήταν παρόν όταν συνελήφθηκαν οι δύο πρώτες κατηγορούμενες για αυτόφωρα αδικήματα, δεν μπορούσε να ξέρει γιατί αυτός φάνηκε τόσο πρόθυμος να παραδεχθεί τη διάπραξη των αδικημάτων, ούτε και μπορεί να γνωρίζει τι σκεφτόταν ο κατηγορούμενος και για τούτο δεν μπορούσε να ξέρει εάν αυτό ήταν λογικό ή όχι. Παρόντες κατά τη λήψη της κατάθεσης ήταν ο 3ος κατηγορούμενος, αυτός και η μεταφράστρια Μαρκίτα Μιχαηλίδου. Ο 3ος κατηγορούμενος του είχε πει ότι συζούσε με την 1η κατηγορούμενη αλλά δεν θυμόταν εάν του είχε πει ότι την αγαπούσε. Αρνήθηκε υποβολή ότι του υποσχέθηκε ότι δεν θα εδιώκετο 1η κατηγορούμενη εάν ομολογούσε ο ίδιος. Η υπόθεση αναβλήθηκε για την επόμενη για να μπορέσει η Κατηγορούσα Αρχή να κλητεύσει την μεταφράστρια για να καταθέσει και αυτή εφόσον ήταν παρούσα κατά τη λήψη της κατάθεσης. Την επόμενη ημέρα ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής πληροφόρησε το Δικαστήριο ότι δεν επιθυμούσε να την καλέσει ως μάρτυρα της εφόσον την έκρινε ως αναξιόπιστο πρόσωπο. Έτσι η πιο πάνω κλήθηκε από την Υπεράσπιση και κατέθεσε ως μάρτυρας της. Ανέφερε ότι είναι νοικοκυρά και εκτελεί και καθήκοντα μεταφράστριας τα τελευταία 3 με 4 χρόνια είτε στο Δικαστήριο είτε όταν καλείται από την αστυνομία. Ανέφερε ότι ήταν αυτή που είχε εκτελέσει τα καθήκοντα της διερμηνέως όταν λήφθηκε η κατάθεση από τον 3ο Κατηγορούμενο στον Αστυνομικό Σταθμό Αγίας Νάπας από τον Αστυφύλακα Αντωνίου. Εξήγησε πως λήφθηκε η κατάθεση από αυτόν. Ανέφερε ότι στο δωμάτιο όπου λαμβανόταν η κατάθεση εισέρχονταν και εξέρχονταν διάφοροι αστυνομικοί και υπήρχε στιγμή που υπήρχαν σε αυτό 4-5 αστυνομικοί. Από ότι αντιλήφθηκε ο 3ος κατηγορούμενος δεν ήθελε να πάει φυλακή η 1η κατηγορούμενη. Σε ερώτηση εάν είχε ακούσει από αστυνομικούς να δίδουν οποιαδήποτε υπόσχεση στον 3ο κατηγορούμενο, ανέφερε ότι ¨πρέπει να του είπαν να τους τα πει όλα όπως έγιναν¨ στη συνέχεια έγραψαν αυτά τα οποία κατέθεσε. Σε άλλη ερώτηση και μετά από πολλή παλινδρόμηση ανέφερε ότι του είπαν να ¨παραδεχθεί και να πει την αλήθεια¨. Από ότι αντιλήφθηκε, ο 3ος κατηγορούμενος, ήθελε να προστατεύσει την 1η κατηγορούμενη και να πάρει το βάρος πάνω του. Ο Αστυφύλακας Αντωνίου του είπε ¨πές μας την αλήθεια και δεν θα πάθεις τίποτε¨. Ο 3ος κατηγορούμενος είχε ακούσει να λέγει ότι ήταν φίλος και αγαπούσε την 1η κατηγορούμενη. Στην αντεξέταση της ανέφερε ότι η πόρτα του δωματίου στην οποία λαμβανόταν η κατάθεση του 3ου κατηγορουμένου ήταν και κλειστή και ανοιχτή, υπονοώντας ότι αυτή άνοιγε και εισέρχονταν σε αυτό και άλλοι αστυνομικοί. Σε ερώτηση γιατί δεν έγραψε στην κατάθεση του κατηγορουμένου ότι αυτός έλαβε υπόσχεση από τον Αστυφύλακα Αντωνίου, ανέφερε ότι ¨δεν είπε κανένας για υπόσχεση του κ. Αντωνίου¨. Αρνήθηκε υποβολή ότι στο Δικαστήριο ήρθε για να πει ψέματα και ότι κατά τη διάρκεια της κατάθεσης δεν εισέρχονταν στο δωμάτιο άλλοι αστυνομικοί. Ο ίδιος ο 3ος