← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Φώτης Σταύρου, Αρ. Υπόθεσης:43/2006, 22 Δεκεμβρίου, 2006

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Φώτης Σταύρου, Αρ. Υπόθεσης:43/2006, 22 Δεκεμβρίου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2006:B18 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:43/2006 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου v. Φώτης Σταύρου Κατηγορουμένου --------------------- 22 Δεκεμβρίου, 2006 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Πίτσιλλου Για Κατηγορούμενο: κ. Α. Δημητρίου (κα Κυριάκου στην εκφώνηση της απόφασης) Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το αδίκημα της αμελούς οδήγησης, κατά παράβαση των άρθρων 8, 19

(1)
(4)και 20 Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και Νόμος 80
(1)/
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο κατηγορούμενος στις 6.05.2005 στο Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής HAY 398 μη καταβάλλων την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Η κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της παρουσίασε δύο μάρτυρες κατηγορίας (Μ.Κ.) και όταν ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία κατέθεσε ο ίδιος ενόρκως. Ο Αστ. 3245 Ι. Ιακώβου του Αστυνομικού Σταθμού Παραλιμνίου κατέθεσε ως Μ.Κ.
  2. Στην κατάθεση του Τεκ. 1 κατέγραψε ότι στις 6.05.2005 και περί ώρα 10:10 κατόπιν πληροφορίας επισκέφθηκε τη σκηνή τροχαίου δυστυχήματος που είχε συμβεί τη ίδια ημέρα και περί ώρα 10:00 στην οδό Ακροπόλεως στο Παραλίμνι. Ενεχόμενο όχημα ήταν το διπλοκάμπινο Pick Up αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής HAY 398 με οδηγό τον κατηγορούμενο το οποίο κτύπησε την πεζή Ivanka Ivanova από τη Βουλγαρία και τώρα στο Παραλίμνι. Φτάνοντας στη σκηνή βρήκε τον οδηγό του πιο πάνω αυτοκινήτου ενώ η πεζή μεταφέρθηκε με ιδιωτικό ασθενοφόρο στην κλινική ΛΙΤΟ η οποία απολύθηκε αργότερα την ίδια ημέρα. Το όχημα του κατηγορουμένου βρισκόταν στην τελική του θέση. Πήρε μέτρα και ετοίμασε πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής. Είχε κάμει τις πιο κάτω παρατηρήσεις: Το όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος δεν είχε υποστεί καμιά ζημιά. Ο δρόμος ήταν άσφαλτος καλής επιφάνειας και βρίσκεται εντός κατοικημένης περιοχής και το όριο ταχύτητας είναι 50χ.α.ω. Εισερχόμενος κάποιος στην οδό Ακροπόλεως από την οδό Γρίβα Διγενή στην αριστερή πλευρά του δρόμου βρίσκεται η Συνεργατική (Σ..Π.Ε.) Παραλιμνίου και στη δεξιά πλευρά του δρόμου υπάρχουν καταστήματα με ψηλή πλακόστρωτη βεράντα. Η ορατότητα του οδηγού ο ποίος κατευθύνεται από την οδό Γρίβα Διγενή προς την οδό Ακροπόλεως είναι μηδέν καθότι η στροφή είναι 90Ο λόγω της ύπαρξης του κτιρίου της Σ.Π.Ε. Παραλιμνίου, ενώ όταν στρίψεις στην οδό η ορατότητα αυξάνεται στα τριάντα μέτρα περίπου. Το σημείο συγκρούσεως το οποίο υποδείχθηκε από τον κατηγορούμενο το σημείωσε με το γράμμα Χ. Με το σημείο αυτό συμφώνησε και η πεζή όταν της είχε εξηγήσει το πρόχειρο σχεδιαγράφημα στις 18.05.
  3. Δεν υπήρχαν οποιαδήποτε ίχνη στο δρόμο. Το δυστύχημα είχε συμβεί κατά την διάρκεια της ημέρας, ο καιρός ήταν καλός και ο δρόμος ξηρός. Την ίδια ημέρα και περί ώρα 11:15 πληροφόρησε τον κατηγορούμενο ότι εναντίον του διερευνούσε υπόθεση αμελούς οδήγησης, του επέστησε την προσοχή στο νόμο και αυτός απάντησε: ¨Να σου δώσω κατάθεση και να σου πω τι έγινε¨. Αμέσως μετά πήρε θεληματική κατάθεση από τον κατηγορούμενο αφού προηγουμένως του επέστησε την προσοχή στο νόμο. Μόλις τέλειωσε η κατάθεση του τον κατηγόρησε γραπτώς για το αδίκημα της αμελούς οδήγησης, του επέστησε την προσοχή στο νόμο και αυτός απάντησε: ¨είμαι επαγγελματίας οδηγός και από την εμπειρία μου ότι δεν εμπλάκηκα μέχρι τώρα σε δυστύχημα πιστεύω ότι η ευθύνη βαραίνει την πεζή καθότι πετάχτηκε στο δρόμο από τα σκαλιά της παρευρισκόμενης εκεί τράπεζας και κατά τη γνώμη μου ήταν αδύνατο να την αποφύγω αν και οδηγούσα με πολύ χαμηλή ταχύτητα¨. Η πεζή Ivanka