← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Χαράλαμπος Μούσιου, Αρ. Υπόθεσης:1385/05, 18 Δεκεμβρίου, 2006

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Χαράλαμπος Μούσιου, Αρ. Υπόθεσης:1385/05, 18 Δεκεμβρίου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2006:B16 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:1385/05 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου v. Χαράλαμπος Μούσιου Κατηγορουμένου --------------------- 18 Δεκεμβρίου, 2006 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Παπανικολάου Για τον Κατηγορούμενο : κ. Μιχ. Μουαϊμης (στην εκφώνηση της απόφασης η κα Παπαευσταθίου) Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε αρχικά τρεις κατηγορίες. Μετά όμως τη δήλωση της παραπονούμενης θυγατέρας του ότι δεν ήθελε να καταθέσει εναντίον του πατέρα της η 1η κατηγορία που αφορούσε επίθεση με πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση διατάξεων του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου Ν. 119

(1)/2000 αναστάλθηκε. Παρέμειναν η 2η κατηγορία που αφορά το αδίκημα της απλής επίθεσης κατά παράβαση του Άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα όπου σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο κατηγορούμενος κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρονται στη πρώτη κατηγορία παρανόμως επιτέθηκε στο Θεοδόση Αδάμου από ο Λιοπέτρι και η 3η κατηγορία η οποία αφορά το αδίκημα της εισόδου σε ξένη περιουσία με σκοπό την όχληση του κατόχου τέτοιας περιουσίας κατά παράβαση του Άρθρου 280 του Ποινικού Κώδικα. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Ο Μ.Κ.1 ήταν ο Αστ. 3131 Στ. Πάρπας ο οποίος υπηρετούσε κατά τον επίδικο χρόνο στον Αστυνομικό Σταθμό Ξυλοφάγου. Στην κατάθεση του η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 αναφέρεται στο τηλεφώνημα που έγινα περί ώρα 23:00 από τη Χρίστα Σιαντάνη από το Λιοπέτρι η οποία ανέφερε ότι ο πρώην σύζυγος της ο κατηγορούμενος παράνομα είχε εισέλθει στην αυλή της οικίας της. Μετέβησαν στο μέρος με τον συνάδελφο του Αστ. 2688 Π. Στυλιανού. Έφτασαν στην οικία της παραπονούμενης και στη συνέχεια ενώ ο ίδιος παρέμεινε σε αυτή, ο συνάδελφος του μετέβηκε σε παρακείμενο δρόμο όπου βρισκόταν το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου όπως τους αναφέρθηκε από την παραπονούμενη. Στην οικία μαζί του παρέμειναν η Χρίστα και ο Αδάμος Σιαντάνη. Σε διάστημα πέντε λεπτών έφθασε εκεί η κόρη του ζεύγους Χιονούλα η οποία τους ανέφερε ότι στο χώρο όπου ήταν σταθμευμένο το αυτοκίνητο του πατέρα της γίνονταν διαπληκτισμοί. Μετέβη στο μέρος αμέσως μαζί με τον Αδάμο. Φτάνοντας εκεί αντίκρισε το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου σταθμευμένο και γύρω από αυτό τρία αυτοκίνητα τα οποία το εμπόδιζαν από του να φύγει από το μέρος. Εκεί ευρίσκονταν ο κατηγορούμενος και ο Θεοδόσης Αδάμου, δύο άλλα άγνωστα του πρόσωπα, ο Κυριάκος Μούσιος και η δεύτερη κόρη της Χρίστας η Κούλλα. Κάποιος φώναξε ότι ο Κυριάκος Μούσιος κρατούσε μαχαίρι και πρόσεξε τότε τον Κυριάκο Μούσιο που κρατούσε μεγάλο κουζινομάχαιρο. Ο συνάδελφος του μαζί με τον Αδάμο πλησίασαν τον Κυριάκο για να τον αφοπλίσουν. Ο ίδιος έμεινε με τα υπόλοιπα πρόσωπα στη δεξιά πλευρά του δρόμου ενώ ο κατηγορούμενος βρισκόταν στην αριστερή πλευρά του δρόμου κοντά στο αυτοκίνητο του. Ο μάρτυρας είχε το πρόσωπο του στραμμένο προς την άλλη πλευρά προς τα άλλα παριστάμενα πρόσωπα όταν ξαφνικά ένοιωσε κάτι να τον κτυπά στο κεφάλι. Γύρισε πίσω και είδε τον συνάδελφο του που είχε αφοπλίσει τον Κυριάκο Μούσιο και στεκόταν μαζί του και ο Αδάμος, ταυτόχρονα είδε τον κατηγορούμενο ο οποίος στεκόταν σε απόσταση τεσσάρων περίπου μέτρων να πέφτει στο χωράφι δίπλα από τον δρόμο. Έτρεξε κοντά του, του έδωσε τις πρώτες βοήθειες και παρέμεινε κοντά του μέχρι που έφθασε ασθενοφόρο. Στη σκηνή έφθασαν και άντρες του ΤΑΕ Αμμοχώστου για περαιτέρω εξετάσεις. Κατά τη διάρκεια που ευρισκόταν κοντά στον κατηγορούμενο δεν τον είχε πλησιάσει κανένα πρόσωπο ενώ κατά τη διάρκεια που ήταν στη σκηνή η κόρη της Χρίστας η Κούλλα δεν πλησίασε τον κατηγορούμενο. Κανένας δεν κρατούσε οποιοδήποτε αντικείμενο όπως ρόπαλο ή ζώνη. Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις που του έγιναν ανέφερε ότι δεν είχε δει τον κατηγορούμενο να κτυπά τον Θεοδόση Αδάμου. Ούτε και τον είδε να είχε εισέλθει στο σπίτι της παραπονούμενης Χρίστας. Ούτε και να κτυπά την κόρη του Χιονούλα ούτε και αυτή του παραπονέθηκε ότι της κτύπησε. Στην αντεξέταση του διευκρίνισε ότι το τηλεφώνημα στο σταθμό το δέχθηκε ο συνάδελφος του Αστ. 2688 Π. Στυλιανού. Στο δρόμο όπως πήγαιναν στη σκηνή του είχε πει ο συνάδελφος του ότι το ζευγάρι ήταν σε διάσταση και ότι είχαν προβλήματα. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο Θεοδόσης Αδάμου ο οποίος υιοθέτησε την κατάθεση του που είχε δώσει στην αστυνομία την επομένη του επεισοδίου. Σε αυτή ανέφερε ότι είναι αδελφός της Χρίστας και ο κατηγορούμενος ήταν πρώην γαμπρός του. Το επίδικο βράδυ γύρω στις 23:00 είχε πάρει τηλεφώνημα από την αδελφή του Χρίστα η οποία του είπε να πάει στο σπίτι της γιατί είχαν ένα μεγάλο πρόβλημα. Ο ίδιος ξάπλωνε, σηκώθηκε, ντύθηκε και πήγε στο σπίτι της αδελφής του χωρίς να βρει κανένα εκεί. Πήρε άλλο τηλεφώνημα από την αδελφή του και του είπε να πάει απέναντι στο δρόμο και ότι ήταν όλοι μαζεμένοι εκεί. Μετέβη με το αυτοκίνητο του και εκεί είδε αρκετά άτομα μαζεμένα γύρω από το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου το οποίο ήταν σταθμευμένο στο δρόμο αλλά δεν ήταν κανένας μέσα. Κάποιος εκεί του είπε να σταθμεύσει το αυτοκίνητο του πίσω από αυτό του κατηγορούμενου έτσι που αυτός να μη μπορεί να φύγει από το μέρος εάν ερχόταν να το πάρει καθώς ερχόταν και αστυνομία. Έτσι και έκαμε, κατέβηκε από το αυτοκίνητο του και η αδελφή του με κάποιο Νικόλα Κούβαρου του είπαν ότι πιο πριν είδαν τον κατηγορούμενο να είναι στην αυλή του σπιτιού της κάτω από το αυτοκίνητο του Νικόλα και γι΄αυτό ειδοποίησαν την αστυνομία. Σε λίγο έφτασαν στο μέρος ο κατηγορούμενος με τον πατέρα του Κυριάκο. Ο κατηγορούμενος κρατούσε ένα δοχείο κίτρινο με βενζίνη. Ταυτόχρονα στο μέρος έφτασε και ο αδελφός του Αδάμος. Ο κατηγορούμενος τους είπε ότι ήρθε να βάλει βενζίνη στο αυτοκίνητο γιατί έμεινε από καύσιμα και θα έπαιρνε το αυτοκίνητο του και θα έφευγε. Ο Νικόλας τότε του είπε ότι δεν θα έφευγε καθώς θα ερχόταν αστυνομία. Αυτός συνέχισε να προχωρά και άρχισε να βάζει τη βενζίνη στο αυτοκίνητο του. Ξαφνικά γύρισε προς το μέρος του απρόκλητα χωρίς να του πει τίποτε και άρχισε να τον βρίζει με διάφορες φράσεις και στη συνέχεια του έριξε και το δοχείο από βενζίνη πάνω του. Όταν του ζήτησε να του πει γιατί τον βρίζει αυτός του επιτέθηκε και τον χτύπησε στο πρόσωπο με το χέρι του ζαβώνοντας τα γυαλιά του τα οποία έπεσαν στο δρόμο. Ανταπέδωσε το κτύπημα με το δεξί του χέρι και για τούτο είχε πρόβλημα το χέρι του για το οποίο πήγε στον γιατρό. Πρόσεξε ότι κάποιοι από τους παριστάμενους, τους οποίους δεν μπορούσε να ξεχωρίζει λόγω του ότι του είχαν πέσει τα γυαλιά και χωρίς αυτά δεν έβλεπε καλά, πήγαν και έπιασαν τον κατηγορούμενο γι΄αυτό και δεν του ξανα επιτέθηκε. Παρέμεινε εκεί και κάποια στιγμή άκουσε κάποιους να φωνάζουν ¨κρατά μαχαίρι¨ και είδε μπροστά του τον πατέρα του κατηγορούμενου τον Κυριάκο να κρατά μαχαίρι προτείνοντας το προς το μέρος τους. Φοβήθηκε και τράβηξε προς τα πίσω. Δεν κρατούσε ο ίδιος αλλά ούτε και είδε ρόπαλο, ούτε ζώνη, ούτε σωλήνα στη σκηνή και δεν ξανακτύπησε τον κατηγορούμενο όπως και κανένας άλλος από τους παρευρισκόμενους, δεν γνώριζε πως αυτός βρέθηκε αναίσθητος στο χωράφι. Λόγω του ότι ήταν αρκετά νευριασμένος είχε βρίσει τον κατηγορούμενο αλλά δεν θυμόταν με ποιες φράσεις. Ο κατηγορούμενος ευρισκόταν σε διάσταση με την αδελφή του και είχε εγκαταλείψει το σπίτι του πριν ενάμιση χρόνο και συζούσε με κάποια άλλη κοπέλα διαμένοντας στο σπίτι του πατέρα του. Η αδελφή του πριν από ένα χρόνο άρχισε να συζεί με τον Νικόλα Κούβαρο. Σε διευκρινιστική ερώτηση ανέφερε ότι από τη γροθιά που δέχθηκε στο πρόσωπο του είχαν πέσει κάτω τα γυαλιά του. Υπολόγισε την απόσταση της σκηνής όπου έγινε το επεισόδιο από το σπίτι της αδελφής του περίπου εκατό μέτρα. Φτάνοντας στη σκηνή ο κατηγορούμενος και βλέποντας το αυτοκίνητο του μπλοκαρισμένο δεν του φάνηκε να εκπλήσσεται. Ο λόγος που στάθμευσε και αυτός το αυτοκίνητο του πίσω από αυτό του κατηγορούμενου ήταν ότι του είπαν να το κάμει μέχρι να έρθει η αστυνομία και ο γαμπρός του ο Νικόλας του είχε πει ότι αυτές ήταν οι οδηγίες της αστυνομίας. Δεν ήταν προκατειλημμένος εναντίον του κατηγορούμενου αλλά όταν ειδοποιήθηκε από την αδελφή του μετέβη στο μέρος χωρίς να ξέρει για πιο λόγο τον ήθελε. Σε υποβολή ότι είχε κτυπήσει τον κατηγορούμενο και του προκάλεσε πολύ σοβαρό τραυματισμό ανέφερε ότι πράγματι του έδωσε μια γροθιά αλλά ευρισκόταν σε κατάσταση