ΚΥΠΡΙΑΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ ν. CAFE CITY PATH ENTERTAINMENT LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9908/06, 13/7/2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:B18 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυριακίδου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9908/06 ΚΥΠΡΙΑΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ Παραπονούμενος Εναντίον
- CAFÉ CITY PATH ENTERTAINMENT LTD
- ΑΝΤΡΗ ΘΕΟΔΩΡΟΥ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 13/7/2007 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: Κος Δ. Π. Λιβέρας Για τους κατηγορούμενους: Κος Χ. Καμπούρης μαζί με κο Χ. Κογκορόζη Κατηγορούμενη 2: παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι με την παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζουν 10 κατηγορίες που αφορούν παράλειψη και/ή άρνηση και/ή καθυστέρηση στην υποβολή γραπτού εντύπου εισπράξεων ή χρεώσεων πελατών στον ΚΟΤ ποσοστού 3% κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 14 και 18[5] των Περί Αναψυχής Νόμων του 1985 έως 2000 και των εκδοθέντων δυνάμει των κανονισμών του 1986 έως 1999 και της αποφάσεως του Υπουργικού Συμβουλίου με αριθμό 51.810 ημερομηνίας 24/5/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αρνήθηκαν και/ή παρέλειψαν και/ή καθυστέρησαν να υποβάλουν το έντυπο εισπράξεων ή χρεώσεων πελατών αναφορικά με το κέντρο [CAFÉ CITY PATH CAFE / SNACK BAR] διαδοχικά για τις περιόδους Ιούλιο 2003 μέχρι Δεκέμβριο του 2005 για κάθε τρίμηνο αυτής της περιόδου. Οι κατηγορούμενοι παραδέχθηκαν τις κατηγορίες 1 - 3 του κατηγορητηρίου και η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση για τις κατηγορίες 4 -
- Κατά την ακροαματική διαδικασία δηλώθηκαν παραδεκτά γεγονότα και η κατηγορούσα αρχή στηρίχθηκε σε αυτά και δεν πρόσφερε άλλη μαρτυρία. Τα παραδεκτά γεγονότα έχουν ως ακολούθως:
- Υπήρξε παράλειψη των κατηγορουμένων για υποβολή γραπτού εντύπου προς τον ΚΟΤ ως φαίνονται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων 4 -
- Το κέντρο αναψυχής με τον ονομασία CITY PATH CAFÉ [SNAC BAR] είναι κέντρο αναψυχής εντός της εννοίας του Περί Κέντρων Αναψυχής Νόμου 29/85 ως τροποποιήθηκε.
- Το κέντρο λειτουργούσε κατά τις επίδικες περιόδους στην διεύθυνση που αναφέρεται στο κατηγορητήριο.
- Καθ΄ όλους τους ουσιώδεις χρόνους προς τις επίδικες κατηγορίες η κατηγορούμενη 1 εταιρεία ήτο επιχειρηματίας του ανωτέρω κέντρου σύμφωνα με τον Περί Κέντρων Νόμο και ήταν δεόντως εγγεγραμμένη σύμφωνα με τους νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας, και σύμβουλος αυτής [director] ήτο η κατηγορούμενη
- Η κατηγορούμενη 2 καθ΄ όλους τους ουσιώδεις χρόνους προς τις επίδικες κατηγορίες ήτο διευθύντρια του κέντρου αναψυχής CITY PATH CAFÉ [SNACK BAR] ως η ίδια είχε δηλώσει με ενυπόγραφη δήλωσή της στον ΚΟΤ. Μέχρι σήμερα η εν λόγω θέση διευθυντή της επιχείρησης ως προβλέπεται από τον Νόμο δεν έχει ανακληθεί από την κατηγορούμενη 2 με κοινοποίηση στον ΚΟΤ. Περαιτέρω, η θέση της κατηγορούμενης 1 εταιρείας ως επιχειρηματία του κέντρου δεν έχει ακόμη ανακληθεί με κοινοποίηση στον ΚΟΤ.
- Για το 2003 η κατάταξη του κέντρου ανανεώθηκε υπό όρους και εκδόθηκε άδεια στις 1/8/2003 αφού κοινοποίηθηκαν οι όροι ανανέωσης.
- Για το έτος 2004 η κατάταξη του κέντρου ανανεώθηκε υπό όρους και εκδόθηκε άδεια στις 24/11/2004 αφού κοινοποιήθηκαν οι όροι ανανέωσης.