πενήντα ετών υπέστη τα ακόλουθα τραύματα: Κάταγμα στην πανέλλα του δεξιού γόνατος της και μώλωπες στα δύο γόνατα και στο δεξί της πόδι. Αφού έτυχε των Α΄ Βοηθειών απολύθηκε. Σε διευκρινιστική ερώτηση ανέφερε ότι την πορεία Α του κατηγορούμενου του την είχε υποδείξει ο ίδιος και την πορεία Β εκτός από την πεζή του την υπέδειξε και κάποιος αυτόπτης μάρτυρας ο οποίος όμως δεν θέλησε να δώσει κατάθεση. Το πρόχειρο σχεδιαγράφημα κατατέθηκε ως Τεκ. 2, η κατάθεση του κατηγορούμενου ως Τεκ.3 , η γραπτή κατηγορία ως Τεκ. 4, η κατάθεση της πεζής Ivanka στην μητρική της γλώσσα και η πιστή της μετάφραση ως Τεκμήρια για Αναγνώριση Α και Β τα οποία αργότερα όταν κατέθεσε και η ίδια σημειώθηκαν ως κανονικά Τεκμήρια 5 και 6 αντίστοιχα. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι για να καταλήξει να επιρρίψει την ευθύνη στον κατηγορούμενο είχε λάβει εν μέρει υπόψη του προφορική μαρτυρία που είχε στη σκηνή ότι δηλαδή η πεζή δεν είχε πεταχτεί από την Συνεργατική αλλά ότι ερχόταν από απέναντι. Παραδέχθηκε ότι ήταν παράλειψη του που δεν το κατέγραψε στην κατάθεση του αυτό το γεγονός. Θεωρούσε ότι ο κατηγορούμενος ευθυνόταν εκ πρώτης όψεως και γι΄αυτό τον κατηγόρησε, όταν έθεσε το θέμα στους ανωτέρους του εισήγηση του ήταν να μην κατηγορηθεί ο κατηγορούμενος για άλλους λόγους του οποίους είχε καταγράψει στο φάκελο. Στη σκηνή δεν είχε βρει την πεζή και κανείς παριστάμενος δεν του είχε πει ότι δεν έφταιγε ο κατηγορούμενος για το δυστύχημα. Ήταν λογικό ότι σύμφωνα με την πορεία της πεζής αυτή θα έπρεπε να είχε κτυπήσει στο αριστερό πόδι. Κτύπησε όμως και στα δύο πόδια και το δεξί γόνατο είχε κάταγμα. Από την πεζή πήρε κατάθεση μια συνάδελφος του στις 18.08.
  4. Από ότι πληροφορήθηκε η πεζή εργαζόταν ως οικιακή βοηθός στον πατέρα κάποιου δικηγόρου από το Παραλίμνι. Από ότι είχε υπολογίσει το όχημα του κατηγορουμένου είχε διανύσει απόσταση 2.30μ. εντός της οδού Ακροπόλεως και το μήκος του ήταν πέντε μέτρα. Επομένως, η σύγκρουση είχε γίνει στα 7.30εκ. δηλαδή σχεδόν μόλις είχε μπει στην εν λόγω οδό το όχημα του κατηγορουμένου και απέναντι από το σημείο συγκρούσεως στα αριστερά, υπάρχουν σκαλιά. Η Συνεργατική όπως εξήγησε βρίσκεται στη γωνιά του δρόμου και εφάπτεται και επί των δύο οδών. Ο λόγος που τον κατηγόρησε ήταν ότι στη σκηνή ο κατηγορούμενος του είχε πει ότι είδε την πεζή αλλά δεν πρόλαβε και κτύπησε πάνω της. Εάν του έλεγε ότι είχε πεταχτεί στο δρόμο του δεν θα τον κατηγορούσε. Δεν μπορούσε να υποθέσει, εάν πράγματι η πεζή είχε πεταχτεί από τα σκαλιά μπροστά στο όχημα του κατηγορουμένου, τι θα έπρεπε να είχε κάμει αυτός. Η Ivanka Ivanova υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης της το Τεκ.
  5. Σε αυτή είχε καταγράψει ότι είναι από τη Βουλγαρία και στη Κύπρο ευρίσκεται από το 2004 και εργάζεται ως οικιακή βοηθός στο Παραλίμνι. Αναφέρεται σ΄αυτή στις κινήσεις τις το πρωινό του δυστυχήματος όπου αφού είχε μεταβεί στην Συνεργατική Παραλιμνίου και ακολούθως διέσχισε τον δρόμο και έφτασε απέναντι, επειδή αντιλήφθηκε ότι είχε ξεχάσει το βιβλιάριο της αποταμιεύσεως στη τράπεζα, και καθώς επέστρεφε πίσω για να το πάρει και αφού προηγουμένως είχε ελέγξει το δρόμο και ήταν καθαρός, προχώρησε για να πάει πίσω προς την τράπεζα. Ενώ υπολείπονταν ακόμα δύο περίπου μέτρα για να φτάσει στο πεζοδρόμιο ξαφνικά είδε ένα αυτοκίνητο άσπρο να βρίσκεται ακριβώς δίπλα της, το αυτοκίνητο την κτύπησε με το μπροστινό αριστερό του μέρος με αποτέλεσμα να πέσει κάτω στο έδαφος. Στη συνέχεια ο μπροστινός αριστερός τροχός πέρασε από πάνω της με αποτέλεσμα να κτυπήσει τα πόδια της. Μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο σε ιδιωτική κλινική όπου όταν της παρασχέθηκαν οι Α΄ Βοήθειες έφυγε. Ήταν το δεξί της πόδι στο γόνατο που υπέστη κάταγμα. Όταν αποφάσισε να διασταυρώσει το δρόμο κατέβηκε από το πεζοδρόμιο κοίταξε δεξιά - αριστερά και έφτασε μέχρι τη μέση του δρόμου και ξανακοίταξε αριστερά και δεν είχε αυτοκίνητο, δεν πρόλαβε να περάσει απέναντι