αυτοάμυνας και έπρεπε να προστατεύσει τον εαυτό του. Παρόλο ότι δεν ήταν δυνατή η γροθιά που είχε δώσει στον κατηγορούμενο εντούτοις πόνεσε το χέρι του. Οι φακοί των γυαλιών του είχαν γδαρθεί όταν έπεσαν κάτω μετά που δέχθηκε κτύπημα δίπλα από το μάτι του. Δεν τους άλλαξε και τους άφησε από τότε έτσι για να τους δείξει στο Δικαστήριο καθώς δεν είχαν κρατηθεί ως τεκμήριο από την αστυνομία. Δεν θυμόταν να είχε αναφέρει στο γιατρό ότι δέχθηκε κτύπημα στο πρόσωπο δίπλα από το μάτι του. Όταν του επισημάνθηκε ότι η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι της απλής επίθεσης και ότι είναι ο ίδιος που τον κτύπησε απάντησε πως δεν γνώριζε τις προθέσεις του κατηγορούμενου, φοβήθηκε καθώς έβλεπε τον κατηγορούμενο να ευρίσκεται σε κατάσταση εκτός ελέγχου. Η Μ.Κ. 3 ήταν η θυγατέρα του κατηγορουμένου η οποία δεν θέλησε να καταθέσει εναντίον του πατέρα της και ως εκ τούτου αναστάλθηκε η 1η κατηγορία που τη αφορούσε. Η Μ.Κ.4 ήταν η πρώην σύζυγος του κατηγορούμενου η οποία υιοθέτησε την κατάθεση της που έδωσε στις 14.04.2004 δηλαδή τρεις ημέρες μετά το επεισόδιο. Πριν από το επεισόδιο βρισκόταν στο σπίτι των γονέων της για φαγητό οικογενειακώς. Επιστρέφοντας στο σπίτι της γύρω στις 23:00 και μπαίνοντας στην αυλή του σπιτιού της πρόσεξε δίπλα από το αυτοκίνητο που ανήκε στον Νικόλα με τον οποίο συζούσε, και ήταν σταθμευμένο στην αυλή τους να ήταν πεσμένο κάποιο πρόσωπο. Στην αρχή δεν είχε καταλάβει τι ήταν νομίζοντας πως ήταν κάποιο νάιλον ή σκύλος, αλλά όταν πλησίασαν με το αυτοκίνητο κόρναρε ο Νικόλας και τότε είδε τον κατηγορούμενο να σηκώνεται πάνω και να αρχίζει να τρέχει. Ο Νικόλας ήθελε να σταματήσει αλλά η ίδια και οι κόρες της φοβήθηκαν και του είπαν να φύγει από το μέρος. Ο κατηγορούμενος ενώ έτρεχε σκόνταψε και έπεσε κάτω, σηκώθηκε όμως αμέσως και συνέχισε να τρέχει. Τηλεφώνησε στην αστυνομία και ο αστυνομικός τους συμβούλεψε να μην μείνουν εκεί καθώς μπορεί ο κατηγορούμενος να είχε βάλει κάτι επικίνδυνο εκεί ή κάτω από το αυτοκίνητο. Πηγαίνοντας ένα γύρω του τετραγώνου μέχρι να έρθει η αστυνομία, σε απόσταση εκατόν μέτρων από το σπίτι της είδαν το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου σταθμευμένο. Τηλεφώνησε και στα αδέλφια της Αδάμο και Θεοδόση οι οποίοι έφτασαν στο μέρος. Ο Θεοδόσης έμεινε εκεί και ο Αδάμος με την κόρη της Κούλλα πήγαν στα φώτα τροχαίας για να καθοδηγήσουν την αστυνομία να πάει στο σπίτι τους. Σε λίγο η ίδια αντιλήφθηκε το περιπολικό της αστυνομίας με τους φάρους του στο σπίτι της και έτσι μετέβη εκεί όπου βρήκε τους δύο αστυνομικούς, τις κόρες της και τον αδελφό της Αδάμο. Εξήγησε σε αυτούς τι είχε συμβεί και ο ένας αστυνομικός μετέβη εκεί όπου ήταν το αυτοκίνητο. Λίγο μετά πρόσεξε ότι οι κόρες της έλειπαν και όταν κάποιος γείτονας της είπε ότι πήγαν προς το αυτοκίνητο τότε μετέβη και αυτή εκεί με τον αδελφό της Αδάμο και τον αστυνομικό. Πρόσεξε ότι ο Νικόλας κάπου τηλεφωνούσε ενώ βρισκόταν πίσω από το αυτοκίνητο τους και πρόσεξε τον κατηγορούμενο να αδειάζει ένα δοχείο που κρατούσε πάνω από όλα τα αυτοκίνητα και στη συνέχεια έριξε το δοχείο προς το μέρος που στέκονταν οι υπόλοιποι βρίσκοντας στη πλάτη τον αστυνομικό. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος άρχισε να φωνάζει και να βρίζει τον αδελφό της θεοδόση και του επιτέθηκε χτυπώντας τον στο πρόσωπο, τότε ο αστυνομικός μπήκε στη μέση και τους χώρισε. Είχε προσέξει επίσης τον πατέρα του κατηγορούμενου να κρατά μεγάλο κουζινομάχαιρο και άκουσε μια φωνή να φωνάζει ¨Νικόλα πρόσεχε ο Κυριάκος κρατά μαχαίρι¨. Τότε ο αδελφός της Αδάμος με ένα αστυνομικό έτρεξαν προς το μέρος του όπως και η κόρη της η Κούλλα η οποία μπήκε μπροστά από τον Αδάμο. Στη συνέχεια ο αστυνομικός πήρε το μαχαίρι από τον Κυριάκο. Λόγω του ότι ταράχθηκε, ο Νικόλας την πήρε με τα μωρά της και πήγαν σπίτι. Ο Πάμπος έπεσε μόνος του κάτω και έσπρωξε με το πόδι το αυτοκίνητο του όπως ήταν κάτω και στη συνέχεια κατρακύλησε στο χωράφι. Δεν είδε κανένα να κρατά ρόπαλο ή ζώνη ή οτιδήποτε άλλο. Δεν είχε προσέξει εάν κάποιος είχε κτυπήσει τον κατηγορούμενο ή αν αυτός είχε κτυπήσει άλλον εκτός από τον Θεοδόση. Την ίδια δεν την κτύπησε κανένας. Η ίδια είχε παράπονο από τον κατηγορούμενο γιατί μπήκε στην αυλή της καθώς ενοχλήθηκε και φοβήθηκε ότι θα της έκαμνε κακό. Η απόσταση που τον είχε δει ήταν από δύο με τρία μέτρα. Φορούσε ρούχα μαύρα, τζιν φανέλα και ήταν τα ίδια ρούχα που φορούσε και μετά, όταν