← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Νικόλας Νόνης, Αρ. Υπόθεσης:132/05, 14 Δεκεμβρίου, 2006

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Νικόλας Νόνης, Αρ. Υπόθεσης:132/05, 14 Δεκεμβρίου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2006:B14 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:132/05 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου v. Νικόλας Νόνης Κατηγορουμένων --------------------- 14 Δεκεμβρίου, 2006 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Παπανικολάου Για τον Κατηγορούμενο : κ. Φούλιας Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες. Σύμφωνα με το λεκτικό που χρησιμοποιείται στο κατηγορητήριο η 1η κατηγορία αφορά το αδίκημα της επίθεσης με πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση των άρθρων 2,3

(1)
(4)του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου Αρ. 119
(1)/2000. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο κατηγορούμενος στις 22.09.2004 στην οδό Αγίοι Σαράντα στο Ξυλοφάγου της Επαρχίας Λάρνακας παράνομα επιτέθηκε και κτύπησε τη σύζυγο του Ιωάννα Κάρυου με αποτέλεσμα να της προκαλέσει πραγματική σωματική βλάβη. Η 2η κατηγορία αφορά το αδίκημα της συμπεριφοράς με την οποία προκαλείται άμεσα ψυχική βλάβη σε μέλος της οικογένειας κατά παράβαση των άρθρων 2,3
(1)
(4)του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου Αρ. 119
(1)/
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρονται στην πρώτη κατηγορία με τη συμπεριφορά του άσκησε βία εναντίον της συζύγου του και προκάλεσε ψυχική βλάβη στη σύζυγο του Ιωάννα Κάρυου. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Η παραπονούμενη Ιωάννα Κάρυου κατέθεσε ως Μ.Κ.
  2. Είναι καθηγήτρια και διδάσκει στο Γυμνάσιο Ξυλοφάγου. Στην πολυσέλιδη κατάθεση της που είχε δώσει στις 4.10.2004 το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε (Τεκ. 1) αναφέρει ότι παντρεύτηκαν με τον κατηγορούμενο τον Φεβρουάριο του 2004 και απέκτησαν μαζί μια κόρη στις 9.06.
  3. Προβάλλει τον ισχυρισμό ότι από τότε που είχε μείνει έγκυος, ο κατηγορούμενος είχε αρχίσει να δημιουργεί προβλήματα στη σχέση τους και σε τακτά χρονικά διαστήματα έβγαινε εκτός εαυτού δηλαδή φώναζε, την ύβριζε, την χτυπούσε, την έφτυνε, την τραβούσε από τα μαλλιά και έσπαζε διάφορα πράγματα στο σπίτι, ήθελε ακόμα να μην έχει σχέσεις με την μοναδική της φίλη κάποια Τασούλλα. Άλλα υβριστικά επίθετα που της απηύθυνε ήταν όπως πουτάνα, ηλίθια, άχρηστη ότι δεν κάνει για τίποτε και δεν τον ικανοποιούσε και ερωτικά. Της έλεγε ακόμα να φύγει από μπροστά του και ότι είχε μετανιώσει που την παντρεύτηκε και ότι ο μόνος λόγος που την παντρεύτηκε ήταν για το μωρό. Την απειλούσε ότι εάν αυτή έφευγε από το σπίτι δεν ήξερε πως θα αντιδρούσε και πιθανόν να μην την ξανάβλεπε ούτε την ίδια ούτε και το μωρό τους. Οι κατηγορίες βέβαια, αφορούν επεισόδιο που έγινε μεταξύ του ζεύγους στις 22.09.2004 στην οικογενειακή κατοικία που ήταν ένα διαμέρισμα στο χωριό Ξυλοφάγου. Η σχέση τους διερχόταν κρίση το τελευταίο διάστημα την οποία αποτύπωσε με γλαφυρό τρόπο στην κατάθεση της και την οποία περιέγραψε όπως πιο πάνω. Όταν ο κατηγορούμενος το απόγευμα της ημέρας εκείνης θα έφευγε για τη δουλειά του και αφού προηγουμένως δεν είχαν ανταλλάξει οποιαδήποτε κουβέντα, η μάρτυρας του ζήτησε να μείνει να συζητήσουν το πρόβλημα τους καθώς δεν άντεχε άλλο. Αυτός της είπε τη φράση ¨άφησε με να φύγω γιατί θα βγω εκτός ελέγχου¨. Τότε αυτή από την αγανάκτηση της και τα νεύρα της που δεν της έδινε σημασία και δεν καθόταν να συνομιλήσουν, έσπρωξε ένα πιάτο που ευρισκόταν πάνω στο τραπέζι το οποίο έπεσε σε μια καρέκλα χωρίς όμως να σπάσει. Τότε ο κατηγορούμενος πήγε πάνω από την τεσσάρων μηνών θυγατέρα τους και της είπε με ειρωνικό