← Κύπρος

ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. Νίκος Κίκης κ.α., Αρ. Υποθ.: 2869/01, 27.2.07

ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. Νίκος Κίκης κ.α., Αρ. Υποθ.: 2869/01, 27.2.07 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:B4 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Ε.Δ. Αρ. Υποθ.: 2869/01 Μεταξύ ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόντων Και

  1. Νίκος Κίκης
  2. Σταυρούλλα Σταυρινού-Κίκη Εναγομένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 27.2.07 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την ενάγουσα: κ. Παπαθεοδώρου Για την εναγόμενη: κ. Μανώλη Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο εναγόμενος 1 την 1.1.98 και 13.1.98 υπέγραψε με τους ενάγοντες συμφωνίες συνεργασίας ασφαλιστικού αντιπροσώπου. Δυνάμει των συμφωνιών αυτών και των ενσωματωμένων εγγράφων του πίνακα προμηθειών καθώς και της συμφωνίας χρηματοδότησης, ανέλαβε να εργαστεί ως ασφαλιστικός αντιπρόσωπος των εναγόντων στην Πάφο. Ο εναγόμενος κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους έλαβε ως χρηματοδότηση από τους ενάγοντες διάφορα ποσά με τα οποία και χρεώνετο. Αντίστοιχως πιστώνετο με τα ποσά των ωφελημάτων τα οποία εδικαιούτο δυνάμει των πιο πάνω συμφωνιών. Η συνεργασία των διαδίκων τερματίστηκε την 8.11.00 και ο λογαριασμός του εναγόμενου τον οποίον διατηρούσαν οι ενάγοντες παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο Λ.Κ.2,523.
  3. Ως αποτέλεσμα ήγειραν εναντίον του την υπό κρίσιν αγωγή και αξιούν το πιο πάνω ποσό. Η εναγόμενη 2 ενάγεται υπό την ιδιότητα της ως εγγυήτριας των υποχρεώσεων του εναγόμενου 1 που απέρρεαν από τις συμφωνίες. Η εναγόμενη 2 παρόλο που καταχώρισε εμφάνιση δεν καταχώρησε υπεράσπιση. Η υπόθεση ουσιαστικά προχώρησε σε απόδειξη εναντίον της, κατά την ακρόαση μαζί με τον εναγόμενο
  4. Ο εναγόμενος 1 στην υπεράσπιση του δεν αρνείται την ύπαρξη των δύο συμφωνιών. Η θέση του είναι ότι εργάστηκε προσφέροντας τις υπηρεσίες του στους ενάγοντες αλλά δεν πληρωνόταν. Μετά από ψυχολογικές πιέσεις και διάφορους άλλους τρόπους από αξιωματούχους των εναγόντων εξαναγκάστηκε να εγκαταλείψει την εργασία του και οι ενάγοντες παράνομα τερμάτισαν σιωπηρά ή φανερά τη μεταξύ τους συμφωνία. Αρνείται επίσης ότι τους οφείλει οποιονδήποτε ποσό. Αξιώνει ανταπαιτητικώς αποζημιώσεις και προμήθειες από 10-15 συμβόλαια που σύναψε ως αντιπρόσωπος των εναγόντων από τα οποία εδικαιούτο ποσοστό 3% το χρόνο ως απώλεια των δικαιωμάτων του από τον παράνομο τερματισμό των συμφωνιών. Αξιώνει επίσης το ποσό των Λ.Κ.2.400.- ως μισθούς και ωφελήματα και δικαιώματα καθώς και διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει τη χρησιμοποίηση και εκμετάλλευση του χαρτοφυλακίου του από τους ενάγοντες χωρίς την πληρωμή των προμηθειών του. ΄Εδωσαν μαρτυρία από την πλευρά των εναγόντων ο Μάριος Καστανιάς, (Μ.Ε.1) οικονομικός διευθυντής των εναγόντων καθώς και ο εναγόμενος. Κατατέθηκαν επίσης διάφορα τεκμήρια. Ο Μ.Ε.1 εξήγησε ότι ο εναγόμενος δεν ήταν υπάλληλος των εναγόντων αλλά η εργασία του ήταν να πωλεί ασφάλειες με προμήθεια. Τον χρηματοδοτούσαν προκαταβολικά με βάση το τεκμ. 2 ώστε μέχρι να παράξει ασφάλειες και να πάρει προμήθειες να μπορεί να ζει. Το ποσό χρεώνετο και ήταν οφειλόμενο μέχρι να κάμει μελλοντική παραγωγή για να το εξοφλήσει. Τηρούσαν λογαριασμό στον ηλεκτρονικό υπολογιστή τον οποίο ενημέρωναν καθημερινά. Το σύστημα του ηλεκτρονικού υπολογιστή λειτουργεί κανονικά από το 1990 μέχρι σήμερα και στα καθήκοντα του είναι η επίβλεψη του. Ενημέρωνε προσωπικά τη μερίδα του εναγόμενου και τις πράξεις του και τηρούσαν καθολικό. Κάθε 3 μήνες ενημέρωναν και τον εναγόμενο. Χρέωναν τα ποσά των πληρωμών και πίστωναν όλες τις προμήθειες που εδικαιούτο ανά μήνα με βάση τα ασφαλιστικά συμβόλαια που διενεργούσε. Στις 8.11.00 τερμάτισαν τη συνεργασία τους γιατί ο εναγόμενος δεν κατάφερε να επιτύχει τους στόχους της συμφωνίας τους. Όταν τερματίστηκε η συμφωνία ο εναγόμενος χρωστούσε το αξιούμενο ποσό. Κατάθεσε κατάσταση λογαριασμού (τεκμ. 4) στην οποία παρουσιάζεται η κίνηση του λογαριασμού του εναγόμενου καθώς και το υπόλοιπο του. Εξήγησε τις διάφορες στήλες καθώς και τα ποσά που αναγράφονται στο λογαριασμό (τεκμ. 4). Τα συμβόλαια δεν προνοούν για μισθό και όταν ένας ασφαλιστής εγκαταλείψει το επάγγελμα δεν δικαιούται το 3% της προμήθειας γιατί δεν εξυπηρετεί πλέον τα συμβόλαια. Η εταιρεία μπορεί να ορίσει άλλο ασφαλιστή για την εξυπηρέτηση των συμβολαίων, δηλαδή να δει τον πελάτη να τον εισπράξει ή και να του κάμει νέα συμβόλαια. Μετά τον τερματισμό της συμφωνίας ο εναγόμενος δεν τους είπε ότι είχε να παίρνει. Αντεξεταζόμενος εξήγησε ότι με τον εναγόμενο υπήρχε και προηγούμενη συμφωνία που έληξε και μετά υπογράφτηκαν οι νέες συμφωνίες γι' αυτό και στην κατάσταση λογαριασμού παρουσιάζεται μεταφορά από προηγούμενα χρόνια. Δεν αρνήθη ότι ο εναγόμενος είχε παραγωγή, εξ' ου και έλαβε και προμήθειες, δεν είχε όμως μαζί του τα συμβόλαια της παραγωγής τους εναγόμενου. Το Τεκμ. 4 παρουσιάζει την εικόνα του λογαριασμού του εναγόμενου. Επέβλεπε τις καταχωρίσεις και βεβαιωνόταν ότι είναι ορθές. Αρνήθη ότι ο εναγόμενος εδικαιούτο μισθό αλλά εργαζόταν με χρηματοδότηση και προμήθειες και στο τεκμ. 4 φαίνονται οι πιστώσεις και οι προμήθειες του. Αρνήθη επίσης ότι ο εναγόμενος έκαμε περισσότερη παραγωγή αφού ποτέ δεν έκαμε ένσταση για τις πληρωμές του. Τα τεκμήρια 1 και 2 υπογράφηκαν στη Λευκωσία. Την επιστολή τερματισμού την απέστειλε ο ίδιος συστημένη και δεν επιστράφηκε πίσω. Το υπόλοιπο του λογαριασμού και οι καταστάσεις κοινοποιούνταν στον εναγόμενο. Εξήγησε ότι στην διακοπή μιας σύμβασης αν υπάρχουν σε ισχύ συμβόλαια δίνονται σε άλλο ασφαλιστή και το 3% της προμήθειας το παίρνει ο νέος ασφαλιστής που τα εξυπηρετεί. Ο πελάτης δεν είναι του ασφαλιστή αλλά της εταιρείας και όταν διακοπεί ένα συμβόλαιο η εταιρεία αποφασίζει σε ποιο θα αναθέσει να εξυπηρετεί τα εν ισχύει συμβόλαια. Σε υποβολή ότι ο εναγόμενος ήταν υπό ψυχολογική πίεση απάντησε ότι θα έπρεπε τότε να υποβάλει παράπονο και αρνήθη ότι οφείλουν στον εναγόμενο ποσοστό 3% επί των ασφαλιστικών του συμβολαίων που εκμεταλλεύτηκε η εταιρεία. Ο εναγόμενος από την πλευρά του κατέθεσε ότι εργάστηκε ως ασφαλιστικός αντιπρόσωπος των εναγόντων από το 1998 μέχρι το
  5. Τα έγγραφα που φαίνονται ότι υπογράφτηκαν στη Λευκωσία, υπογράφτηκαν στην Πάφο. Εξήγησε τα καθήκοντα του ως ασφαλιστικός αντιπρόσωπος καθώς και διάφορα παράπονα που είχε από την εταιρεία γιατί δεν τον βοηθούσαν σε κάποιες δύσκολες περιπτώσεις. ΄Ηταν η θέση του ότι οι ενάγοντες δεν τήρησαν τη συμφωνία χρηματοδότησης. Και τούτο γιατί ως κατέθεσε είχε καλυμμένους τους στόχους του πριν από το τέλος του χρόνου. Ο διευθυντής παραγωγής του έλεγε ότι δεν είχε πρόβλημα και ότι η εταιρεία θα κάλυπτε τους μηνιαίους μισθούς του, κάτι όμως που δεν έγινε ποτέ. ΄Ετσι άρχισε να αντιμετωπίζει κάποια ψυχολογικά προβλήματα και αναγκάστηκε να ψάχνει για άλλη εργασία. Η εταιρεία του όφειλε γύρω στις Λ.Κ.2.500.- που δεν τις έλαβε και δεν δέχεται ότι χρωστεί. Απέστειλε διπλοσυστημένη επιστολή και ζητούσε αντίγραφα των συμβολαίων του αλλά δεν πήρε καμιά απάντηση. Αρνήθη ότι έλαβε την επιστολή τερματισμού της συνεργασίας του με τους ενάγοντες (τεκμ. 3) και δεν συμφωνεί με την κατάσταση λογαριασμού (τεκμ. 4) την οποία δεν έλαβε ποτέ. Θυμάται ότι η ετήσια παραγωγή του ήταν γύρω στις Λ.Κ. 14,000.- και οι ενάγοντες του οφείλουν με βάση τον υπολογισμό που έκαμε με τον τότε διευθυντή, γύρω στους 4 με 5 μισθούς, συνολικά Λ.Κ.2,500.- με Λ.Κ.3,000.- Τα συμβόλαια που έκαμνε δεν ήθελαν εξυπηρέτηση γιατί οι πελάτες πλήρωναν απευθείας μέσω της Τράπεζας. Τη συμφωνία την παραβίασε η εταιρεία γιατί με βάση το διευθυντή Πάφου η παραγωγή του ήταν καλυμμένη και όφειλαν να τον πληρώσουν. Ζητά επίσης αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και για ψυχική πίεση. Αντεξεταζόμενος και σε σχετική υποβολή ότι δεν έκαμε παραγωγή ύψους Λ.Κ.14,000.- απάντησε, «ποια είναι η απόδειξη ότι δεν έκαμα» και αρνήθη ότι έλαβε την κατάσταση λογαριασμού. Δεν δέχεται την οφειλόμενη διαφορά γιατί είχε συμβόλαια και η εταιρεία όφειλε να τον πιστώσει. Διευκρίνισε ότι μισθός ήταν οι προμήθειες του και δεν ήταν υπάλληλος, ενώ σε σχετική ερώτηση γιατί δεν παρουσίασε αντίγραφα των συμβολαίων που ισχυρίζεται ότι έκαμε, απάντησε ότι χώρισε με τη σύζυγο του και δεν πήρε τίποτε από το σπίτι, αλλά έχει συμβόλαιο του πατέρα του. Τέλος διαφώνησε ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό. Στο τέλος της υπόθεσης οι δικηγόροι καταχώρισαν γραπτές αγορεύσεις. Θα αναφερθώ στη συνέχεια και όπου χρειάζεται. Από την ενώπιον μου μαρτυρία και τα κατατεθέντα τεκμήρια εξάγεται αβίαστα το συμπέρασμα ότι ο εναγόμενος εργάστηκε ως συνεργάτης ασφαλιστικός αντιπρόσωπος των εναγόντων στην Πάφο. Ο εναγόμενος με βάση το συμβόλαιο τεκμ. 1 δεν ήταν υπάλληλος των εναγόντων, ούτε και με το συμβόλαιο δημιουργείται οποιαδήποτε σχέση εργοδότη - εργοδοτουμένου. Ο εναγόμενος με τη συμφωνία συνεργασίας κατέστη αντιπρόσωπος των εναγόντων στην πώληση ασφαλιστικών προϊόντων με το σύστημα της προμήθειας και σύμφωνα με τον πίνακα προμηθειών του τεκμ. 1 (ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ν. Στέλιος Θεοδούλου

(1997)1 ΑΑΔ 1553). Στα πλαίσια της συνεργασίας αυτής και για την εξυπηρέτηση των επαγγελματικών του αναγκών και στην υποβοήθηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας, οι ενάγοντες συμφώνησαν να τον χρηματοδοτούν έναντι μελλοντικών προμηθειών του. (βλ. Τεκμ. 2). Για το σκοπό αυτό οι ενάγοντες τηρούσαν λογαριασμό χρηματοδότησης στο όνομα του εναγόμενου (όρος 5 τεκμ. 2) στον οποίο χρέωναν τα ποσά που τον χρηματοδοτούσαν. Πίστωναν επίσης το σύνολο των προμηθειών των εισπραχθέντων ασφαλίστρων της παραγωγής του, το 10% της ετησιοποιημένης προμήθειας του πρώτου χρόνου σε σχέση με την παραγωγή κάθε τριμήνου και το 10% σε σχέση με τη συνολική παραγωγή της περιόδου χρηματοδότησης. Τέλος σύμφωνα πάντα με τους όρους της χρηματοδότησης (όρος 7 τεκμ. 2) η τελική εκκαθάριση του λογαριασμού θα γίνεται τον έβδομο μήνα από την ημερομηνία λήξης της περιόδου χρηματοδότησης. Αν κατά την εκκαθάριση προκύψει πιστωτικό υπόλοιπο υπέρ του αντιπροσώπου θα καταβάλλεται εφ' άπαξ. Αν προκύψει χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος του, νοούμενου ότι θα συνεχίσει τη συνεργασία του με την εταιρεία, τότε θα εξοφλείται με ισόποσες μηνιαίες δόσεις μέσα στους επόμενους 12 μήνες. Αν η συνεργασία διακοπεί οποτεδήποτε και για οποιοδήποτε λόγο, τότε ο λογαριασμός θα κλείεται και αν υπάρχει χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος του αντιπροσώπου, τότε υποχρεούται να το καταβάλει εφ' άπαξ και εντόκως. (όρος 8 τεκμ. 2) Σύμφωνα με τον όρο 7 της σύμβασης συνεργασίας (τεκμ. 1) η εταιρεία κατά την απόλυτη κρίση της και χωρίς να καθορίσει οποιονδήποτε λόγο μπορεί να την τερματίσει οποτεδήποτε. Τα πιο πάνω εξάγονται μέσα από τα τεκμήρια και γίνονται ευθέως ευρήματα του Δικαστηρίου. Στα πλαίσια ακριβώς των πιο πάνω συμφωνιών οι ενάγοντες διατηρούσαν την κατάσταση λογαριασμού Τεκμ. 4. Και οι δύο πλευρές στις αγορεύσεις τους αναφέρονται στην κατάσταση αυτή. Ο μεν κ. Μανώλη εισηγείται ότι αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία αφού δεν παρουσιάστηκαν τα συμβόλαια του εναγομένου, σε αντίθεση με τον κ. Παπαθεοδώρου που εισηγείται ότι τηρήθηκαν όλες οι προϋποθέσεις του περί Αποδείξεως Νόμου. Γίνεται αναφορά και από τους δύο δικηγόρους σε επί τούτου νομολογία που αφορά ουσιαστικά το αρ. 5Α του περί Αποδείξεως Νόμου. Να υποδείξω ότι το άρθρο 5Α του Περί Αποδείξεως Νόμου που εισήχθη με τον τροποποιητικό Νόμο 54
(1)/94 καταργήθηκε με τις πρόνοιες του Νόμου 32
(1)/04. Δεν χρειάζεται να επεκταθώ στις καινοτομίες του Νόμου. Σχετικά είναι τα άρθρα 23 επ. υπό τον τίτλο «Ειδικό Μέρος». Σημειώνω ακόμα πως η κατάσταση λογαριασμού κατατέθηκε χωρίς ένσταση ή κάποια άλλη επιφύλαξη. Εν πάση περιπτώσει αποτελεί διαπίστωση από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 ότι είχε άμεση προσωπική γνώση και παρακολουθούσε την κατάσταση αυτή και ήταν κάτω από την επίβλεψη του η ενημέρωση της. ΄Ηταν επίσης η αναντίλεκτη μαρτυρία του ότι επέβλεπε τις καταχωρήσεις και βεβαιωνόταν ότι είναι ορθές. ΄Εχει εξηγήσει τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και κατά την αντεξέταση τα διάφορα δεδομένα και στοιχεία που υπάρχουν στην κατάσταση λογαριασμού. ΄Ηταν ακόμα η θέση του ότι κάθε τρίμηνο ενημερωνόταν ο εναγόμενος. Η θέση του εναγόμενου ήταν πως δεν ενημερωνόταν. Παρόλο που δεν έχει ιδιαίτερη αποδεικτική βαρύτητα ή σημασία αν ο εναγόμενος ενημερωνόταν, ως συνάγεται από το Τεκμ. 4 αλλά και τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 ο εναγόμενος έναντι του λογαριασμού την 19.12.00 κατέβαλε με επιταγή το ποσό των Λ.Κ.200.- η οποία όμως δεν τιμήθηκε. Επιπλέον προσθέτω ότι η κατάσταση λογαριασμού παρουσιάζει όλες τις πληρωμές υπό μορφή χρηματοδότησης που του γίνονταν, τις οποίες και δεν αμφισβήτησε, καθώς και οι πιστώσεις από τις προμήθειες που ελάμβανε. Ούτε και αυτές αμφισβητήθηκαν. Ο Μ.Ε.1 άφησε τις άριστες των εντυπώσεων. ΄Ηταν σαφής και συγκεκριμένος χωρίς αντιφάσεις και υπεκφυγές. Δεν διέκρινα ούτε και προέκυψε μέσα από τη μαρτυρία του οποιαδήποτε τάση προς αναλήθεια ή παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Από την ενώπιον μου μαρτυρία είμαι ικανοποιημένος ότι το περιεχόμενο της κατάστασης λογαριασμού παρουσιάζει ανάγλυφη την εικόνα των χρεωπιστώσεων του εναγόμενου καθόλη τη διάρκεια που εργάστηκε ως ασφαλιστικός αντιπρόσωπος των εναγόντων. Η παρούσα υπόθεση εν όψει ακριβώς της μαρτυρίας του Μ.Ε.1 διαφέρει από την υπόθεση ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΩΗΣ ν. Γρηγορίου κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1357 που η μαρτυρία επί του περιεχομένου της κατάστασης λογαριασμού ήταν χωρίς υπόβαθρο και αδιευκρίνιστη. Αντιθέτως ο Μ.Ε.1 έδωσε πλήρεις και επαρκείς εξηγήσεις επί του λογαριασμού, τον οποίο και παρακολουθούσε και είχε πλήρη γνώση του περιεχομένου του. Η εξέταση του θέματος αυτού συμπλέκεται και με τη μαρτυρία του εναγόμενου, ως προς ότι διαφωνεί με το οφειλόμενο υπόλοιπο και ότι έχει να παίρνει από τους ενάγοντες ένα ποσό περί τις Λ.Κ. 2,400.- - Λ.Κ.3,000.- ως μισθούς και ωφελήματα. Στήριξε τη θέση του αυτή γιατί εξ όσων θυμάται έκαμε παραγωγή ύψους Λ.Κ.14,000.-. Η μαρτυρία του εναγόμενου κρίνεται ως εντελώς γενική και αόριστη και τελείως ανυποστήρικτη. Παρέπεμπε στο διευθυντή πωλήσεων ότι τον διαβεβαίωνε ότι οι στόχοι του ήταν καλυμμένοι, χωρίς να παρουσιάσει κάποιο υποστηρικτικό έγγραφο ούτε και άλλη μαρτυρία που να υποστηρίζει όσα ανέφερε στο Δικαστήριο. ΄Αλλωστε αν όντως έτσι είχαν τα πράγματα, ότι δηλαδή ενώ είχε παραγωγή τέτοιου ύψους και οι ενάγοντες δεν του κατέβαλλαν τις αναλογούσες προμήθειες, δεν φαίνεται να διαμαρτυρήθηκε ούτε και να απέστειλε κάποια επιστολή, πριν βέβαια τον τερματισμό της συνεργασίας, και να απαιτεί οφειλόμενες προμήθειες από τους ενάγοντες. Ενώ είσπραττε τα διάφορα ποσά της χρηματοδότησης και πιστώνετο τις αναλογούσες προμήθειες του, ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε ή έθεσε θέμα επιπλέον οφειλομένων προμηθειών. Ούτε και έδωσε εξηγήσεις γιατί αφού είχε να παίρνει οφειλές έκδωσε επιταγή προς όφελος των εναγόντων, μετά μάλιστα που τερματίστηκε η συμφωνία. Το βάρος ήταν στον ίδιο να αποδείξει με πειστικό και αποδεκτό τρόπο ότι είχε να λαμβάνει προμήθειες από τους ενάγοντες, δεδομένου μάλιστα ότι ανταπαιτεί και διάφορα ποσά. Είναι δε χαρακτηριστική η απάντηση που έδωσε στη σχετική υποβολή ότι δεν έκαμε παραγωγή ύψους Λ.Κ.14,000.- ότι «ποια είναι η απόδειξη ότι δεν έκαμε». Σημειώνω ακόμα ότι ενώ στην υπεράσπιση γίνεται αναφορά για 10-15 συμβόλαια, στη μαρτυρία του αναφέρθη αορίστως και με γενικότητες, ότι εξ' όσων θυμόταν η ετήσια παραγωγή του ήταν ύψους Λ.Κ.14,000.- καταλήγοντας στο, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, εντελώς αυθαίρετο και ανυποστήρικτο οφειλόμενο ποσό των Λ.Κ.2,500.- με Λ.Κ.3,000.-. Για να μπορούσε έστω και κατ' αρχήν να εξαχθεί κάποιο συμπέρασμα, θα έπρεπε να παρουσιάσει συγκεκριμένα και σαφή στοιχεία αλλά και λεπτομέρειες ασφαλιστικών συμβολαίων που διενέργησε, για να διαφανεί το είδος ενός εκάστου, ώστε να μπορούσε να γίνει δυνάμει του Πίνακα Προμηθειών 1Α του Τεκμηρίου 1 η ανάλογη μαθηματική πράξη. Είναι ακριβώς γι' αυτόν το λόγο που η μαρτυρία του κρίνεται ως εντελώς αόριστη και ανυποστήρικτη. Κρίνω ότι οι ισχυρισμοί του αποτελούν όψιμες επινοήσεις για να αποφύγει την καταβολή των οφειλομένων προς τους ενάγοντες. Ο εναγόμενος ουσιαστικά χωρίς κανένα απολύτως στοιχείο κατέφυγε σε γενικές αρνήσεις και αφορισμούς. Η μαρτυρία του για τους λόγους αυτούς, πέραν της γενικότερης πτωχής και κακής εντύπωσης που άφησε στο Δικαστήριο, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Παρεμβάλλω εδώ ότι η αναφορά στην κατάσταση λογαριασμού (Τεκμ. 4) του ονόματος της εταιρείας ως ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΛΤΔ και όχι το πλήρες όνομα των εναγόντων, παραλείπονται δηλαδή οι λέξεις ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, δεν δημιουργεί κάποιο πρόβλημα ή άλλο κώλυμα, αφού ως και ο Μ.Ε.1 κατέθεσε πρόκειται για συντομογραφική αναγραφή του ονόματος των εναγόντων και τίποτε περισσότερο. Σχετικώς παραπέμπω και στο σύγγραμμα Boyle & Birds' s Company Law 4η έκδοση σελ. 75-77. Κρίνω κατάλληλο το σημείο αυτό να αναφερθώ στην εισήγηση του κ. Μανώλη ότι οι ενάγοντες όφειλαν να παρουσιάσουν τα ασφαλιστικά συμβόλαια του εναγομένου ώστε να δώσουν πραγματική υπόσταση στην κατάσταση λογαριασμού. Στήριξε ακόμα την εισήγηση του στο γεγονός ότι επέδωσε ειδοποίηση προσαγωγής εγγράφων στους ενάγοντες, οπότε η μη παρουσίαση τους αφήνει κενά. Το πρώτο που θα πρέπει να λεχθεί είναι ότι δεν είναι αυτή η δικονομική εμβέλεια της ειδοποίησης προσαγωγής εγγράφων κάτω από τη Δ.24 Θ.2. Με αυτή ρυθμίζεται το θέμα της κατάθεσης αντιγράφου ενός εγγράφου όταν δεν είναι στην κατοχή του μέρους που επιδιώκει να το καταθέσει. (Σωκράτους ν. Σιακατίδη
(2004)1 ΑΑΔ 1390). Παρέχονται βέβαια και υπάρχουν άλλες δικονομικές δυνατότητες, όπως για παράδειγμα η αποκάλυψη και επιθεώρηση εγγράφων που δεν ενεργοποιήθηκαν όμως από την πλευρά του εναγόμενου. ΄Αλλωστε να σημειώσω ότι ο εναγόμενος στη μαρτυρία του εκείνο που αμφισβήτησε δεν ήταν τα ποσά που έλαβε ή πιστώθηκε από τους ενάγοντες όπως παρουσιάζονται στην κατάσταση λογαριασμού, αλλά το υπόλοιπο γιατί ακριβώς ήταν η θέση του ότι είχε επιπλέον πιστώσεις από συμβόλαια. Το βάρος ήταν στον ίδιο να το αποδείξει με θετική και ικανοποιητική μαρτυρία. Δεδομένου μάλιστα ότι είχε ανταπαίτηση έφερε επιπλέον και το βάρος να αποδείξει τους ισχυρισμούς της απαίτησης του. Η υποχρέωση των εναγόντων ήταν στην βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων να αποδείξουν την δική τους απαίτηση, και με ανάλογο βαθμό ο εναγόμενος την αξίωση που ανταπαιτητικώς ήγειρε. Αντίθετα κατέφυγε σε αναπόδεικτες γενικότητες και ασαφείς αοριστίες χωρίς ίχνος υποστηρικτικής μαρτυρίας. Στερούνται ακόμη πραγματικού ερείσματος οι ισχυρισμοί του ότι οι ενάγοντες παράνομα διένειμαν το χαρτοφυλάκιο του σε τρίτους με αποτέλεσμα να απωλέσει τα δικαιώματα που είχε εξ αυτών. Το συμβόλαιο συνεργασίας του με τους ενάγοντες, όπως και το έγγραφο χρηματοδότησης, δεν παρέχουν ούτε και προνοούν τέτοιο δικαίωμα στον εναγόμενο μετά τον τερματισμό της συμφωνίας. Αντίθετα ρητά προβλέπεται στον όρο 8 της συμφωνίας χρηματοδότησης (τεκμ.2) ποια είναι τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του που απορρέουν από τα σχετικά έγγραφα σε περίπτωση τερματισμού των συμφωνιών. Έτσι στην περίπτωση που η συνεργασία διακοπεί, δεν υπάρχει πρόνοια ότι ο εναγόμενος δικαιούται οτιδήποτε στο μέλλον, αφού ακριβώς ο λογαριασμός κλείνει και αν υπάρχει οποιοδήποτε οφειλόμενο σε βάρος του, υποχρεούται να το καταβάλει εφ' άπαξ. Ως άλλωστε κατέθεσε και ο Μ.Ε.1 τα συμβόλαια δεν ανήκουν στον εναγόμενο αλλά στους ενάγοντες. Αλλά και βάσιμος να ήταν ο ισχυρισμός του, θα έπρεπε να προσκομίσει μαρτυρία για το ποιά ήταν τα συμβόλαια αυτά, όπως και για τη διάρκεια ενός έκαστου ασφαλιστικού συμβολαίου που διενέργησε και αν αυτό εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ. Και τέτοια μαρτυρία δεν υπάρχει ενώπιον του δικαστηρίου. Ο Μ.Ε.1 κατέθεσε ότι την επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 8.11.00 την απέστειλε ο ίδιος, ενώ η θέση του εναγόμενου ήταν ότι δεν την έλαβε. Σημειώνω ότι, ως η μαρτυρία του Μ.Ε.1 η επιστολή που ταχυδρομήθηκε στον εναγόμενο ήταν συστημένη. Η σχετική απόδειξη κατατέθηκε με την επιστολή τεκμ. 3. Ο εναγόμενος αρνήθη ότι την έλαβε παρόλο που κατέθεσε ότι η διεύθυνση αποστολής ήταν των γονέων του και διέμενε και ο ίδιος εκεί από την 8.11.00. Προκύπτει με βάση τη μαρτυρία του εναγόμενου ότι διέμενε στη διεύθυνση αποστολής της επιστολής. Σχετικό προς τούτο είναι το άρθρο 2 του περί Ερμηνείας Νόμου Κεφ. 1 σύμφωνα με το οποίο εκτός αν αποδειχθεί το αντίθετο, η επιστολή διά της ταχυδρομήσεως της θεωρείται ότι παρεδόθη. Δεδομένου ότι ο εναγόμενος διέμενε στην ταχυδρομηθείσα διεύθυνση, δεν έχω απολύτως καμιά αμφιβολία ότι την παρέλαβε. Σημειώνω ακόμα ότι κατέβαλε το Δεκέμβριο και ένα ποσό στους ενάγοντες, ανεξάρτητα η επιταγή του δεν τιμήθηκε και επιπλέον το Φεβρουάριο του 2001 απέστειλε επιστολή απαιτώντας τα ωφελήματα που κατ' ισχυρισμό εδικαιούτο. Ορθή επίσης κρίνω ότι είναι η αναφορά του κ. Παπαθεοδώρου στην υπόθεση Theodotou v. The Abbot of Kykko Monastery and others
(1965)1 CLR 9 στην οποία εξηγήθηκε ότι υπάρχει τεκμήριο (presumption) ότι μια επιστολή που αποδεικνύεται ότι αποστάληκε και δεν επιστράφηκε αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη ότι παρεδόθη στον παραλήπτη της. Τα γεγονότα της υπόθεσης Βαβατσινιώτης ν. White Knight Holdings Ltd Πολ. ΄Εφεση 12104 ημερ. 26.9.06 που αναφέρθη ο κ. Μανώλη διαχωρίζονται σαφώς από την παρούσα, αφού εκεί η επιστολή ταχυδρομήθηκε όχι στο εγγεγραμμένο γραφείο των εναγομένων, αλλά σε άλλη οδό και σε λανθασμένη ταχυδρομική θυρίδα. Αποτελεί συνεπώς περαιτέρω εύρημα ότι οι ενάγοντες στη βάση των πιο πάνω όρων της μεταξύ τους συμφωνίας, με συστημένη επιστολή τους προς τον εναγόμενο ημερομηνίας 8.11.00 την τερμάτισαν και απαίτησαν την πληρωμή των χρεωστικών του υπολοίπων. Στη βάση της προσκομισθείσας αξιόπιστης μαρτυρίας του Μ.Ε.1 και των όρων των έγγραφων συμφωνιών, καταλήγω ότι οι ενάγοντες είχαν τέτοιο δικαίωμα τερματισμού της συμφωνίας. ΄Ασκησαν το δικαίωμα τους γιατί ο εναγόμενος δεν τήρησε τους όρους των συμφωνιών αφού δεν κατάφερε να φέρει σε πέρας τους στόχους που του τέθηκαν με τις συμφωνίες. ΄Εχει τεθεί από το δικηγόρο του εναγόμενου θέμα δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. ΄Ότι αρμόδιο είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου αφού ο εναγόμενος είναι κάτοικος Πάφου. Εδώ να παρεμβάλω πως η εκδοχή του εναγόμενου ότι τα έγγραφα υπογράφηκαν στην Πάφο δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Και τούτο τόσο γιατί όταν ζητήθηκε η κατάθεση των εγγράφων δεν τέθηκε ένσταση ούτε και επιφύλαξη ως προς τον τόπο υπογραφής τους όσο και κυρίως γιατί ως η νομολογία υποδεικνύει εξωγενής μαρτυρία που έχει σκοπό να αντικρούσει, τροποποιήσει, προσθέσει ή να αφαιρέσει από τους όρους μίας συμφωνίας δεν είναι αποδεκτή. (Georgiades v. Georgiades
(1998)1 C.L.R. 428 και Θεολόγου κ.α. ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 407). Για την κατά τόπο αρμοδιότητα των Πολιτικών Δικαστηρίων σχετικά είναι τα άρθρα 2 και 21
(1)
(1)και (β) του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/
  1. Το θέμα της δικαιοδοσίας, ανεξάρτητα ότι το Δικαστήριο έχει και αυτεπάγγελτα εξουσία να το εξετάσει αφού αποτελεί δικαιοδοτικό όρο θεμελίωσης αγώγιμου δικαιώματος, τέθηκε από τον κ. Μανώλη στην αγόρευση του. Δεν χρειάζεται να επαναλάβω τις πιο πάνω πρόνοιες του περί Δικαστηρίων Νόμου. Στην παρούσα υπόθεση αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο εναγόμενος καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο διέμενε και εργαζόταν στην Πάφο. Αποτελεί επίσης αδιαμφισβήτητο γεγονός τόσο από τον Μ.Ε.1 όσο και από το Τεκμ. 1 ότι η έδρα των εναγόντων βρίσκεται στη Λευκωσία. Σχετική καθοδήγηση κρίνω ότι μπορεί να αντληθεί από τη συμφωνία χρηματοδότησης Τεκμ.
  2. Στον όρο 8 προνοείται ότι σε περίπτωση διακοπής της συνεργασίας αν υπάρχει χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος του ασφαλιστικού αντιπροσώπου τότε υποχρεούται να το καταβάλει εφ' άπαξ στην εταιρεία. Δεδομένου ότι η έδρα της εταιρείας είναι στη Λευκωσία ο εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει το οφειλόμενο υπόλοιπο στη Λευκωσία, ως ο συμφωνηθείς τόπος πληρωμής. Ανεξάρτητα ή και παράλληλα με αυτό, η αρχή που εφαρμόζεται όταν δεν καθορίζεται ο τόπος καταβολής της οφειλής, είναι ότι απόκειται στον ίδιο τον οφειλέτη να αναζητήσει το δανειστή και να τον πληρώσει στον τόπο εργασίας ή της διαμονής του. (Sartas Importers Distributors Ltd v. Μαρούλλη
(2003)1 Α.Α.Δ. 1446). Επιβεβαίωση ακριβώς αυτού είναι και η επιστολή που ο εναγόμενος απέστειλε στους ενάγοντες Τεκ. 6 που απευθύνεται στα γραφεία των εναγόντων στη Λευκωσία και όχι στην Πάφο. Τα στοιχεία αυτά με ακλόνητη βεβαιότητα οδηγούν στο ασφαλές συμπέρασμα ότι το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση. Είτε γιατί στη βάση της αποδεκτής μαρτυρίας τα μέρη συμφώνησαν ότι ο τόπος πληρωμής καθορίστηκε η Λευκωσία που είναι η έδρα των εργασιών των εναγόντων, (Χριστοφόρου κ.α. ν. Paneuropean Insurance Co. Ltd
(2002)1 A.A.Δ. 1644, Πουγιούκα ν. Θρασυβούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 2014) είτε στη βάση της αρχής της υποχρέωσης αναζήτησης του δανειστή στον τόπο εργασίας του που και πάλι είναι η Λευκωσία ως η έδρα των εναγόντων. ΄Εθεσε επίσης θέμα ο κ. Μανώλη ότι η τροποποιημένη έκθεση απαιτήσεως δεν καταχωρήθη εμπρόθεσμα και μέσα στη χρονική περίοδο που έθεσε το Δικαστήριο. Η εισήγηση είναι ανεδαφική. Το διάταγμα για την τροποποίηση της έκθεσης απαιτήσεως συντάχτηκε στις 18.12.01 και οι οδηγίες του δικαστηρίου ήταν να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος. Τροποποιημένο κλητήριο καταχωρήθηκε την επόμενη, 19.12.
  1. Η κατάληξη μου είναι ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την απαίτηση τους εναντίον του εναγόμενου 1 όπως και εναντίον της εναγόμενης 2 που σύμφωνα με το τεκμήριο 1 εγγυήθηκε μεταξύ άλλων και το εκάστοτε χρεωστικό υπόλοιπο του εναγόμενου. Η ανταπαίτηση εν όψει των ευρημάτων που έχω καταλήξει και όσων έχω ήδη αναφέρει στερείται κάθε πραγματικού ερείσματος. Ως εκ τούτου απορρίπτεται. Εκδίδεται συνεπώς απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 αλληλεγγύως και προσωπικώς για το ποσό των Λ.Κ.2,523.
  2. Αναφορικά με τον τόκο, και στην απουσία μαρτυρίας ποιός ήταν ο ανώτατος επιτρεπόμενος τόκος κατά τον χρόνο τερματισμού της συμφωνίας, το ποσό της απόφασης θα φέρει νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται προς όφελος των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων. Επειδή η ανταπαίτηση συνεκδικάσθη με την απαίτηση δεν εκδίδεται καμιά διαταγή για έξοδα ως πρός την ανταπαίτηση. Σχετικά με την εναγόμενη 2, θεωρώ δίκαιον αφού ουσιαστικά δεν υπερασπίστηκε στην αγωγή, τα έξοδα που θα επωμιστεί επί της ακρόασης να είναι μόνο για την πρώτη δικάσιμο που έδωσε μαρτυρία ο Μ.Ε.
  3. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.