τον είδε εκεί όπου ήταν σταθμευμένο το αυτοκίνητο του. Όταν είχαν πιαστεί στα χέρια για δεύτερη φορά ο Πάμπος και ο Θεοδόσης μπήκε στη μέση τους, ο αστυνομικός ο Πανίκκος και ήταν πρόσωπο με πρόσωπο με τον κατηγορούμενο κανένας άλλος δεν τους πλησίασε. Όταν είδε τον κατηγορούμενο μέσα στην αυλή της αυτός ήταν πεσμένος κάτω από το αυτοκίνητο κάτι προσπαθούσε να κάνει ή να κρυφτεί και η ίδια φοβήθηκε. Μέχρι σήμερα δεν έχει πάρει διαζύγιο από τον κατηγορούμενο παρά το ότι ευρίσκονται σε διάσταση από το 2003. Δεν θέλησε να αποκαλύψει τον λόγο που είχε φύγει από το σπίτι τους ο κατηγορούμενος. Παραδέχθηκε ότι από την εποχή που είναι σε διάσταση ευρίσκονται σε ένταση οι σχέσεις τους. Παραδέχθηκε ότι οι γονείς της αναμειγνύονται στις διαφορές της με τον κατηγορούμενο. Συνήψε άλλη σχέση μετά που ο κατηγορούμενος έφυγε από το σπίτι τους. Γνωρίζει ότι ο κατηγορούμενος είχε κάμει αίτηση και αξίωνε αποζημιώσεις από την περιουσία της αλλά αυτή είχε απορριφθεί. Όταν είχε γίνει το επεισόδιο η αυλή τους είχε μόνο μπροστά κάγκελο και στο πλάι ήταν χωράφι χωρίς περιτοίχισμα. Η απόσταση που είχε αντιληφθεί τον κατηγορούμενο ήταν στα δύο μέτρα, στην αρχή νόμισε πως ήταν νάιλον αλλά μετά που κόρναρε ο Νικόλας αντιλήφθηκε τον Πάμπο να σηκώνεται και να τρέχει, αμέσως τηλεφώνησε στην αστυνομία. Εξήγησε στην αστυνομία τι είχε δει και τους συμβούλεψαν να μη μείνουν εκεί μέχρι που θα έρχονταν αστυνομικοί. Το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου το είχαν μπλοκάρει μέχρι που θα έρχονταν οι αστυνομικοί. Όταν είχε πάει στη σκηνή ο κατηγορούμενος και κρατούσε το δοχείο είχε πει ότι πήγε για να βάλει βενζίνη στο αυτοκίνητο του όμως στη συνέχεια την έριχνε πάνω στα αυτοκίνητα και πέταξε το δοχείο, δεν τον είχε προσέξει να βάζει βενζίνη στο αυτοκίνητο του. Η ίδια δεν είχε δει τον αδελφό της Θεοδόση να ανταποδίδει το κτύπημα που δέχθηκε στον Πάμπο. Το επεισόδιο δεν έγινε εκδικητικά για να το φορτώσουν στον κατηγορούμενο όταν τυχαία αντιλήφθηκαν το αυτοκίνητο του κοντά στο σπίτι της και αυτό λόγω των περιουσιακών τους διαφορών. Ο λόγος που κτύπησε ο κατηγορούμενος ήταν ότι κατρακύλησε στον γκρεμό όταν είχε σπρώξει με το πόδι του την πόρτα του αυτοκινήτου του. Μετά που κλήθηκε σε απολογία ο κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως. Εξήγησε ότι από το απόγευμα της ίδιας ημέρας επειδή ήταν Κυριακή του Πάσχα βρισκόταν με κάποιον φίλο του στη Σωτήρα. Γύρω στις 22:00 έφυγε από τη Σωτήρα και στο δρόμο βρήκε τον αδελφό του ο οποίος του πρότεινε να πάνε περίπατο μέχρι τον Ποταμό. Επιστρέφοντας πίσω στο Λιοπέτρι σκέφτηκε να δώσει ένα γύρο με το αυτοκίνητο του. Στο δρόμο, και ενώ βρισκόταν σε απόσταση 500 μέτρα από το πρώην σπίτι του έμεινε από βενζίνη. Πήγε στο σπίτι του πατέρα του με τα πόδια και του ζήτησε να πάνε να πάρουν βενζίνη για το αυτοκίνητο του. Επιστρέφοντας πίσω βρήκε το αυτοκίνητο του μποτιλιαρισμένο από αυτοκίνητα χωρίς κανένα λόγο. Εκεί βρισκόταν πολύς κόσμος από την οικογένεια της εν διαστάσει συζύγου του μεταξύ των οποίων οι πρώην κουνιάδοι του. Πριν καλά - καλά κατεβεί από το αυτοκίνητο δέχθηκε επίθεση και γροθιά στο πρόσωπο από τον Νικόλα Νεοφύτου Κούβαρου ο οποίος συζούσε με τη σύζυγο του. Πριν καταλάβει τι συνέβαινε και καθώς ήταν ζαλισμένος είπε στον αστυνομικό τον Παναγιώτη ότι αυτοί θα τον σκότωναν. Ο πατέρας του άκουσε τις φωνές του και τράβηξε ένα κουζινομάχαιρο που υπήρχε στο αυτοκίνητο. Δέχθηκε πολλά κτυπήματα από τον Θεοδόση, η κατάσταση ήταν εκρηκτική και πηγαίνοντας προς το αυτοκίνητο ένοιωσε ένα τράνταγμα στο πρόσωπο από αλυσίδα χωρίς όμως να είναι σίγουρος τι τον είχε κτυπήσει. Κλήθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό στο Παραλίμνι ιατροδικαστής αλλά δεν πήγε για να τον δει. Όταν έπεσε κάτω έχασε τις αισθήσεις του και δεν θυμόταν από κει και πέρα τι είχε συμβεί. Στο Νοσοκομείο Λάρνακας όπου μεταφέρθηκε τον είχαν βάλει σε αξονικό. Ο ίδιος δεν είχε επιτεθεί σε κανένα. Το αυτοκίνητο του είχε υποστεί ζημιά Λ.Κ.700,00 για τις οποίες έδωσε οδηγίες στο δικηγόρο του να κινήσει αγωγή. Είχε κάμει παράπονο για την επίθεση που δέχθηκε από τους Νικόλα Νεοφύτου Κούβαρου και τον Θεοδόση Αδάμου το πρωί της επόμενης μέρας όταν εξήλθε του νοσοκομείου. Παρόλο ότι οι αστυνομικοί προσπάθησαν να τον προστατεύσουν, εντούτοις επειδή οι επιτιθέμενοι ήταν τρεις, όταν τον γλίτωναν από τον ένα πήγαινε ο άλλος και τον κτυπούσε. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι από το 2003 που ζουν σε διάσταση με την πρώην σύζυγο του αυτή εξακολούθησε να διαμένει στο σπίτι τους ενώ ο ίδιος διέμενε στους γονείς του. Είχαν οικονομικές διαφορές, αφού του ¨έφαγε η πρώην σύζυγος του Λ.Κ.4.000¨ όπως είπε. Δεν αρνήθηκε ότι είχε πειραχθεί που η πρώην σύζυγος του τα είχε φτιάξει με κάποιον άλλο άντρα. Η σύζυγος του τον είχε διώξει από το σπίτι τους την 1η Απριλίου του 2003 βάζοντας του τα ρούχα του σε μαύρα νάιλον σακούλια καθώς τον κατηγορούσε για αδιαφορία που επεδείκνυε για τα παιδιά του. Το επάγγελμα του ήταν καλουψιής. Παραδέχθηκε ότι για ψυχολογικά προβλήματα τον παρακολουθούσε ψυχίατρος καθώς πάσχει από κλειστοφοβία. Όταν είχε κτυπηθεί βγήκε εκτός εαυτού και ήθελε να φύγει από τη σκηνή όπου εκτυλισσόταν το επεισόδιο. Στη συνέχεια όταν ρωτήθηκε να προσδιορίσει την απόσταση από το πρώην σπίτι του, όπου βρισκόταν το αυτοκίνητο του σταθμευμένο, θέλησε να αυξήσει την απόσταση λέγοντας ότι μπορεί να ήταν και 800 μέτρα μπορεί όμως και 600 μέτρα. Αρνήθηκε ότι είχε πάει στην αυλή της οικίας της πρώην συζύγου του και μάλιστα ούτε από τον δρόμο του δεν περνά. Αρνήθηκε ότι ευρισκόταν στο σπίτι όταν έφτασαν εκεί η εν διαστάσει σύζυγος του και ότι μόλις τους είδε έσκυψε για να μην τον δουν και ούτε έτρεξε για να φύγει. Αρνήθηκε ότι είχε πλάσει την ιστορία ότι είχε μείνει από βενζίνη και επέμενε ότι μόλις κατέβηκε από το αυτοκίνητο του πατέρα του είχε δεχθεί κτυπήματα και ζαλίστηκε, ευτυχώς που ο πατέρας του κρατούσε κουζινομάχαιρο γιατί διαφορετικά οι κουνιάδοι του θα τον σκότωναν όπως το είχαν προσχεδιάσει. Αρνήθηκε ότι είχε χύσει τη βενζίνη στα αυτοκίνητα αλλά την είχε αφήσει μέσα στο δοχείο της. Η αλυσίδα με την οποία τον κτύπησαν είχε εξαφανιστεί από το χώρο. Ο πατέρας του παραδέχθηκε την κατηγορία ότι κρατούσε μαχαίρι. ΑΓΟΡΕΥΣΕΣ: Ο κ. Παπανικολάου ανέφερε ότι είναι θέμα υποκειμενικής αξιολόγησης της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Παραδέχθηκε αντίφαση που υπάρχει στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής ότι ο Θεοδόσης Αδάμου ανέφερε ότι είχε κτυπήσει τον κατηγορούμενο ενώ η αδελφή του αρνήθηκε ότι είδε τον Θεοδόση να κτυπά τον κατηγορούμενο. Διερωτήθηκε τι γύρευε ο κατηγορούμενος στην αυλή του σπιτιού της παραπονούμενης εκείνη την ώρα, φάνηκε όμως από τη μαρτυρία ότι ήταν συχνά τα επεισόδια που συνέβαιναν μεταξύ του ζεύγους. Σύμφωνα με τη μαρτυρία ο κατηγορούμενος κτύπησε πρώτος τον θεοδόση και στη συνέχεια αυτός τον κατηγορούμενο. Ο κ. Μουαϊμης με τη σειρά του επεσήμανε ότι πρόκειται για ποινική υπόθεση και οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ή γενικοί συλλογισμοί. Επεσήμανε κατά την άποψη του πολύ σοβαρές αντιφάσεις στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής και όσον αφορά το γεγονός της επίθεσης και όσον αφορά την παρουσία του στο σπίτι της παραπονούμενης. Επρόκειτο για μια φτιαχτή ιστορία για να ενοχοποιήσουν τον κατηγορούμενο. Η παραπονούμενη δεν παρουσίασε ούτε απαγορευτικό διάταγμα που να απαγόρευε την παρουσία του κατηγορούμενου στο σπίτι όπου ζούσαν εξάλλου και τα παιδιά του και δεν αναφέρθηκε ότι η εκεί παρουσία του προκάλεσε ενόχληση. Ο κατηγορούμενος ο ίδιος έχει δικαιώματα στο σπίτι και προς τούτο διεκδικεί αποζημιώσεις. Ο κατηγορούμενος φέρεται ότι έφυγε τρέχοντας από το σπίτι δεν υπήρξε δηλαδή καταδίωξη του. Η όλη υπόθεση σκηνοθετήθηκε για να πληρώσει το τίμημα ο κατηγορούμενος. Για τη 2η κατηγορία δεν υπάρχει μαρτυρία ότι τα γυαλιά του παραπονούμενου έσπασαν. Ο παραπονούμενος αναφέρθηκε σε ελαφρό γδάρσιμο των φακών, δεν υπάρχει όμως μαρτυρία ότι αυτά έσπασαν. Ούτε παρουσιάστηκε ιατρική μαρτυρία εάν του προκάλεσε τραυματισμό, όπως ισχυρίστηκε. Η αστυνομία κατηγόρησε και τον κατηγορούμενο όταν είχε ήδη εκθέσει κατηγορίες και για τους υπόλοιπους ενεχόμενους στο επεισόδιο για να κρατήσει ισορροπίες. Εισηγήθηκε στο Δικαστήριο να αθωώσει τον κατηγορούμενο καθώς δεν αποδείχθηκαν πέραν από κάθε αμφιβολία οι κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ: Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες κατηγορίας και τον κατηγορούμενο ενώ έδιδαν ενόρκως μαρτυρία ενώπιον μου. Είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν ή να παρακολουθήσουν αυτοί τα διαδραματισθέντα, τη γενική συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ακεραιότητα τους, την ειλικρίνεια τους, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η μαρτυρία του Μ.Κ.1 αστυνομικού κρίνεται ως ανεξάρτητη και αντικειμενική. Επισημαίνω από αυτή ότι το χρονικό σημείο όπου ο κατηγορούμενος τοποθετεί το κτύπημα που δέχθηκε και βρέθηκε στη συνέχεια στο έδαφος και αναίσθητος ο μάρτυρας αυτός λέγει ότι ευρισκόταν τουλάχιστον τέσσερα μέτρα πιο μακριά και έβλεπε κατά πρόσωπο τους Θεοδόση Αδάμου, τα άλλα δύο άγνωστα του πρόσωπα και την κόρη τους Κούλλα και ευρίσκονταν στην δεξιά πλευρά του δρόμου. Η πιο πάνω περιγραφή συμπίπτει με αυτή της Μ.Κ.4. Εξετάζοντας την υπόλοιπη μαρτυρία ως προς το επεισόδιο στο σύνολο της κρίνω ότι δεν ήταν από κτύπημα που δέχθηκε από τον Θεοδόση που ο κατηγορούμενος έπεσε στο έδαφος δίπλα από το αυτοκίνητο του αλλά δέχομαι επί αυτού του σημείου όσα ανέφερε η Μ.Κ. 4 η οποία είπε ότι είδε τον κατηγορούμενο να πέφτει κάτω μόνος του και να σπρώχνει με το πόδι του το αυτοκίνητο του όπως ήταν κάτω και στη συνέχεια να κατρακυλά στο χωράφι. Σε ότι αφορά τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου ότι αυτός κτυπήθηκε από αλυσίδα και πάλι δεν μπορεί να σταθεί εφόσον καμιά άλλη μαρτυρία δεν υπάρχει ότι οποιοσδήποτε κρατούσε οποιοδήποτε αντικείμενο εκεί στο επεισόδιο πλην βέβαια του πατέρα του κατηγορούμενου ο οποίος προέτασσε κουζινομάχαιρο. Η θέση των μαρτύρων της Κατηγορούσας Αρχής καθόλου και σε κανένα σημείο δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση. Μάλιστα οι μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής περιέγραψαν το όλο επεισόδιο με συνέπεια και ήταν πολύ παραστατικοί. Κρίνω ότι είπαν την αλήθεια ενώπιον του Δικαστηρίου τόσο για το επεισόδιο που έλαβε χώρα κοντά στο σταθμευμένο αυτοκίνητο του κατηγορουμένου όσο και πριν όσον αφορά τα λεγόμενα της Μ.Κ.4 για την παρουσία του εντός της αυλής της οικίας της. Ο Μ.Κ.2 Θεοδόσης Αδάμου μου προκάλεσε εξαιρετική εντύπωση με τον ήρεμο και πειστικό τρόπο με τον οποίο κατέθεσε. Η ειλικρίνεια του ήταν εμφανής. Δεν αρνήθηκε ότι είχε κτυπήσει και αυτός ευρισκόμενος σε αυτοάμυνα τον κατηγορούμενο και αφού πρώτα απρόκλητα τον εξύβρισε και τον κτύπησε εκείνος. Δεν αρνήθηκε επίσης ότι και αυτός τον εξύβρισε έστω και εάν δεν θυμόταν με ποιες φράσεις. Τέλος αν και ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής το έθεσε ως αντίφαση στο σύνολο της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής ότι ο Μ.Κ.2 παραδέχθηκε ότι κτύπησε τον κατηγορούμενο ενώ η Μ.Κ.4 ανέφερε ότι δεν τον είδε να τον κτυπά, εντούτοις δεν κρίνω πως ήταν τέτοια και αυτό εξετάζοντας προσεκτικά το σύνολο της μαρτυρίας γιατί σίγουρα αυτή δεν απέφυγε να πει ότι σε δύο περιπτώσεις που επιτέθηκε ο κατηγορούμενος στον Θεοδόση πιάστηκαν στα χέρια. Εάν δεν τον είδε να του κτυπά όπως παραδέχθηκε ο Μ.Κ.4 αυτό δεν ενέχει οποιαδήποτε διαφορά και αυτό δεν μπορεί να καταγραφεί ως ουσιώδης αντίφαση η οποία να επιδρά στην αξιοπιστία της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Σίγουρα οι μικρές διαφορές στην περιγραφή του επεισοδίου, και των γεγονότων που το συνθέτουν δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία αλλά αυτό αποδεικνύει τον μη προσχεδιασμό της και την προκατασκευή της. Κρίνω γενικά την μαρτυρία που παρουσιάστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή ως αξιόπιστη και την αποδέχομαι. Η μαρτυρία ενός μάρτυρα δεν εξετάζεται μικροσκοπικά όπως λέχθηκε πολλές φορές σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου αλλά εξετάζεται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας και των γεγονότων που συνθέτουν την υπόθεση. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας,
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 506 υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά. Είναι επιθυμητό η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, προσέγγιση η οποία επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και ενισχύει την πίστη του κοινού στη δικαστική αποστολή (βλ. Στυλιανίδης v. Χ¨Πιέρα,
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. σελ. 162. Σε σχέση με τις υπόλοιπες επισημάνσεις για αντιφάσεις στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής ή αδυναμίες που παρουσίασε αυτή που έγιναν από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Υπεράσπισης αρκεί να παραπέμψω σε απόσπασμα της απόφασης Γιαννίδης v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. σελ. 143 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: ¨Οι αντιφάσεις για να οδηγούν σε απόρριψη της μαρτυρίας πρέπει να είναι ουσιώδεις, δηλαδή να είναι τέτοιας φύσης και περιεχομένου που να μολύνουν την μαρτυρία στο βαθμό που καθίσταται επικίνδυνη ή άδικη η αποδοχή της από το δικαστήριο¨. Τέλος η νομολογία δέχεται πως αντιφάσεις σε λεπτομέρειες δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία η οποία, είναι γενικά πειστική, αντίθετα, τέτοιες αντιφάσεις καταδεικνύουν ανυπαρξία προσχεδιασμού ή συνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τι θα κατέθεταν (βλ. Ξυδιάς v. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. σελ. 174, Πέτρου κ.ά v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. σελ. 76 και Χριστοδούλου Ρόπας v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 628). Η αξιολόγηση είναι έργο λεπτό και δύσκολο αφού το Δικαστήριο υφαίνοντας τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά του στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, καλείται να αναδείξει υπό το πρίσμα της πείρας του και της ανθρώπινης φύσης το αξιόπιστο ή μη μιας εκδοχής. Η προσπάθεια αυτή γίνεται μικροσκοπικά υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το ευρύτερο πλαίσιο της δίκης. Ναι μεν η αξιολόγηση είναι ατομική όμως θα πρέπει τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα να συναρτώνται και να αντιπαραβάλλονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και τελικώς να διερευνάται η αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Moustafa v. Καυκαρή κ.ά.,
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 165. Αναφορικά με το θέμα της αξιολόγησης μαρτυρίας όταν υπάρχουν δύο διαφορετικές εκδοχές και για το πως πρέπει να αντικρίζεται παραπέμπω επίσης στην Αντωνιάδου v. Αντωνιάδη,
(2002)1(Γ) A.A.Δ. σελ. 2009) Αντίθετα ο κατηγορούμενος δεν μου προκάλεσε καλή εντύπωση και κρίνω ότι τα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο σε σχέση με το ότι έμεινε το αυτοκίνητο του μόλις εκατόν μέτρα από το πρώην σπίτι του ότι ήταν μια φτιαχτή ιστορία για να επιρρίψει την ευθύνη για το επεισόδιο στους κουνιάδους του και ειδικά τον Μ.Κ.
  1. Απορρίπτω την εκδοχή του ως μια φτιαχτή ιστορία με την οποία επιδίωξε να απεκδυθεί των ευθυνών του. Ο κατηγορούμενος γενικά δεν μου προκάλεσε καλή εντύπωση, σημειώνω τις συνεχείς του παρεμβάσεις όσο έδιδαν μαρτυρία οι μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής οι οποίες ανάγκαζαν ακόμα και τον συνήγορο του να τον καλεί να μην παρεμβαίνει. Η θεωρία πάλι περί συνωμοσίας της οικογένειας της πρώην συζύγου του όπως είναι τα γεγονότα που αποκαλύφθηκαν κατά την ακρόαση της υπόθεσης κρίνω ότι μόνο στη φαντασία του θα μπορούσε να εκκολαφθεί. ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Βρίσκω επομένως ότι η παραπονούμενη στη 3η κατηγορία Μ.Κ.4 ήταν παντρεμένη με τον κατηγορούμενο και από την 1η Απριλίου 2003 ζούσαν σε διάσταση. Η παραπονούμενη παρέμεινε στο σπίτι τους στο Λιοπέτρι με τις δύο κόρες τους και το κατείχε νόμιμα, ο κατηγορούμενος εγκατέλειψε το σπίτι και ζούσε στο σπίτι των γονέων του στο ίδιο χωριό. Αργότερα η παραπονούμενη συνήψε δεσμό με κάποιο Νικόλα Νεοφύτου Κούβαρο με τον οποίο και συζούσε και διέμεναν στο σπίτι της. Το βράδυ της 11ης 04.2004 που ήταν η Κυριακή του Πάσχα η παραπονούμενη με τον Νικόλα Κούβαρο και τις δύο της θυγατέρες του ευρίσκονταν στο σπίτι των γονέων της μαζί με τα αδέλφια της. Επιστρέφοντας στο σπίτι τους κατά τις 23:00 και αφού μπήκαν με το αυτοκίνητο από την είσοδο της αυλής τους, η παραπονούμενη αντιλήφθηκε τον κατηγορούμενο να είναι πεσμένος ή να κρύβεται κάτω από σταθμευμένο αυτοκίνητο εντός της αυλής που ανήκε στον Νικόλα Κούβαρου. Στην αρχή και λόγω του σκότους νόμισε πως ήταν μαύρο νάιλον σακούλι και στη συνέχει σκύλος. Όταν ο Νικόλας Κούβαρος κόρναρε είδε από απόσταση δύο με τρία μέτρα τον κατηγορούμενο να σηκώνεται και να τρέχει για να απομακρυνθεί. Η παραπονούμενη φοβήθηκε και αναγκάστηκε να μη σταθμεύσει στο σπίτι της φοβούμενη μήπως είχε τοποθετήσει οποιοδήποτε επικίνδυνο αντικείμενο ο κατηγορούμενος στο σημείο όπου τον αντιλήφθηκαν. Τηλεφώνησαν αμέσως στην αστυνομία και ο αστυνομικός με τον οποίο μίλησαν όταν του εξήγησαν τι είχαν αντιληφθεί τους είπε να μη παραμείνουν στο σημείο και να απομακρυνθούν μέχρι να φτάσει εκεί αστυνομία. Δίδοντας γύρω του τετραγώνου με το αυτοκίνητο, αντιλήφθηκαν περί τα 100 μέτρα από το σπίτι τους σταθμευμένο το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου. Σκέφτηκαν να το μπλοκάρουν έτσι ώστε να μη μπορεί να διαφύγει μέχρι να έρθει στο μέρος η αστυνομία. Σε λίγη ώρα έφτασαν στο μέρος τόσο αστυνομικοί όσο και ο κατηγορούμενος με τον πατέρα του κρατώντας ένα δοχείο με βενζίνη. Κάποια στιγμή και ενώ αυτός έβαζε βενζίνη στο αυτοκίνητο του σηκώθηκε πάνω ύβρισε τον παραπονούμενο στη κατηγορία 2 Θεοδόση Αδάμου πρώην κουνιάδο του τον κτύπησε με γροθιά στο πρόσωπο στο ύψος των ματιών του με αποτέλεσμα να πέσουν τα γυαλιά του στο έδαφος και να γδαρθούν οι φακοί τους. Ο παραπονούμενος του ανταπέδωσε τόσο τις βρισιές όσο και το κτύπημα. Ο κατηγορούμενος κάποια στιγμή έπεσε στο έδαφος και κλοτσώντας με το πόδι του το αυτοκίνητο του στη συνέχεια κατρακύλησε στο χωράφι και τραυματίστηκε χάνοντας και τις αισθήσεις του. Μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο της Λάρνακας και μετά που του παρασχέθηκαν οι Α΄ Βοήθειες προέβηκε σε καταγγελία όσων κατά αυτόν ενέχονταν στο επεισόδιο όπου τον κτύπησαν. Συνεπεία του επεισοδίου στοιχειοθετήθηκαν και οι εκδικαζόμενες κατηγορίες εναντίον του κατηγορούμενου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Το αδίκημα της 2ης κατηγορίας βασίζεται στο άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  2. Προβλέπει τα πιο κάτω: Όποιος επιτίθεται εναντίον άλλου παράνομα, είναι ένοχος πλημμελήματος, αν όμως η επίθεση δεν διαπράχθηκε κάτω από περιστάσεις για τις οποίες σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό προνοείται βαρύτερη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές. Κοινή επίθεση συνιστά οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή με μεγάλη αδιαφορία (recklessly) να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση ή παράνομη βία εναντίον του (βλ. R v. Venna
(1995)3 All E.R. 788,794). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης (intended) χρήσης παράνομης βίας σε κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς τη συγκατάθεση του. Στην απόφαση Πετρόπουλος v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. σελ. 574, τονίστηκε πως το Άρθρο 242 δεν συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση άσκησης βίας σε βάρος του θύματος. Απαγορεύει τη χρήση βίας ή την εκδήλωση πρόθεσης χρήσης βίας χωρίς νομικό έρεισμα - παρανόμως (Unlawfully). Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το θύμα (βλ. R v. Rophe
(1953)36 Cr.App. R. 4, Fagon v. Metropolitan Police Commissioner
(1988)3 All E.R. 445 και Archbold Pleading and Practice, 39η έκδοση παρ. 2634 σελ. 1071-1072), ούτε βέβαια απαιτείται η πρόκληση οποιουδήποτε τραύματος για να συντελεστεί το αδίκημα. Σε τέτοια περίπτωση προβλέπεται άλλο ποινικό αδίκημα στον ποινικό μας νόμο. Το αδίκημα της 3ης κατηγορίας βασίζεται στο άρθρο 280 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Προβλέπει τα πιο κάτω: Όποιος εισέρχεται σε περιουσία που είναι στην κατοχή άλλου, με σκοπό Διάπραξης ποινικού αδικήματος που τιμωρείται σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία ή με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας, ή όποιος, αφού εισέλθει νόμιμα σε τέτοια περιουσία, παραμένει σε αυτή παράνομα, με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας ή με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος που τιμωρείται σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Μετά την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, τα ευρήματα στα οποία κατέληξα και έχοντας υπόψη τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε και τις δύο κατηγορίες στον βαθμό και στο επίπεδο που εξετάζεται σε μια ποινική υπόθεση όπως η παρούσα δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ο κατηγορούμενος απρόκλητα επιτέθηκε κατά τον επίδικο χρόνο εναντίον του παραπονούμενου Θεοδόση Αδάμου και κτυπώντας τον στο πρόσωπο προκάλεσε ζημιά στα γυαλιά του τα οποία έπεσαν στο έδαφος. Προηγουμένως είχε εισέλθει παράνομα στο σπίτι που κατείχε η παραπονούμενη πρώην σύζυγος του και προκάλεσε φόβο σε αυτή και στην οικογένεια της που τους ανάγκασε να μη σταθμεύσουν το αυτοκίνητο τους στην αυλή του σπιτιού τους αλλά να φύγουν μετά από συμβουλή της αστυνομίας την οποία κάλεσαν αμέσως στη σκηνή. Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι ο κατηγορούμενος ενέχεται στη διάπραξη και των δύο αδικημάτων και τον βρίσκω ένοχο τόσο στη 2η όσο και στην 3η κατηγορία. (Υπ.) .............. Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.