← Κύπρος

ΤΜΗΜΑ ΔΑΣΩΝ ν. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Αρ. Υπόθεσης: 338/06, 23/7/2007

ΤΜΗΜΑ ΔΑΣΩΝ ν. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Αρ. Υπόθεσης: 338/06, 23/7/2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:B21 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυριακίδου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 338/06 ΤΜΗΜΑ ΔΑΣΩΝ Εναντίον ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Κατηγορούμενου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 23/7/2007 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον παραπονούμενο: κος Παπαθεοδώρου Για τον κατηγορούμενο: κος Ιερωνυμίδης Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος με την παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει την κατηγορία της παράνομης λειτουργίας καμίνου κατά παράβαση του άρθρου 13[1][γ] του Περί Δασών Νόμου του 1967 έως 2001 και των εκδοθέντων δυνάμει τούτου κανονισμών ΚΔΠ 620/67 κανον. 15[1], Κ19 και Κ

  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο κατηγορούμενος στις 19 Φεβρουαρίου και 23 Μαρτίου 2002 παράνομα και χωρίς την άδεια του Διευθυντή Τμήματος Δασών στην τοποθεσία «Παλιόβρυση» μέσα στα διοικητικά όρια της κοινότητας Πάνω Πύργου της Επαρχίας Λευκωσίας, άναψε καμίνι για την κατασκευή κάρβουνου. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της στηρίχθηκε στην μαρτυρία του Κύπρου Λιασίδη Βοηθού Δασικού Λειτουργού στο Τμήμα Δασών. Μετά την συμπλήρωση της μαρτυρίας για την κατηγορούσα αρχή ο συνήγορος του κατηγορούμενου εισηγήθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου αφού η διαδικασία είναι εξυπαρχής άκυρη λόγω της καθυστέρησης στην καταχώρηση της υπόθεσης από την κατηγορούσα αρχή η οποία παραβιάζει το δικαίωμα του κατηγορούμενου για εκδίκαση της υπόθεσης εντός ευλόγου χρόνου κατά παράβαση του άρθρου 30.2 του Συντάγματος. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι με την προσκομισθείσα μαρτυρία δεν αποδείχθηκαν τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Αντίθετη ήταν η θέση του συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής και ζήτησε από το Δικαστήριο όπως καλέσει τον κατηγορούμενο σε απολογία στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Σύμφωνα με το άρθρο 74.1[β] του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου μετά το πέρας της μαρτυρίας για την κατηγορούσα αρχή, η υπεράσπιση δύναται να εισηγηθεί ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεσης ούτως ώστε ο κατηγορούμενος να κληθεί να προβάλει την υπεράσπισή του. Απαλλαγή του κατηγορούμενου στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της δίκης δικαιολογείται μόνο όταν:
  2. Από την προσαχθείσα μαρτυρία δεν στοιχειοθετούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία έχει κλονισθεί σε τέτοιο βαθμό ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης ή είναι τόσο έκδηλα αβάσιμη [unreriable] ώστε κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Τα πιο πάνω κριτήρια αναφέρονται στο σύγγραμα Criminal Procedure in Cyprus στις σελίδες 111-113 και υιοθετήθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Azinas and Another v. The Police [1981] 2 C.L.R. 9, σελ. 51-
  4. Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανος Χριστοδούλου [1990] 2 Α.Α.Δ. 133, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως ο όρος «εκ πρώτης όψεως» υποδηλώνει, η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως δηλαδή μετά την προκαταρτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας». Η θέση της υπεράσπισης ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα του κατηγορούμενου για την διαπίστωση της ποινικής του ευθύνης μέσα σε εύλογο χρόνο θα πρέπει να εξεταστεί πρώτα αφού παραβίαση των δικαιωμάτων που κατοχυρώνει το άρθρο 30.2 του Συντάγματος καθιστά την διαδικασία άκυρη στην ολότητά της. Το άρθρο 30.2 του Συντάγματος, που είναι παρόμοιο με το άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης έχει ως ακολούθως: «30.1.............................