- Για το έτος 2005 η κατάταξη του κέντρου ανανεώθηκε υπό όρους και επειδή δεν ικανοποιήθηκαν οι όροι κατάταξης δεν εκδόθηκε άδεια λειτουργίας του κέντρου. Οι κατηγορούμενοι μετά που κλήθηκαν σε απολογία επέλεξαν να μην αναφέρουν οτιδήποτε ούτε κάλεσαν οποιοδήποτε μάρτυρα. Ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι οι κατηγορούμενοι πρέπει να αθωωθούν. Η εισήγηση στηρίχθηκε σε νομικά σημεία και ιδιαίτερα έθεσε θέμα αντισυνταγματικότητας του Νόμου που επιβάλλει την υποχρέωση καταβολής ποσοστού 3% και ότι αυτός αντίκειται στα άρθρα 24 και 25 του Συντάγματος και αυτό γιατί [α] το ποσοστό 3% είναι απόσπαση χρημάτων από δημόσιο οργανισμό χωρίς να προσφέρει υπηρεσίες προς αυτούς που τον πληρώνουν, [β] είναι αντίθετο με την αρχή της βεβαιότητας του φόρου αφού αυτό είναι αβέβαιος και αυθαίρετος φόρος [γ] η μηνιαία επιβάρυνση που προβλέπεται στον νόμο αποτελεί ποινή κατά παράβαση του άρθρου 12[3] του Συντάγματος και [δ]η επιβολή του 3% αντίκειται στο άρθρο 25[2] του Συντάγματος αφού περιορίζει την ελεύθερη άσκηση του επαγγέλματος θέτοντας περιορισμούς όπως η μη χρέωση και η μη είσπραξη από τους πελάτες των κέντρων αναψυχής χωρίς να προστεθεί σε αυτό ποσοστό 3% επί του ποσού που αφορά την κατανάλωση. Ήταν τέλος εισήγηση του ότι έρχεται σε αντίθεση με την κοινοτική οδηγία 69/335/ΕΟΚ και συγκεκριμένα με το άρθρο 10 της οδηγίας. Ο κος Λιβέρας στην δική του αγόρευση αμφισβήτησε ότι η επίδικη πρόνοια του Νόμου παραβιάζει τα άρθρα 24 και 25 αφού η κατηγορουμένη 1 δεν πληρώνει οποιοδήποτε ποσοστό προς τον ΚΟΤ αλλά οι εκάστοτε πελάτες είναι που επιβαρύνονται με τον εν λόγω φόρο και ο επιχειρηματίας ενεργώντας ως μεσάζοντας εισπράττει αυτό και υποχρεούται να το καταβάλει στον ΚΟΤ. Παρόμοιος φόρος είναι ο φόρος ΦΠΑ και αυτός ο φόρος είναι καθόλα συνταγματικός, και δεν προσκρούει στα άρθρα 24 και 25 του Συντάγματος. Ούτε το ποσό των £15 που επιβάλλεται για κάθε μήνα καθυστέρησης της υποβολής του γραπτού εντύπου δεν αποτελεί ποινή κατά παράβαση του άρθρου 12[3] αλλά διοικητική ποινή. Το άρθρο 24 του Συντάγματος έχει ως ακολούθως: «
- Έκαστος υποχρεούται να συνεισφέρει εις τα δημόσια βάρη αναλόγως των δυνάμεών του.
- Ουδεμία τοιάυτη συνεισφορά διά καταβολής φόρου τέλους ή εισφοράς οιασδήποτε φύσεως επιβάλλεται, είτε διά νόμου ή κατ΄ εξουσιοδοτήση νόμων.
- Ουδείς φόρος, τέλος ή εισφορά οιασδήποτε φύσεως, επιβάλλεται αναδρομικώς εισαγωγικοί δασμοί δύνανται να επιβάλλονται από την ημερομηνία της καταθέσεως της σχετικής προτάσεως νόμου ή νομοσχεδίου.
- Ουδείς φόρος τέλος ή εισφορά οιασδήποτε φύσεως εξαιρέση των τελωνειακών δασμών δύνανται να είναι καταστρεπτική ή απαγορευτικής φύσεως». Η θέση της υπεράσπισης ότι το ποσοστό 3% είναι απόσπαση χρήματων από ένα δημόσιο οργανισμό χωρίς να προσφέρει οποιεσδήποτε υπηρεσίες προς τα κέντρα αναψυχής δεν ευσταθεί. Το ποσοστό του 3% δεν αφορά τέλος αλλά εισφορά η οποία καταβάλλεται από τους πελάτες των κέντρων αναψυχής και έτσι δεν δημιουργείται υποχρέωση προσφοράς κάποιας υπηρεσίας από τον ΚΟΤ στα κέντρα αναψυχής. Ανεξάρτητα όμως από τα πιο πάνω ακόμη και αν το 3% αφορούσε τέλος που εδίνονταν από τα ίδια τα κέντρα αναψυχής, [που δεν είναι η περίπτωση] και πάλι δεν θα ήταν απαραίτητο να προσφέρονται υπηρεσίες από τον ΚΟΤ αφού αυτό το ποσοστό υποβοηθά το έργο του ΚΟΤ να προωθεί το τουριστικό προϊόν της Κύπρου και έμμεσα ωφελεί και όλα τα κέντρα αναψυχής. Σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου λέχθηκε ότι επαγγελματικοί φόροι οι οποίοι έχουν τα χαρακτηριστικά τέλους και παρόλο που σε αντάλλαγμα ενός τέλους που καταβάλλεται από τον πολίτη πρέπει να δίνεται πάντα μια υπηρεσία αυτό δεν είναι απαραίτητο αφού υπάρχουν υπηρεσίες που προσφέρονται από το Δημαρχείο ή άλλους οργανισμούς σ΄ αυτούς που εργάζονται μέσα στα δημοτικά όρια που είναι ουσιώδεις για να καταστήσουν ικανούς αυτούς που καταβάλλουν επαγγελματικό φόρο να εργάζονται αποτελεσματικά με ασφάλεια και άνεση. Ούτε ο ισχυρισμός της υπεράσπισης ότι είναι αντίθετο προς την αρχή της βεβαιότητας του φόρου ευσταθεί αφού αυτός καθορίζεται σε ποσοστό 3% για κάθε τριμηνία και δεν έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 24 παράγραφος 2 του Συντάγματος. Ούτε ο ισχυρισμός της υπεράσπισης ότι οι επιβαρύνσεις που επιβάλλονται στους επιχειρηματίες λόγω μη συμμόρφωσης τους με την εν λόγω πρόνοια ευσταθούν ούτε παραβιάζουν το άρθρο 12.3 του Συντάγματος αφού οι επιβαρύνσεις που επιβάλλονται με τις επίδικες πρόνοιες δεν ισοδυναμούν με επιβολή ποινής κάτω από την έννοια του άρθρου 12.3 του Συντάγματος γιατί εξαρτάται από το αντικειμενικό κριτήριο της μη καταβολής και όχι σε κάποια υποκειμενικά κριτήρια και αποτελούν διοικητικές ποινές [βλ. Κώστας Οικονομίδης ν Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Ποινική Έφεση 6539 και 6540 ημερ. 18/2/1999]. Ως εκ τούτου η επίδικη πρόνοια δεν παραβιάζει το άρθρο 24 και 12.3 του Συντάγματος. Ούτε ο ισχυρισμός ότι παραβιάζεται το άρθρο 25 του Συντάγματος δεν έχει αποδειχθεί αφού η σχετική πρόνοια δεν επηρεάζει άμεσα το δικαίωμα άσκησης του επαγγέλματος του επιχειρηματία και δεν καθιστά την άσκηση του επαγγέλματος περιοριστική ούτε επηρεάζει το δικαίωμα άσκησης επικερδούς εργασίας καθότι το εν λόγω ποσοστό επιβάλλεται στους λογαριασμούς τρίτων προσώπων και οι επιχειρηματίες απλώς εισπράττουν τον εν λόγω φόρο και παραδίδεται στο ΚΟΤ. Τέλος ο ισχυρισμός ότι η επιβολή του ποσοστού 3% αντίκειται στην Κοινοτική Οδηγία 69/335/ΕΟΚ και συγκεκριμένα το άρθρο 10 δεν με βρίσκει σύμφωνη. Η εν λόγω οδηγία ως αναφέρεται στην εισαγωγή της αφορά φόρους που επιβάλλονται για εταιρικές εισφορές για την συγκέντρωση κεφαλαίων εταιρειών και φόρους χαρτοσήμων επί των τίτλων γιατί αυτές δημιουργούν διακρίσεις, διπλές φορολογίες και ανισότητες οι οποίες εμποδίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων. Ο φόρος που επιβάλλεται με τις επιδικες διατάξεις δεν αφορούν την ίδια την επιχείρηση ούτε «καταχώρηση ή άλλη διατύπωση που αποτελεί προϋπόθεση για την εκτέλεση μιας δραστηριότητας της» ως προβλέπεται από την οδηγία και δεν υπόκειται σε αυτή «λόγω της νομικής της μορφής». Ως εκ τούτου δεν προσκρούει στο άρθρο 10[γ] της εν λόγω οδηγίας. Ο επίδικος φόρος επιβάλλεται στα τιμολόγια κέντρων αναψυχής και ξενοδοχείων και πληρώνονται από πελάτες των κέντρων και ξενοδοχείων και όχι από τους ίδιους. Ως εκ τούτου ούτε αυτός ο λόγος ευσταθεί. Ως αναφέρθηκε πιο πάνω οι λεπτομέρειες των αδικημάτων 4 - 10 είναι παραδεκτές από τους κατηγορούμενους ως εκ τούτου αυτοί κρίνονται ένοχοι για τις κατηγορίες 4 -10 που αντιμετωπίζουν. (Υπ) ............................... Γ. Κυριακίδου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο