Κυριάκου Γεωργίου ν. Κούλλη Αζά, Αρ. Υποθ.: 9912/01, 14.3.07 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:B8 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Ε.Δ. Αρ. Υποθ.: 9912/01 Μεταξύ Κυριάκου Γεωργίου, από τον Στρόβολο Ενάγοντα Και Κούλλη Αζά, από την Λευκωσία Εναγομένου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 14.3.07 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον ενάγοντα: κα Μ. Πανταζή Για τον εναγόμενο: κ. Δ. Ζαβαλλής Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγων, οικονομικός διευθυντής στην εταιρεία Σιουκιούρογλου γνωρίστηκε με τον εναγόμενο στα πλαίσια συνεργασίας τους με εταιρεία που ο εναγόμενος εργαζόταν ως διευθύνων σύμβουλος σε θέματα εξοπλισμού πληροφορικής και προγραμμάτων. Η συνεργασία κράτησε αρκετούς μήνες και δημιουργήθηκε πολύ καλό κλίμα μεταξύ τους καθώς και φιλική σχέση. Σε κάποια από τις συχνές τους συναντήσεις, ο εναγόμενος ανέφερε στον ενάγοντα ότι θα έπαιρνε με ιδιωτική τοποθέτηση ένα πακέτο μετοχών της εταιρείας Aristo Investment Ltd και ότι ήταν μια καλή περίπτωση για επένδυση, αφού αρκετά άτομα του επιχειρηματικού κόσμου θα επένδυαν σε αυτή την εταιρεία. Το πακέτο όμως προσφερόταν στον εναγόμενο και αν ο ενάγων ενδιαφερόταν να επενδύσει θα έπρεπε οι μετοχές να αγοραστούν στο όνομα του εναγομένου. Ο ενάγων αποδέκτηκε και έκδωσε προς τον εναγόμενο μια επιταγή για το ποσό των Λ.Κ.30,000.- για την αγορά 30,000 μετοχών από την πιο πάνω εταιρεία. Με τις μετοχές θα παραχωρούντο και 3000 δικαιώματα αγοράς μετοχών. (warrants). O εναγόμενος αγόρασε συνολικά 110,000 μετοχές οι οποίες εισήχθηκαν προς διαπραγμάτευση στο ΧΑΚ περί τα τέλη Απριλίου του
- Τις πρώτες ημέρες της διαπραγμάτευσης, ο εναγόμενος πώλησε τα 3000 warrants που αναλογούσαν στον ενάγοντα και τον πλήρωσε Λ.Κ.1,900.-. Σύμφωνα με τον ενάγοντα η αρχική τους συμφωνία προέβλεπε ότι την ίδια περίοδο θα επωλούντο και οι μετοχές και ότι αν δεν επωλούντο, τότε θα του μεταβιβάζονταν για να τις διαχειριστεί ο ίδιος με το δικό του τρόπο. Εδώ ακριβώς εστιάζεται η διάσταση και η διαφορά μεταξύ τους, με αποτέλεσμα ο ενάγων να εγείρει αγωγή εναντίον του εναγομένου αξιώνοντας τις Λ.Κ.30,000.- που έδωσε για την αγορά των επίδικων μετοχών. Διαμετρικά αντίθετη επί τούτου ήταν η θέση του εναγομένου. Περιληπτικά ο εναγόμενος αρνείται ότι είχαν τέτοια συμφωνία. Σύμφωνα με τη θέση του, η συμφωνία τους ήταν οι μετοχές θα παρέμεναν στο όνομα του και θα τις πωλούσε μέχρι να του δώσει σχετικές οδηγίες ο ενάγων. Στις 8.2.01 ο ενάγων του έδωσε εντολή για την πώληση όλων των μετοχών του. Αφού τις πώλησε σταδιακά, είσπραξε το ποσό των Λ.Κ.12,701.-. Όμως ο ενάγων αρνήθη να πάρει το ποσό απαιτώντας τις Λ.Κ.30,000.-. Σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση του ενάγοντα, ο εναγόμενος ανέλαβε να αποκτήσει τις μετοχές για λογαριασμό του σαν μέρος μεγαλύτερου πακέτου μετοχών. Ανέλαβε και/ή συμφώνησε να μεταβιβάσει τις μετοχές στον ενάγοντα μόλις αυτές θα εγγράφοντο στο όνομα του και/ή να τις πωλήσει για λογαριασμό του και να του αποδώσει το τίμημα είσπραξης. Παρόλο που απόκτησε τις μετοχές και παρά τις υποσχέσεις του, που ήταν αντιφατικές, παρέλειψε να πράξει οτιδήποτε εκτός από του να καταβάλει το ποσό των Λ.Κ.1.900.- που όπως του ανέφερε προερχόταν από την πώληση των δικαιωμάτων αγοράς μετοχών. Ως αποτέλεσμα είναι η θέση του ότι ο εναγόμενος παρέβη τα συμφωνηθέντα και του καταλογίζει δόλο και αμέλεια και περαιτέρω ότι υποσχέθηκε να του επιστρέψει τις Λ.Κ.30,000.- τις οποίες και αξιώνει με την απαίτηση του. ΄Ηδη έχω παραθέσει τη θέση του εναγομένου. Επεξήγησε αντεξεταζόμενος ότι η συμφωνία τους ήταν, γιατί έτσι ήθελε ο ενάγων, να παραμείνουν οι μετοχές στο όνομα του ώστε ο ενάγων να εδικαιούτο μετοχές και από την Aristo Development, γιατί για κάθε 6 μετοχές της Investment εδικαιούντο και μια μετοχή στη Development. Διευκρίνησε ακόμα ότι η αγοραπωλησία έγινε μέσω χρηματιστηριακού γραφείου. Να σημειώσω ότι έδωσε μαρτυρία και η Αλίκη Λακκούφη (Μ.Ε.1) που εργάζεται στην εταιρεία LBS LAKOUFIS BUSINESS SERVICES LTD που τηρούσε τον επίδικο χρόνο τα μητρώα δημόσιων εταιρειών. Κατέθεσε κατάσταση για τις αγοραπωλήσεις μετοχών του εναγομένου σε σχέση με την Aristo Investments Ltd. Ο εναγόμενος αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου επιστολής των δικηγόρων του προς τους δικηγόρους του ενάγοντα, τεκμ. 5, σύμφωνα με την οποία οι δικηγόροι του δήλωναν μεταξύ άλλων την ετοιμότητα του εναγόμενου να μεταβιβάσει στον ενάγοντα τις επίδικες μετοχές. Η θέση του ήταν πως οι δικηγόροι του δεν αντελήφθηκαν τις οδηγίες του γι' αυτό και άλλαξε δικηγόρο. Σε αυτό θα επανέλθω πιο κάτω. Ο ενάγων από την πλευρά του κατέθεσε ότι ο εναγόμενος του έλεγε ότι οι μετοχές δεν μπορούσαν να μεταβιβαστούν στο όνομα του γιατί οι τίτλοι που εκδόθηκαν ήταν ενιαίοι για όλους τους μετόχους και έτσι υπήρχε καθυστέρηση στην έκδοση ξεχωριστών τίτλων για κάθε επενδυτή. Όπως ακόμα του είπε, η καθυστέρηση θα δημιουργούσε πρόβλημα στην πώληση των μετοχών των υπολοίπων επενδυτών και ενόψει ανόδου στην τιμή της μετοχής θα δημιουργείτο πρόβλημα στην πώληση τους. ΄Ετσι του έδωσε κάποιο χρόνο για να γίνει ο διαχωρισμός. Όμως το 2001 που είδε τα στοιχεία κίνησης της μερίδας του εναγόμενου φάνηκε ότι πωλούσε μετοχές. Ο εναγόμενος δεν τον κάλεσε ποτέ να του μεταβιβάσει τις μετοχές ούτε και να τον πληρώσει από την πώληση τους, αφού ποτέ δεν του είπε ότι τις πώλησε. Αρνήθη επίσης ότι του έδωσε οδηγίες το Φεβρουάριο του 2001 να τις πωλήσει. Ο εναγόμενος μετά από διάφορες συναντήσεις, του είπε να μην ανησυχεί και θα του επέστρεφε τα χρήματα. Επειδή ανησύχησε ότι το ποσό που του έδωσε κινδύνευε να χαθεί, έμαθε κιόλας ότι κινήθηκαν και αγωγές εναντίον του, τον πήρε τηλέφωνο και ο εναγόμενος του ζήτησε λίγες ημέρες για να του επιστρέψει τα χρήματα. Συναντήθηκαν στα γραφεία του εναγομένου και του είπε να μην ανησυχεί και δεν πρόκειται να χάσει τα χρήματα και του ζήτησε ξανά παράταση λίγων ημερών. ΄Εστειλε για το σκοπό αυτό και δύο τηλεμοιότυπα στον εναγόμενο. (Τεκμ. 2 και 3). Αντεξεταζόμενος ανάφερε ότι μόλις οι μετοχές μπήκαν στο ΧΑΚ ο εναγόμενος του έδωσε Λ.Κ.1.900.- και του είπε ότι είναι από την πώληση των warrants. Γνώριζε ότι η τιμή της μετοχής έπεφτε αλλά του ζητούσε τη μεταβίβαση των μετοχών στο όνομα του για να τις διαχειριστεί μόνος του. Το Μάρτιο του 2001 ο εναγόμενος του υποσχέθηκε να του επιστρέψει το ποσό παρόλο που γνώριζε ότι η τιμή της μετοχής είχε πέσει. Του έλεγε ότι είχε πληροφορίες ότι θα ανέβαινε πάλι η τιμή της μετοχής, αλλά για τον ίδιο δεν είχε σημασία ποια ήταν τότε η τιμή, αλλά ποια θα ήταν στο μέλλον. Ο εναγόμενος σε καμιά περίπτωση δεν του έδειξε ότι υπήρχαν οι μετοχές. Η συμφωνία τους ήταν τις πρώτες ημέρες να τις πωλήσει και αν δεν πωληθούν να τους τις μεταβιβάσει. Δεν του έδωσε εντολή να τις πωλήσει γιατί ο εναγόμενος του έλεγε ότι λόγω επανέκδοσης των τίτλων θα δημιουργείτο πρόβλημα στους άλλους μετόχους του πακέτου. Το αποτέλεσμα ήταν ότι ο εναγόμενος στάθηκε εμπόδιο να πωλήσει τις μετοχές του, που όπως του ισχυρίστηκε αγόρασε για το άτομο του, τις πρώτες ημέρες εισαγωγής τους στο ΧΑΚ. Σε καμιά περίπτωση, παρόλες τις προτροπές του, ο εναγόμενος δεν του παρουσίασε κάποιο στοιχείο που να υποδεικνύει ότι όντως αγοράστηκαν οι μετοχές του. Το Μάρτη του 2001 δεν γνώριζε καν και ούτε ο εναγόμενος του ανέφερε ότι όντως είχαν αγοραστεί οι μετοχές. Σε σχετική ερώτηση πως ερμηνεύει τα χρήματα που πήρε από την πώληση των δικαιωμάτων, απάντησε ότι ήταν μόνο λεφτά και ο εναγόμενος του είπε ότι ήταν από την πώληση. ΄Ηταν βάση της αρχικής συμφωνίας ότι θα πωλούντο με την εισαγωγή τους στο ΧΑΚ και αν οι μετοχές δεν πωλούνταν τότε θα μεταβιβάζονταν στο όνομα του. ΄Ετσι το γεγονός ότι δεν πωλήθηκαν με την εισαγωγή τους στο ΧΑΚ και δεν τις μεταβίβασε τις ίδιες ημέρες δεν μπόρεσε να τις πωλήσει. ΄Εκαμε αυτή την επένδυση για να τις πωλήσει από τις πρώτες ημέρες εισαγωγής τους στο Χ.Α.Κ ανεξαρτήτως τιμής. Όταν η τιμή ήταν πέραν της Λ.Κ.1.- αν είχε τίτλο θα τις πωλούσε. ΄Ηταν θέμα ρευστοποίησης. Αρνήθη ότι έδωσε εντολή στον εναγόμενο να τις πωλήσει την 8.2.01 διερωτώμενος πως θα μπορούσε να δώσει τέτοια εντολή και τον επόμενο μήνα να απαιτεί επιστροφή του ποσού των Λ.Κ.30,000.- ΄Εχω παραθέσει περιληπτικά τις εκατέρωθεν θέσεις των δύο πλευρών. Να συμπληρώσω ότι κατατέθηκαν (τεκμ. 6) οι τιμές διαπραγμάτευσης της επίδικης μετοχής από 19.4.00 μέχρι την 13.9.
- Οι δικηγόροι των δύο πλευρών στις γραπτές τους αγορεύσεις αναφέρονται στη μαρτυρία και στα διάφορα έγγραφα και επεξηγούν τους λόγους για τους οποίους εισηγούνται ότι θα πρέπει να γίνει αποδεκτή η εκδοχή της κάθε πλευράς. Πιο κάτω και όπου χρειαστεί θα αναφερθώ σε επί μέρους εισηγήσεις των δύο πλευρών. ΄Εχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες όταν έδιναν μαρτυρία στο δικαστήριο. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας έλαβα υπόψη μου όλους εκείνους τους συνιστώντες παράγοντες και παραμέτρους που αναγνωρίζει η νομολογία ότι αποτελούν και καθορίζουν αλλά και οριοθετούν το μέτρο κρίσης και αξιολόγησης ενός μάρτυρα. Δεν θα επαναλάβω τις εκατέρωθεν θέσεις, πλην όμως έχω τη γνώμη πως η μαρτυρία του ενάγοντα, και τούτο ως ένας γενικότερος σχολιασμός και συμπέρασμα που εξάγεται μέσα από τη μαρτυρία του ως σύνολο, είναι ότι διακατείχετο από αβεβαιότητα και από μια γενικότερη αστάθεια ως προς το τελικά ζητούμενο αλλά και απόκλιση του από τα δικόγραφα. Η ευρύτερη εντύπωση που άφησε είναι ότι ενώ υπήρξε μια συμφωνία με τον εναγόμενο που είσπραξε τις Λ.Κ.30,000.- δεν την τήρησε γιατί ποτέ δεν αγόρασε για λογαριασμό του τις μετοχές και από την άλλη, ότι παρόλο που ο εναγόμενος αγόρασε τις μετοχές παρέβηκε τα συμφωνηθέντα. Να προσθέσω ακόμα ότι ο ενάγων με τη μαρτυρία του προώθησε τις διάφορες διαζευκτικές βάσεις της αγωγής όπως αναφέρονται στις παραγράφους 5-8 της έκθεσης απαιτήσεως, με αποτέλεσμα η μαρτυρία του να αποτελεί ένα ανάμεικτο μωσαϊκό και εν πολλοίς αντιφατικών και αυτοανατρεπόμενων θέσεων με προβλήματα προσέγγισης κατά την αξιολόγηση της. Επιπλέον, προβλήματα και σε συνάρτηση με την έκθεση απαιτήσεως. ΄Ετσι και ως παράδειγμα αμφισβήτησε αν ο εναγόμενος αγόρασε τελικά για λογαριασμό τους τις 30,000 μετοχές. Εξ' ου και το ποσό των Λ.Κ.1,900.