ύφος τη φράση ¨Νεφέλη μου η μάμα σου λέγει να μη φωνάζουμε και να μη σπάζουμε πράγματα¨. Στη συνέχεια άνοιξε την πόρτα και έφυγε. Τότε αυτή χτύπησε το κεφάλι της πάνω σε ερμαράκι από τα νεύρα της και από την αγανάκτηση της και πήγε πίσω από την πόρτα, ακούμπησε σε αυτή και άρχισε να κλαίγει. Ο κατηγορούμενος, ο οποίος φαίνεται άκουσε το κτύπημα, επέστρεψε και άνοιξε την πόρτα όπου ήταν ακουμπισμένη και τη σφήνωσε μεταξύ της πόρτας και του τοίχου και συνέχιζε να σπρώχνει την πόρτα δυνατά και να την κρατά μέσα στη γωνιά που σχημάτιζε η πόρτα με τον τοίχο παρά τις φωνές της και παρόλο ότι του έλεγε ότι πονούσε. Συνέχισε να την πιέζει κατά τρόπο που το ¨κλίπ¨ όπως το περιγράφει, το οποίο προεξείχε της πόρτας να είχε μπει στο αριστερό της πόδι. Στη συνέχεια, την έπιασε με τα χέρια του από το λαιμό και προσπαθούσε να βάλει το κεφάλι της μέσα στο στεγνωτήριο των ρούχων, χωρίς όμως να τα καταφέρει. Καθώς την κρατούσε με το ένα του χέρι με το άλλο χέρι έψαχνε μέσα σε συρτάρι της κουζίνας στο οποίο υπάρχουν μαχαιροπήρουνα, χωρίς να πιάσει οτιδήποτε, το ίδιο έκαμε και σε δεύτερο συρτάρι το οποίο επίσης ανακάτευε με το χέρι του χωρίς όμως και πάλι να πιάσει οτιδήποτε. Η ίδια από τον τρόμο της φώναζε πολύ δυνατά, τσύριζε. Μετά από αυτά είχε πέσει κάτω και ο κατηγορούμενος την πήρε από το λαιμό με το χέρι του και τη σήκωσε πάνω. Η ίδια είχε κοκκινήσει και καθώς την κρατούσε από το λαιμό ένοιωθε όλο της το αίμα στο κεφάλι χωρίς να μπορεί να αναπνεύσει, απλά προσπαθούσε να του ξεφύγει απομακρύνοντας τα χέρια του που ήταν γύρω από τον λαιμό της. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος πήρε μια αρκετά βαριά ξύλινη καρέκλα και τη σήκωσε πάνω και ήταν έτοιμος να της την πετάξει. Του φώναξε ότι θα την σκότωνε και τότε αυτός άφησε την καρέκλα κάτω φωνάζοντας της ότι εκείνη έφταιγε που τον είχε βγάλει εκτός ελέγχου για τον λόγο ότι του μουρμουρούσε και ότι δεν την άντεχε. Την άρπαξε από τα μαλλιά ενώ αυτή έκλεγε και της είπε να σκάσει. Στη συνέχεια αυτός την άφησε και βαδίζοντας μέσα στην κουζίνα του σπιτιού τους όπου είχε καταλήξει το επεισόδιο, της έλεγε ότι δεν την αντέχει άλλο. Το μωρό βρισκόταν πάνω στον καναπέ του σαλονιού το οποίο είναι ενωμένο με την κουζίνα. Στη συνέχεια τον είχε δει να σχίζει τη φανέλα του μέσα στο αποχωρητήριο και μετά να την αλλάζει και να φεύγει από το σπίτι. Το επεισόδιο είχε συμβεί γύρω στις 15:
  4. Αμέσως μετά πήρε στο τηλέφωνο τον πατέρα της και του είπε τι ακριβώς είχε συμβεί. Με τον πατέρα της μίλησε αρκετή ώρα στο τηλέφωνο στην προσπάθεια του να την καθησυχάσει και να συνέλθει. Γύρω στις 16:30 με 17:00 το απόγευμα πήγε στο διαμέρισμα της η μητέρα της στην οποία εξιστόρησε τι έγινε, ετοίμασε δύο βαλίτσες με τα απαραίτητα πράγματα της και τα πράγματα της μικρής, πήρε την μικρή και πήγε στο σπίτι των γονιών της. Αργότερα την ίδια ημέρα μετέβησαν με τον πατέρα της στον ομοχώριο τους ιατρό Γιαννάκη Ιωάννου στο Αυγόρου ο οποίος την εξέτασε. Δεν κατάγγειλε στην αστυνομία το επεισόδιο από την πρώτη στιγμή καθώς ήταν τρομοκρατημένη και φοβόταν την αντίδραση του κατηγορούμενου εφόσον για πολύ απλά πράγματα γινόταν πολύ επιθετικός, τόσο μάλλον εάν τον κατάγγελλε στην αστυνομία, φοβόταν ακόμα και για την οικογένεια της. Εν πάση περιπτώσει πλην κάποιου περιστατικού όταν ήταν δεκαέξι χρονών δεν είχε οποιαδήποτε πάρε - δώσε με την αστυνομία. Πίστευε ακόμα ότι ο κατηγορούμενος θα μετάνιωνε για αυτά που της έκαμε και επίσης είχαν προγραμματισμένη τη βάφτιση της κόρης τους στις 3.10.2004 και δεν ήθελε να τον εξαγρίωνε περισσότερο εφόσον με το παραμικρό έκαμνε τρελά και παράλογα πράγματα. Την επόμενη της βάπτισης πήγε στην αστυνομία και τον κατάγγειλε. Δήλωσε εν κατακλείδι στην κατάθεση της ότι δεν είχε σκοπό πλέον να συνεχίσει την ζωή της με τον κατηγορούμενο και θα άρχιζε δικαστικές διαδικασίες για την έκδοση του διαζυγίου τους. Στην αντεξέταση της ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος πριν γίνει το επεισόδιο για το οποίο έκαμε την καταγγελία συνεχώς την αγριοκοίταζε και δεν της έλεγε κουβέντα. Το γεγονός ότι δεν της έδιδε σημασία και την αγνοούσε σίγουρα την ενοχλούσε. Ο λόγος που είχε σπρώξει η ίδια το πιάτο στο τραπέζι ήταν γιατί ένοιωθε αγανάκτηση, απογοήτευση και ευρισκόταν σε απόγνωση για ό,τι της συνέβαινε και δεν ήταν η πρώτη φορά, όπως επίσης και αργότερα όταν κτύπησε το κεφάλι της στο ερμαράκι και ακούμπησε στην πόρτα και έκλαιγε καθώς, όπως είπε, είχε φτάσει ο κόμπος στο χτένι. Η ίδια δεν κτύπησε κανένα αλλά μόνο τον εαυτό της ενώ ο κατηγορούμενος είναι ένα βίαιο άτομο. Όταν της είχε πει ο κατηγορούμενος ότι θα έβγαινε εκτός ελέγχου, αυτή λόγω εμπειρίας, γνώριζε τι σήμαινε μια τέτοια απειλή, δεν τον είχε όμως καταγγείλει ξανά στην αστυνομία. Στο ερμαράκι είχε κτυπήσει και με τα χέρια της και όχι μόνο με το κεφάλι της και δεν της είχαν αφήσει αυτά τα κτυπήματα μώλωπες. Ο λόγος που είχε καθυστερήσει να πάει να τη δει η μητέρα της ήταν ότι την είχε καθησυχάσει από το τηλέφωνο ο πατέρας της και δεν υπήρχε λόγος να φύγουν από τη δουλειά τους. Όταν έφτασε η μητέρα της και της κτύπησε την πόρτα δεν της άνοιγε, μέχρι που άκουσε τη φωνή της καθώς ήταν φοβισμένη. Την βρήκε τρομοκρατημένη, φοβισμένη, αγανακτισμένη, έκλαιγε και σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση. Αργότερα στο σπίτι των γονιών της παρόλο ότι ένοιωσε κάποια σχετική ασφάλεια, εντούτοις φοβόταν μήπως την βλάψει ο κατηγορούμενος ακόμα και εκεί. Δεν τον είδε ούτε της είχε τηλεφωνήσει μέχρι και την ημέρα της βάπτισης όπου και δεν είχαν ανταλλάξει κουβέντα. Τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου είχε φύγει ξανά από το σπίτι τους για μια βδομάδα. Η συχνότητα των επεισοδίων που συνέβαιναν μεταξύ τους ήταν δύο φορές την εβδομάδα. Αποφάσισε να τον καταγγείλει έστω και καθυστερημένα καθώς το χρωστούσε στον εαυτό της και η βία, όπως ανέφερε, από το ισχυρότερο φύλο πρέπει να τιμωρείται και δεν ήθελε να περάσουν και άλλες κοπέλες όσα είχε περάσει η ίδια. Την ημέρα της βάπτισης δεν είχαν ανταλλάξει κουβέντα και αρνήθηκε υποβολή ότι της είχε πει ότι θα πήγαινε σε δικηγόρο για να διεκδικήσει επικοινωνία με την κόρη τους και ότι είναι γι΄αυτόν τον λόγο που πήγε και έκαμε ψευδή καταγγελία, ανέφερε μάλιστα ότι δεν είχε σκοπό να του στερήσει το δικαίωμα να βλέπει την μικρή. Η ίδια περιέγραψε τον εαυτό της ως σχετικά ήρεμο άνθρωπο. Δεν θυμόταν εάν έτυχε να χαστουκίσει μόνη της τον εαυτό της ούτε και να έχει κτυπήσει το κεφάλι της στον τοίχο. Δεν θυμόταν με πιο χέρι την είχε πάρει από το λαιμό όταν ο κατηγορούμενος έψαχνε μέσα στα συρτάρια της κουζίνας για να βρει μαχαίρι. Αρνήθηκε υποβολές ότι μετά που έφυγε από το σπίτι τους, έπαιρνε τον κατηγορούμενο στο τηλέφωνο και τον ενοχλούσε και ότι δεν την είχε κτυπήσει αυτός αλλά τραυματίστηκε μόνη της για να τον ενοχοποιήσει και τέλος ότι η καταγγελία της ήταν εκδικητική και αποσκοπούσε στο να μη μπορεί να βλέπει την κόρη τους ο κατηγορούμενος. Σε ερώτηση του Δικαστηρίου ανέφερε ότι είχαν καλεσμένους στη βάφτιση. Η Μ.Κ.2 Παναγιώτα Κάρυου, μητέρα της παραπονούμενης, στην κατάθεση της που έδωσε στην αστυνομία την 1.12.2004 (Τεκ.2) περιγράφει και αυτή με ακρίβεια όσα της είχε πει η κόρη της την ίδια ημέρα και λίγη ώρα μετά το επεισόδιο. Την είχε βρει τρομοκρατημένη, δίστασε στην αρχή να ανοίξει την πόρτα όταν πήγε στο διαμέρισμα τους μέχρι που βεβαιώθηκε ότι ήταν η μάνα της, είχε αντιληφθεί σημάδια στο λαιμό της ακόμα και αποτυπώματα δακτύλων και μώλωπες. Στη συνέχεια αναφέρει ότι όταν πήγαν σπίτι τους και είδε ο πατέρας της σε τι κατάσταση βρισκόταν την μετέφερε σε συγχωριανό τους ιατρό για εξέταση. Την επόμενη ημέρα είχε προσέξει και μώλωπα στο πλευρό της. Την είχαν συμβουλέψει να καταγγείλει το γεγονός στην αστυνομία, αυτή όμως φοβόταν και από την άλλη ήταν και η βάπτιση και για τούτο δεν ήθελε, όπως τους έλεγε, να προκαλέσει ένταση. Τελικά έπεισαν την κόρη τους και κατάγγειλε τον κατηγορούμενο στην αστυνομία μετά τη βάπτιση. Ο λόγος που δεν είχε σπεύσει αμέσως στο διαμέρισμα της κόρης της ήταν ότι στο μεταξύ είχε ηρεμήσει μετά την συνομιλία που είχε με τον πατέρα της και έτσι δεν υπήρχε λόγος, ακόμα και γιατί ήταν απαραίτητο όπως διεκπεραιώσει κάποια εργασία στην δουλειά της την οποία θα έπρεπε να την έκαμνε η ίδια. Για την ίδια, πάνω από όλα είναι ο Θεός και τα παιδιά της και δεν νιώθει ότι αδιαφόρησε για το τι είχε συμβεί εκείνη την ημέρα στην κόρη της με το να καθυστερήσει κάπως να πάει να τη δει στο διαμέρισμα της. Ο κατηγορούμενος από ότι γνώριζε, χωρίς όμως να είναι σίγουρη γι΄αυτό τηλεφώνησε στην κόρη της πριν από τη βάπτιση και τις έλεγε ¨πελλάρες¨ κατά την έκφραση της. Επιθυμία της κόρης της ήταν να γίνει η βάπτιση της μικρής όπου είχαν καλέσει κόσμο και γι΄αυτό δεν ήθελε να δημιουργηθεί οποιοδήποτε πρόβλημα. Κατά την άποψη της έπρεπε να τον είχε καταγγείλει από την πρώτη στιγμή. Χαρακτήρισε την κόρη της ως πράο άτομο και ότι δεν θυμώνει εύκολα. Της είχε πει ότι είχε κτυπήσει το κεφάλι της στο ερμαράκι και ότι είχε σπρώξει το πιάτο. Το πιστοποιητικό του ιατρού Γιαννάκη Ιωάννου ημερομηνίας 22.09.2004 σημειώθηκε ως Τεκμήριο 3 και δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός το περιεχόμενο του. Σε αυτό καταγράφει ότι είχε εξετάσει την παραπονούμενη στις 22.09.2004 και είχε διαπιστώσει δύο εκχυμώσεις στην δεξιά πλευρά του λαιμού και μια στην αριστερή πλευρά, πιθανώς από πίεση δακτύλων, ελαφρά ερυθρά εκχύμωση γραμμικού σχήματος στην δεξιά άνω χώρα της ράχης και εκδορά με αποκόλληση δέρματος στην έσω επιφάνεια του αριστερού ποδιού. Ο κατηγορούμενος όταν κλήθηκε σε απολογία επέλεξε να κάμει δήλωση από το εδώλιο του κατηγορούμενου η οποία ήταν ότι δεν παραδέχεται τις κατηγορίες και αφήνει το Δικαστήριο να κρίνει πιο είναι το σωστό. ΑΓΟΡΕΥΣΕΣ: Ο κ. Παπανικολάου εκθείασε τον τρόπο με τον οποίο κατέθεσε η παραπονούμενη η οποία περιέγραψε με πολύ παραστατικό τρόπο τα βιώματα της από τον βίαιο χαρακτήρα του κατηγορούμενου και τη ζωή που περνούσε μαζί του. Χαρακτήρισε ως λογική την εξήγηση που έδωσε γιατί δεν έκαμε την καταγγελία αμέσως, ανέμενε, όπως είπε, να τελειώσει η προγραμματισμένη βάπτιση της κόρης τους χωρίς να δημιουργηθεί προηγουμένως οποιοδήποτε πρόβλημα και αμέσως την επόμενη πήγε και έδωσε κατάθεση στην αστυνομία. Κάλεσε το Δικαστήριο να κρίνει ως αληθινή και πειστική την μαρτυρία τόσο της παραπονούμενης όσο και της μητέρας της. Για το ότι αυτή έφερε τραύματα στο σώμα της όπως περιγράφονται στο ιατρικό πιστοποιητικό καθιστά περισσότερο πειστική την μαρτυρία της. Κάλεσε το Δικαστήριο να βρει ένοχο τον κατηγορούμενο. Ο κ. Φούλιας με τη σειρά του επεσήμανε αδυναμίες και αντιφάσεις, κατά την άποψη του, στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής. Υποστήριξε ότι η παραπονούμενη για δικούς της λόγους που αφορούσαν την υπόθεση του διαζυγίου της με τον κατηγορούμενο εκδικητικά έκαμε την καταγγελία στην αστυνομία εναντίον του. Κάλεσε το Δικαστήριο να κρίνει τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής ως αναξιόπιστη, να την απορρίψει και αθωώσει τον κατηγορούμενο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ: Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας παρακολούθησα με προσοχή τις μάρτυρες κατηγορίας ενώ έδιδαν ενόρκως μαρτυρία ενώπιον μου. Θα λάβω επίσης υπόψη μου το παραδεκτό γεγονός για τα ευρήματα του ιατρού που είδε και εξέτασε την ίδια ημέρα του επεισοδίου την παραπονούμενη και τη δήλωση περί αθωότητας του κατηγορουμένου. Είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν ή να παρακολουθήσουν αυτές τα διαδραματισθέντα, τη γενική συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ακεραιότητα τους, την ειλικρίνεια τους, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Οι Μ.