κατηγορούμενος ανέφερε ότι πριν του λάβει κατάθεση Αστυφύλακας Αντωνίου, τον ανέκρινε προφορικά. Στο δωμάτιο όπου του λήφθηκε αργότερα η κατάθεση μπαινόβγαιναν και άλλοι αστυνομικοί τουλάχιστον ακόμα τέσσερις. Οι αστυνομικοί του είχαν πει ήδη κατά την έρευνα στο διαμέρισμα του ότι η 1η κατηγορούμενη είχε συλληφθεί για υπόθεση κατοχής ναρκωτικών. Του είχαν πει επίσης, ήδη από το διαμέρισμα του, ότι εάν έλεγε την αλήθεια πως είχαν διαπραχθεί τα αδικήματα θα αφεθεί ελεύθερη η φίλη του. Τον διαβεβαίωσαν να μη φοβάται τίποτε, να πει εκείνα που θέλει να πει και το κορίτσι του θα είναι okay. Παρόλο ότι δεν του εξήγησαν την έννοια του okay, εντούτοις ο ίδιος το είχε εκλάβει ότι αφορούσε το δέμα στο ταχυδρομικό κιβώτιο. Εκείνο το οποίο τον έκαμε να υπογράψει την κατάθεση του ήταν ότι θα αφηνόταν ελεύθερη η φίλη του. Ήταν οι ίδιοι αστυνομικοί που έκαμαν την έρευνα στο διαμέρισμα που του είχαν πει και στον αστυνομικό σταθμό να πει ακριβώς όπως έγιναν τα πράγματα και θα γινόταν όπως τάχα εξηγήθηκαν στο διαμέρισμα του. Ο ίδιος ο Αστυφύλακας Αντωνίου που του πήρε την κατάθεση τον είχε συναντήσει στον αστυνομικό σταθμό και η 1η ερώτηση που του έκαμε ήταν εάν επιθυμούσε να δώσει κατάθεση με τη θέληση του και του είπε πως όλα θα ήταν okay. Παραδέχθηκε ότι η κατάθεση του ξεκινά με το λεκτικό ότι είναι με την ελεύθερη του θέληση που την έδιδε, όμως, η πραγματικότητα είναι ότι την έδωσε επειδή του υποσχέθηκαν ότι θα άφηναν το κορίτσι του ελεύθερο για την οποία φοβόταν και δεν ήθελε να πάει φυλακή. Πίστευε επίσης ότι η αστυνομία τελικά θα εύρισκε εκείνον που ευθυνόταν για τη διάπραξη των αδικημάτων. Δεν θα έδιδε ποτέ την κατάθεση εάν οι αστυνομικοί δεν του υπόσχονταν ότι δεν θα πήγαινε το κορίτσι του στη φυλακή. Κατά την αντεξέταση του παραδέχθηκε ότι όταν ανέφερε στον Αντωνίου ότι ήθελε να δώσει θεληματική κατάθεση, διερωτήθηκε ταυτόχρονα τι θα γινόταν με το κορίτσι του. Ήταν τότε που του απάντησε μη φοβάσαι η φίλη σου θα είναι εντάξει και ότι όλα θα είναι καλά. Φοβόταν την αστυνομία, δεν ένοιωθε εντάξει, διακατεχόταν από στρες και επιθυμούσε να αφεθεί ελεύθερη η 1η κατηγορούμενη. Σε υποβολή ότι όταν του ανέφερε τη λέξη okay ο Αστυφύλακας Αντωνίου ήταν όταν εξέφρασε την πρόθεση να προβεί σε θεληματική κατάθεση και με αυτή τη λέξη δεν υπονοούσε οποιαδήποτε υπόσχεση, αυτός ανέφερε ότι είχε εκλάβει το okay του κ. Αντωνίου ως υπόσχεση. Επέμενε ότι έλαβε την υπόσχεση ότι μετά το πέρας της κατάθεσης του και την εξιχνίαση της υπόθεσης η φίλη του θα αφηνόταν ελεύθερη και δεν θα λαμβάνονταν δικαστικά μέτρα εναντίον της. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Ο κ. Κλαϊδης, επανέλαβε τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης ισχυριζόμενος ότι με τη δοθείσα μαρτυρία έχει καταστεί διάτρητη η θέση της Κατηγορούσας Αρχής περί θεληματικότητας της κατάθεσης. Φάνηκε από την κατάθεση του κατηγορουμένου και της μεταφράστριας ότι αυτή λήφθηκε μετά από υποσχέσεις που δόθηκαν σε αυτόν ότι δεν θα απαγγέλλονταν κατηγορίες στην 1η κατηγορούμενη που ήταν φίλη του και την αγαπούσε. Η Κατηγορούσα Αρχή με όσα προέκυψαν από τη μαρτυρία απέτυχε, κατά την άποψη του, να αποδείξει πέρα από κάθε αμφιβολία τη θεληματικότητα της κατάθεσης της οποίας η εισαγωγή ως τεκμήριο επιδιώκεται. Ο κ. Παπανικολάου ανέφερε ότι τόσο ο 3ος κατηγορούμενος όσο και η μάρτυρας του είπαν ψέματα στο Δικαστήριο. Η μάρτυρας Μιχαηλίδου για τα όσα ανέφερε ότι ¨πρέπει¨ να του υποσχέθηκαν και αυτές οι υποσχέσεις είχαν δοθεί σε άλλο δωμάτιο από εκείνο που ευρισκόταν η ίδια και τα όσα συμπέρανε ότι λέχθηκαν στον κατηγορούμενο ήταν φανερό ότι τα ανέφερε για να δημιουργήσει εντυπώσεις, για δικούς της λόγους, που πιθανόν είναι ότι ήθελε να βοηθήσει τον 3ο κατηγορούμενο. Ο Αστυφύλακας Αντωνίου τίποτε δεν υποσχέθηκε στον κατηγορούμενο, απλώς ο κατηγορούμενος έτσι εξέλαβε κάποιες φράσεις που λέχθηκαν αρχικά με τους αστυνομικούς που συμμετείχαν στην έρευνα του διαμερίσματος του και αργότερα με τον ίδιο τον Αστυφύλακα Αντωνίου. Εκείνο το οποίο έκαμαν οι αστυνομικοί ήταν να τον καλέσουν να πει την αλήθεια και προς τούτο τον παρότρυναν χωρίς να του δίδουν οποιαδήποτε υπόσχεση. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Έχοντας υπόψη τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου αλλά και τις εισηγήσεις των δύο πλευρών, διαπιστώνω ότι υπάρχουν δύο διαμετρικά αντίθετες εκδοχές. Στην προσπάθεια μου όμως να εξαγάγω τα ευρήματα μου θα έχω υπόψη μου την αρχή, ότι στο στάδιο αυτό δεν πρέπει να εξάγονται συμπεράσματα τα οποία δυνατό να επηρεάσουν δυσμενώς τον κατηγορούμενο στην υπεράσπιση του, όπως για παράδειγμα γενικά συμπεράσματα ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων (βλ. Ioannides v. Repubic

(1969)2 C.L.R. σελ. 169). Προκύπτει από τη μαρτυρία και αυτό δεν αμφισβητήθηκε ότι όταν λαμβανόταν η ανακριτική κατάθεση από τον 3ο κατηγορούμενο στις 7.11.2006 (Τεκμήρια 2 και 3) αυτός ευρισκόταν στον Αστυνομικό Σταθμό Αγίας Νάπας όπου για πρώτη φορά συνάντησε τον κατηγορούμενο ο Αστυφύλακας Αντωνίου. Λόγω του ότι απαιτείτο η παρουσία διερμηνέως, κλήθηκε η κα Μιχαηλίδου. Η λήψη της κατάθεσης έλαβε χώρα όταν ο κατηγορούμενος εξέφρασε προς τούτο την πρόθεση να το κάμει. Πριν τη λήψη της κατάθεσης ο κ. Αντωνίου παραδέχθηκε ότι ανέκρινε προφορικά τον κατηγορούμενο και ήταν σε αυτό το στάδιο που αυτός προθυμοποιήθηκε να δώσει θεληματική κατάθεση. Φάνηκε από τη μαρτυρία ακόμα και αυτή του κατηγορούμενου ότι ο Αστυφύλακας Αντωνίου σε καμιά περίπτωση δεν του υποσχέθηκε οτιδήποτε και σίγουρα σε εκείνο το στάδιο δεν ήταν παρούσα η κα Μιχαηλίδου για να ακούει τι έλεγαν. Ο ίδιος ο κατηγορούμενος παρουσιάζεται να εκφράζει την επιθυμία να απαλλαγεί από την ευθύνη η φίλη του, κατηγορούμενη 1, την οποία αγαπούσε και δεν ήθελε να καταλήξει στην φυλακή, αυτά ανέφερε και στο Δικαστήριο τόσο ο ίδιος όσο και μέσω του δικηγόρου του με σχετικές υποβολές. Εξετάζοντας τη μαρτυρία προσεχτικά και την αλληλουχία των γεγονότων δεν προκύπτει σε καμιά περίπτωση ότι ο Αστυφύλακας Αντωνίου του έδωσε οποιαδήποτε υπόσχεση προς επίτευξη αυτής του της επιθυμίας. Εκείνο για το οποίο τον παρότρυνε ήταν να πει την αλήθεια και λέγοντας την αλήθεια εάν αυτό θα οδηγούσε τα πράγματα έτι που ¨όλα θα ήταν εντάξει και όλα καλά¨ όπως ήταν η φράση που έβαλε στο στόμα του Αντωνίου, αυτό ήταν ένα άλλο θέμα. Κρίνω ότι δεν εμπεριείχε αυτή η παρότρυνση, την οποία δέχομαι ότι έγινε προς τον κατηγορούμενο το στοιχείο της υπόσχεσης. Εάν ο κατηγορούμενος στην κατάθεση του είπε την αλήθεια ή όχι αυτό είναι θέμα το οποίο θα εξετασθεί κατά την κυρίως δίκη και δεν ενδιαφέρει την παρούσα, της οποίας αντικείμενο είναι οι συνθήκες λήψης της επίδικης κατάθεσης και μόνον. Όσον αφορά τη μαρτυρία της κας Μιχαηλίδου κρίνω ότι, για λόγους δικούς της, προσπάθησε ομολογουμένως με δυσκολία και ευρισκόμενη σε μεγάλη και ανεξήγητη σύγχυση, όπως είναι η διαπίστωση μου, κατά τη διάρκεια της κατάθεσης της ενώπιον του Δικαστηρίου να υποθέσει ότι ο 3ος κατηγορούμενος έλαβε υποσχέσεις από τον κ. Αντωνίου. Ανέφερε την λέξη ¨πρέπει¨ όταν εξέφραζε την άποψη ότι του είχαν δοθεί υποσχέσεις. Η εμφάνιση της ενώπιον του Δικαστηρίου, ο τρόπος που κατέθετε, το χρώμα που άλλαζε το πρόσωπο της, το κοκκίνισμα που διέκρινα σε αυτή ήταν παράγοντες οι οποίοι προκάλεσαν πολύ αρνητική αντίληψη γι΄αυτή και μπορώ να πω ότι δεν μου ενέπνευσε καμιά εμπιστοσύνη, ήταν ολοφάνερη η προσπάθεια της να εφεύρει λέξεις και φράσεις ή και συμπεριφορές και να τις αποδώσει στον κ. Αντωνίου ή σε άλλους αστυνομικούς όπως π.χ. η πόρτα του δωματίου όπου λαμβανόταν η κατάθεση ήταν ανοικτή ή και κλειστή, μπαινόβγαιναν αστυνομικοί κ.α., Δεν μου διαφεύγει ότι η εντύπωση που σχημάτισε η μάρτυρας ήταν υποθετική χρησιμοποίησε τη λέξη ¨πρέπει¨ την οποία επανέλαβε αρκετές φορές. Ήταν φανερό ότι αυτή εψεύδετο ή υπέθετε. Το σίγουρο ήταν ότι διακατεχόταν από μια ανεξήγητη σύγχυση και δίσταζε να απαντήσει, σκεφτόταν και ήταν φανερό ότι δεν ήταν αυθόρμητα που κατέθετε, έκαμνε συνεχώς στάσεις, έβαζε τα χέρια της στο κεφάλι της, δεν απαντούσε ευθέως στις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν ακόμα και κατά τη κυρίως εξέταση της, εξέπεμπε γενικά μια αλλόκοτη εικόνα που δεν αρμόζει σε μάρτυρα της αλήθειας. Ακόμα και όταν ρωτήθηκε πότε είχε μιλήσει με τον δικηγόρο του 3ου κατηγορούμενου, ανέφερε αρχικά το απόγευμα της προηγούμενης ημέρας και όταν της υποβλήθηκε ότι ήδη από το μεσημέρι ο εν λόγω δικηγόρος είχε αναφέρει στο Δικαστήριο ότι είχε μιλήσει μαζί της, που θα πρέπει αυτή η συνομιλία τους να είχε γίνει το πρωινό της προηγούμενης ημέρας, ανέφερε ότι πιθανόν να είχαν μιλήσει το πρωί. Όταν πάλι ρωτήθηκε τι είχαν πει μεταξύ τους μάσησε τα λόγια της και αρκέστηκε στο τέλος να επαναλάβει ότι εκείνο που της ζήτησε ήταν να πει την αλήθεια στο Δικαστήριο, χωρίς και πάλιν να αρνηθεί, αν και δίστασε προς στιγμή να πει ότι είχαν μπει και σε λεπτομέρειες της υπόθεσης σ΄αυτή τη συζήτηση. Ο 3ος κατηγορούμενος, σύμφωνα με την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής, από μόνος του χωρίς οποιαδήποτε υπόσχεση και ευρισκόμενος υπό το καθεστώς που περιέγραψα ανωτέρω, γνωρίζοντας ήδη ότι οι δύο πρώτες κατηγορούμενες ευρίσκονταν στα χέρια της αστυνομίας, από μόνος του προθυμοποιήθηκε να δώσει μια κατάθεση την οποία ανέλαβε να καταγράψει ο Αστ. 189 Α. Αντωνίου με τη βοήθεια διερμηνέως. Προέκυψε από τη μαρτυρία ότι αυτός επιδίωκε αντάλλαγμα το οποίο συνίστατο στην απαλλαγή της 1ης κατηγορουμένης από τις κατηγορίες έτσι που να μη καταλήξει στη φυλακή. Μπορεί ο Αστυνομικός να του είπε και να τον παρότρυνε να πει την αλήθεια και όλα θα ήταν εντάξει, αυτό όμως δεν υπέκρυπτε, κατά την άποψη μου και οποιαδήποτε υπόσχεση, απλώς ο κατηγορούμενος την εξέλαβε ως τέτοια. Ο κατηγορούμενος δεν ανέφερε και δεν καταγράφτηκε στην κατάθεση του τα όσα ισχυρίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι τάχα διακατεχόταν από αισθήματα φόβου και στρες. Σημειώνω, ότι αυτός μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν τελούσε υπό σύλληψη ή κράτηση και δεν ζήτησε νομική συνδρομή ενόψει της απόφασης του να προβεί σε θεληματική κατάθεση. Υπάρχει η υπογραφή του μετά την αρχική πληροφόρηση του για τα δικαιώματα του, ότι δεν ήταν υπόχρεος να πει οτιδήποτε εκτός εάν ήθελε να πει, αλλά ότι έλεγε μπορούσε να καταγραφεί και να δοθεί ως μαρτυρία. Στο τέλος κάθε σελίδας υπάρχουν τα αρχικά του ονόματος του, στη τελευταία σελίδα μετά από σχετική υπαγόρευση του ανακριτή σημείωσε ιδιοχείρως ότι διάβασε την κατάθεση και ότι πληροφορήθηκε ότι μπορεί να επιφέρει αλλαγές σε αυτή, ότι αυτή είναι αληθινή και ότι την είχε κάμει με την ελεύθερη του θέληση όμως δεν θέλησε να αναφέρει οτιδήποτε πέραν των όσων κατέθεσε. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Είναι νομολογιακά καθιερωμένο στη Κύπρο ότι τα Δικαστήρια απορρίπτουν καταθέσεις που λήφθηκαν κατά παράβαση των Κανόνων των Δικαστών, ακόμα και σε υποθέσεις όπου μια κατάθεση είναι εκούσια. Είναι θεμελιωμένη γενική αρχή ότι σε περιπτώσεις παράβασης των Κανόνων των Δικαστών, τα Δικαστήρια έχουν ευρεία διακριτική ευχέρεια να αποδέχονται ή να απορρίπτουν μια κατάθεση ανάλογα με τα γεγονότα της υπόθεσης. Ανάμεσα στους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας είναι θέματα όπως ο βαθμός που η παράβαση επηρεάζει τη θεληματικότητα της κατάθεσης, η έκταση της παράβασης, το κατά πόσο η παράβαση αφορά σε ζητήματα τυπικά ή ουσιαστικά και τις επιπτώσεις της στην απονομή της δικαιοσύνης. Ο Λόρδος Devlin στο βιβλίο του ¨The Criminal Procecution In England
(1960)στις σελ. 38 και 39 πραγματεύεται το θέμα ως εξής σε μετάφραση: ¨Η ουσία του πράγματος είναι ότι ο Δικαστής πρέπει να ικανοποιηθεί ότι έχει γίνει άδικη και καταπιεστική χρήση των εξουσιών της αστυνομίας. Εάν ικανοποιηθεί θα απορρίψει τη μαρτυρία παρόλο που δεν υπάρχει κανόνας που ειδικά το απαγορεύει. Εάν δεν ικανοποιηθεί θα δεχθεί τη μαρτυρία έστω και εάν υπάρχει κάποια τεχνική παραβίαση ενός από τους κανόνες. Δεν πρέπει να ξεχνούμε ποτέ ότι οι δικαστικοί κανόνες έγιναν για την καθοδήγηση της αστυνομίας και όχι για τον περιορισμό της δικαστικής εξουσίας.¨ Ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι ως ο εξεταστής της υπόθεσης όταν μετά από προφορική ανάκριση που υπέβαλε τον κατηγορούμενο, αυτός του ανέφερε ότι επιθυμούσε να δώσει θεληματική κατάθεση κάλεσε διερμηνέα για να διασφαλιστεί το υπό του Συντάγματος κατοχυρωμένο δικαίωμα του να καταθέσει σε καταληπτή σε αυτόν γλώσσα. Έτσι και έγινε, ο κατηγορούμενος υπαγόρευσε και ο αστυφύλακας με τη βοήθεια διερμηνέως αφού του εξήγησε τα δικαιώματα προηγουμένως κατέγραψε την κατάθεση του. Εάν μπαινόβγαιναν αστυνομικοί ή όχι στο γραφείο όπου του λαμβανόταν η κατάθεση παρόλο ότι κρίνω ότι ο Αστυφύλακας Αντωνίου είπε την αλήθεια και πάλιν, δεν θα ενείχε και μεγάλη σημασία εφόσον δεν υπήρξε ισχυρισμός για επηρεασμό του κατηγορουμένου από ένα τέτοιο γεγονός ή ότι καθ΄ οιονδήποτε τρόπο αυτοί οι αστυνομικοί αναμίχθηκαν ή τον επηρέασαν κατά τη λήψη της κατάθεσης του. Κρίνω ότι τηρήθηκαν όλες οι νενομισμένες διαδικασίες σύμφωνα με τους Δικαστικούς Κανόνες για τη λήψη της επίδικης κατάθεσης από τον κατηγορούμενο. Οδηγούμαι στο συμπέρασμα ότι η επίδικη κατάθεση λήφθηκε νομότυπα. Κρίνω με βάσει την αλληλουχία των γεγονότων και τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου ότι η εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής για τις συνθήκες λήψης της κατάθεσης είναι πειστική την οποία και αποδέχομαι για τους πιο πάνω λόγους. Ο Αστυφύλακας Αντωνίου υπήρξε σταθερός στις απαντήσεις του και απόλυτος ως προς τη θέση του αυτές δεν σήκωναν διφορούμενης ερμηνείας όπως αντίθετα ήταν οι απαντήσεις του 3ου κατηγορούμενου και της μάρτυρος του. Είναι η άποψη μου ότι όλες οι περιβάλλουσες περιστάσεις καταδεικνύουν μια γνήσια και θεληματική κατάθεση εκ μέρους του 3ου κατηγορουμένου, δεν παρέμειναν σκιές και αμφιβολίες ως προς τη θεληματικότητα της. Το περιεχόμενο της ίδιας της κατάθεσης του κατηγορουμένου αφορούσε γεγονότα που ενέπιπταν στη δική του αποκλειστική σφαίρα γνώσης και δεν υπήρξε οποιοσδήποτε εξαναγκασμός του στο να τα αποκαλύψει αλλά ούτε και υπόσχεση όπως θέλησε να παρουσιάσει τη στάση της αστυνομίας απέναντι του. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η ένσταση απορρίπτεται. Η θεληματική κατάθεση του 3ου κατηγορουμένου με την πιστή της μετάφραση θα επιτρέψω όπως κατατεθούν ως κανονικά τεκμήρια στη δίκη. (Υπ.) ............... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.