- που είσπραξε από την πώληση των δικαιωμάτων, σε κάποιο μέρος της μαρτυρίας του κατέθεσε ότι ήταν ο τόκος των χρημάτων του και θα πρέπει να αφαιρεθεί από τους τόκους. Βέβαια αυτό ούτως ή άλλως δεν μπορεί να ευσταθήσει, αφού δεν θα μπορούσε σε λίγες ημέρες να υπάρχει τέτοιο ποσό τόκων, ούτε και υπάρχει τέτοιος δικογραφημένος ισχυρισμός για έντοκο δάνειο. Ούτε όταν ο ενάγων είσπραττε το ποσό αυτό, ακόμα και αν γίνουν αποδεκτοί οι ισχυρισμοί του, μπορούσε να γνωρίζει εκ των προτέρων, την όποια μετέπειτα πιθανή εξέλιξη με τις μετοχές για να μπορεί να καθορίσει ότι το ποσό αυτό, όταν το είσπραττε, αποτελούσε τόκο επί του αρχικού ποσού. Σημειώνω ακόμα πως δεν τέθηκε κάτι τέτοιο στον εναγόμενο. Αποτελεί ουσιαστικά μια εκ των υστέρων θέση και αντίληψη του ενάγοντα και όχι για οποιαδήποτε επί τούτου συμφωνία με τον εναγόμενο. Στο πλαίσιο αυτό θεωρώ επίσης ότι εντάσσεται το μέρος εκείνο της μαρτυρίας του σύμφωνα με το οποίο ο εναγόμενος σε καμιά περίπτωση δεν του έδειξε ότι υπήρχαν οι μετοχές και ότι δεν του παρουσίασε κάποιο στοιχείο που να υποδεικνύει ότι όντως αυτές αγοράστηκαν. Να σημειωθεί όμως, ότι σε άλλο μέρος της μαρτυρίας του για το ποσό που είσπραξε από τον εναγόμενο και σε σχετική ερώτηση πως το ερμηνεύει, κατέθεσε ότι ήταν μόνο χρήματα τα οποία ο εναγόμενος του είπε ότι προέρχονταν από την πώληση των δικαιωμάτων. Ισχυρισμός που ανατρέπει βέβαια την εκδοχή του περί τόκου. Η μαρτυρία του ενάγοντα ήταν σε σύγκρουση και με την παράγραφο 4 της απαίτησης που δέχεται ότι ο εναγόμενος απέκτησε τις μετοχές, όπως και με την παράγραφο 5(α) των λεπτομερειών δόλου και αμέλειας του εναγομένου σύμφωνα με την οποία ο εναγόμενος παρά το ότι έχει πωλήσει τις μετοχές παρέλειψε μέχρι σήμερα να του αποδώσει τα εισπραχθέντα. Σημειώνω εδώ ότι ο εναγόμενος στην υπεράσπιση του δηλώνει έτοιμος να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των Λ.Κ.12,701.- που είσπραξε από την πώληση των μετοχών. Από το ίδιο πνεύμα διακατέχονται και οι υπόλοιπες λεπτομέρειες δόλου και αμέλειας του εναγομένου. Αντιφατικές θεωρώ και είναι ορθή επί τούτου η εισήγηση του κ. Ζαβαλλή, ότι είναι και οι λεπτομέρειες μεταξύ τους, γιατί από τη μια καταλογίζουν στον εναγόμενο ότι ενώ πώλησε τις μετοχές δεν επέστρεψε τα εισπραχθέντα στον ενάγοντα, ακολούθως του καταλογίζουν παράλειψη μεταβίβασης των μετοχών στον ενάγοντα και ότι ανέμενε τη διακύμανση των τιμών στο χρηματιστήριο για να επιλέξει προς ζημιά του ενάγοντα ή προς όφελος του ιδίου, αν θα του μεταβίβαζε τις μετοχές ή να του αναφέρει ότι τις πώλησε. Εκείνο που αβίαστα εξάγεται μέσα από την έκθεση απαιτήσεως είναι ότι ο ενάγων όταν καταχωρούσε την αγωγή γνώριζε ότι ο εναγόμενος είχε πωλήσει τις μετοχές του. Παρόλα αυτά κατέθεσε ότι ο εναγόμενος ποτέ δεν του είπε ότι τις πώλησε, ούτε γνώριζε καν ότι αγόρασε μετοχές. Στήριξε ο ενάγων τη θέση του από τη μια στα τηλεομοιότυπα που απέστειλε στον εναγόμενο στα οποία έδωσε έμφαση και η κα Πανταζή, καθώς και στην επιστολή του δικηγόρου του εναγομένου που έχω αναφερθεί. ΄Εχω τη γνώμη πως ούτε το ένα, αλλά ούτε και το άλλο βοηθούν την υπόθεση του ενάγοντα. Η επιστολή τεκμ. 5 αποτελεί απάντηση σε επιστολή του δικηγόρου του ενάγοντα (τεκ. 4). Στην επιστολή τεκμ. 4 γίνεται αναφορά για την καταβολή από τον ενάγοντα του ποσού των Λ.Κ.30,000.- για την αγορά των μετοχών και ότι, παρά τις υποσχέσεις του εναγομένου δεν φρόντισε την εγγραφή τους στο όνομα του ούτε και για την επιστροφή του ποσού των Λ.Κ.30,000.- εκτός από το ποσό των Λ.Κ.1,900.-. Σαφώς στην επιστολή αυτή το ποσό των Λ.Κ.1,900.- εκλαμβάνεται και θεωρείται ως επιστροφή μέρους από το συνολικό ποσό των Λ.Κ.30,000.- και όχι ως προϊόν πώλησης των δικαιωμάτων αγοράς μετοχών. Αποτελεί γεγονός ότι η επιστολή (Τεκμ. 5) αναφέρει την ετοιμότητα του εναγομένου να μεταβιβάσει τις μετοχές στο όνομα του ενάγοντα. ΄Εδωσε τις εξηγήσεις του επ' αυτού ο εναγόμενος. Ότι δηλαδή δεν αντελήφθηκαν τις οδηγίες του οι δικηγόροι. Παρόλο που η επιστολή αυτή δεν έχει ιδιαίτερη ούτε και καθοριστική σημασία, θεωρώ ότι οι εξηγήσεις του εναγομένου θα πρέπει να γίνουν αποδεκτές. Και ο λόγος κατά την αντίληψη μου είναι απλός και αυταπόδεικτος. Σύμφωνα με το τεκμ. 1 που είναι η μερίδα του εναγομένου ως μετόχου στην εταιρεία αλλά και την προφορική μαρτυρία της Μ.Ε.1 η οποία και γίνεται αποδεκτή, ο εναγόμενος την 26.6.01 δεν ήταν κάτοχος τέτοιων μετοχών. Και σε κάθε περίπτωση είχε ήδη πωλήσει όλες τις μετοχές. Οπότε και δεν θα μπορούσε να καλεί τον ενάγοντα να του μεταβιβάσει μετοχές. Ούτε και θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί δόλος εκ μέρους του εναγομένου στη βάση και μόνο της επιστολής αυτής. Και ορθά κατά την αντίληψη μου η κα Πανταζή δεν προώθησε στο τέλος θέμα δόλου ή και αμέλειας στη γραπτή της αγόρευση. Εδώ να παρεμβάλω ότι η έννοια της απάτης βρίσκει νομοθετική έκφραση στα άρθρα 17 - 19 του Περι Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
- Στο σύγγραμμα των Pollock & Mulla, Indian Contract and Specific Relief Acts 12η έκδ. 2ος τόμος, σελ. 487 επ. επεξηγείται και αναλύεται το πανομοιότυπο με το δικό μας άρθρο. Όπως εξηγείται, απάτη διαπράττεται όταν κάποιος υποκινεί ένα άλλο πρόσωπο να ενεργήσει στην βάση μιας λανθασμένης πίστης για την οποία ο ίδιος γνωρίζει, αλλά ούτε και πιστεύει ότι είναι αληθής. Θα πρέπει επίσης να υπάρχει πρόθεση παρακίνησης του αντισυμβαλλομένου να πιστέψει επί συγκεκριμμένης κατάστασης πραγμάτων. ( Avon County Council v. Howlett
(1983)1 All.E.R. 1073). Το αποτέλεσμα της απάτης η του δόλου προβλέπεται διεξοδικά στα αρθρα 18 και 19 του Κεφ.