Κ.1 και 2 αντεξετάστηκαν επίμονα και επί μακρόν από τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορουμένου. Δεν διαφοροποιήθηκαν σε οποιοδήποτε ουσιώδες σημείο της ένορκης κατάθεσης τους οι οποίες ήταν απόλυτα ταυτισμένες με τις γραπτές τους καταθέσεις στην αστυνομία τις οποίες είχαν δώσει λίγες ημέρες μετά το επεισόδιο. Διέβλεψα ότι η παραπονούμενη ήταν με πόνο ψυχής που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Πολλές φορές τα λόγια της διακόπτονταν από ένα κόμπο στο λαιμό της, ένδειξη της συναισθηματικής της φόρτισης. Εξάλλου η αγανάκτηση, η απόγνωση της, συναισθήματα που ένοιωθε έντονα όπως είπε, είχαν εκδηλωθεί την ημέρα του επεισοδίου με τον παραστατικό τρόπο που τον περιέγραψε τόσο στην κατάθεση της όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι δηλαδή κτύπησε με το κεφάλι και με τα χέρια πάνω σε ερμαράκι και στη συνέχεια ακούμπησε πίσω από την πόρτα, από όπου είχε φύγει ο κατηγορούμενος, κλαίγοντας και αναλογιζόμενη τη τύχη της και όσα συνέβαιναν στο γάμο της. Ένοιωθε μειωμένη, θιγμένη, ταπεινωμένη, η συμπεριφορά του κατηγορούμενου την προσέβαλλε, έθιγε την αξιοπρέπεια της. Δεν μου διαφεύγει ότι επρόκειτο για ένα νιόπαντρο ζευγάρι, καταγόταν από ένα χωριό και μόλις είχαν αποκτήσει το κοριτσάκι τους του οποίου είχαν προγραμματίσει την βάπτιση όπου είχαν καλέσει κόσμο. Κρίνω ως ειλικρινείς τόσο την παραπονούμενη όσο και τη μητέρα της (Μ.Κ.1 και 2). Σε αυτή είχε κάμει παράπονο δια ζώσης λίγο μετά το επεισόδιο στο διαμέρισμα της όπου την επισκέφθηκε. Αν και η περιγραφή του επεισοδίου που κάμνουν και οι δύο συμπίπτει απόλυτα, εντούτοις δεν κρίνω ότι η μαρτυρία τους ήταν προκατασκευασμένη εφόσον όσον αφορά το επεισόδιο, η Μ.Κ.2 αφηγήθηκε όσα η θυγατέρα της είχε εξιστορήσει σε αυτή και δεν είναι παράξενο τέτοια γεγονότα να αποτυπώνονται βαθιά μέσα στο μυαλό μιας μάνας η οποία όπως χαρακτηριστικά ανέφερε πάνω από όλα βάζει τον θεό και μετά τα παιδιά της. Εξάλλου παραδέχτηκε η Μ.Κ.2 ότι είχαν συζητήσει επανειλημμένως το επεισόδιο ήδη από το διαμέρισμα όπου πήγε και την βρήκε όσο και αργότερα στο σπίτι τους στην παρουσία του συζύγου της αλλά και στις επόμενες ημέρες που ακολούθησαν, όταν προσπαθούσαν να την πείσουν να πάει να τον καταγγείλει στην αστυνομία. Τα ευρήματα του ιατρού που καταγράφονται στο πιστοποιητικό του (Τεκ. 3) τα οποία δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα, συμπίπτουν εν πολλοίς με τα τραύματα που περιέγραψαν τόσο η Μ.Κ.1 όσο και η Μ.Κ.2 τα οποία είχε αντικρίσει μεταβαίνοντας στο διαμέρισμα της αλλά και συνάδουν με τα τραύματα που λογικά κάποιος θα μπορούσε να υποστεί σύμφωνα με την περιγραφή του επεισοδίου - την έπιασε από το λαιμό, την πίεζε στη γωνιά της πόρτας με τον τοίχο με αποτέλεσμα να τραυματιστεί το αριστερό της πόδι. Τα όσα ανέφερε η Μ.Κ.2 σε σχέση με το επεισόδιο που προηγήθηκε τα γνώριζε από την αφήγηση τους από την παραπονούμενη μόλις την συνάντησε, για τα οποία έκαμε αναφορά και η ίδια η παραπονούμενη στη δική της κατάθεση. Επομένως αυτά μπορούν να εκληφθούν ως άμεσο παράπονο ενισχυτικό της μαρτυρίας της Μ.Κ.1 όχι μόνο ως προς την αξιοπιστία της αλλά και της διάπραξης του αδικήματος (βλ. Άρθρο 10* του περί Αποδείξεως Νόμου του οποίου οι διατάξεις δεν επηρεάζονται από το Άρθρο 14** του Ν. 119