  5. Έκαστος, κατά την διάγνωσιν των αστικών αυτού δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ή οιασδήποτε κατ΄ αυτού ποινικής κατηγορίας, δικαιούται ανεπηρεάστου, δημόσιας ακροαματικής διαδικασίας εντός ευλόγου χρόνου, ενώπιον ανεξάρτητου αμερόληπτου και αρμόδιου δικαστηρίου ιδρυομένου διά νόμου». Είναι πρωταρχική ευθύνη του Δικαστηρίου να διασφαλίσει το Συνταγματικό αυτό δικαίωμα του κατηγορούμενου δηλαδή αυτό της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης ενός κατηγορούμενου εντός ευλόγου χρόνου [βλ. Γαβριηλίδης ν Αστυνομίας [2003] 2 Α.Α.Δ. 405]. Το άρθρο 30.2 είναι ταυτόσημο με το άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης. Ως εκ τούτου η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι παράλληλη και παρόμοια με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Στην υπόθεση Γαβριηλίδη [πιο πάνω] αναφέρεται ότι « Η επί του προκειμένου νομολογία μας είναι ταυτόσημη με εκείνη του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Τόσο η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων όσο και η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρόιυ θεωρεί το δικαίωμα για δίκη εντός ευλόγου χρόνου ως εξαιρετικής σημασίας για την ορθή, αποτελεσματική και αξιόπιστη απονομή της Δικαιοσύνης. Από την επισκόπηση της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου προκύπτει ότι πάροδος περιόδου 3 - 5 χρόνων από τη σύλληψη του κατηγορούμενου μέχρι την τελική εκδίκαση [και κατ΄ έφεση] της υπόθεσης θεωρήθηκε ότι παραβίαζε την επιταγή του ευλόγου χρόνου του άρθρου 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Και η πάροδος όμως συντομότερου χρόνου είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι παραβιάζει το άρθρο 6.1 εάν καμία δικαιολογία δεν δοθεί για την παντελή αδράνεια που παρατηρήθηκε. Προέχει η παράθεση της πορείας που ακολούθησε αυτή η υπόθεση μέχρι σήμερα. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος διαπράχθηκαν 19 Φεβρουαρίου, 2002 και 23 Μαρτίου
  6. Η διερεύνηση των ποινικών αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος άρχισε και ολοκληρώθηκε σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΚ1 τις ίδιες μέρες για τις οποίες κατηγορείτο ότι διέπραξε τα αδικήματα και αμέσως ο ΜΚ1 ετοίμασε καταγγελία την οποία απέστειλε μέσω του προϊσταμένου του στον υπεύθυνο για την έκδοση εξώδικου. Δεν υπάρχει μαρτυρία πότε αυτό παρελήφθηκε από τον κατηγορούμενο ούτε μαρτυρία που να δικαιολογεί την αδράνεια μέχρι την καταχώρηση της παρούσας ποινικής υπόθεσης η οποία καταχωρήθηκε στις 17/1/2006 και ορίστηκε για πρώτη εμφάνιση στις 4/4/
  7. Την ημέρα εκείνη ο κατηγορούμενος αρνήθηκε τις κατηγορίες και ορίσθηκε για ακρόαση στις 4/10/
  8. Την ημέρα εκείνη ο κατηγορούμενος λόγω προβλημάτων υγείας δεν εμφανίστηκε οπότε η υπόθεση αναβλήθηκε για ακρόαση στις 13/2/
  9. Την ημέρα εκείνη αναβλήθηκε λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου και ορίστηκε στις 2/5/2007 ότε αναβλήθηκε και πάλι για τις 2/7/2007 όπου άρχισε και ολοκληρώθηκε η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής. Με βάση τα πιο πάνω γεγονότα η διερεύνηση της υπόθεση ήταν θέμα απλό που δεν δημιούργησε καμία περιπλοκή. Θα μπορούσε να συμπληρωθεί η διερεύνηση της σε λίγες ώρες πράγμα το οποίο έγινε. Παρά την απλότητα της διερεύνησης αυτού του αδικήματος το κατηγορητήριο καταχωρήθηκε σχεδόν 4 χρόνια μετά χωρίς καμία εύλογη εξήγηση από μέρους της κατηγορούσας αρχής για την αδράνειά της και η εκδίκαση της υπόθεσης ολοκληρώθηκε 2/7/2007 δηλαδή 5 ½ χρόνια μετά. Με αυτά τα δεδομένα βρίσκω αδικαιολόγητη την καθυστέρηση στην καταχώρηση αυτής της υπόθεσης εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής η οποία παραβίασε το δικαίωμα του κατηγορούμενου για εκδίκαση αυτής της υπόθεσης και διαπίστωση της ποινικής του ευθύνης εντός ευλόγου χρόνου κατά παράβαση του άρθρου 30.2 του Συντάγματος και ως εκ τούτου η διαδικασία είναι εξ΄ υπαρχής άκυρη. Κατά συνέπεια η υπόθεση απορρίπτεται και ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ........ Γ. Κυριακίδου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.