- Τέλος δεν νομίζω ούτε και θεωρώ ότι εν παση περιπτώσει πλήττεται και μάλιστα θεμελιακά η ευρύτερη αξιοπιστία του εναγομένου εξ΄αυτού και μόνο του λόγου. ΄Ερχομαι τώρα στα τηλεομοιότυπα. Το σημαντικό εκ των δύο είναι το τεκ.
- Στις δύο τελευταίες παραγράφους ο ενάγων αναφέρει ότι κατά τη διάρκεια της τελευταίας τους συνάντησης ο εναγόμενος του είπε ότι θα του απαντούσε την επόμενη για το θέμα των μετοχών της Aristo Investments και ότι έκτοτε αποφεύγει να επικοινωνήσει μαζί του. Τέλος αναφέρει ότι ακόμα αναμένει την απάντηση του για την επιστροφή των Λ.Κ.30,000.- που επενδύθηκαν στην εταιρεία. Από το περιεχόμενο της επιστολής αυτής μπορούν να γίνουν διάφορα σχόλια αλλά να εξαχθούν και κάποια συμπεράσματα. Πρώτο, ότι ο ενάγων αποδέχεται την επένδυση των Λ.Κ.30,000.- στην εταιρεία. Οπότε οι ισχυρισμοί του ότι δεν είδε κάποιο στοιχείο ότι όντως υπήρχαν μετοχές ανατρέπεται και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Δεύτερο, τίθενται δύο διαφορετικά θέματα, αδιευκρίνιστα και ασύνδετα μεταξύ τους. Ποιο είναι το θέμα (issue) των μετοχών (shares) της εταιρείας επί της οποίας ανέμενε απάντηση από τον εναγόμενο και πως συμπλέκονται οι Λ.Κ.30,000.- και η αναμονή της απάντησης του εναγομένου για την επιστροφή του ποσού αυτού που επενδύθηκε μάλιστα στην εταιρεία. Τέλος, με κανένα τρόπο από το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ο εναγόμενος αποδέκτηκε και συμφώνησε να του επιστρέψει τις Λ.Κ.30,000.- όπως κατέθεσε ο ενάγων, που αποτελεί και μια από τις βάσεις επί των οποίων στηρίζει την απαίτηση του. Παρενθετικά να αναφέρω, η αναφορά στη συνάντηση 26.4.01 μια και η επιστολή φέρει ημερομηνία 5.4.01 πρόκειται προφανώς περί λάθους. Ο ενάγων ανέφερε ότι η πραγματική ημερομηνία είναι 26.3.
- Το ερώτημα όμως είναι πως αυτή η επιστολή βοηθά τον ενάγοντα ο οποίος να υπενθυμίσω ότι αρνήθη ότι έδωσε εντολή στον εναγόμενο την 8.2.01 να πωλήσει τις μετοχές, αφού όπως το έθεσε δεν θα ζητούσε τον επόμενο μήνα τις Λ.Κ.30,000.- Ο εναγόμενος σύμφωνα με τη μαρτυρία τόσο του ιδίου όσο και της Μ.Ε.1 αλλά και από το Τεκμ. 1 που τον βεβαιώνουν, το Φεβρουάριο του 2001 πώλησε όλες τις υπολοιπόμενες μετοχές που είχε στο όνομα του. Εξ' ου και δεν θα μπορούσε ως λέχθηκε να καλέσει τον ενάγοντα τον Ιούνιο να του μεταβιβάσει μετοχές. Και επανέρχομαι ως προς το ποιο ήταν το θέμα των μετοχών που ανέμενε απάντηση ο ενάγων τον Απρίλιο του 2001 όταν απέστελλε την επιστολή Τεκμ.
- Δεν ρωτήθηκε βέβαια, ούτε και ο ίδιος έδωσε κάποια απάντηση ή και εξήγηση επί της επιστολής αυτής. Αποτελεί όμως γεγονός, το παραδέκτηκε αντεξεταζόμενος, ότι γνώριζε ότι η τιμή των μετοχών έπεφτε. Και θεωρώ ότι εδώ εστιάζεται η πραγματική διάσταση του θέματος αλλά και όλη η ουσία της διαφοράς. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο αυτό που κατέθεσε, ότι ο εναγόμενος του είπε ότι είχε πληροφορίες ότι η τιμή των μετοχών θα ανέβαινε. Η πτωτική τάση της αξίας των μετοχών παρουσιάζεται ανάγλυφη στο Τεκμ.
- Χωρίς να προβώ σε επί μέρους αναλύσεις των τιμών, το σκηνικό που παρουσιάζεται είναι ότι από την 19.4.00 που η συγκεκριμένη μετοχή άρχισε να διαπραγματεύεται στο Χ.Α.Κ μέχρι και την 18.7.00 είχε μια μικρή άνοδο, και αυτή με διακυμάνσεις, ενώ από εκεί και πέρα υπάρχει μια μόνιμη πτωτική τάση. Παρόλα αυτά ο ενάγων προσπάθησε να ξεφύγει και να διολισθήσει από το θέμα της πτώσης των μετοχών, μεταφέροντας το σε άλλο πεδίο, καταθέτοντας αντεξεταζόμενος ότι δεν είχε σημασία η αξία που είχε τότε η μετοχή, αλλά ποια θα ήταν η τιμή στο μέλλον. Αντιφατική εν πάση περιπτώσει εκδοχή με τη θέση του για τη ρευστοποίηση τους από τις πρώτες ημέρες εισαγωγής τους στο ΧΑΚ. Παρενθετικά να αναφέρω ότι η τιμή της μετοχής όταν εισήχθηκε στο ΧΑΚ στις 19.4.00 ήταν, σύμφωνα με το Τεκμ. 6 Λ.Κ.1.15.- Στις 17.5.00 που πώλησε ο εναγόμενος μετοχές η τιμή ήταν Λ.Κ.1.10.-, στις 19.5.00 η τιμή ήταν Λ.Κ.1.06.-, στις 26.5.00 ήταν Λ.Κ.1.09.- και στις 29.5.00 ήταν Λ.Κ.1.07.-. Εξ' αυτών συνάγεται ότι η τιμή είχε πτωτική τάση και προφανώς οι διάδικοι συζήτησαν το θέμα μεταξύ τους. Αυτός ήταν και ο λόγος που ο εναγόμενος του είπε ότι είχε πληροφορίες για την άνοδο της τιμής. Αν η επιλογή του ενάγοντα ήταν να αναμένει την άνοδο των τιμών, λόγω των πληροφοριών του εναγομένου και έτσι δεν του έδωσε οδηγίες να τις πωλήσει, επρόκειτο καθαρά για μια δική του επιλογή και απόφαση. Με άλλα λόγια σαφώς και έδινε σημασία στην τιμή που θα είχαν στο μέλλον, γι' αυτό και ανέμενε μελλοντική άνοδο των τιμών. Εκ των υστέρων και εκ του ασφαλούς είναι βολικό να θέτει θέμα έγκαιρης μεταβίβασης των μετοχών στο όνομα του και μάλιστα ανεξαρτήτως τιμής. Ούτε επειδή ο εναγόμενος επέλεξε και πώλησε τον Μάιο του 2000 ένα αριθμό μετοχών, τον καθιστούσε υπόλογο στον ενάγοντα. Όπως ούτε ακόμα θα έπρεπε οπωσδήποτε οι πωληθείσες μετοχές να ήταν εκείνες του εναγομένου. Και μάλιστα εκ των υστέρων κρινόμενα τα πράγματα, δεδομένου ότι αρνήθη ότι έδωσε ποτέ οδηγίες στον εναγόμενο να πωλήσει μετοχές. Δεν μπορεί ακόμα να καταλογιστεί δόλος στον εναγόμενο, χωρίς το αναγκαίο υπόβαθρο, ότι επειδή έλεγε του ενάγοντα ότι θα ανεβούν οι μετοχές στο μέλλον, αυτός