και της κτύπησε το αυτοκίνητο. Στην αντεξέταση της επανέλαβε ότι είχε ξεχάσει το βιβλιάριο στην τράπεζα γι΄αυτό επέστρεφε πίσω κρατώντας τη πορεία Β, όπως αυτή φαίνεται επί του σχεδιαγραφήματος. Είχε ελέγξει τον δρόμο και δεν υπήρχε αυτοκίνητο όπως και όταν είχε φτάσει στη μέση του δρόμου και προχωρώντας και πάλιν είχε ελέγξει από αριστερά το δρόμο χωρίς να σταματήσει στη μέση του δρόμου. Είχε αντιληφθεί το αυτοκίνητο που ερχόταν με ταχύτητα κατά πάνω της και ήταν μπροστά της. Κτύπησε στο δεξί της πόδι και σε ερώτηση κατά πόσο αυτό το γεγονός ήταν περίεργο να είχε δηλαδή κτυπήσει στο δεξί πόδι το αυτοκίνητο σε συσχετισμό με την πορεία που λέγει πως είχε, απάντησε ¨που να ξέρω εγώ πως με κτύπησε¨. Το αυτοκίνητο όταν την είχε κτυπήσει ευρισκόταν σε ευθεία γραμμή. Στη συνέχεια ανέφερε ότι πρώτα είχε κτυπήσει με το αριστερό της πόδι και μετά το δεξί, έπεσε κάτω και βρέθηκαν και τα δύο της πόδια κάτω από τους τροχούς του αυτοκινήτου και στη συνέχεια ελευθερώθηκε πρώτα το αριστερό της πόδι. Δεν μπορούσε να θυμηθεί πως τραυματίστηκαν τα πόδια της, είχαν πληγές στο αριστερό αλλά το σπάσιμο ήταν στο δεξί πόδι. Στη συνέχεια ανέφερε ότι όταν έπεσε, είχε μπει το δεξί της πόδι κάτω από τον τροχό, έπεσε κάτω από το αυτοκίνητο και μετά τη σήκωσαν και την πήραν. Επέμενε ότι ακολουθούσε την πορεία Β όπως φαίνεται στο σχεδιαγράφημα. Όταν ρωτήθηκε εάν είχε δει το σηματοδότη του αυτοκινήτου που την κτύπησε ανέφερε ότι το μόνο που αντιλήφθηκε ήταν ένα αυτοκίνητο το οποίο την κτύπησε. Παραδέχθηκε ότι εργάζεται ως οικιακή βοηθός στον πατέρα δικηγόρου από το Παραλίμνι και ότι αυτός, ο δικηγόρος, την είχε επισκεφθεί και στην κλινική. Στο διάστημα που μεσολάβησε μέχρι να δώσει κατάθεση, διστάζοντας αρχικά, στη συνέχεια παραδέχθηκε ότι είχαν μιλήσει σε σχέση με το δυστύχημα αλλά όχι πολλά πράγματα. Αρνήθηκε όμως ότι της είχε εξηγήσει οτιδήποτε ούτε και τη συμβούλεψε σε σχέση με την κατάθεση που θα έδιδε στην αστυνομία. Περιγράφοντας το ρυθμό με τον οποίο διασταύρωνε το δρόμο, ανέφερε ότι πήγαινε περπατώντας. Σε υποβολή ότι δεν ήταν την πορεία Β που ακολουθούσε αλλά αντίθετη πορεία, επέμενε ότι αυτή ήταν η πορεία της και ότι δεν είχε προσέξει το αυτοκίνητο διότι αυτό έτρεχε, διαφορετικά δεν θα την κτυπούσε. Σε τελευταία ερώτηση γιατί δεν έτρεξε η ίδια για να αποφύγει το αυτοκίνητο απάντησε ¨αφού μου κτύπησε πως θα έτρεχα¨. Ο Κατηγορούμενος υιοθέτησε την κατάθεση του Τεκ. 3 που είχε δώσει λίγη ώρα μετά το δυστύχημα. Σε αυτή είχε αναφέρει ότι έβαινε επί της Λεωφόρου Γρίβα Διγενή και όταν πλησίασε την Συνεργατική του Παραλιμνίου ελάττωσε ταχύτητα και έκαμε σήμα με τον αριστερό του σηματοδότη δείχνοντας την πρόθεση του να στρίψει αριστερά στην οδό Ακροπόλεως. Ακριβώς πάνω στην στροφή στο ένα μέτρο περίπου, είδε μια κοπέλα να πετάγεται στο δρόμο με πρόθεση να διασταυρώσει τον δρόμο. Αμέσως πάτησε τα φρένα του αυτοκινήτου του αλλά λόγω του ότι η κοπέλα πετάχτηκε απότομα στο δρόμο δεν πρόλαβε να σταματήσει και την κτύπησε. Έτρεξε κοντά στη κοπέλα και είδε το αριστερό της πόδι να είναι κάτω από τον μπροστινό αριστερό τροχό του αυτοκινήτου του. Με τη βοήθεια άλλων ατόμων σήκωσαν με τα χέρια το αυτοκίνητο και απελευθέρωσαν το πόδι της κοπέλας και ειδοποιήθηκε ασθενοφόρο το οποίο την μετέφερε σε κλινική. Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις ανέφερε ότι η πεζή είχε πεταχτεί μπροστά του από αριστερά από τα σκαλιά της Συνεργατικής και η πορεία της ήταν απέναντι προς τα καταστήματα. Πάτησε τα φρένα του οχήματος του και έστριψε προς τα δεξιά για να την αποφύγει. Το πρόσωπο της όταν ήταν κάτω από το αυτοκίνητο του καθώς ήταν μπρούμυτα έβλεπε προς τα μαγαζιά και ήταν και το δεξί της πόδι πατημένο με τον τροχό. Ανέφερε ότι η ίδια η πεζή στη σκηνή φώναζε ότι δεν έφταιγε ¨ο άνθρωπος¨. Ανέφερε χαρακτηριστικά ότι κάποιοι στη σκηνή εξέφραζαν την απορία εάν η πεζή ήθελε να αυτοκτονήσει με τον τρόπο που κινήθηκε στο δρόμο. Αντεξεταζόμενος επανέλαβε τα ίδια και αρνήθηκε υποβολές ότι δεν έλεγε την αλήθεια. Σε ερώτηση γιατί δεν προθυμοποιήθηκαν εφόσον έκαμνε επίκληση της μαρτυρίας τρίτων να πάνε στην αστυνομία να καταθέσουν, ανέφερε ότι αυτοί εξέφραζαν απροθυμία να το κάμουν για να μην μπλέξουν καθώς, όπως έλεγαν, είχαν να κάμουν με την οικιακή βοηθό πατέρα γνωστού δικηγόρου. Με παραστατικό τρόπο έδειξε πως η πεζή έπεσε πάνω στο αυτοκίνητο του σαν τη μπάλα όπως ανέφερε. Όταν γινόταν αναφορά για πεζοδρόμιο στην απέναντι πλευρά του δρόμου εξήγησε ότι κατ΄ ακρίβεια ήταν βεράντα καταστήματος που είχε κάποιο υψόμετρο. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Η κάθε πλευρά κατά το στάδιο των τελικών εισηγήσεων σε παραπομπή στη μαρτυρία εισηγήθηκε ότι πρέπει να γίνει αποδεχτή η δική της εκδοχή από το Δικαστήριο. Από την πλευρά της η ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής επικαλέστηκε την πραγματική μαρτυρία, δηλαδή το σχεδιαγράφημα της σκηνής. Εάν γίνει αποδεκτή η εκδοχή της πεζής τότε και εφόσον αυτή είχε διανύσει αρκετή απόσταση μέσα στο δρόμο θα έπρεπε να είχε γίνει αντιληπτή από τον κατηγορούμενο οδηγό του αυτοκινήτου και θα έπρεπε να την απέφευγε. Από την άλλη ο κατηγορούμενος δεν φαίνεται ότι πάτησε τα φρένα του αυτοκινήτου του. Εισηγήθηκε ότι η εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής είναι πιο πειστική και κάλεσε το Δικαστήριο να κρίνει ένοχο τον κατηγορούμενο. Ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης επεσήμανε την βιασύνη του αστυνομικού εξεταστή του δυστυχήματος να κατηγορήσει τον κατηγορούμενο χωρίς να έχει ολοκληρωμένη την εικόνα ενώπιον του, πριν ακόμα πάρει κατάθεση από την πεζή, από την οποία τελικά λήφθηκε κατάθεση αρκετές ημέρες αργότερα χωρίς να υπήρχε λόγος γι΄αυτή την αργοπορία έτσι που καθιστά την κατάθεση της όχι άμεση και μη πειστική. Ενώ λοιπόν ο αστυνομικός είχε μόνο την κατάθεση του κατηγορουμένου και την εκδοχή του, εντούτοις έκρινε ότι έπρεπε κατηγορήσει αυτόν καθώς βασίστηκε σε πληροφορίες και όχι μαρτυρία σε σχέση με την πορεία της πεζής. Ο ίδιος αστυνομικός ανέφερε ότι λογικά όπως ήταν η εκδοχή της πεζής θα έπρεπε να είχε κτυπήσει το αριστερό της πόδι, όμως κτύπησε στο δεξί. Διερωτήθηκε πως είναι δυνατό να κτυπήθηκε το αριστερό της πόδι και να έσπασε το δεξί. Ακόμα όμως και αν γινόταν αποδεχτή η εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής και πάλι ο κατηγορούμενος δεν φέρει ευθύνη υπό τις συνθήκες που έγινε το δυστύχημα, αυτό διότι η πεζή δεν πήρε τα αναγκαία μέτρα πριν αποφασίσει να διασταυρώσει το δρόμο από το συγκεκριμένο σημείο, λαμβάνοντας υπόψη και την μη ύπαρξη ορατότητας των οδηγών που ήθελαν να στρίψουν αριστερά από την Λεωφ. Γρίβα Διγενή. Η Μ.Κ.2 δεν θα πρέπει να κριθεί ως αξιόπιστη από το Δικαστήριο και για τον λόγο ότι ήταν αδύνατο να είχε φτάσει στη μέση του δρόμου να είχε κοιτάξει αριστερά, όπως είπε, και να μην είχε προσέξει το όχημα του κατηγορουμένου και μόλις μερικά βήματα μετά να την είχε κτυπήσει. Δεν μπορεί να γίνει πιστευτή σε κάθε περίπτωση μια τέτοια μαρτυρία εφόσον τα τραύματα της δεν συνάδουν και με την εκδοχή της, καθώς θα έπρεπε να είχε σπάσει το αριστερό της πόδι και όχι το δεξί. Η μαρτυρία της επίσης δεν συνάδει με την τελική θέση του οχήματος του κατηγορουμένου η οποία φαίνεται στο σχεδιαγράφημα και δείχνει το όχημα με δεξιά στροφή η οποία συνάδει και με όσα ανέφερε ο κατηγορούμενος στη δική του κατάθεση και μαρτυρία. Τέλος εκθείασε την μαρτυρία του κατηγορουμένου ο οποίος χωρίς ενδοιασμούς και περιστροφές επανέλαβε όσα ανέφερε και στην κατάθεση του λίγη ώρα μετά το δυστύχημα και παραπέμποντας το Δικαστήριο σε σχετική νομολογία εισηγήθηκε την αθώωση του κατηγορουμένου. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ: Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες κατηγορίας και τον κατηγορούμενο ενώ έδιδαν ένορκη μαρτυρία. Είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν ή να παρακολουθήσουν οι μάρτυρες τα διαδραματισθέντα, τη γενική συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ακεραιότητα τους, την ειλικρίνεια τους, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η διερεύνηση του δυστυχήματος εκ μέρους του Μ.Κ.1 θα πρέπει να πω πως δεν ήταν ολοκληρωμένη. Αυτό παρατηρείται συχνά από το Δικαστήριο και θα πρέπει να ληφθούν μέτρα από το αρμόδιο τμήμα της αστυνομίας. Ο Μ.Κ.1 το μόνο που είχε μπροστά του ήταν η εκδοχή του κατηγορούμενου. Δεν φρόντισε να πάρει αμέσως κατάθεση και από την Μ.Κ.2. Άφησε να παρέλθουν αρκετές ημέρες για να πάει να τη βρει, να της υποδείξει το σχέδιο του και να φροντίσει να της ληφθεί κατάθεση. Αυτό της έδιδε το πλεονέκτημα να φτιάξει μια εκδοχή όπως την συνέφερε. Εάν είχε τη θέση της ότι επέστρεψε για δεύτερη φορά στην Συνεργατική αναζητώντας το βιβλιάριο των καταθέσεων της, τότε θα ήταν εύκολο να πάρει και μια κατάθεση από τον υπάλληλο της Συνεργατικής που την εξυπηρέτησε. Δεν αναζήτησε άλλους αυτόπτες μάρτυρες. Από εκείνο τον οποίο πήρε κάποια πληροφορία δεν φρόντισε να την μετατρέψει σε μαρτυρία. Δεν μπορεί να ληφθεί καθόλου υπόψη. Το παράδοξο ακόμα είναι ότι προτού πάρει ακόμα κατάθεση από το θύμα, την πεζή, κατηγόρησε τον κατηγορούμενο. Σύμφωνα με τη νομολογία μας δηλαδή ενήργησε ως κριτής και δικαστής της ενοχής του κατηγορουμένου. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Ευθυμίου v. Γεωργίου,
(2002)1 (Β) Α.Α.Δ. σελ. 1280 στη σελ. 1285 από τον έντιμο κ. Χ¨Χαμπή Δ. σε σχέση με το καθήκον αστυνομικού εξεταστή ενός δυστυχήματος: ¨Όσο για το άλλο σημείο που προσδιόρισε ο αστυνομικός, τονίζουμε απλώς ότι δεν είναι αρμοδιότητα του ερευνώντος το δυστύχημα αστυνομικού να υποδείξει το σημείο σύγκρουσης ως να ήταν κριτής και δικαστής της υπόθεσης, παρά μόνο να παραθέσει τα πραγματικά στοιχεία που παρατήρησε ώστε το δικαστήριο να τα αξιολογήσει ανάλογα¨. Καταλήγω στο να μην αποδεχθώ ως αστήριχτη την αντίληψη που αποκόμισε ο μάρτυρας λαμβάνοντας υπόψη τα δεδομένα που είχε μέχρι εκείνη τη στιγμή ενώπιον του περί της ευθύνης του κατηγορουμένου και της διάπραξης τού αδικήματος της αμελούς οδήγησης ως αυθαίρετο και μη στηριζόμενο σε καμιά μαρτυρία. Θα πρόσθετα ότι ήταν διφορούμενη η απάντηση που έδωσε όταν ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση του ποια ήταν η δική του άποψη εάν θα έπρεπε να τον κατηγορήσει. Εισηγήθηκε, όπως είπε, για άλλους λόγους τους οποίους κατέγραψε στο φάκελο της υπόθεσης, να μη κατηγορηθεί, χωρίς να διευκρινίζει επί αυτού τι εννοούσε, όμως πιο πριν είχε πει ότι για τον ίδιο εκ πρώτης όψεως ο κατηγορούμενος ευθυνόταν. Ως προς τα υπόλοιπα σημεία της μαρτυρίας του καθώς και όσα κατέγραψε στο σχεδιαγράφημα με τις διευκρινήσεις που έδωσε τις αποδέχομαι. Η Μ.Κ.2 η πεζή και θύμα του τροχαίου, θα πρέπει να πω πως αν και εξέπεμπε μια συμπάθεια για το πρόσωπο της με τον απλοϊκό τρόπο που κατέθετε, εντούτοις, δεν μου προκάλεσε τέτοια εμπιστοσύνη στην μαρτυρία της οποίας θα μπορούσα να βασιστώ και να αποδεχθώ τη δική της εκδοχή ως την αληθινή ως προς την πρόκληση του δυστυχήματος. Διέκρινα πολλές αδυναμίες στην μαρτυρία της. Πολλές φορές έδειξε ότι δεν ήταν σίγουρη για αυτά που κατέθετε. Άλλα έλεγε την μια στιγμή και άλλα την άλλη. Για παράδειγμα είχε αναφέρει ότι είχε προσέξει ένα άσπρο αυτοκίνητο δίπλα της το οποίο στη συνέχεια τη κτύπησε. Στη συνέχεια ανέφερε ότι δεν είχε αντιληφθεί καθόλου το αυτοκίνητο απλώς όταν την κτύπησε. Περιγράφοντας πως βρέθηκε κάτω από το αυτοκίνητο ανέφερε τη μια φορά ότι την είχε κτυπήσει στο αριστερό πόδι, στην άλλη στο δεξί πόδι και τέλος δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει πως γίνεται με την πορεία που ακολουθούσε να είχε κτυπήσει περισσότερο στο δεξί της πόδι το οποίο έσπασε και όχι το αριστερό. Δεν μου διαφεύγει ότι ήταν εμφανής η προσπάθεια της να αποκρύψει ότι είχε συζητήσει τα του δυστυχήματος με δικηγόρο πριν δώσει κατάθεση και όταν το παραδέχθηκε ανέφερε ότι δεν είχαν πει πολλά γι΄αυτό. Ακόμα και πιο σημαντικό και όταν της υποδείχθηκε το σχεδιαγράφημα και της εξηγήθηκε αρχικά ανέφερε ότι η πορεία της ήταν αντίθετη από αυτή που υποστήριζε και η οποία συμφωνούσε με όσα ο κατηγορούμενος ισχυριζόταν, όμως με την παρέμβαση της εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής διόρθωσε τα πράγματα. Εάν πάλι ως πεζή ερχόταν από τη δεξιά πλευρά του δρόμου είναι απορίας άξιον πως δεν αντιλήφθηκε φτάνοντας στη μέση του δρόμου και κοιτάζοντας στα αριστερά της το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου αφού δεν πρόλαβε να κάμει παρά ελάχιστα βήματα μέχρι το σημείο συγκρούσεως. Ο βηματισμός της επίσης ενόψει των συνθηκών της σκηνής κρίνω ότι δεν ήταν ο πρέπον, εφόσον δεν είχε παρά ελάχιστη ορατότητα της πορείας που ακολουθούσε ο κατηγορούμενος, όφειλε είτε να προχωρήσει με γοργό βήμα είτε ακόμα να προχωρήσει προς τη διασταύρωση έτσι που να έχει καλύτερη ορατότητα όταν θα διασταύρωνε το δρόμο και να κάμει επίσης και εμφανή την παρουσία της πριν αρχίσει να διασταυρώνει το δρόμο. Ανέφερε ότι όταν της είχε κτυπήσει το αυτοκίνητο ευρισκόταν σε ευθεία γραμμή. Αυτό δεν συνάδει με την πραγματική μαρτυρία, το σχεδιαγράφημα δείχνει το όχημα στην τελική του θέση να έχει κλήση προς τα δεξιά, πράγμα που συνάδει με την μαρτυρία του κατηγορούμενου ότι μόλις την αντιλήφθηκε το μόνο που μπόρεσε να κάμει για να την αποφύγει ήταν να στρίψει δεξιά πατώντας ταυτόχρονα τα φρένα. Θέλοντας μάλιστα να δημιουργήσει εντυπώσεις είπε ότι ο κατηγορούμενος έτρεχε. Αυτό δεν μπορούσε να συμβαίνει ενόψει της πορείας που ακολουθούσε ο κατηγορούμενος και της στροφής 90Ο που είχε κάμει λίγα μόνο μέτρα πριν τη σύγκρουση. Η μαρτυρία της γενικά δεν μου ενέπνευσε εμπιστοσύνη ότι μπορώ να βασιστώ σε αυτή και να εξαγάγω οποιαδήποτε ασφαλή συμπεράσματα, υπήρξαν πολλές ανακολουθίες, ενδοιασμοί, δίσταζε να απαντήσει ευρισκόταν κάποιες στιγμές σε εμφανή σύγχυση. Ο κατηγορούμενος από την άλλη έδειξε μια αποφασιστικότητα ενώπιον του Δικαστηρίου υποστηρίζοντας την εκδοχή του με συνέπεια, χωρίς ενδοιασμούς και περιστροφές, με καθαρό και σταράτο λόγο. Διέλυσε κάθε αμφιβολία του Δικαστηρίου ως προς το ποια εκδοχή είναι η αληθινή. Το ότι πάτησε τα φρένα του και πάλι μπορεί να εξαχθεί ένα τέτοιο συμπέρασμα εφόσον δεν φάνηκε ότι παρέσυρε την πεζή καθ΄οιανδήποτε απόσταση. Το ότι δεν φάνηκαν ίχνη τροχοπέδησης αυτό θα μπορούσε να οφειλόταν στο γεγονός ότι ήταν μόλις ένα μέτρο πριν που την είχε αντιληφθεί και ότι πήγαινε με πολύ χαμηλή ταχύτητα. Μόλις την κτύπησε και έπεσε κάτω σταμάτησε μάλιστα πάνω στα πόδια της. Με προβλημάτισε η αναφορά του στην κατάθεση του ότι μόλις κατέβηκε από το αυτοκίνητο και έτρεξε κοντά της είχε δει το αριστερό της πόδι κάτω από τον μπροστινό αριστερό τροχό του αυτοκινήτου του. Στην μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε ότι ήταν και τα δύο της πόδια κάτω από τον τροχό το ίδιο είχε αναφέρει μετά από αρκετή παλινδρόμηση και η Μ.Κ.2. Επομένως εφόσον δεν υποβλήθηκε το αντίθετο στον μάρτυρα ή ότι τα όσα ανέφερε στη προφορική του μαρτυρία διαφοροποιούνται από αυτά που κατέθεσε αμέσως μετά το δυστύχημα στην αστυνομία, βρίσκω ότι πράγματι είχαν μπει κάτω από τον τροχό και τα δύο πόδια του θύματος με πολύ σοβαρότερα τραυματισμένο το δεξί πόδι. Εάν έτρεχε, που δεν υπήρχε μια τέτοια δυνατότητα λόγω της στροφής των 90ο που μόλις είχε περάσει ελάχιστα μέτρα πιο πριν, δεν θα μπορούσε να ακινητοποιήσει το όχημα του έγκαιρα, θα περνούσε πάνω από τα πόδια της και θα προχωρούσε και πιο πέρα παρασύροντας την. Θα αποδεχθώ την μαρτυρία του και κατά συνέπεια την εκδοχή του. ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Βρίσκω επομένως ότι την 6.05.2005 και περί ώρα 10:00 ο κατηγορούμενος οδηγώντας το διπλοκάμπινο όχημα του με αριθμό εγγραφής HYA 398 επί της Λεωφόρου Γρίβα Διγενή στο Παραλίμνι και με πρόθεση να στρίψει αριστερά στην οδό Ακροπόλεως ελάττωσε ταχύτητα, έκαμε σήμα με τον αριστερό του σηματοδότη υποδεικνύοντας τη πρόθεση του και εισήλθε στην οδό Ακροπόλεως περί τα 7.65μ. οπότε ξαφνικά η πεζή Μ.Κ.2 προσπαθώντας να διασχίσει το δρόμο από τα αριστερά προς τα δεξιά βρέθηκε στη πορεία του κατηγορουμένου ο οποίος την αντιλήφθηκε ευρισκόμενος σε απόσταση ενός μέτρου, και μη έχοντας τι να κάμει για να την αποφύγει έστριψε το τιμόνι του δεξιά και πάτησε τα φρένα του οχήματος του χωρίς όμως να αποφύγει τη σύγκρουση. Η Μ.Κ.2 βρέθηκε κάτω από τον αριστερό μπροστινό τροχό του οχήματος του κατηγορουμένου με το κεφάλι της μπροστά προς τα δεξιά και τα πόδια της πίσω κάτω από τον αριστερό μπροστινό τροχό του οχήματος. Ο κατηγορούμενος κατέβηκε από το όχημα του και με τη βοήθεια άλλων ατόμων που προσέτρεξαν στη σκηνή σήκωσαν το όχημα ψηλά και απελευθερώθηκε η πεζή η οποία μεταφέρθηκε αμέσως σε ιδιωτική κλινική όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί κάταγμα στην πανέλλα του δεξιού γονάτου της και μώλωπες στα δύο γόνατα και στο δεξιό της πόδι. Αφού έτυχε των Α΄ Βοηθειών απολύθηκε. Ο κατηγορούμενος παρέμεινε στη σκηνή όπου σε λίγο μετέβη ο Μ.Κ.1 ο οποίος ανέλαβε τη διερεύνηση του δυστυχήματος ετοιμάζοντας πρόχειρο σχεδιαγράφημα το Τεκ. 2 του οποίου τα ευρήματα πλην της πορείας Β που υπέδειξε η πεζή καθίστανται και ευρήματα μου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Το αδίκημα στηρίζεται στο Άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/1972 όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα: ¨Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού μη καταβάλλων την προσήκουσαν επιμέλειαν και προσοχήν ή μη επιδεικνύων εύλογον μέριμναν δι΄έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδόν, είναι ένοχος αδικήματος....¨ Οι πιο κάτω υποθέσεις είναι ενδεικτικές για το πως αντικρίζει η νομολογία μας το αδίκημα της αμέλειας: Σε μια κατηγορία για αμελές οδήγημα η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος δεν ενήργησε ως συνετός και προσεκτικός οδηγός και όχι ως ένας τέλειος οδηγός. Στην υπόθεση Σωκράτους v. Αστυνομίας,
(1989)2 Α.Α.Δ. σελ. 1 στη σελ. 4 ο Δικαστής, όπως ήταν τότε, κ. Πικής αναφέρει τα ακόλουθα σε σχέση με την αμέλεια: ¨Η αμέλεια σύγκειται στην παράλειψη εκπληρώσεως του καθήκοντος μέριμνας και φροντίδας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, τον γείτονα, όπως επιγραμματικά αναφέρεται στην απόφαση του Λόρδου Atkin στην υπόθεση Donoghue v. Stevenson
(1932)A.C. 562. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και στο ποινικό δίκαιο, ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της απόδειξης. Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υπόθεσης για να αποφασισθεί: (α) η φύση του καθήκοντος, και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση της αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια¨. Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, παράλειψη να δει κάποιος ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια. Σχετική είναι η υπόθεση Νικολαίδης v. Οικονομίδης,
(1963)2 Α.Α.Δ. 78. Η συμπεριφορά ενός οδηγού, εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού ανθρώπου και ο προσδιορισμός του καθήκοντος ποικίλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Το καθήκον για λήψη προφυλακτικών μέτρων διαφαίνεται κατά λογική πρόβλεψη (βλ. Βίκης v. Νεοφύτου,
(1990)1 Α.Α.Δ. σελ. 346). Στην υπόθεση Παύλου v. Αστυνομίας,
(1998)2 Α.Α.Δ. σελ. 68 στη σελ. 73 λέχθηκαν τα πιο κάτω: ¨Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του Άρθρου 8 του Νόμου 86/1972 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι που αναφέρονται στην συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού¨. Στην υπόθεση Charalambous v. Police,
(1982)2 Α.Α.Δ. σελ. 134, αναφέρθηκε ότι το κριτήριο βάσει του οποίου αποφασίζεται αν κάποιος οδηγός υπήρξε αμελής είναι κατά πόσο στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχει παρέκκλιση από το επίπεδο συμπεριφοράς που αναμένεται από ένα λογικό και συνετό οδηγό. Στην ίδια πιο πάνω απόφαση στη σελ. 143 και σε αναφορά στο βάρος της απόδειξης το οποίο φέρει η Κατηγορούσα Αρχή, ο έντιμος κ. Στυλιανίδης Δ., όπως ήταν τότε, αναφέρει ότι θα πρέπει να αποδείξει αμέλεια αρκετή που να στοιχειοθετεί αστική ευθύνη όπου παρέπεμψε επίσης στην υπόθεση Christos Rayias v. The Police 19, C.L.R. 308. Τα πιο πάνω, κατ΄ εναρμονισμό προς το θεμελιωμένο ότι η αμέλεια ως πραγματικό γεγονός συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Συναφώς, θα υπενθύμιζα πως, γενικά, εφόσον η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου είναι εύλογα εμφανής, η παράλειψη λήψης μέτρων προφύλαξης συνιστά αμέλεια (Panayiotou v. Mavrou,
(1970)1 C.L.R. 215). Στην αγγλική υπόθεση Fardon v. Harcourt - Rivington
(1932)All E.R. Rep. 81 διατυπώθηκε η αρχή ότι : ¨Αν η πιθανότητα εμφάνισης κινδύνου είναι λογικά εμφανής, τότε η παράλειψη λήψης των αναγκαίων προφυλάξεων συνιστά αμέλεια. Αντίθετα, η πιθανότητα κινδύνου είναι τέτοια που ουδέποτε θα εγειρόταν στη σκέψη ενός λογικού ανθρώπου, τότε η παράλειψη λήψης ασύνηθων προφυλάξεων δεν συνιστά αμέλεια (βλ. μεταξύ άλλων Κώστα v. Χρυσοστομίδη
(1991)1 Α.Α.Δ. σελ. 271). Η υποχρέωση για επίδειξη επιμέλειας είναι ανάλογη με το μέγεθος του αναμενόμενου υπό τις περιστάσεις κινδύνου, εκτός αν ο κίνδυνος είναι τέτοιος που λογικά μπορεί με ασφάλεια να αγνοηθεί. Ένας οδηγός έχει καθήκον να προσέχει για κινδύνους που σχετίζονται με τα ενδεχόμενα πρόκλησης ατυχήματος που προκύπτουν κατά την οδήγηση και να λάβει κατάλληλες προφυλάξεις (βλ. Charalambous and another v. Kassapis and another
(1988)1 C.L.R. 250. Καθήκον επιμέλειας υφίσταται μόνο όπου ο κίνδυνος είναι προβλεπτός (βλ. Νικολαϊδης και άλλος v. Κλεοβούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. σελ. 422). Τόσο οι πεζοί όσο και οι οδηγοί οφείλουν ο ένας προς τον άλλο καθήκον φροντίδας, γιατί και οι δύο είναι άτομα που χρησιμοποιούν το δρόμο (Tavellis v. Evangelou and another
(1984)1 C.L.R. 460 και Omer v. Pavlides
(1971)1 C.L.R . 404). ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Με βάσει την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, τα ευρήματα μου ως προς τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης και τις νομικές αρχές που έχω εκθέσει πιο πάνω καταλήγω ότι ο κατηγορούμενος έλαβε όλα τα ενδεικνυόμενα αποτρεπτικά μέτρα για να αποφύγει τον ξαφνικό κίνδυνο που βρέθηκε στη πορεία του και έτσι εκπλήρωσε το καθήκον του μέσου λογικού οδηγού για επιμελή οδήγηση. Ο κατηγορούμενος οδηγούσε σε ένα κεντρικό δρόμο στο Παραλίμνι, η ορατότητα του λόγω της στροφής 90ο ήταν μηδέν. Έκαμε σήμα με τον αριστερό του σηματοδότη ότι θα έστριβε αριστερά, εισήλθε σιγά εντός της λωρίδας του και στο ένα μέτρο από τα σκαλιά της Συνεργατικής αντιλήφθηκε την πεζή απροσδόκητα να πέφτει μέσα στο δρόμο σαν τη μπάλα, όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, και να επιχειρεί να διασταυρώσει, πάτησε φρένα και έστριψε το τιμόνι του δεξιά για να την αποφύγει, δεν τα κατάφερε και αυτή βρέθηκε κάτω από τον αριστερό τροχό του οχήματος του. Κρίνω ότι η πιθανότητα κινδύνου δεν ήταν εμφανής διότι στρίβοντας ο κατηγορούμενος είχε δει τη πορεία του ελεύθερη και δεν εμφιλοχώρησε στη σκέψη του η πιθανότητα κινδύνου έτσι που να λάμβανε περαιτέρω προφυλάξεις που εν προκειμένω ήταν να ακινητοποιήσει το όχημα του πάνω στη στροφή τέτοιο καθήκον υπό τις περιστάσεις κρίνω ότι δεν υπείχε ο κατηγορούμενος (βλ. Ιωάννου v. Στυλιανού
(1998)1 (Γ)Α.Α.Δ. σελ. 1861). Ο τρόπος που περπατούσε η Μ.Κ.2 υπό τις δεδομένες συνθήκες που επικρατούσαν στην σκηνή για να διασχίσει το δρόμο, η εμφανής έλλειψη παρατηρικότητας που επέδειξε για την υπόλοιπη κίνηση στο δρόμο και ειδικά της παρουσίας του οχήματος του κατηγορουμένου, έστω και εάν η πορεία της ήταν η Β με οδηγούν και πάλι στο ίδιο πιο πάνω συμπέρασμα. Καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν κατάφερε να αποδείξει πέραν από κάθε αμφιβολία την κατηγορία της αμελούς οδήγησης με αναπόδραστο αποτέλεσμα την αθώωση του κατηγορουμένου. (Υπ.) ............... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.