(1)/2000 καθώς και την ανάλυση που γίνεται στο σύγγραμμα ¨Η ΑΠΟΔΕΙΞΗ¨ του Γ. Π. Κακογιάννη σελ. 130 επ. για το άμεσο παράπονο. Έγινε επίκληση εκ μέρους της Υπεράσπισης ως ουσιώδους διαφοράς και αντίφασης του γεγονότος ότι η παραπονούμενη είχε αναφέρει ότι ποτέ δεν είχε μιλήσει ξανά με τον κατηγορούμενο μετά το επεισόδιο μέχρι και που τον κατάγγειλε στην αστυνομία ενώ η Μ.Κ.2 ότι τάχα την έπαιρνε στο τηλέφωνο και της έλεγε ¨πελλάρες¨ κατά την έκφραση της. *
  1. Κάθε Δικαστήριο ενώπιον του οποίου διεξάγεται προανάκριση ή δικάζεται πρόσωπο το οποίο, κατηγορείται για οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα, δύναται να δεχτεί ως απόδειξη, εκ μέρους της κατηγορίας, τις λεπτομέρειες οποιουδήποτε παραπόνου ή οποιασδήποτε δήλωσης που αφορά το ποινικό αδίκημα που γίνεται από το πρόσωπο επί του οποίου διαπράχθηκε αυτό ή από το πρόσωπο που έχει την ευθύνη οποιασδήποτε περιουσίας κατά της οποίας διαπράχθηκε το ποινικό αδίκημα και το οποίο ήταν παρόν όταν διαπράχθηκε το ποινικό αδίκημα: Νοείται ότι οι λεπτομέρειες οποιουδήποτε τέτοιου παραπόνου ή δήλωσης δεν είναι δεκτές, όταν προσάγονται εκ μέρους της κατηγορίας, εκτός αν φαίνεται στο Δικαστήριο ενώπιον του οποίου διεξάγεται προανάκριση ή δικάζεται ο κατηγορούμενος, ότι το παράπονο ή δήλωση έγινε, αφού λήφθηκαν υπόψη τα περιστατικά της υπόθεσης, αμέσως μετά τη διάπραξη του ποινικού αδικήματος, και προς το πρώτο πρόσωπο προς το οποίο ή τα πρώτα πρόσωπα προς τα οποία το πρόσωπο το οποίο προέβηκε στο παράπονο ή τ δήλωση, μίλησε μετά τη διάπραξη του ποινικού αδικήματος, ή προς το πρόσωπο προς το οποίο ή προς τα πρόσωπα προς τα οποία το Δικαστήριο φρονεί ότι ήταν φυσικό να προβεί σε παράπονο ή δήλωση σε σχέση με το ποινικό αδίκημα. **
  2. Χωρίς να επηρεάζονται οι διατάξεις του άρθρου 10 του περί Απόδειξης Νόμου, καταγγελία η οποία γίνεται από θύμα αδικήματος βίας προς οποιοδήποτε αστυνομικό, οικογενειακό σύμβουλο, λειτουργό ευημερίας, ψυχολόγο, γιατρό, περιλαμβανομένου ψυχιάτρου, που εξετάζει το θύμα, εκπαιδευτικό, μέλη της Συμβουλευτικής Επιτροπής, μέλος του Συνδέσμου Πρόληψης και Αντιμετώπισης της Βίας στην Οικογένεια ή μέλη του στενού οικογενειακού περιβάλλοντος του θύματος εντός εύλογου χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη του, αποτελεί μαρτυρία. Διεξήλθα τη μαρτυρία μετά προσοχής, οι στάσεις της μάρτυρος, η αμηχανία της όταν αντεξεταζόταν επί αυτού του σημείου και η εμφανής προσπάθεια της να θυμηθεί, το ότι κάποια στιγμή ανέφερε ότι δεν ήταν σίγουρη και ότι δεν θυμόταν αν αυτός της τηλεφωνούσε, καθιστά την όλη επισήμανση ως επισφαλή για εξαγωγή οποιουδήποτε συμπεράσματος. Εξάλλου, και αν έτσι είχαν τα πράγματα και πάλιν δεν θα προσέδιδε αυτό το γεγονός, οποιαδήποτε σημασία στη κρίση μου περί της αξιοπιστίας τους εφόσον επρόκειτο για γεγονός άσχετο με αυτό καθ΄αυτό το επεισόδιο. Σε κάθε περίπτωση κρίνω ότι ήταν παρεμφερές και δευτερεύουσας σημασίας. Η μαρτυρία ενός μάρτυρα δεν εξετάζεται μικροσκοπικά όπως λέχθηκε πολλές φορές σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου αλλά εξετάζεται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας και των γεγονότων που συνθέτουν την υπόθεση. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας,
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 506 υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά. Είναι επιθυμητό η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, προσέγγιση η οποία επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και ενισχύει την πίστη του κοινού στη δικαστική αποστολή (βλ. Στυλιανίδης v. Χ¨Πιέρα,
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. σελ. 162. Σε σχέση με τις υπόλοιπες επισημάνσεις για αντιφάσεις στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής ή αδυναμίες που παρουσίασε αυτή που έγιναν από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Υπεράσπισης αρκεί να παραπέμψω σε απόσπασμα της απόφασης Γιαννίδης v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. σελ. 143 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: ¨Οι αντιφάσεις για να οδηγούν σε απόρριψη της μαρτυρίας πρέπει να είναι ουσιώδεις, δηλαδή να είναι τέτοιας φύσης και περιεχομένου που να μολύνουν την μαρτυρία στο βαθμό που καθίσταται επικίνδυνη ή άδικη η αποδοχή της από το δικαστήριο¨. Τέλος η νομολογία δέχεται πως αντιφάσεις σε λεπτομέρειες δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία η οποία, είναι γενικά πειστική, αντίθετα, τέτοιες αντιφάσεις καταδεικνύουν ανυπαρξία προσχεδιασμού ή συνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τι θα κατέθεταν (βλ. Ξυδιάς v. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. σελ. 174, Πέτρου κ.ά v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. σελ. 76 και Χριστοδούλου Ρόπας v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 628). Αν θα μπορούσε να εκληφθεί ως η θέση του κατηγορουμένου αυτή η οποία εκφράστηκε με υποβολές στις μάρτυρες, ότι δηλαδή εκδικητικά αποφάσισε να πάει να κάμει καταγγελία και αυτό γιατί στη βάπτιση της είχε πει ότι θα διεκδικούσε επικοινωνία με το μωρό τους, κρίνω ότι δεν μπορεί να σταθεί στη λογική εφόσον κατηγορηματικά η Μ.Κ.1 δήλωσε ότι δεν είχε ποτέ μια τέτοια πρόθεση, να του αποστερούσε δηλαδή την επικοινωνία του με την ανήλικη τους κόρη. Εξάλλου, εκείνο για το οποίο την απειλούσε ο κατηγορούμενος ήταν ότι εάν αποφάσιζε να έφευγε από το σπίτι, τότε ίσως να μην τον έβλεπαν ξανά. Η απόφαση της για διάλυση του γάμου τους εκφράστηκε πρώτα με την εγκατάλειψη από την ίδια της οικογενειακής κατοικίας ευρισκόμενη σε κατάσταση απελπισίας και απόγνωσης και στη συνέχεια στην ίδια την κατάθεση της στην αστυνομία. Οι λόγοι που την οδήγησαν στο να μη προβεί αμέσως σε καταγγελία εξηγήθηκαν, κατά την άποψη μου, κατά πειστικό τρόπο από τις μάρτυρες κατηγορίας. Η ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου περί αθωότητας του αξιολογείται και αντικρίζεται σύμφωνα με τη νομολογία μας ως προς την πειστικότητα της παρά ως προς την αποδεικτική της αξία (βλ. Pantelis Vrakas and another v. The Republic
(1973)2 C.L.R.139), κάτω από αυτή τη οπτική αντικρίζεται και η δήλωση που έκαμε ο κατηγορούμενος. ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Βρίσκω επομένως ότι στις 22.09.2004 και περί ώρα 15:15 στην οικογενειακή κατοικία όπου διέμεναν ο κατηγορούμενος με την τότε σύζυγο του και το μόλις τεσσάρων μηνών κοριτσάκι τους έλαβε χώρα το επεισόδιο το οποίο περιέγραψε η παραπονούμενη και όπως αυτό καταγράφεται πιο πάνω στην απόφαση μου κατά την παράθεση της μαρτυρίας της, η περιγραφή του οποίου καθίσταται μέρος των ευρημάτων μου και δεν κρίνω σκόπιμο να την επαναλάβω. Η παραπονούμενη μίλησε στη συνέχεια στον πατέρα της στο τηλέφωνο για αρκετή ώρα, αυτός κατάφερε να την καθησυχάσει και ακολούθως η μητέρα της μετέβη στο διαμέρισμα της όπου και της εξιστόρησε τα όσα είχαν συμβεί. Στη συνέχεια εγκατέλειψε το διαμέρισμα παίρνοντας μαζί της το κοριτσάκι τους και τα αναγκαία πράγματα τους. Με την συμβουλή του πατέρα της όταν πια μετέβη στο πατρικό της σπίτι, επισκέφθηκε ιδιώτη ιατρό ο οποίος διαπίστωσε τα πιο πάνω τραύματα τα οποία δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα και τα οποία επίσης καθίστανται μέρος των ευρημάτων μου. Η παραπονούμενη ενόψει της προγραμματισμένης βάπτισης της μικρής τους κόρης στις 3.10.2004 όπου είχαν προσκαλέσει κόσμο, των φόβων που διακατεχόταν τόσο για τη δική της ασφάλεια όσο και των οικείων της καθώς φοβόταν την οργή του κατηγορουμένου αν τον κατάγγελλε, ακόμα γιατί ανέμενε από αυτόν να είχε μετανιώσει για όσα της έκαμε, μετέβη στην αστυνομία την επομένη της βάπτισης και τον κατάγγειλε. Ο αρχικός δισταγμός της να καταγγείλει τον κατηγορούμενο φαίνεται ότι ξεπεράστηκε όταν πια είχε γίνει η βάπτιση της κόρης τους έτσι που πια δεν φοβόταν τα σχόλια από μια τέτοια καταγγελία η οποία εάν προηγείτο της βάπτισης θα διακινδύνευε την ακύρωση ή την αναβολή της με όλα τα σχόλια που θα προκαλούνταν από τον περίγυρο τους. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Στο Άρθρο 2 του Νόμου δίδονται διάφοροι ορισμοί λέξεων ή φράσεων που συναντούνται στο νόμο. Η έννοια της ¨βίας¨ δίδεται σε ξεχωριστό άρθρο του νόμου το Άρθρο 3 το οποίο προβλέπει τα πιο κάτω: ¨Βία, για τους σκοπούς του Νόμου αυτού, σημαίνει οποιαδήποτε πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά με την οποία προκαλείται σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας από άλλο μέλος της οικογένειας και περιλαμβάνει και τη βία που ασκείται με σκοπό την επίτευξη σεξουαλικής επαφής χωρίς τη συγκατάθεση του θύματος, καθώς επίσης και τον περιορισμό της ελευθερίας του¨ Στην παρ. 4 του ίδιου Άρθρου στην οποία γίνεται επίσης αναφορά στην έκθεση των αδικημάτων προβλέπονται τα πιο κάτω: ¨Οποιοσδήποτε ασκεί βία με βάση το εδάφιο
(1)διαπράττει αδίκημα δυνάμει του Νόμου αυτού, που τιμωρείται, εκτός από την περίπτωση της κοινής επίθεσης που τιμωρείται με δύο χρόνια φυλάκιση και στην περίπτωση που σε άλλο ή στον παρόντα Νόμο προβλέπεται αυστηρότερη ποινή, με ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι τρεις χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο αυτές ποινές¨. Στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη δίδονται οι έννοιες των λέξεων Ψυχικό τραύμα ως κάθε τραυματική εμπειρία: η απάνθρωπη συμπεριφορά και της Ηθικής βλάβης: ως η διατάραξη του εσωτερικού κόσμου προσώπου λόγω σωματικού ή ψυχικού πόνου (λ.χ. η προσβολή της τιμής, της προσωπικότητας, του ονόματος κ.λπ.) ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Μετά την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, τα ευρήματα στα οποία κατέληξα και έχοντας υπόψη τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων καταλήγω ότι σε σχέση με την 1η κατηγορία δεν παραμένει καμιά αμφιβολία στο μυαλό μου ότι ο κατηγορούμενος στον τόπο και χρόνο που προσδιορίζεται στο κατηγορητήριο είχε επιτεθεί και προκαλέσει στην παραπονούμενη τότε σύζυγο του τραύματα στο σώμα της όπως αυτά περιγράφονται πιο πάνω. Το επεισόδιο συνέβηκε μόλις τέσσερις μήνες από την γέννηση της θυγατέρας τους η οποία ευρισκόταν μόλις λίγα μέτρα μακριά, ξαπλωμένη στον καναπέ του σαλονιού και σίγουρα άκουγε τόσο τις στριγκλιές της μητέρας του όσο και τις φωνές του πατέρα του. Τα πιο πάνω σε συνδυασμό με την περιφρονητική συμπεριφορά του κατηγορούμενου προς το πρόσωπο της, τις προσβλητικές γι΄αυτήν φράσεις που της έλεγε κρίνω ότι είναι γεγονότα και παράγοντες οι οποίοι προκαλούν σε κάποιο άτομο ψυχική βλάβη. Η παραπονούμενη εξάλλου αναφέρθηκε στα συναισθήματα από τα οποία διακατεχόταν όπως ήταν η αγανάκτηση, η απογοήτευση, ο φόβος και τρόμος, το αίσθημα της επιβολής του ισχυρού απέναντι στο αδύνατο φύλο, τα οποία από μόνα τους προκαλούν ψυχική βλάβη. Με βάσει την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, τα ευρήματα στα οποία κατέληξα ως προς τα πραγματικά γεγονότα που συνθέτουν την υπόθεση και τις νομικές αρχές που έχω εκθέσει πιο πάνω καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή κατάφερε να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων και επομένως κρίνω τον κατηγορούμενο ένοχο και στις δύο κατηγορίες. (Υπ.) .............. Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.