πώλησε ορισμένες από τις δικές του μετοχές. Το βάρος απόδειξης του δόλου ή της απάτης το φέρει εκείνος που το επικαλείται και πρέπει να το αποδείξει με επαρκή και πειστική μαρτυρία. Ούτε και πρέπει να θεωρείται ή και να συνάγεται με εύκολο τρόπο, γιατί ως εξηγείται στο πιο πάνω σύγγραμμα Indian Contract σελ. 499-480, η κατηγορία της απάτης, ακόμα και σε πολιτική διαδικασία, θα πρέπει να αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και σε κάθε περίπτωση το απαιτούμενο επίπεδο απόδειξης είναι εξαιρετικά ψηλό (extremely high) κατ΄αναλογία με ποινικές υποθέσεις. Η αναφορά στο θέμα αυτό γίνεται γιατί ακόμα και γι' αυτό, εμμέσως, έθεσε θέμα ο ενάγων. Θα επανέλθω όμως επ΄αυτού και στην συνέχεια. Το μόνο συμπέρασμα που μπορώ να αχθώ είναι ότι ο ενάγων γνώριζε ότι ο εναγόμενος πώλησε τις μετοχές το Φεβρουάριο του 2001 γιατί ακριβώς του έδωσε εντολή να τις πωλήσει. Δεδομένου ότι η τιμή της μετοχής ήταν χαμηλότερη της αρχικής αγοράς, ήταν γνωστό πλέον ότι η επένδυση μοιραία θα απέφερε ζημιές. ΄Ετσι το «θέμα (issue)» των μετοχών που γίνεται αναφορά στην επιστολή τεκμ. 3 εντάσσεται μέσα σε αυτά τα πλαίσια. Κατέθεσε σε άλλο μέρος της μαρτυρίας του ότι ο εναγόμενος το Μάρτιο του 2001 υποσχέθηκε να του επιστρέψει τα χρήματα και να μην ανησυχεί γιατί δεν πρόκειται να τα χάσει. Δεν διευκρίνισε βέβαια ποια ήταν τα χρήματα, μια και οι μετοχές είχαν ήδη πωληθεί. Όμως και δεδομένου ότι διασύνδεσε το θέμα με αγωγές εναντίον του εναγομένου που το Μάρτιο του 2001 τον ανησύχησε, αν μπορεί να εξαχθεί ένα συμπέρασμα, η ανησυχία ήταν για το ποσό του προϊόντος της πώλησης των μετοχών που έγινε το Φεβρουάριο του
- Και όχι για την επένδυση του, αφού αυτή είχε ήδη μετατραπεί σε μετοχές, γεγονός που το γνώριζε πολύ καλά. Δεν είναι άλλωστε καθόλου τυχαίο, αντίθετα σηματοδοτεί τις σχέσεις τους, ότι η αλληλογραφία του ενάγοντα προς τον εναγόμενο άρχισε μετά την πώληση των μετοχών και εν πάση περιπτώσει ένα περίπου χρόνο μετά που είσπραξε τις Λ.Κ.1,900.- από τα δικαιώματα αγοράς. Αν είχαν άλλως τα πράγματα, με την έννοια όπως τα κατέθεσε ο ενάγων, θα αλληλογραφούσε με τον εναγόμενο από τις πρώτες ημέρες εισαγωγής των μετοχών στο Χ.Α.Κ, μια και τότε χρονικά θέτει την παράβαση της συμφωνίας τους από τον εναγόμενο που και η αξία της μετοχής είχε μια μικρή άνοδο. Δεν διαμαρτυρήθηκε τότε ούτε και απέστειλε κάποια επιστολή στον εναγόμενο, ούτε ακόμα του ζήτησε γραπτώς τις μετοχές ή επιστροφή των Λ.Κ.30,000.-. Προφανώς, ως ανέφερα, ανέμενε και περαιτέρω άνοδο της αξίας των μετοχών, πλην όμως ως συνάγεται από το τεκμ. 6 διαψεύστηκαν οι προσδοκίες του. Γι' αυτό και δεν είναι τυχαίο που ανέφερε ότι ο εναγόμενος του είπε ότι ανέμενε αύξηση της τιμής τους. Κάτι που εκ των υστέρων φαίνεται δεν έγινε και έτσι αποφάσισε ή αναγκάστηκε ή καλύτερα υποχρεώθηκε εκ των πραγμάτων, να δώσει οδηγίες στον εναγόμενο να τις πωλήσει. Οι ισχυρισμοί του ενάγοντα περί επένδυσης ανεξαρτήτως τιμής και ότι σημασία γι' αυτόν είχε το γεγονός ότι ο εναγόμενος δεν του μεταβίβασε τις μετοχές για να τις διαχειριστεί μόνος του, είναι και αντιφατικές και κρίνονται ως εκ των υστέρων και εκ του ασφαλούς σκέψεις του. Σημειώνω πως για τα δικαιώματα αγοράς των μετοχών που είσπραξε και ήταν κερδοφόρα, δεν πρόβαλε κάποιο παράπονο. Μπορεί βέβαια να κατέθεσε ότι του ζητούσε τότε τις μετοχές, αλλά όπως θα εξηγηθεί στη συνέχεια, ούτε ο ισχυρισμός αυτός μπορεί να γίνει αποδεκτός. Η ζημιά στην επένδυση του ενάγοντα, που αποτελεί και την ουσία της διαφοράς, φαίνεται πώς του δημιούργησε δεύτερες σκέψεις και επανέφερε το αρχικό ποσό των Λ.Κ.30,000.-. Ως συνάγεται έκαμε και κάποια εισήγηση στον εναγόμενο για την επιστροφή τους. Ως επί λέξει αναφέρει σε ελεύθερη μετάφραση από το τεκμήριο
- «Ακόμα αναμένω την απάντηση σου για την επιστροφή των Λ.Κ.30,000.- που επενδύθηκαν στην Aristo Investment.» Καμιά αναφορά για μεταβίβαση μετοχών στο όνομα του ή για παράβαση κάποιας συμφωνίας. Από εκεί και πέρα μόνο εικατολογίες μπορούν να γίνουν χωρίς το αναγκαίο υπόβαθρο και μαρτυρία. Οι πιο πάνω κρίσεις γίνονται στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας και όχι για εξαγωγή επί μέρους ευρημάτων και ερμηνείας της επιστολής. Σε κάθε περίπτωση η επιστολή αυτή για τους λόγους που έχω εξηγήσει δεν βοηθά τη θέση του ενάγοντα, ούτε και ανατρέπει τη μαρτυρία του εναγομένου ότι την 8.2.01 ο ενάγων του έδωσε εντολή να πωλήσει τις μετοχές του. Υπάρχει όμως ένα σημαντικό στοιχείο στην όλη υπόθεση καθοριστικό για την ανεύρεση της πραγματικής φύσης της συναλλαγής, σε συνάρτηση με την αξιολόγηση της μαρτυρίας των δύο πρωταγωνιστών της υπόθεσης. Πρόκειται για τα δικαιώματα αγοράς των μετοχών. Αποτέλεσε αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο εναγόμενος τις πώλησε και παρέδωσε στον ενάγοντα το ποσό των Λ.Κ.1,900.- Η εκδοχή του εναγομένου ήταν πως τις πώλησε κατόπιν οδηγιών του ενάγοντα. Ο ενάγων δέκτηκε βέβαια ότι έλαβε το πιο πάνω ποσό, αλλά ήταν η σταθερή του θέση ότι δεν είδε κάποιο στοιχείο που να υποστηρίζει ότι πραγματικά ο εναγόμενος αγόρασε τις μετοχές. Όταν ακόμα δέκτηκε αντεξεταζόμενος ότι ο εναγόμενος του είπε ότι το πιο πάνω ποσό αντιστοιχούσε στην πώληση των δικαιωμάτων και ότι γνώριζε ακόμα πως για κάθε 10 μετοχές είχε ένα δικαίωμα αγοράς μετοχών απέφυγε να δεκτεί ότι το ποσό αυτό αντιστοιχούσε στην πώληση των δικαιωμάτων, και τούτο γιατί είδε μόνο τα χρήματα, και ως ήδη λέχθηκε άφηνε να εννοηθεί ότι ο εναγόμενος δεν αγόρασε τις μετοχές και το ποσό αυτό ήταν οι τόκοι των χρημάτων του. Εδώ θα πρέπει ίσως, να επαναλάβω και πάλι την γενική παρατήρηση ότι ο ενάγων παρόλο που επικαλείτο την μεταξύ τους συμφωνία, προσπαθούσε με κάθε ευκαιρία να ρίξει σκιές στο αν ο εναγόμενος αγόρασε πράγματι μετοχές οπότε και επιζητά με την αγωγή ολόκληρο το ποσό που του έδωσε. Στα πλαίσια αυτά εντάσσεται και το γεγονός ότι στην απάντηση στην υπεράσπιση αρνείται ότι έδωσε οδηγίες του εναγόμενου να πωλήσει τα δικαιώματα αγοράς των μετοχών, παρόλο που κατά την αντεξέταση δέχτηκε ότι οι μετοχές αυτές πωλήθηκαν στα πλαίσια της συμφωνίας τους. Το σχόλιο αυτό γίνεται γιατί ο ενάγων δεν ήταν ούτε σαφής ούτε ξεκάθαρος ως προς τη μεταξύ τους συμφωνία, ούτε και ποια σε τελική ανάλυση είναι η βάση της αξίωσης του για επιστροφή των Λ.Κ.30,000.-. ΄Ετσι η μαρτυρία του παρουσίαζε αντιφατικότητα και αστάθεια αλλά και αοριστία. Για παράδειγμα το να πωληθούν κατά τις πρώτες ημέρες εισαγωγής τους στο Χ.Α.Κ, αφού δεν διευκρίνησε τι ακριβώς εννοούσε, σήμαινε ότι ο εναγόμενος κατά την απόλυτη του κρίση θα επέλεγε τον χρόνο πώλησης τους χωρίς οδηγίες από τον ενάγοντα; Δεν νομίζω ότι ο ενάγων, ούτε και μου έδωσε τέτοια εντύπωση, ότι έδωσε πλήρη ελευθερία κινήσεων στον εναγόμενο να διαχειριστεί κατά το δοκούν την επένδυση του. Και εξ' άλλου δεν είναι αυτή η βάση της αγωγής του. Μόνο με τις οδηγίες του ο εναγόμενος θα μπορούσε να τις πωλήσει. Ακόμα και στην επιστολή Τεκμ. 4 δεν διασαφηνίζεται για ποιο λόγο είσπραξε το ποσό αυτό, αφήνεται να νοηθεί πάντως πως πρόκειται για επιστροφή μέρους των Λ.Κ.30,000.-. ΄Ομως το θέμα αυτό και το εισπραχθέν ποσό δεν τίθεται έτσι στην έκθεση απαιτήσεως. Από την ενώπιον μου μαρτυρία δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι οι Λ.Κ.1,900.- προήλθαν από την πώληση των δικαιωμάτων αγοράς που ο ενάγων εγνώριζε ότι εδικαιούτο από την επένδυση των 30,000 μετοχών. Και ότι πωλήθηκαν κατόπιν εντολής του ενάγοντα προς τον εναγόμενο. Το γεγονός ότι είσπραξε το ποσό αυτό από τα δικαιώματα, υποδηλούσε και εξυπάκουε ότι ο εναγόμενος είχε στην κατοχή του και για λογαριασμό του ενάγοντα τις 30,000.- μετοχές ως η μεταξύ τους συμφωνία. ΄Αλλως δεν θα είχε κανένα λόγο ο εναγόμενος να του έδινε το ποσό αυτό. Τα περί τόκου τα έχω σχολιάσει και απορρίπτονται. Το δεδομένο αυτό ανατρέπει όσα κατ' ισχυρισμό του είπε ο εναγόμενος περί ενιαίου πακέτου μετοχών στο όνομα όλων των επενδυτών, αφού αν έτσι είχαν τα πράγματα, με την ίδια λογική βάση δεν θα μπορούσαν και δεν θα πωλούντο κατά λογική προέκταση ούτε και τα δικαιώματα αγοράς. Και το δεδομένο αυτό ήταν και το αυταπόδεικτο στοιχείο ότι ο εναγόμενος αγόρασε τις 30,000 μετοχές του ενάγοντα. ΄Αλλωστε ο ενάγων όταν είσπραττε το ποσό αυτό γνώριζε πολύ καλά ότι προερχόταν από την πώληση των δικαιωμάτων αγοράς μετοχών. ΄Εστω και αν απέφυγε ευθέως να το παραδεκτεί. Οπότε και η ευρύτερη του θέση ότι δεν είχε κάποιο στοιχείο ότι αγοράστηκαν οι μετοχές ανατρέπεται. Θεωρώ πως το ακλόνητο αυτό στοιχείο ανατρέπει τη γενικότερη προσπάθεια του ενάγοντα να ρίξει σκιές αν αγοράστηκαν οι μετοχές. Γνώριζε πολύ καλά γιατί είσπραττε τις Λ.Κ. 1,900.-. όπως και πάρα πολύ καλά γνώριζε ότι ο εναγόμενος κατείχε για λογαριασμό του τις 30,000 μετοχές. Οπότε και επανερχόμενος στην επιστολή τεκμ.3 και στις ανησυχίες του ενάγοντα, αυτές δεν μπορούσαν να αφορούν, ούτε και αφορούσαν τις Λ.Κ.30.000.- αφού οι μετοχές είχαν ήδη αγοραστεί. Είσπραξε μάλιστα και το προϊόν από την πώληση των δικαιωμάτων αγοράς μετοχών. Αντίθετα, ο ενάγων άρχισε να ανησυχεί μετά που πωλήθηκαν. Και προφανώς είναι για το προϊόν της πώλησης που ανησύχησε και όχι για την αρχική του επένδυση. Και είναι ίσως το μόνο σημείο από την μαρτυρία του εναγόμενου που ελέγχεται, γιατί κατέθεσε ότι ο ενάγων αρνήθη να παραλάβει το ποσό από την πώληση των μετοχών. Απλώς εκφράζω κάποιες επιφυλάξεις στο κατα πόσο του πρόσφερε άμεσα την πληρωμή, πλήν όμως δεν εξετάζω περαιτέρω το θέμα, γιατί από την μιά δεν μεταβάλει την ουσία σε σχέση με την βάση της αγωγής του ενάγοντα, και από την άλλη ο εναγόμενος δεν αντεξετάστηκε στο σημείο αυτό, αφου η σταθερή θέση του ενάγοντα ήταν ότι δεν γνώριζε ότι ο εναγόμενος πώλησε τις μετοχές. Και εν πάση περιπτώσει ο εναγόενος παραδέκτηκε την οφειλη του προς τον ενάγοντα. Παρεμβάλλω εδώ ότι παρά την αντιφατικότητα και την διαφορετικότητα των ισχυρισμών του ενάγοντα, έχω εξετάσει τόσο την εκδοχή του ότι ο εναγόμενος δεν αγόρασε τις μετοχές, όσο και ότι τις αγόρασε αλλά δεν τις πώλησε ως η κατ' ισχυρισμόν συμφωνία τους κατά το χρόνο εισδοχής τους στο ΧΑΚ. ΄Εχω επίσης εξετάσει και τη θέση του περί υπόσχεσης του εναγομένου να του επιστρέψει τις Λ.Κ.30,000.- Τέλος ακόμα δύο σχόλια. Ο ενάγων αρνήθη ότι έδωσε εντολή το Φεβρουάριο του 2001 στον εναγόμενο να του πωλήσει τις μετοχές. Και τίθεται το ερώτημα, αν έτσι είναι τα πράγματα, γιατί τότε ο εναγόμενος τις πώλησε. Το ευκολότερο ήταν να του τις μεταβιβάσει αν πραγματικά αυτό ζητούσε ο ενάγων. Με άλλα λόγια ποιος ήταν ο λόγος ο εναγόμενος να πωλήσει τις μετοχές του ενάγοντα. Εδώ να προσθέσω ότι αν όντως έτσι είχαν τα πράγματα και πραγματικά ο ενάγων ήθελε να του μεταβιβαστούν οι μετοχές, διερωτώμαι πως θα γινόταν αυτό αφού απαιτείτο πληρεξούσιο έγγραφο εκ μέρους του. Και πουθενά ο ενάγων στη μαρτυρία του δεν αναφέρθη σε ένα τέτοιο έγγραφο. Ή ότι συζήτησαν την ανάγκη υπογραφής τέτοιου εγγράφου. Υπεβλήθη στον εναγόμενο ότι ο λόγος που τις πώλησε ήταν γιατί έπεφτε η τιμή της μετοχής και όχι γιατί του έδωσε εντολή ο ενάγων. Και αν αυτό είναι όντως ορθό για ότι αφορά τουλάχιστον τις μετοχές που ανήκαν στον εναγόμενο, και πάλι δεν μπορώ να αντιληφθώ γιατί να πωλήσει τις αναλογούσες μετοχές του ενάγοντα. Δεν είναι άνευ σημασίας ότι σύμφωνα με το Τεκμήριο 6 από το Φεβρουάριο του 2001, ειδικότερα μετά τις 8.2.01 η αξία της επίδικης μετοχής ήταν με μόνιμη πτωτική τάση. Με άλλα λόγια δεν βρίσκω κανένα λόγο γιατί ο εναγόμενος να πωλήσει χωρίς εντολή τις μετοχές του ενάγοντα. Ούτε και μπορώ να αντιληφθώ πώς ο εναγόμενος ανέμενε την διακύμανση στην τιμή, για να επιλέξει πρός ζημιά μάλιστα του ενάγοντα να πωλήσει τις μετοχές. Δηλαδή και με άλλα λόγια, ποιό θα ήταν το όφελος του εναγομένου από αυτή την ενέργεια. Σε κανένα στάδιο, ο εναγόμενος, δεν αμφισβήτησε ότι αγόρασε τις 30.000 μετοχές για λογαριασμό του ενάγοντα. Οπότε, όποια και αν ήταν η τιμή των μετοχών και οποτεδήποτε πωλούνταν, το προιόν της πώλησης ανήκε στον ενάγοντα. Ο μόνος λόγος που προκύπτει μέσα από τη μαρτυρία είναι ότι ο εναγόμενος τις πώλησε, γιατί του έδωσε εντολή ο ενάγων, εν όψει ακριβώς της πτωτικής τάσης και πορείας της τιμής της μετοχής. Σε άμεση συνάρτηση με αυτό τίθεται και το ερώτημα, πως εν τοιαύτη περιπτώσει ο ενάγων κατέθεσε ότι το Μάρτιο του 2001 δεν γνώριζε καν αν ο εναγόμενος όντως αγόρασε μετοχές, αφού ήδη του ζητούσε, ως κατέθεσε από το 2000 να του μεταβιβάσει τις μετοχές. Είναι φανερό ότι η αντιφατικότητα του ενάγοντα όχι μόνο δεν διαφωτίζει το τοπίο της δικής τους εκδοχής, αλλά δημιουργεί πρόσθετη σύγχυση και ασάφεια. Κρίνω στη βάση των πιο πάνω ότι ο ενάγων στηριζόταν άλλοτε σε παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας με την έννοια ότι ο εναγόμενος δεν αγόρασε ποτέ τις μετοχές, και άλλοτε ότι ενώ τις αγόρασε, παραβαίνοντας τους όρους της συμφωνίας δεν τις μεταβίβασε στο όνομα του. Πρόκειται όμως για δύο εντελώς διαφορετικές βάσεις, και αναλόγως της περίπτωσης με διαφορετικές έννομες συνέπειες, ως προς το αξιούμενο. Η κα Πανταζή στην αγόρευση της εισηγήθη ότι στη βάση της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας δημιουργήθηκε σχέση αντιπροσωπείας. Ο εναγόμενος σύμφωνα με την εισήγηση μέχρι την καταχώριση της αγωγής δεν κάλεσε τον ενάγοντα να του μεταβιβάσει τις μετοχές ούτε και να του πληρώσει το τίμημα πωλήσεως, εστιάζοντας όμως χρονικά την τιμή λίγο μετά την εισδοχή των μετοχών στο Χ.Α.Κ. Η τελευταία εισήγηση αναφορικά με την τιμή, αν γινόταν αποδεκτή, δημιουργεί άλλα προβλήματα, αφού σε ποια τιμή θα πρέπει το δικαστήριο να καταλήξει. Λίγο μετά την εισδοχή τους στο Χ.Α.Κ. και με βάση το Τεκμ. 6 οι τιμές κυμαίνονται, τον Απρίλιο του 2000 από Λ.Κ.1.11.- μέχρι Λ.Κ.1.16.- τον δε Μάιο από Λ.Κ.1.05.- μέχρι Λ.Κ.1.11.-. Όμως στην έκθεση απαιτήσεως αξιώνεται το ποσό των Λ.Κ.30,000.- ως το ποσό που δόθηκε στον εναγόμενο και όχι ως οποιαδήποτε ζημιά του ενάγοντα από δόλο ή αμέλεια του εναγομένου ή ακόμα από παράβαση της συμφωνίας. Και τέλος ποιας συμφωνίας; Της αγοράς των μετοχών, ή της πώλησης τους; Είναι καλά γνωστό ότι η πολιτική δίκη κρίνεται στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η επιτυχία της αγωγής εξαρτάται από το αν ο ενάγων θα μπορέσει να παρουσιάσει μαρτυρία που θα έχει μεγαλύτερη αποδεικτική βαρύτητα από εκείνη του αντιδίκου του, αν δηλαδή μπορέσει να αποδείξει ότι η δική του εκδοχή σχετικά με τα γεγονότα είναι πιο πιθανή. (ΑΠΟΔΕΙΞΗ, Τ. Ηλιάδη σελ. 65). Εξηγείται ακόμα στο πιο πάνω σύγγραμμα σελ. 66, ότι σε πολιτικές υποθέσεις για να πετύχει στην αγωγή του ο ενάγων πρέπει να αποδείξει όλα εκείνα τα στοιχεία που είναι αναγκαία σύμφωνα με το χαρακτήρα της αγωγής. ΄Εχω ήδη σχολιάσει τη βάση της αγωγής καθώς και τη μαρτυρία του ενάγοντα. ΄Εχω παραθέσει, στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας, τις αφ' εαυτών ανυπέρβλητες εγγενείς αντιφάσεις της μαρτυρίας του ενάγοντα αλλά και των δικογράφων, όπως και της ευρύτερης αντιφατικότητας των διαφόρων ισχυρισμών του. Ο εναγόμενος από την πλευρά του ήταν σύντομος και απλός. ΄Ηταν η θέση του ότι η συμφωνία τους ήταν οι μετοχές να παραμείνουν στο όνομα του μέχρι να του δώσει εντολή ο ενάγων να τις πωλήσει. Πώλησε τα δικαιώματα αγοράς όταν του έδωσε εντολή ο ενάγων και τον πλήρωσε. Αργότερα πώλησε και τις μετοχές και πάλιν κατ' εντολήν του ενάγοντα. Το μόνο συμπέρασμα που μπορώ να αχθώ και αυτό υπό μορφή και μόνο σχολίου και χωρίς να αποτελεί εύρημα του δικαστηρίου, είναι ότι παρόλο που πώλησε τις μετοχές κατ' εντολή του ενάγοντα δεν τον πλήρωσε άμεσα. Έχω ήδη αναφερθεί στο θέμα. Γι' αυτό και ο ενάγων ανησύχησε. ΄Εγινε και κάποια συνάντηση μεταξύ τους στις 26.3.01 (βλ. τεκμ. 3), επί της οποίας παρεμβάλλω καμιά μαρτυρία δεν προσκομίστηκε ως προς το τι λέχθηκε την ημέρα εκείνη, και στη συνέχεια άρχισε η αλληλογραφία. (τεκμ. 2-5). Δεν παραγνωρίζω ότι ο ενάγων θεωρεί ότι οι μετοχές του πωλήθηκαν την περίοδο που ο εναγόμενος πώλησε ένα αριθμό μετοχών κατά την έναρξη της διαπραγμάτευσης των επίδικων μετοχών στο χρηματιστήριο, και ότι ενδεχομένως η αναφορά στην έκθεση απαιτήσεως για τη μη πληρωμή του από την πώληση των μετοχών, αφορά εκείνη την περίοδο, πλην όμως η εκδοχή του αυτή έχει απορριφθεί. Και πάλι όμως θα πρέπει να λεχθεί ότι και αποδεκτή να γινόταν η θέση του δεν θα μπορούσε να αξιώνει ολόκληρο το ποσό των Λ.Κ.30,000.- αλλά εκείνο το ποσό που του αναλογούσε από την πώληση των μετοχών του. Όμως μαρτυρία ποιο είναι το ποσό αυτό δεν υπάρχει, δεδομένης της διακύμανσης της αξίας της μετοχής σύμφωνα με τα κατατεθέντα τεκμήρια, αλλά και της ασάφειας της συμφωνίας όπως τουλάχιστον ο ενάγων την εξήγησε. Δεν μου διαφεύγει τέλος το εξής κατά την κρίση μου σημαντικό γεγονός. Ως κατέθεσε ο ενάγων, το 2001 διαπίστωσε ότι ο εναγόμενος τον Απρίλιο του 2000 πώλησε κάποιες μετοχές, με κέρδος μάλιστα. Κρίνω πώς αυτό ήταν καθοριστικό γεγονός που δημιούργησε στον ενάγοντα δεύτερες σκέψεις, εν όψει ακριβώς και της ζημιάς που υπέστη στην επένδυση του. Δεν πρέπει ακόμα να διαφεύγει της προσοχής, ότι ο εναγόμενος του έλεγε ότι ανέμενε αύξηση στην τιμη, που τελικά διαψεύστηκε. Το γεγονός αυτό, σε συνάρτηση με το ότι ο εναγόμενος δεν του κατέβαλε το ποσό που είσπραξε αποτέλεσαν αλλά και δημιούργησαν στον ενάγοντα δεύτερες σκέψεις. Αξιολογώντας τις εκατέρωθεν θέσεις όπως προέκυψαν από την αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά και τη γενικότερη εντύπωση που άφησαν οι μάρτυρες από το εδώλιο του μάρτυρα, κρίνω ότι ο εναγόμενος άφησε καλύτερες εντυπώσεις από τον ενάγοντα. Βρίσκω ότι η εκδοχή του εναγομένου είναι πιο πιθανή ως σαφώς πιο λογική και ανταποκρινόμενη στην λογική αλληλουχία και στην αληθή φύση των πραγμάτων και της συναλλαγής. ΄Εχω για όλους τους πιο πάνω λόγους καταλήξει ότι η εκδοχή του ενάγοντα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται. Αποτελεί συνεπώς κατάληξη και εύρημα του Δικαστηρίου αποδεχόμενος την εκδοχή του εναγόμενου, ότι η συμφωνία των διαδίκων ήταν ο εναγόμενος να αγοράσει 30,000 μετοχές στη ρηθείσα εταιρεία για λογαριασμό του ενάγοντα. ΄Ηταν ακόμα η συμφωνία τους ότι θα πωλούσε τόσο τις μετοχές όσο και τα δικαιώματα αγοράς των μετοχών που αναλογούσαν στον ενάγοντα, κατόπιν προηγουμένων οδηγίων του ενάγοντα. Ως αποτέλεσμα της συμφωνίας, ο εναγόμενος αγόρασε 30.000 μετοχές για λογαριασμό του ενάγοντα. Κατόπιν οδηγιών του, πώλησε τα αναλογούντα δικαιώματα αγοράς των μετοχών του ενάγοντα και είσπραξε το ποσό των Λ.Κ.1,900.- το οποίο και έδωσε στον ενάγοντα. Αποτελεί επίσης περαιτέρω εύρημα του δικαστηρίου, ότι ο εναγόμενος το Φεβρουάριο του 2001 κατόπιν της εντολής του ενάγοντα πώλησε τις 30,000 μετοχές του και είσπραξε το ποσό των Λ.Κ.12,701.- Παραμένει όμως ένα γεγονός. Η παραδοχή του εναγομένου τόσο στην υπεράσπιση όσο και στη μαρτυρία του ότι το ποσό αυτό δεν καταβλήθηκε στον ενάγοντα. Η παραπομπή της κας Πανταζή στο άρθρο 58 Α
(3)(β) του Νόμου 42
(1)/00 κρίνω πώς δεν εφαρμόζεται στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Τόσο γιατί επρόκειτο για μετοχές που εισάχθηκαν στο Χ.Α.Κ όσο και γιατί ο εναγόμενος δεν αποτελεί » πρόσωπο» μέσα στην έννοια του Νόμου. ( Anaptixis Group Ltd v. Μιχαηλίδη Πολ. Έφεση 68/05 ημερ. 19.7.06). Ο εναγόμενος ήταν αντιπρόσωπος του ενάγοντα και αγόρασε για λογαριασμό του τις 30.000 μετοχές. Περαιτέρω ενόψει των ευρημάτων του δικαστηρίου, η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία ήταν ότι οι μετοχές θα παρέμεναν στο όνομα του εναγομένου μέχρι να του δώσει οδηγίες ο ενάγων να τις πωλήσει. Τέλος και εφαρμογή να είχε ο πιο πάνω νόμος δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις του. ( Anaptixis ανωτέρω). Εν όψει των πιο πάνω θεωρώ ότι, ανεξάρτητα ότι άλλη είναι η αιτία της αγωγής του ενάγοντα (Kennedy Hotels Ltd v. Indjirdjian
(1992)1 A.A.Δ. 400), στην βάση της παραδοχής του εναγομένου, το δίκαιο είναι να εκδοθεί απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγόμενου για το πιο πάνω ποσό. Ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγομένου για το ποσό των Λ.Κ.12.701.- με νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής. Αναφορικά με τα έξοδα, σε κάθε περίπτωση ο ενάγων είναι ο επιτυχόν διάδικος. Επιπλέον και παρά την παραδοχή του εναγομένου για την οφειλή του στον ενάγοντα, δεν κατέθεσε το πιο πάνω ποσό στο Δικαστήριο κατ' εφαρμογή των προνοιών της Δ.22 θ.7 για να μπορούσε να τύχει διαφορετικής μεταχείρισης από το δικαστήριο ως προς τα έξοδα. Κατά συνέπεια τα έξοδα επιδικάζονται προς όφελος του ενάγοντα και σε βάρος του εναγομένου. Θα τα υπολογίσει ο πρωτοκολλητής και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο