← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Suphire Securities and Financial Services Ltd κ.α., Αρ. Υποθ.: 11426/2005, 28 Σεπτεμβρίου, 2007

Δημοκρατία ν. Suphire Securities and Financial Services Ltd κ.α., Αρ. Υποθ.: 11426/2005, 28 Σεπτεμβρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2007:3 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ, ΛΕΥΚΩΣΙΑ Σύνθεση: Γ. Ν. Γιασεμής, Π.Ε.Δ. Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Ε. Εφραίμ, Ε.Δ. Αρ. Υποθ.: 11426/2005 Δημοκρατία εναντίον 1. Suphire Securities and Financial Services Ltd 2. Ιωάννη Ανδρονίκου 3. Ρέας Ανδρονίκου Ημερομηνία: 28 Σεπτεμβρίου, 2007 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τη Δημοκρατία: Η κα Π. Ευθυβούλου. Για τους Κατηγορούμενους: Ο κ. Γ. Γεωργίου με κ. Κ. Καλλή. Κατηγορούμενοι 2 και 3 παρόντες. ------------------------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Μ Ε Ι Ο Ψ Η Φ Ι Α Σ Κατά την έκδοση της ομόφωνης αθωωτικής απόφασης μας σε σχέση με τις κατηγορίες 1 έως 20, 27 και 28, διαφωνώντας με τις συναδέλφους μου, δήλωσα ότι και για τις υπόλοιπες κατηγορίες, 21 έως 26, δε θα καλούσα τους κατηγορούμενους να προβάλουν την υπεράσπιση τους. Αφού έχει στο μεταξύ ολοκληρωθεί η δίκη και για τις εν λόγω εναπομείνασες κατηγορίες θα προχωρήσω να δώσω τους λόγους για την πιο πάνω απόφασή μου σε σχέση με αυτές. Η εξέταση τους στηρίζεται στις ίδιες αρχές, που εφαρμόζονται κατά το εκ πρώτης όψεως στάδιο και έχουν εκτεθεί στην ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου. Κεντρικές στην ενότητα των κατηγοριών 21 έως 26 είναι οι κατηγορίες 21 και 24 με τις οποίες κατηγορούνται και οι τρεις κατηγορούμενοι μαζί, ότι διέπραξαν το αδίκημα της κλοπής. Οι δύο κατηγορίες οι οποίες ακολουθούν κάθε μία από αυτές, ήτοι οι κατηγορίες 22 και 23 και οι κατηγορίες 25 και 26, αντίστοιχα, αναφέρονται σε αδικήματα συγκάλυψης. Συγκεκριμένα, για κατοχή και χρήση, αντίστοιχα, περιουσίας η οποία ήταν προϊόν διάπραξης γενεσιουργού αδικήματος ήτοι κλοπής με βάση τις προαναφερθείσες βασικές κατηγορίες, κατά παράβαση συγκεκριμένων προνοιών του περί Συγκάλυψης, Ερευνάς και Δήμευσης Εσόδων από Ορισμένες Εγκληματικές Πράξεις Νόμου 61(Ι)/1996, όπως έχει τροποποιηθεί. Να σημειωθεί ότι και οι κατηγορίες αυτές, δηλαδή η 21η και η 24η, στην πραγματικότητα είναι διαζευκτικές μεταξύ τους, καθ' ότι η κάθε μια βασίζονται σε διαφορετικές περιστάσεις και οπωσδήποτε και σε διαφορετικές νομοθετικές διατάξεις. Η κατηγορία 21 βασίζεται στο άρθρο 270(γ) και η κατηγορία 24 στο άρθρο 270(β) του Ποινικού Κώδικα. Ενώ επιπρόσθετα βασίζονται και οι δύο και στα άρθρα 255 και 20 του ίδιου Νόμου. Οι διαφορετικές περιστάσεις που αφορούν στην κάθε μία από τις εν λόγω κατηγορίες αναφέρονται στις αντίστοιχες λεπτομέρειες αδικήματος τους, τις οποίες και παραθέτω ως έχουν. Σε σχέση με την κατηγορία 21 οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται ότι: «.σε διάφορες ημερομηνίες κατά την περίοδο μεταξύ της 11ης Νοεμβρίου 2003 και της 15ης Μαρτίου 2005 στην Λευκωσία της Επαρχίας Λευκωσίας, έκλεψαν το συνολικό χρηματικό ποσό των £4,888,150=, το οποίο ήταν περιουσία του Ταμείου Συντάξεων και Χορηγημάτων της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου και το οποίο αποτελούσε μέρος ποσών που είχαν κατά καιρούς ληφθεί από τους κατηγορούμενους για λογαριασμό του εν λόγω ταμείου, δηλαδή, μετέφεραν το προαναφερθέν χρηματικό ποσό σε τραπεζικό λογαριασμό παρατραβήγματος της 1ης κατηγορούμενης εταιρείας και το οικειοποιήθηκαν». Σε σχέση με την κατηγορία 24 κατηγορούνται ότι: «.σε διάφορες ημερομηνίες κατά την περίοδο μεταξύ της 11ης Νοεμβρίου 2003 και της 15ης Μαρτίου 2005 στην Λευκωσία της Επαρχίας Λευκωσίας, έκλεψαν το συνολικό χρηματικό ποσό των £4,888,150=, το οποίο ήταν περιουσία του Ταμείου Συντάξεων και Χορηγημάτων της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου και το οποίο αποτελούσε μέρος ποσών που είχαν προέλθει από τη διάθεση τίτλων δημόσιων εταιρειών που ανήκαν στο εν λόγω ταμείο, το οποίο είχε εμπιστευθεί στους κατηγορούμενους, δηλαδή, μετέφεραν το προαναφερθέν χρηματικό ποσό σε τραπεζικό λογαριασμό παρατραβήγματος της 1ης κατηγορούμενης εταιρείας και το οικειοποιήθηκαν». Επίσης, παραθέτω πιο κάτω τις βασικές πρόνοιες στις οποίες βασίζεται η κάθε μια από τις πιο πάνω κατηγορία με τη σειρά που έχουν στο κείμενο του Νόμου. Πρόκειται για το άρθρο 270 το οποίο προνοεί, στο βαθμό που είναι σχετικό, ότι: «If the thing stolen is any of the things following, that is to say - ............................... (
  2. b)the property which has been entrusted to the offender either alone or jointly with any other person for him to retain in safe custody or to apply, pay or deliver for any purpose or to any person the same or any part thereof or any proceeds thereof; (
  3. c)property which has been received by the offender either alone or jointly with any other person for or on account of any other person; ............................. the offender is liable to imprisonment for ten years.» Το καθαυτό ποινικό αδίκημα της κλοπής προβλέπεται στο άρθρο 262 του Ποινικού Κώδικα όπου ο νομοθέτης με ευθύ τρόπο και αυστηρό τόνο εκφράζει τη βούληση του σχετικά ως εξής: «Any person who steals anything capable of being stolen is guilty of the felony termed theft,.». Πρόκειται για την απλή κλοπή. Δηλαδή όπου η κλοπή, η έννοια της οποίας διατυπώνεται στο άρθρο 255 του ιδίου Νόμου, στην απλούστερη της μορφή, καθίσταται δια νόμου, και όχι διά του κοινοδικαίου, ποινικό αδίκημα και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι τρία χρόνια. Στο ίδιο άρθρο προβλέπεται περαιτέρω: «.and is liable, unless owing to the circumstances of the theft or the nature of the thing stolen, some other punishment is provided, to imprisonment for three years». Πέρα της ποινής, στο τελευταίο μέρος του πιο πάνω άρθρου γίνεται επίσης σαφής αναφορά σε άλλα αδικήματα κλοπής τα οποία τιμωρούνται με διαφορετική ποινή. Και όντως στα άρθρα που ακολουθούν εξειδικεύονται διάφορες μορφές περιουσίας που μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο κλοπής, άρθρα 263, 264 και 265, καθώς επίσης και διάφορες περιστάσεις υπό τις οποίες μπορεί να διαπραχθεί το αδίκημα αυτό, άρθρα 266, 267, 268, 269, 270 και 271. Αποτελεί η κάθε μια από τις πιο πάνω περιπτώσεις ξεχωριστό ποινικό αδίκημα κλοπής τιμωρούμενο με αυστηρότερη ποινή λόγω ακριβώς της σημαντικότητας της κλοπιμαίας περιουσίας ή της σοβαρότητας των περιστάσεων διάπραξης του οι οποίες ουσιαστικά αποτελούν περιπτώσεις κατάχρησης (embezzlement) ή υπεξαίρεσης (fraudulent conversion) περιουσίας. Η σχετική αυτοτέλεια των προνοιών στα άρθρα 263 έως 271, ανωτέρω, ήτοι ως διαφορετικά αδικήματα κλοπής το καθένα, έχει αναγνωριστεί από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αρχής γενομένης από την υπόθεση Soteriou v. The Republic

(1962)CLR 188, η οποία υιοθετήθηκε αργότερα από τις υποθέσεις Platritis v. The Police
(1969)2 CLR 174, Iacovou v. The Republic
(1976)2 CLR 114, Αζίνας v. The Police
(1981)2 CLR 9 και Attorney General v. Pieris
(1987)2 CLR 44. Μάλιστα, οι τελευταίες δύο υποθέσεις αναφέρονται συγκεκριμένα στην πρόνοια του άρθρου 270(β), ότι δημιουργεί ξεχωριστό αδίκημα κλοπής. Όμως, ανεξάρτητα από τη φύση της περιουσίας ή τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων στα άρθρα που αναφέρονται πιο πάνω, η ίδια νομολογία, ανωτέρω, αναγνωρίζει επίσης ότι η «κλοπή», όπως ο όρος αυτός ερμηνεύεται στο άρθρο 255
(1),αποτελεί βασικό συστατικό τους στοιχείο. Εξού και η αναφορά προηγουμένως σε σχετική αυτοτέλεια των προνοιών των εν λόγω άρθρων αφού η ολοκλήρωση των αδικημάτων που προβλέπουν είναι δυνατή μόνο σε συνδυασμό με την έννοια της κλοπής στο άρθρο 255
(1). Ενδεικτική προς τούτο είναι η χρήση σε καθένα από αυτά μιας εκ των ακολούθων φράσεων «If the thing stolen» ή « If the theft ıs commıtted» ή «the thing stolen». Συνεπώς, θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να αποδεικνύεται η κλοπή και όλα τα συστατικά της στοιχεία όπως αυτά παρατίθενται στο προαναφερθέν ερμηνευτικό άρθρο. Στο Κυπριακό δίκαιο υιοθετήθηκε από νωρίς για τον όρο κλοπή, συγκεκριμένα από το 1928 σύμφωνα με ό,τι αναφέρεται στην υπόθεση Soteriou v. The Republic, ανωτέρω, σελίδα 195, η έννοια η οποία υιοθετήθηκε για το ομώνυμο αδίκημα στο άρθρο 1
(1)της αγγλικής Larceny Act 1916. Όπως δε παρατηρείται περαιτέρω στην ίδια προαναφερθείσα υπόθεση, το Μέρος VI του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, «Αδικήματα Σχετιζόμενα με Περιουσία» δεν αποτελεί κωδικοποίηση του κοινοδικαίου. Όμως, αναγνωρίζει συγχρόνως ότι το νομοσχέδιο και οπωσδήποτε και ο Ποινικός Κώδικας που στη συνέχεια θεσπίστηκε σε νόμο, περιλαμβανομένου και του Μέρους VI, ανωτέρω, ήταν βασισμένος στις αρχές του Αγγλικού δικαίου (based on the principles of English Law, σελίδα 195). Η πιο πάνω διαπίστωση, βασικά, απηχεί την κεντρική για ολόκληρο τον Ποινικό Κώδικα πρόνοια του για θέματα ερμηνείας η οποία απαντάται στο άρθρο 3 και αναφέρει ότι: «This Law shall be interpreted in accordance with the principles of legal interpretation obtaining in England, and expressions used in it shall be presumed, so far as is consistent with their context and except as may be otherwise expressly provided, to be used with the meaning attaching to them in English criminal law and shall be construed in accordance therewith.» Τι συνιστά λοιπό κλοπή στο Κυπριακό δίκαιο καθορίζεται από το άρθρο 255
(1)του Ποινικού Κώδικα ως εξής: «A person steals who, without the consent of the owner, fraudulently and without a claim of right made in good faith takes and carries away anything capable of being stolen with intent of the time of such taking, permanently to deprive the owner thereof.» Ο πιο πάνω ορισμός εφαρμόζεται χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία, με όλα του τα συνθετικά στοιχεία να συντρέχουν, στην περίπτωση που κάποιος παίρνει στην κατοχή του και αποκομίζει την περιουσία κάποιου άλλου χωρίς τη συγκατάθεση του και χωρίς να διεκδικεί οποιοδήποτε νόμιμο δικαίωμα επ' αυτής, με πρόθεση να του την αποστερήσει μόνιμα. Μια κατηγορία η οποία έχει ως υπόβαθρο τέτοια γεγονότα θα πρέπει να βασίζεται στα άρθρα 262 και 255
(1). Όμως, δεν είναι νομικά εφικτή η ένταξη κάτω από τον πιο πάνω ορισμό, η οικειοποίηση περιουσίας από ένα θεματοφύλακα ή ένα συνιδιοκτήτη σ' αυτή. Ο λόγος βασικά, είναι διότι σε μια τέτοια περίπτωση η αρχική ανάληψη της κατοχής της, έγινε με τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη. Και άρα ελλείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή της απουσίας της συγκατάθεσης του ιδιοκτήτη. Εν ολίγοις η οικειοποίηση περιουσίας μετά την ανάληψη της κατοχής της με τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη δεν συνιστά το αδίκημα της κλοπής που καθορίζει ο βασικός ορισμός στο άρθρο 255
(1)πιο πάνω (βλ. R. v. Bryant
(1955)2 All E.R. 406 και ειδικά την παρατήρηση σχετικά του Λόρδου Goddard C.J. στη σελίδα 407, γράμμα D). Το κενό αυτό κάλυψε η επιφύλαξη η οποία ετέθη στο άρθρο 255
(1)- ανάλογη υπάρχει και στο άρθρο 1
(1)της Larceny Act 1916 - και αναφέρει ότι: «Provided that a person may be guilty of stealing any such thing notwithstanding that he has lawful possession thereof if being a bailee or part owner thereof, he fraudulently converts the same to his own use or the use of any person other than the owner.» Με τον πιο πάνω ορισμό έχει εισαχθεί ως συστατικό στοιχείο του αδικήματος της κλοπής ο σφετερισμός (fraudulent convension) που μπορεί να διενεργηθεί μόνο όπως ο νόμος με την πιο πάνω επιφύλαξη ορίζει, δηλαδή από το θεματοφύλακα (bailee) ή τον συνιδιοκτήτη (part owner) περιουσίας. Όπως εύστοχα παρατηρείται σε σχέση με τη συγκεκριμένη αυτή πτυχή στο σύγγραμμα Kenny's Outlines of Criminal Law, 19η έκδοση, 1966, στη σελίδα 283: «The statute places conversion by a bailee on the same footing as stealing by any person by ¨taking and carrying away¨ etc so that an indictment for it need not even contain the word ¨bailee¨.» Η υπόθεση Rogers v. Arnolt
(1960)2 All E.R. 417 αποτελεί ζωντανό παράδειγμα όσον αφορά την εφαρμογή της πιο πάνω επιφύλαξης στο άρθρο 255
(1). Ο δράστης όντας θεματοφύλακας συγκεκριμένου αντικειμένου προσπάθησε να το πωλήσει σε κάποιο τρίτο. Η πράξη του αυτή κρίθηκε ότι συνιστούσε σφετερισμό (fraudulent conversion) των δικαιωμάτων του ιδιοκτήτη, προς όφελος του δράστη και κατά συνέπεια κλοπή εντός της έννοιας της επιφύλαξης του άρθρου 1
(1)της Larceny Act 1916. Περίπτωση σφετερισμού (fraudulent conversion) από θεματοφύλακα κρίθηκε ότι συνιστούσαν και τα γεγονότα της υπόθεσης R. Prentice
(1962)47 Cr. App. R
  1. Στην περίπτωση των άρθρων 266 έως 271, που αφορούν κατάχρηση (embezzlement) ή υπεξαίρεση (fraudulent conversion) περιουσίας, οι ειδικές περιστάσεις που προβλέπει ο Νόμος για τη διάπραξη του κάθε αδικήματος, βασικά, καθορίζουν τον τρόπο καθώς και το χρόνο επιτέλεσης του που είναι άλλος από τον αρχικό χρόνο ανάληψης της κατοχής της περιουσίας. Αυτό είναι αναγκαίο να διευκρινιστεί καθ' ότι στις περιπτώσεις αυτές, όπως και στην περίπτωση του θεματοφύλακα, η περιουσία περιέρχεται αρχικά στην κατοχή του δράστη με τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη. Συνεπώς, δεν υφίστατο και εδώ κατά το χρόνο της λήψης κατοχής (taking), το στοιχείο της απουσίας τέτοιας συγκατάθεσης. Επίσης, να σημειωθεί ότι το καθεστώς της ιδιοκτησίας της περιουσίας στις περιπτώσεις αυτές καθορίζεται από τις πρόνοιες των άρθρων 256 έως
  2. Μια περιουσία για να μπορεί να κλαπεί, θα πρέπει σύμφωνα με το νόμο, να ανήκει σε κάποιο πρόσωπο. Τελικά, όπως διαπιστώθηκε ήδη, οι εν λόγω περιπτώσεις κατέληξαν να αποτελούν ξεχωριστά αδικήματα κλοπής, σε αντίθεση με την περίπτωση του θεματοφύλακα (bailee) και του συνιδιοκτήτη (part owner) περιουσίας, για τους οποίους η θέση του νόμου σχετικά διευκρινίζεται στο βασικό ερμηνευτικό άρθρο 255
(1). Ο λόγος που το Μέρος VI του Ποινικού Κώδικα έχει τη συγκεκριμένη αυτή δομή, ανάγεται, προφανώς, στο ότι ο Άγγλος νομοθέτης θέσπισε πρώτα την πρόνοια για καταστολή της κλοπής η οποία διενεργείται από το θεματοφύλακα ή το συνιδιοκτήτη και μετά θέσπισε τις περιπτώσεις κατάχρησης (embezzlement) και υπεξαίρεσης (fraudulent conversion ή misappropriation) περιουσίας. Αναφορά στο θέμα του χρόνου θέσπισης της σχετικής πρόνοιας για το κάθε αδίκημα γίνεται στην υπόθεση R. v. Bryant, ανωτέρω, καθώς και στο σύγγραμμα Kenny's Outlines of Criminal Law, ανωτέρω, στη σελίδα 342. Περιορίζοντας την αναφορά στο άρθρο 270 που είναι σχετικό στην υπόθεση αυτή, από την ανάγνωση του και μόνο διαπιστώνεται ότι δεν υπάρχει σ' αυτό πρόνοια παρόμοια με αυτή στην επιφύλαξη (proviso) του άρθρου 255
(1), και ειδικότερα αναφορά σε σφετερισμό (fraudulent conversion) από τον κάτοχο της περιουσίας. Να σημειωθεί δε ότι με βάση την αγγλική νομολογία η κλοπή από το θεματοφύλακα (άρθρο 1
(1), επιφύλαξη, του Larceny Act 1916) είναι διαφορετικό αδίκημα από αυτό της υπεξαίρεσης (fraudulent conversion) που προνοείται στο άρθρο 20 του ίδιου νομοθετήματος και προβλέπει, μεταξύ άλλων, για την υπεξαίρεση (fraudulent conversion) περιουσίας η οποία έχει εμπιστευθεί (has been entrusted) ή έχει ληφθεί εκ μέρους ή για λογαριασμό (receıved for or on account). Η διαφορά μεταξύ των δύο επισημαίνεται στις υποθέσεις R. v. Hastings
(1952)Crim. L.R. 128 και R. v. Inman and Mercury Self - Drive Co
(1966)Crim. L.R. 106. Το άρθρο 270 αρχίζει με τη φράση «If the thing stolen is any of the things following», παραπέμποντας έτσι ευθέως στο γενικό ορισμό της κλοπής στο άρθρο 255
(1)1. Οι περιπτώσεις στις οποίες αφορά παρατίθενται στις παραγράφους (α) έως (ε) και αφορούν περιστάσεις κατά τις οποίες ο φερόμενος ως δράστης της κλοπής όταν έλαβε αρχικά κατοχή της περιουσίας είχε τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη. Τελικά, παρά το τι προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο και ειδικά της απουσίας πρόνοιας ότι η οικειοποίηση περιουσίας μετά τη νόμιμη ανάληψη της κατοχής της από το δράστη αποτελεί ουσιαστικά σφετερισμό (fraudulent convention), έχει νομολογιακά αποφασιστεί ότι η τέτοιας μορφής οικειοποίησης συνιστά κλοπή με βάση το άρθρο 255
(1). Σ' αυτό το συμπέρασμα κατάληξε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Soteriou v. The Republic, ανωτέρω. Προφανώς, μετά από έντονο προβληματισμό που τελικώς κατέληξε σε τρεις διαφορετικές αιτιολογίες, ενδεικτικό της δυσκολίας, που υπάρχει ακόμα, εναρμονισμού των διαφόρων εμπλεκομένων προνοιών με τα γεγονότα της υπόθεσης. Ειδικά υπό το φως και τις σχετικής αγγλικής νομολογίας, ιδωμένης πάντοτε μέσα από το άρθρο 3 του Ποινικού Κώδικα. Η υπόθεση αυτή υιοθετήθηκε αργότερα από την υπόλοιπη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου η οποία ασχολήθηκε με το συγκεκριμένο τομέα του ποινικού δικαίου. Είναι δεσμευτική για κάθε δικαστήριο που εκδικάζει υποθέσεις σε τούτο το επίπεδο, ήτοι πρωτόδικα, όσον αφορά το συγκεκριμένο θέμα που πραγματεύεται. Επομένως, δε θα εξεταστεί περαιτέρω αυτή η πτυχή παρά τον προβληματισμό που ομολογουμένως εξακολουθεί να προκαλεί. Όμως στην υπόθεση Soteriou v. The Republic, ανωτέρω, γίνονται και κάποιες γενικές παρατηρήσεις και είναι βοηθητικό για ό,τι θα εξεταστεί περαιτέρω, να υπάρχουν κατά νου. Μια τέτοια παρατήρηση είναι αυτή του Βασιλειάδη Δ στη σελίδα 194. Είχε πει τα εξής: «Once however, section 255 is there, opening the part of the Code covering "Offences Relating to Property" as a definition - section one does not have to look for the meaning; the Court applying the Code, must give to these words and expressions, the meaning provided for them or amplified and settled in the definition section.» Με γνώμονα πάντα, μπορεί να προστεθεί, και την καθοδήγηση που προσφέρουν στο θέμα της ερμηνείας του Ποινικού Κώδικα, γενικά, αλλά και του Μέρους VI αυτού ειδικά, οι πρόνοιες του αριθμού 3, ανωτέρω. Η συζήτηση που έχει προηγηθεί σκοπεί στο να καταδείξει ότι για την απόδειξη οποιουδήποτε των αδικημάτων που προβλέπει το άρθρο 270 θα πρέπει οπωσδήποτε να αποδεικνύεται κλοπή σύμφωνα με το γενικό ορισμό της λέξης αυτής στο άρθρο 255
(1). Και ότι ο ορισμός στην επιφύλαξη (proviso) του ιδίου άρθρου δεν προσφέρεται ως λύση καθ΄ ότι αναφέρεται ρητά ότι εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση του θεματοφύλακα και αυτή του συνιδιοκτήτη περιουσίας. Πηγαίνοντας ένα βήμα παρακάτω η νομολογία αποφάσισε, βασικά, ότι το συστατικό στοιχείο που συνίσταται στην απουσία της συγκατάθεσης του ιδιοκτήτη και που είναι αναγκαίο να υπάρχει για να αποτελεί κλοπή η αρχική ανάληψη της κατοχής και η αποκόμιση (taking and carrying away), δεν είναι απαραίτητο να υπάρχει. Αφού στις περιπτώσεις της κατηγορίας που εμπίπτει και το άρθρο 270 δεν υφίσταται το στοιχείο αυτό ούτως ή άλλως. Δηλαδή, ο φερόμενος ως δράστης λαμβάνει κατοχή της περιουσίας με τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη της. Μια εξήγηση που δυνατό να μπορεί να δοθεί είναι ότι η ανάγκη για απόδειξη του στοιχείου αυτού αίρεται λόγω ακριβώς των προνοιών στο άρθρο 270, από το περιεχόμενο των οποίων εξυπακούεται εξαρχής απουσία του στοιχείου της έλλειψης της συγκατάθεσης του ιδιοκτήτη. Όμως, το απόσπασμα, ανωτέρω, από την απόφαση του Βασιλειάδη Δ δείχνει ότι θα πρέπει οπωσδήποτε να συντρέχουν όλα τα άλλα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Διαφορετική επιλογή από το δικαστήριο θα συνιστά ανεπίτρεπτη παρέμβαση στο έργο του νομοθέτη. Προχωρώντας περαιτέρω, υπάρχει και μια άλλη πτυχή από το γενικό ορισμό του αδικήματος της κλοπής η οποία έχει απασχολήσει ιδιαίτερα. Εντοπίζεται στη φράση "αποκτά κατοχή και αποκομίζει ο,τιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής", "takes and carries away anything capable of being stolen". Από τη κυπριακή νομολογία δε διαπιστώνεται να υπήρξε η πιο πάνω φράση αντικείμενο εξέτασης σε οποιαδήποτε υπόθεση. Σε κάθε μια από τις υποθέσεις Soteriou v. The Republic, Platritis v. The Police και Iacovou v. The Republic, ανωτέρω, κρίθηκε ότι η οικειοποίηση από τον κατηγορούμενο των συγκεκριμένων χρημάτων τα οποία είχαν περιέλθει προηγουμένως νόμιμα στην κατοχή του, συνιστούσε κλοπή εντός της έννοιας του άρθρου 255
(1). Στην υπόθεση Platritis v. The Police υπάρχει και το ακόλουθο απόσπασμα, στην απόφαση του Βασιλειάδη Πρ. στη σελίδα 188, που δείχνει ότι το Δικαστήριο είχε κατά νου την πιο πάνω φράση και την ανάγκη για απόδειξη όλων των συνθετικών της στοιχείων προκειμένου να αποδεικνύετο το αδίκημα της κλοπής. Αναφέρει συγκεκριμένα: «By taking the money in order to use it for a purpose other than that for which it was entrusted to him, the appellant did deprive the owner permanently of the property in certain particular bank-notes or bills, notwithstanding his intention to replace them later, with other notes or bills of equivalent value». Το πιο πάνω απόσπασμα είναι ενδεικτικό ότι το αντικείμενο της κλοπής θα πρέπει να είναι συγκεκριμένη περιουσία η οποία σύμφωνα με το άρθρο 255
(1)είναι δυνατό να καταστεί αντικείμενο κλοπής, "(is) capable of being stolen" και της οποίας ο δράστης αποκτά την κατοχή και την αποκομίζει, "takes and carries away". Στην αγγλική νομική ορολογία για την τελευταία φράση χρησιμοποιείται και ο όρος "asportation". Η απόδοση στην επίμαχη φράση της πιο πάνω έννοιας υιοθετείται εμμέσως πλην σαφώς στην υπόθεση Χαραλάμπους v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 14 όπου επικροτείται η πρωτόδικη διαπίστωση ότι η κλοπή εκεί διαπράχθηκε σε σχέση με το προϊόν της επιταγής μετά που αυτή εξαργυρώθηκε και όχι σε σχέση με την ίδια την επιταγή. Ενώ πρόσθετα παρατηρείται ότι το αδίκημα του άρθρου 267, κλοπή από δημόσιο λειτουργό, "προϋποθέτει συνύπαρξη των συστατικών στοιχείων της κλοπής κατά το άρθρο 255". Η διαπίστωση των στοιχειών που περιέχονται στην εν λόγω φράση είναι εκ των ων ουκ άνευ για την απόδειξη του αδικήματος της κλοπής. Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς γιατί συμπεριλήφθηκε η φράση αυτή στον ορισμό της κλοπής που δίδεται με το άρθρο 255
(1). Είναι γιατί συμπεριλήφθηκε στον Ποινικό Κώδικα ο οποίος υιοθετήθηκε για την Αποικία της Κύπρου το 1928 και όχι μόνο γι' αυτή, όπως καταδεικνύεται στην υπόθεση Soteriou v. The Republic, ανωτέρω, στη σελίδα 195. Αλλά και γιατί ακολούθησε στη διατύπωση του πιστά το άρθρο 1
(1)της αγγλικής Larceny Act 1916 η οποία αναπαρήγαγε το κοινοδίκαιο όπως ίσχυε την τότε εποχή. Σχετική αναφορά γίνεται στο σύγγραμμα Kenny's Outlines of Criminal Law, ανωτέρω, στη σελίδα 264. Το δύσκολο είναι να αντιληφθεί κανείς γιατί δεν υπήρξε αναθεώρηση του συγκεκριμένου τομέα του δικαίου δεδομένου μάλιστα των ερμηνευτικών δυσκολιών που αντιμετώπισε το Εφετείο στην προαναφερθείσα υπόθεση Soteriou v. The Republic. Όμως, δεν είναι για το δικαστήριο να απαντήσει το ερώτημα αυτό. Τα επιμέρους στοιχεία της πιο πάνω φράσης ερμηνεύονται στο εδάφιο
(2)του άρθρου 255, ως εξής: «2 (α) the expression «takes» includes obtaining the possession - (
  1. i)by any trick; (
  2. ii)by intimidation; (iii) under a mistake on the part of the owner with knowledge on the part of the taker that possession has been so obtained;` (
  3. iv)by finding, where at the time of the finding the finder believes that the owner can be discovered by taking reasonable steps; (
  4. b)the expression "carries away" includes any removal of anything form the place which it occupies, but in the case of a thing attached, only if it has been completely detached. (
  5. c)the expression "owner" includes any part owner, or person having possession or control of, or a special property in, anything capable of being stolen.» Τα ανωτέρω αποτελούν πιστή μεταφορά από τη Larceny Act 1916 και συγκεκριμένα του άρθρου 1
(2). Σχολιάζοντας τον όρο «takes», "αποκτά", και την ερμηνεία του στην προαναφερόμενη αγγλική νομοθεσία ο συγγραφέας του συγγράμματος Kenny's Outlines of Criminal Law διαπιστώνει στη σελίδα 266 το εξής: «The taking must be a seizing of the thing acquisitively. It is not enough merely to touch the thing, or to move it, or even to pick it up if these actions are no more than inquisitive in order to ascertain what the thing is. What is needed is a taking into possession. Hence the words of sect 1
(2)(i) {το αντίστοιχο του άρθρου 255
(2)(α)} must be carefully considered: «the expression "takes" includes obtaining the possession ...». These words and those which follow explain the scope of subsection
(1)by amplifying the meaning of the one word "takes" which figures therein». Ο πιο πάνω όρος αποτελεί ουσιώδη συστατικό στοιχείο του αδικήματος της κλοπής και όπως καταδεικνύει το πιο πάνω απόσπασμα η έκταση της εφαρμογής του δίδεται από το ίδιο το άρθρο 255
(2)(α). Στην αναγκαιότητα συνύπαρξης και του στοιχείου «carries away» ως συστατικό στοιχειό της κλοπής, αναφέρθηκε ο Winn LJ στην υπόθεση Martin v. Puttick
(1967)1 All E.R. 899 στη σελίδα 903 με την εξής διαπίστωση: «The point which ultimately presents itself is so fine and academic ...and it is this: whether there was any asportation of these chops by the respondent such as is required as an essential element of the offence of larceny, in carrying away of the chops". Όπως ο ίδιος δικαστής, ουσιαστικά, παρατηρεί στην υπόθεση R. v. Cockburn
(1968)1 All E.R. 466, η ευτελής αξία της περιουσίας, αντικείμενο της κλοπής, δεν έχει σημασία. Εκείνο που απαιτείται είναι να αποδεικνύονται όλα τα συστατικά του αδικήματος αυτού. Συγκεκριμένα, το θέτει ως εξής, στη σελίδα 468: «.. whereas larceny may vary very greatly indeed to the extent, one might say, of the whole heavens between grave theft and a taking which, whilst technically larcenous, reveals no moral obloquy and does no harm at all, it is nevertheless quite essential always to remember what are the elements of larceny and what are the complete and total elements of larceny, that is to say, taking the property of another person against the will of that other person without any claim of right so to do, and with the intent at the time of taking it permanently to deprive the owner of it.» Το πιο πάνω απόσπασμα στη ουσία του αντηχεί τη δήλωση του Βασιλειάδης Δ στο απόσπασμα το οποίο παρατίθεται πιο πάνω από την υπόθεση Soteriou v. The Republic, στη σελίδα 194. Παράδειγμα για το τι δεν εμπίπτει στον όρο «carries away» και τον ερμηνευτικό ορισμό του ότι «includes any removal of anything from the place which it occupies» προσφέρει η υπόθεση R. v. Davenport
(1954)1 All E.R. 602. Η υπόθεση αυτή αφορούσε την περίπτωση ενός εργοδοτούμενου σε μια εταιρεία στον οποίο εδίδοντο ασυμπλήρωτες υπογραμμένες επιταγές από τους διευθυντές της προκειμένου να τις συμπληρώσει ο ίδιος με τα ονόματα των πιστωτών της εταιρείας και έτσι να προβεί στην πληρωμή τους. Όμως, αντί αυτού συμπλήρωνε το όνομα της τράπεζας των δικών του πιστωτών, αποπληρώνοντας με τον τρόπο αυτό τα δικά του χρέη. Όταν εξαργυρώνετο μια επιταγή χρεώνετο ο τραπεζικός λογαριασμός της εταιρείας και πιστώνετο αυτός του πιστωτή του κατηγορούμενου. Υπό αυτές τις περιστάσεις ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε και καταδικάστηκε πρωτόδικα για το αδίκημα της κλοπής από εργοδοτούμενο και συγκεκριμένα των χρημάτων προϊόν των επιταγών που είχε διαθέσει κατά τον πιο πάνω αναφερόμενο τρόπο. Το Αγγλικό Εφετείο ακύρωσε την καταδίκη. Η απόφαση σχετικά από το Λόρδο Goddard C.J. εξηγεί το πώς και γιατί: «For some reason or another the indictment charged the appellant with stealing all this money. That could only have been done, I think, because throughout this case there was a misapprehension, under which everyone seems to have been, with regard to the more or less elementary principles of the law of banking and the law of larceny. There was no larceny here because in larceny there must be an asportation. I think the fallacy that led to this charge of stealing money was this. It was thought that, because the master' s account became debited, that was enough to make a theft, but, although we talk about people having money in a bank, the only person who has money in a bank is the banker. If I pay money into my bank, either by paying cash or a cheque, that money at once becomes the money of the banker. The relationship between banker and customer is that of debtor and creditor. He does not hold my money as an agent or trustee. The leading case of Foely v. Hill (1843-60) All E.R. Rep.16 exploted that idea. When the banker is paying out, whether in cash over the counter or whether by crediting the bank account of somebody else, he is paying out his own money, not my money, but his is debiting me in my account with him. I have a chose in action, that is to say, I have a right to expect that the banker will honour my cheque, but he does it out of his own money. Therefore, this money paid on these cheques was the banker' s money, though it led to the customer' s account being debited. If the appellant had been charged with the fraudulent conversion of the cheques, there could have been no answer at all, but he was charged with larceny, and it is quite obvious that he could not be convicted of larceny because he did not steal the company' s money. He caused their account to be debited, but that is not the stealing of money.» Η πιο πάνω περίπτωση περιγράφεται στον Archbold Criminal Pleading Evidence & Practice 36η έκδοση, 1966, στη σελίδα 638, παράγραφο 1727 με πιο απλούς όρους, ως εξής: «The appellant was in each case convicted of larceny as a servant of the sum of money represented by the cheque. It was held by the Court of Criminal Appeal that with regard to the cheques ... the conviction of larceny of money must be quashed because there has been no asportation as no money had changed hands. All that had happened on the presentation of each of the cheques, was that in regard to money belonging to the bank (Hill v. Foley (1843-60) All E.R. Rep. 16) one customer's account had been debited, and another' s credited, with the amount whereby the bank became liable to pay that amount on demand not to the order of the first but to the order of the second customer and there had been, accordingly, a matter of accountancy only». Όπως διαπιστώνεται στην υπόθεση, ανωτέρω, με τον τρόπο που μετέρχετο ο κατηγορούμενος, είχεν οικειοποιηθεί πολλές χιλιάδες λίρες, περιουσία της εταιρείας που τον εργοδοτούσε. Εντούτοις δεν ήταν νομικά εφικτό με βάση τον ορισμό της κλοπής στη Larceny Act 1916, που είναι πανομοιότυπος του ορισμού για το αδίκημα αυτό στο άρθρο 255
(1), να κρινόταν ένοχος για κλοπή. Βέβαια, έκτοτε τα πράγματα έχουν αλλάξει στην Αγγλία όσον αφορά το συγκεκριμένο αυτό τομέα του ποινικού δικαίου. Θεσπίστηκε το 1968 η Theft Act. Και ενώ, όπως αναγνωρίστηκε στην υπόθεση Attorney Generals' Reference (No 1 of 1983)
(1984)3 All E.R. 369, η φύση της προαναφερθείσας τραπεζικής συναλλαγής παραμένει κατά το νόμο η ίδια, συγκεκριμένες πρόνοιες της Theft Act 1968 καθιστούν πλέον τέτοιες περιπτώσεις όπως η πιο πάνω αξιόποινες. Η μαρτυρία η οποία είναι σχετική με την υπό εξέταση πτυχή εντοπίζεται κυρίως στα όσα κατέθεσε ο ποινικός ανακριτής, κ. Κωνσταντίνος Καψάλης (ΜΚ2). Πριν όμως προχωρήσω να εξετάσω στη λεπτομέρεια της τη μαρτυρία του κ. Καψάλη είναι, πιστεύω, χρήσιμο να γίνει αναφορά σε κάποια μαρτυρία η οποία τείνει να δείξει πως ανεφύη η υπόθεση όσον αφορά στις υπό εξέταση κατηγορίες. Κατ' αρχάς, αποτελεί κοινό τόπο ότι το Ταμείο Συντάξεων και Χορηγημάτων της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (το Ταμείο) είχε κατά τον ουσιώδη χρόνο στην ιδιοκτησία του σημαντικά περιουσιακά στοιχεία στα οποία περιλαμβάνονταν χρήματα κατατεθειμένα σε τράπεζες καθώς επίσης και μετοχές εταιρειών οι οποίες ήσαν εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Σε τρεις περιπτώσεις, αρχίζοντας από το 2001, το Ταμείο συνήψε συμφωνίες με εταιρείες του συγκροτήματος Suphire με βάση τις οποίες τους ανάθετε τη διαχείριση μέρους των περιουσιακών του στοιχείων με προοπτική την αποκόμιση κέρδους για απαύξηση της περιουσίας του. Τις πρώτες δύο συμφωνίες τις συνήψε στις 6.3.2001 και στις 12.11.2001, αντίστοιχα, με την εταιρεία Suphire Asset Management Limited και ήσαν τριετής. Την τρίτη συμφωνία τη συνήψε το Ταμείο με τη Suphire Securities & Financial Services Limited, που είναι η κατηγορούμενη εταιρεία, στις 11.11.2003, είναι το τεκμήριο 1Α. Η συμφωνία αυτή φέρεται να σχετίζεται άμεσα με την παρούσα υπόθεση. Ήταν και αυτή τριετής και προέβλεπε την παραχώρηση, στην κατηγορούμενη εταιρεία, χαρτοφυλακίου αποτελούμενο από εισηγμένες μετοχές είκοσι πέντε εκδοτών συνολικής αξίας Λ.Κ.5.947.
  1. Οι μεγαλύτερες σε αξία ήσαν αυτές τριών τραπεζών και αντιστοιχούσαν με το 90%, περίπου, της αξίας του όλου χαρτοφυλακίου. Με βάση τις πρόνοιες της εν λόγω συμφωνίας, η διαχείριση του χαρτοφυλακίου θα ήταν πλήρους διακριτικής ευχέρειας με δικαίωμα όμως άμεσου τερματισμού της από οποιοδήποτε μέρος κατόπιν γραπτής ειδοποίησης. Στην εφαρμογή της συμφωνίας αυτής από την κατηγορούμενη εταιρεία ως διαχειρίστριας του χαρτοφυλακίου, επικεντρώθηκε ως επί το πλείστον η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, προκειμένου να αποδείξει τις διαζευκτικές κατηγορίες για κλοπή. Εν ολίγοις ό,τι φέρεται να εκλάπη είναι το προϊόν από τις αγοραπωλησίες μετοχών που πραγματοποίησε η κατηγορούμενη εταιρεία με βάση την εν λόγω συμφωνία. Οι συνθήκες υπό τις οποίες αποκαλύφτηκαν τα ισχυριζόμενα αδικήματα είναι οι εξής: Στο πλαίσιο της πιο πάνω συμφωνίας, η κατηγορούμενη εταιρεία υποχρεούτο να ενημερώνει κατά τακτά διαστήματα το Ταμείο σε σχέση με τη διαχείριση του εν λόγω χαρτοφυλακίου. Προς το σκοπό αυτό παραδίδοντο κατά καιρούς σε κατ' ιδίαν συναντήσεις που είχαν αξιωματούχοι της κατηγορούμενης εταιρείας και του Ταμείου ή σε ορισμένες περιπτώσεις αποστέλλοντο σ' αυτό κάποιες καταστάσεις οι οποίες έδειχναν το περιεχόμενο του χαρτοφυλακίου κατά το χρόνο που αναγράφετο σ' αυτές. Περαιτέρω, μέσα στον Ιανουάριο του 2005 η λειτουργός του Ταμείου κα. Άννα Χριστοφόρου (ΜΚ22) είχε ζητήσει μια τέτοια κατάσταση από την κατηγορούμενη εταιρεία αναφορικά με το χαρτοφυλάκιο ως είχε στις 31.12.
  2. Ανάλογη κατάσταση είχε ζητήσει και για τις 31.12.
  3. Την ήθελε για να την περιλάβει στους τελικούς λογαριασμούς του Ταμείου για το
  4. Συγχρόνως, η κα Χριστοφόρου προέβη σε σύγκριση της προαναφερθείσας κατάστασης με μια αντίστοιχη κατάσταση που εξασφάλισε από το Χρηματιστήριο. Διαπίστωσε ότι η τελευταία δε συμφωνούσε με την κατάσταση την οποία είχε εκδώσει η κατηγορούμενη εταιρεία. Υπήρχε έλλειμμα μετοχών σε βάρος του Ταμείου. Όπως ανάφερε η κα Χριστοφόρου, προέβη στην πιο πάνω διαπίστωση στο τέλος Φεβρουαρίου του
  5. Ενημέρωσε σχετικά τον προϊστάμενο της κ. Ιωάννη Κουμέρα (ΜΚ17), πρόεδρο της επιτροπής η οποία ασχολείται με τις καθημερινές εργασίες του Ταμείου. Όταν οι ενέργειες τους προς τον Ιωάννη Ανδρονίκου, κατηγορούμενο 2, δεν απέδωσαν για εξάλειψη της διαφοράς και κάλυψης του ελλείμματος, στις 9.3.2005 ενημέρωσαν σχετικά τον πρόεδρο της Διαχειριστικής Επιτροπής του Ταμείου κ. Ανδρέα Λουρουτζιάτη (ΜΚ20). Με την εμπλοκή και του τελευταίου εντάθηκαν οι προσπάθειες προς την κατεύθυνση του κατηγορούμενου 2 για αποκατάσταση των μετοχών του Ταμείου. Ο κατηγορούμενος υποσχόταν ότι θα συμμορφωνόταν προς τις απαιτήσεις τους και υπέγραψε και μια επιστολή ημερομηνίας 8.3.2005, τεκμήριο 373, η οποία είχε γίνει καθ' υπαγόρευση του κ. Κουμέρα και σ' αυτήν εξέθετε την πιο πάνω θέση. Στο πλαίσιο των προσπαθειών τους αυτών την επομένη ημέρα 10.3.2005, εξασφάλισαν και ένα γραμμάτιο για ποσό ύψους Λ.Κ. 9.500.000 από την κατηγορούμενη 3, Ρέα Ανδρονίκου, τεκμήριο
  6. Όταν όλες οι προσπάθειες που κατέβαλαν οι αξιωματούχοι και οι λειτουργοί του Ταμείου απέτυχαν να επιφέρουν την αποκατάσταση του ελλείμματος, υποβλήθηκε στις 15.3.2005 σχετική καταγγελία στο Γενικό Εισαγγελέα. Προς το σκοπό διερεύνησης της αυτός διόρισε δύο ποινικούς ανακριτές. Επειδή το αντικείμενο της καταγγελίας ήταν εξειδικευμένο διόρισε πρόσωπα με γνώσεις και πείρα στα λογιστικά και στα του Χρηματιστηρίου. Ο ένας είναι ο κ. Κωνσταντίνος Καψάλης (ΜΚ2), ο οποίος διορίστηκε στις 28.3.2005 και ο άλλος ο κ. Παναγιώτης Χριστοφόρου (ΜΚ3), ο οποίος διορίστηκε στις 6.4.
  7. Θα διεξήγαγε ξεχωριστή έρευνα ο καθένας με βάση τους όρους διορισμού του. Με το πέρας της έρευνας του ετοίμασε ο καθένας τη δική του ξεχωριστή έκθεση. Είναι τα τεκμήρια 470 και 476, αντίστοιχα. Όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως, πλέον σχετική είναι η έρευνα του κ. Καψάλη η οποία διείσδυσε στον πυρήνα της υπόθεσης, όπως θα φανεί και από τη μαρτυρία του. Μεταθέτοντας για λίγο ακόμα την εξέταση της μαρτυρίας αυτής να αναφέρω ότι συγχρόνως με την ποινική διερεύνηση της υπόθεσης, διεξήγετο και εσωτερική έρευνα από το Ταμείο υπό την καθοδήγηση και εποπτεία του κ. Χαρίλαου Χατζηγέρου (ΜΚ9). Είναι αυτός που υπογράφει και την έκθεση που ετοιμάστηκε σχετικά, ημερομηνίας 9.5.2005 και τιτλοφορείται "Έκθεση αναφορικά με τον υπολογισμό του ελλείμματος στο χαρτοφυλάκιο μετοχών του Ταμείου Συντάξεων και Χορηγημάτων της ΑΗΚ, στις 15 Μαρτίου 2005". Κατατέθηκε και σημειώθηκε τεκμήριο
  8. Όπως αναφέρεται περαιτέρω στην παράγραφο 1 η έρευνα αυτή έγινε "με σκοπό τη λεπτομερή καταγραφή των χρηματιστηριακών πράξεως στις οποίες προέβη ο Όμιλος Suphire για λογαριασμό του Ταμείου κατά την περίοδο ισχύος των τριών συμφωνιών, όπως αυτές φαίνονται στις καταστάσεις του ΧΑΚ και την σύγκριση τους με τα αρχεία του Ταμείου με απώτερο σκοπό τον υπολογισμό του συνολικού ελλείμματος". Για την ακρίβεια επρόκειτο για λογιστικό έλεγχο ο οποίος διεξήχθη με βάση τρεις διαφορετικές μεθοδολογίες. Πλέον ουσιαστική στη διενέργεια του ελέγχου αυτού ήταν η συμμετοχή της κας Ζήνας Αδάμαντος (ΜΚ21), η οποία εξήγησε με λεπτομέρεια την εργασία η οποία έγινε δικαιολογώντας τα ευρήματα του ελέγχου τους. Το έλλειμμα το οποίο βρήκαν ότι υπήρχε σε σχέση με την τρίτη συμφωνία, τεκμήριο 1Α, η οποία ήταν γνωστή με τον κωδικό ΤΣΑΗΚ 12, εφαρμόζοντας τη μεθοδολογία Γ, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των Λ.Κ.4.804.
  9. Όπως αναφέρεται στην έκθεση στη σελίδα 4 (Μεθοδολογία Γ, παράγραφος 3), το έλλειμμα σε σχέση με την εν λόγω συμφωνία "αντιπροσωπεύει τις καθαρές εισπράξεις από αγοραπωλησίες τίτλων μείον ποσό που καταβλήθηκε από Suphire προς το Ταμείο". Ό,τι αποκαλύπτει η πιο πάνω μαρτυρία είναι ότι κατά τη χρονική περίοδο που ίσχυε η συμφωνία της 11.11.2003, τεκμήριο 1Α, και μέχρι τον τερματισμό της στις 15.3.2005, η κατηγορούμενη εταιρεία πραγματοποίησε πωλήσεις μετοχών αξίας πέραν αυτής των αγορών που πραγματοποίησε κατά την ίδια περίοδο, της τάξης των Λ.Κ.4.804.
  10. Όπως αναφέρεται στην έκθεση, σελίδα 1, παράγραφος 5, επρόκειτο για μετοχές που όπως υπέθεσαν, τουλάχιστον για κάποιες από αυτές, περιλαμβάνονταν στο χαρτοφυλάκιο που διαλάμβανε η πιο πάνω συμφωνία καθώς και άλλες τις οποίες η κατηγορούμενη εταιρεία είχε μεταφέρει στο λογαριασμό της ως μέλος, χειριστής από το γενικό αποθετήριο (Global) χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση του Ταμείου. Δεν αποκαλύπτει όμως η πιο πάνω μαρτυρία πως διακινήθηκε και τι απέγινε το πιο πάνω ποσό. Ίδιο ήταν το αντικείμενο και της έρευνας του ποινικού ανακριτή κ. Χριστοφόρου η οποία έγινε συγχρόνως με τον εσωτερικό έλεγχο του Ταμείου. Όπως ανάφερε ο κ. Χριστοφόρου στην έκθεση του, τεκμήριο 476, αλλά και προφορικά ενώπιον του δικαστηρίου, χρησιμοποιώντας πραγματικά στοιχεία που έλαβε από το Χρηματιστήριο και αφορούσαν αγοραπωλησίες μετοχών που πραγματοποίησε η κατηγορούμενη εταιρεία στο πλαίσιο της προαναφερθείσας συμφωνίας, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι είχε εισπραχθεί από τις πωλήσεις οι οποίες ήσαν περισσότερες από τις αγορές ποσό ύψους Λ.Κ.4.994.770.
  11. Δεν διερεύνησε όμως περαιτέρω για να διαπιστώσει αν εισπράχθηκε από την κατηγορούμενη εταιρεία το πιο πάνω ποσό και τι απέγινε τελικώς. Και ούτε αν προκύπτει ποινική ευθύνη οποιουδήποτε προσώπου για οποιοδήποτε αδίκημα σε σχέση με αυτό. Όμως, όλα τα σχετικά στοιχεία που χρησιμοποίησε για να καταλήξει στο πιο πάνω αποτέλεσμα τα παρέδωσε σε ηλεκτρονική μορφή στον κ. Καψάλη. Όπως ήταν φυσικό κατέληξε και ο τελευταίος στο ίδιο αποτέλεσμα και ειδικότερα στο ίδιο πιο πάνω ποσό, όσον αφορά τη συγκεκριμένη πτυχή. Στη συνέχεια όμως η έρευνα του επεκτάθηκε και στη διερεύνηση της διακίνησης του ποσού αυτού. Για τον πιο πάνω σκοπό ο κ. Καψάλης μελέτησε μεγάλο αριθμό τραπεζικών καταστάσεων λογαριασμών που τηρούσε η κατηγορούμενη εταιρεία κυρίως με την Τράπεζα Κύπρου. Εξηγά στην έκθεση του, τεκμήριο 470 τι ήταν αυτό που τον έκανε να στρέψει την έρευνα του προς την κατεύθυνση αυτή. Όπως αναφέρει στη σελίδα 14 κάθε μέλος του Χρηματιστηρίου και η κατηγορούμενη εταιρεία έχει την ιδιότητα αυτή, διατηρεί λογαριασμό χρηματικού διακανονισμού στην Τράπεζα Κύπρου όπου διατηρεί αντίστοιχο λογαριασμό και το Χρηματιστήριο. Ο λογαριασμός της κατηγορούμενης εταιρείας ήταν ο υπ΄ αριθμό 118-01-
  12. Ήταν ο λογαριασμός που χρησιμοποιούσε συστηματικά και σ΄ αυτόν μεταφέρονταν αυτόματα από το λογαριασμό χρηματικού διακανονισμού του Χρηματιστηρίου το προϊόν των πωλήσεων όταν η αξία τους υπερέβαινε αυτή των αγορών. Στη συνέχεια τα χρήματα αυτά μεταφέρονταν στο λογαριασμό πελατών με αριθμό 182-01-009266 τον οποίο η κατηγορούμενη εταιρεία διατηρούσε στην προαναφερθείσα τράπεζα. Στο λογαριασμό αυτό είχαν μεταφερθεί από το Νοέμβριο του 2003 μέχρι τις 17.3.2005 διάφορα ποσά συμποσούμενα σε Λ.Κ.6.817.728.
  13. Μέρος του ποσού αυτού και συγκεκριμένα το 73%, το οποίο αντιπροσωπεύεται από το ποσό των Λ.Κ.4.994.771.46, είχε προέλθει από τις πωλήσεις μετοχών του Ταμείου στο πλαίσιο της συμφωνίας της 11.11.2003, τεκμήριο 1Α. Κατά την ίδια πιο πάνω περίοδο η κατηγορούμενη εταιρεία διατηρούσε στην προαναφερθείσα τράπεζα και τρεχούμενο λογαριασμό παρατραβήγματος με αριθμό 182-11-
  14. Έγιναν δε σ΄ αυτό κατά την ίδια πιο πάνω περίοδο καταθέσεις και μεταφορές χρημάτων που ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των Λ.Κ.6.198.717.
  15. Οι καταθέσεις έγιναν με τη χρήση 225 επιταγών τις οποίες είχε εκδώσει η κατηγορούμενη εταιρεία από τον προαναφερόμενο λογαριασμό πελατών με δικαιούχο την ίδια. Ανέρχονταν όλες μαζί στο ποσό των Λ.Κ.5.751.
  16. Όπως αναφέρει ο κ. Καψάλης στην έκθεση του (σελίδα 13), μέσω του εν λόγω λογαριασμού παρατραβήγματος η κατηγορούμενη εταιρεία διεκπεραίωνε τις καθημερινές της συναλλαγές που περιλάμβαναν μεταξύ άλλων πληρωμές μισθών, κοινωνικών ασφαλίσεων και άλλων εξόδων που σχετίζονταν με την επιχείρηση που διεξήγαγε η κατηγορούμενη εταιρεία. Όσο για τη μεταφορά του υπολοίπου ποσού από το λογαριασμό πελατών προς το λογαριασμό παρατραβήγματος, δεν υπάρχει μαρτυρία πως έγινε και ποιος έδωσε τις σχετικές οδηγίες. Στην πιο πάνω χρήση του εν λόγω λογαριασμού παρατραβήγματος έκανε αναφορά στη μαρτυρία της και η υπάλληλος της κατηγορούμενης εταιρείας κα Μιράντα Συμεού (ΜΚ12), προσθέτοντας περαιτέρω ότι για την έκδοση των επιταγών έπαιρνε οδηγίες από άλλη υπάλληλο, τη Μαρία Κοσιάρη, (ΜΚ25), το οποίο επιβεβαίωσε και η ίδια, όμως για την υπογραφή τους τις έπαιρνε είτε στο Γιάννο Ανδρονίκου είτε στη Ρέα Ανδρονίκου, τους κατηγορούμενους 2 και
  17. Δεν έχει αναφερθεί στη μαρτυρία εάν από το λογαριασμό παρατραβήγματος γίνονται πληρωμές με άλλο τρόπο, δηλαδή εκτός από επιταγές. Έχουν δε κατατεθεί προς το σκοπό απόδειξης των πληρωμών που είχαν γίνει από τον εν λόγω λογαριασμό κατά τον ουσιώδη χρόνο εβδομήντα επιταγές τις οποίες η κατηγορούμενη εταιρεία είχε εκδώσει προς διάφορα φυσικά και νομικά πρόσωπα. Στο σημείο αυτό να υπενθυμίσω ότι με βάση τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών 21 και 24, το αδίκημα της κλοπής φέρεται να διαπράχθηκε με πανομοιότυπο τρόπο. Όπως συγκεκριμένα αναφέρεται και στις δύο στο καταληκτικό και επεξηγηματικό, συγχρόνως, μέρος των λεπτομερειών, η κλοπή διαπράχθηκε όταν οι κατηγορούμενοι «μετέφεραν το προαναφερθέν χρηματικό ποσό (των Λ.Κ.4.888.150 το οποίο ο κ. Καψάλης διόρθωσε σε Λ.Κ.4.994.771.46) σε τραπεζικό λογαριασμό παρατραβήγματος της 1ης κατηγορούμενης εταιρείας και το οικειοποιήθηκαν». Εν ολίγοις η κλοπή διαπράχθηκε όχι κατά τη μεταφορά των χρημάτων από το λογαριασμό πελατών στο λογαριασμό παρατραβήγματος αλλά με τις πληρωμές που ακολούθως εγίνοντο από αυτόν. Εν πάση περιπτώσει, η μαρτυρία καταδεικνύει ότι πληρωμές και από τους δύο λογαριασμούς είχαν γίνει μόνο με επιταγές. Στην περίπτωση του λογαριασμού πελατών εκδόθηκαν 255 επιταγές, τα τεκμήρια 74 έως 298 για συνολικό ποσό Λ.Κ.5.751.800 με το οποίο χρεώθηκε ο λογαριασμός αυτός και πιστώθηκε ο λογαριασμός παρατραβήγματος στον οποίο φέρεται να είχαν κατατεθεί οι εν λόγω επιταγές. Ενώ κατά τον ίδιο ουσιώδη χρόνο από το λογαριασμό παρατραβήγματος είχαν εκδοθεί εβδομήντα επιταγές προς διάφορα πρόσωπα για το συνολικό ποσό των Λ.Κ.3.809.752.70 και προφανώς χρεώθηκε ο εν λόγω λογαριασμός. Ο τρόπος διακίνησης των πιο πάνω χρηματικών ποσών από την κατηγορούμενη εταιρεία στην περίπτωση είτε του ενός είτε του άλλου λογαριασμού, σαφώς δεν αποτελεί απόκτηση κατοχής και αποκόμιση ("taking and carrying away"), συγκεκριμένων χρημάτων, προϋπόθεση την οποία θέτει το άρθρο 255
(1), όπως προσπάθησα να καταδείξω πιο πάνω με αναφορά στην αγγλική νομολογία, προκειμένου να υπάρχει κλοπή. Η εμμονή δε και της κυπριακής νομολογίας για πιστή εφαρμογή της έννοιας της κλοπής που δίδεται με το πραναφερόμενο άρθρο, ουσιαστικά, οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα με δεδομένο ότι το άρθρο αυτό είναι πανομοιότυπο με το άρθρο 1
(1)της Larceny Act 1916. Συνεπώς, η μεταφορά χρημάτων με επιταγή που ούτως ή άλλως καταλήγει σε κάποιο τραπεζικό λογαριασμό άλλο από αυτό από τον οποίο έχει εκδοθεί, συνοδευόμενη από τις ανάλογες χρεοπιστώσεις των δύο λογαριασμών, όπως καταδεικνύει η υπόθεση R v. Davenport, ανωτέρω, δε συνιστά κλοπή του ποσού που αντιπροσωπεύει η επιταγή. Απουσιάζει το στοιχείο της απόκτησης κατοχής και αποκόμισης (taking and carrying away) των ίδιων των χρημάτων, προϋπόθεση που αποτελεί αναπόσπαστο συστατικό της έννοιας της κλοπής, με βάση το άρθρο 255
(1), ανωτέρω. Με τα μέσα δε που έχει θέσει σήμερα η επιστήμη στη διάθεση των τραπεζών αλλά και του κάθε ανθρώπου ξεχωριστά, μπορεί μια δόλια μεταφορά χρημάτων να γίνει μέσω του διαδικτύου. Δεν διαφέρει στην ουσία της η παρούσα περίπτωση από το παράδειγμα αυτό. Όμως, πόρρω απέχουν και η μία και η άλλη, όσο δόλια και αν είναι η πρόθεση του δράστη, από το να αποτελεί κλοπή με την κλασσική έννοια του όρου αυτού στο προαναφερθέν άρθρο. Είναι δε χρήσιμο να υπάρχει πάντοτε κατά νου η παρατήρηση του Δικαστή Sachs στην υπόθεση Thompson v. Nixon
(1965)2 All ER 741 στη σελίδα 744 ότι: "Dealing as we are today with a statute that affects the liberty of the subject, it does not seem to me that it is permissible to adopt a different construction of the relevant words to that which has so long stood as law, and now for the first time in effect to construe them adversily to the appellant". Αναφερόταν στον ορισμό της λέξης "bailee" που απαντάται στην επιφύλαξη του άρθρου 1
(1)του Larceny Act 1916 και στην άρνηση του δικαστηρίου στην υπόθεση εκείνη να δεχθεί ότι κάποιος που βρίσκει ένα αντικείμενο και το παίρνει στην κατοχή του, καθίσταται θεματοφύλακας του ("bailee"). Το ίδιο επιφυλακτικό θα πρέπει πιστεύω, με όλο το δέοντα σεβασμό προς την αντίθετη άποψη, να είναι το δικαστήριο και στην παρούσα περίπτωση ώστε να φανεί αργό στην υιοθέτηση ενός καινοτόμου ορισμού της πιο πάνω πρόνοιας παραμερίζοντας ό,τι έχει για πάρα πολλά χρόνια καθιερωθεί και ισχύσει με βάση τη νομολογία, δηλαδή την φυσική λήψη κατοχής και αποκόμισης ενός αντικειμένου για να μπορεί να συνιστά η πράξη αυτή κλοπή, και αναλαμβάνοντας το ίδιο το ρόλο του νομοθέτη. Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω κατάληξης και μόνο, δε θα καλούσα τους κατηγορούμενους να προβούν στην υπεράσπιση τους. Όμως, υπάρχουν και άλλοι λόγοι για τους οποίους δε θα ήταν δυνατό αυτοί να κληθούν στο στάδιο αυτό. Τα επόμενα δύο θέματα αφορούν επιμέρους πτυχές των αντίστοιχων προνοιών του άρθρου 270 στις οποίες βασίζονται οι κατηγορίες 21 και 24 σε συνάρτηση με τις λεπτομέρειες που δίδονται στο κατηγορητήριο για την κάθε μια από αυτές και τη σχετική μαρτυρία. Αρχίζοντας από την κατηγορία 21 αυτή στηρίζεται στην πρόνοια του άρθρου 270(γ), και στις λεπτομέρειες αδικήματος γίνεται αναφορά σε κλοπή χρημάτων τα οποία είχαν κατά καιρούς ληφθεί από τους κατηγορούμενους για λογαριασμό του Ταμείου και τα οποία αυτοί οικειοποιήθηκαν όπως εξηγείται περαιτέρω. Οι λεπτομέρειες περιορίζονται μέχρι ως εδώ και δεν αναφέρεται αν τα χρήματα προορίζονταν για οποιοδήποτε συγκεκριμένο σκοπό. Αν έτσι είχαν οι λεπτομέρειες τότε η κατηγορία θα έπρεπε μάλλον να αφορούσε σε ένα από τα αδικήματα στις παραγράφους (δ) ή (ε) του άρθρου 270 που αναφέρονται στη λήψη χρημάτων που αποτελούν προϊόν από μετοχές (securities) προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για κάποιο σκοπό ή να καταβληθούν σε κάποιο πρόσωπο. Όμως, βασίζεται στην παράγραφο (γ) του προαναφερθέντος άρθρου, με τις λεπτομέρειες να εξειδικεύουν ότι τα χρήματα είχαν ληφθεί για λογαριασμό ("on account of") του Ταμείου. Σε τέτοια περίπτωση η μοναδική έννοια που μπορεί να αποδοθεί στην πιο πάνω φράση είναι ότι οι κατηγορούμενοι κάθε φορά που λάμβαναν μέρος του ποσού που τελικώς ανήλθε σ΄ αυτό που αναγράφεται στην κατηγορία, υποχρεούντο να το αποδώσουν άμεσα στο Ταμείο. Ποια είναι όμως η μαρτυρία που αναγνωρίζει ότι η κατηγορούμενη εταιρεία η οποία ήταν και η διαχειρίστρια του υπό αναφορά χαρτοφυλακίου είχε τέτοια υποχρέωση που αναφέρεται πιο πάνω; Όπως προκύπτει από τη σχετική μαρτυρία η σχέση της κατηγορούμενης εταιρείας με το Ταμείο ήταν συμβατική και διέπετο όσον αφορά τη διαχείριση του εν λόγω χαρτοφυλακίου, αποκλειστικά από τη συμφωνία της 11.11.2003, τεκμήριο 1Α. Πρόκειται για μια ιδιάζουσα συμφωνία που στην πραγματικότητα παρείχε και στις δύο πλευρές ευρεία διακριτική εξουσία ως προς την εφαρμογή της. Όπως αναφέρθηκε ήδη ήταν τριετής αλλά δεν αναφέρει τι θα απεκόμιζε το Ταμείο με τη λήξη της περιόδου αυτής, όπως προέβλεπαν οι προηγούμενες δύο συμφωνίες που είχε συνάψει με άλλην εταιρεία του συγκροτήματος Suphire. Ούτε καν αν θα έπρεπε να του επιστραφεί το χαρτοφυλάκιο με κάποιο συγκεκριμένο περιεχόμενο μετοχών. Υπήρχε έτσι ο κίνδυνος αν κατά την πιο πάνω περίοδο συνέβαιναν σημαντικές απώλειες στο Χρηματιστήριο, να εξανεμίζετο το χαρτοφυλάκιο και δεν θα είχε ευθύνη γι΄ αυτό η κατηγορούμενη εταιρεία με βάση τον όρο 7 της συμφωνίας. Όμως, δεν ήσαν έτσι ακριβώς τα πράγματα, με δεδομένες κάποιες πρόνοιες σ΄ αυτή. Συγκεκριμένα, με βάση τον όρο 2 η κατηγορούμενη εταιρεία είχε, ουσιαστικά, απόλυτη διακριτική ευχέρεια στη διαχείριση του χαρτοφυλακίου. Έτσι χαρακτήρισε και ο κ. Καψάλης την ελευθερία που παρείχε στην κατηγορούμενη εταιρεία η συμφωνία όσον αφορά τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου. Συμφωνώντας περαιτέρω ότι η απόδοση στο Ταμείο των οποιωνδήποτε περιουσιακών στοιχείων προέκυπταν από αυτή θα έπρεπε να γίνει με τη λήξη της και όχι ενδιάμεσα. Ας σημειωθεί ότι ο κ. Καψάλης είναι εμπειρογνώμονας με γνώσεις και πείρα σε θέματα Χρηματιστηρίου και επενδύσεων χαρτοφυλακίων και όταν ρωτήθηκε σχετικά, μίλησε για το θέμα με σιγουριά. Όπως υπέδειξε, όμως, περαιτέρω η διαχείριση του χαρτοφυλακίου θα γινόταν κάτω από τη στενή παρακολούθηση του Ταμείου. Συγκεκριμένα, με βάση τις πρόνοιες στον όρο 4 η κατηγορούμενη εταιρεία υποχρεούτο να αποστέλλει αποτίμηση του χαρτοφυλακίου στο Ταμείο στο τέλος κάθε μήνα. Επιπρόσθετα θα ενημέρωνε εβδομαδιαίως μέλος ή μέλη της Διαχειριστικής Επιτροπής και σε ειδική συνάντηση με την ολομέλεια της θα παρουσίαζε μηνιαία ανάλυση τόσο της στρατηγικής που εφάρμοσε όσο και αυτής που προτίθετο να εφαρμόσει υπό το φως νέων προοπτικών και εξελίξεων. Τέλος, η κατηγορούμενη εταιρεία υποχρεούτο να διατηρεί ειδικό λογαριασμό στον οποίο θα κατατίθεντο και στον οποίο θα πιστώνονταν όλα τα ποσά τα οποία θα διακινούντο κατά τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου. Και ενώ η κατηγορούμενη εταιρεία επιβαρύνετο με τα πιο πάνω καθήκοντα, είχαν παράλληλα και οι λειτουργοί και αξιωματούχοι του Ταμείου αντίστοιχη υποχρέωση να βεβαιώνοντο ότι τα ασκούσε δεόντως και προπαντός στα χρονικά πλαίσια που καθορίζονταν στη συμφωνία. Αυτό θα τους έδινε τη δυνατότητα να γνωρίζουν πάνω σε συνεχή βάση ποια ήταν η κατάσταση γενικά του υπό διαχείριση χαρτοφυλακίου ώστε ανά πάσα στιγμή να ασκούσαν, αν το έκριναν ορθό, το πολύ σημαντικό δικαίωμα που κατοχύρωνε προς όφελος του Ταμείου η συμφωνία ήτοι αυτό του άμεσου τερματισμού και συνακόλουθα την επιστροφή προς αυτό εντός δέκα ημερών του χαρτοφυλακίου ως είχε κατά τον τερματισμό και όλων των προκυψάντων κατά τη διαχείριση του μέχρι τότε, περιουσιακών στοιχείων, όρος 10. Ο τερματισμός θα μπορούσε να γίνει με γραπτή ειδοποίηση ακόμα και μέσω τηλεομοιοτύπου (fax) σύμφωνα με τον όρο 11. Η σημασία των πιο πάνω προνοιών είναι ότι το Ταμείο είχε ανά πάσα στιγμή τη δυνατότητα να τερματίσει τη συμφωνία εάν διαπίστωνε ότι η επένδυση του δεν απέδιδε τα αναμενόμενα ή αν αντίθετα διαπίστωνε ότι είχε φτάσει στη μεγαλύτερη απόδοση της οπότε θα αποκόμιζε μεγάλο κέρδος. Σαφώς πρόκειται για μια συμφωνία που ενείχε σοβαρούς οικονομικούς κινδύνους, ακόμα όταν και οι δύο πλευρές λειτουργούσαν σωστά και στο πλαίσιο των υποχρεώσεων και δικαιωμάτων τους, κατά την εφαρμογή της, αλλά και που θα μπορούσε επίσης να αποφέρει στο Ταμείο μεγάλα κέρδη. Τουλάχιστον έτσι φαίνεται να πιστεύετο κατά τη συνομολόγηση της. Όμως δεν είναι αυτό το ζητούμενο στην υπό εξέταση πτυχή, αλλά αν η κατηγορούμενη εταιρεία είχε υποχρέωση με βάση τις πρόνοιες της συμφωνίας που αναφέρονται πιο πάνω να αποδώσει στο Ταμείο οποιοδήποτε προϊόν από την πώληση μετοχών του χαρτοφυλακίου, οπότε θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι τα διάφορα χρηματικά ποσά που ελάμβανε κατά καιρούς ήταν για λογαριασμό του (on account of). Η απάντηση με βάση τις εν λόγω πρόνοιες είναι αρνητική. Η υποχρέωση της κατηγορούμενης εταιρείας για απόδοση στο Ταμείο του χαρτοφυλακίου και οποιωνδήποτε χρηματικών ποσών που αποτελούσαν προϊόν της διαχείρισης του μπορούσε να προκύψει μόνο εφόσον τερματίζετο η συμφωνία με ειδοποίηση και αφού περνούσε και η χρονική περίοδο των δέκα ημερών, σύμφωνα με τον όρο 10. Μόνο τότε θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι η κατηγορούμενη εταιρεία κρατούσε το οποιοδήποτε προϊόν της πώλησης μετοχών του χαρτοφυλακίου για λογαριασμό του Ταμείου. Η αναφορά της κας Άννας Χριστοφόρου (ΜΚ22) ότι λογιστικά οι μετοχές του εν λόγω χαρτοφυλακίου είχαν παραχωρηθεί στην κατηγορούμενη εταιρεία αποτελεί επιβεβαίωση της πιο πάνω ερμηνείας ως προς τον τρόπο εφαρμογής της υπό αναφορά συμφωνίας. Στην υπόθεση R v Sheaf
(1925)19 Cr. App. R.46 ο κατηγορούμενος αντιμετώπισε κατηγορία για υπεξαίρεση χρημάτων τα οποία του είχε ενεπιστευθεί ή ότι τα έλαβε για λογαριασμό ενός σωματείου, δυνάμει των προνοιών του άρθρου 20
(1)(iv) (α) και (β) της Larceny Act 1916. Δεν υπήρχαν κανονισμοί που να καθόριζαν τις υποχρεώσεις του κατηγορούμενου σε σχέση με τα χρήματα αυτά οπότε τα κατέθετε στο δικό του τρεχούμενο λογαριασμό με αποτέλεσμα να αντιμετωπίσει την πιο πάνω κατηγορία. Ακυρώνοντας, κατά το στάδιο της έφεσης, την καταδίκη, ο Δικαστής Avory παρατηρεί στις σελίδες 48 έως 49 και τα εξής: "In view of the fact that there were no rules of this so-called club, it is clearly impossible to say what the appellant's duty with regard to this money was, and, consequently, that he was guilty of a breach of his duty as agent if he had paid the money into his own current banking account so long as he performed his contract when the time came. The whole position between him and the subscribers to the "club" is left so vague that it is impossible to say what the result would have been if the jury had been told that they must, first of all, determine whether the money was ever entrusted to him for the specific purpose laid in the indictment, or whether it was ever received by him for or on account of the members of the club". Η διαφορά με την παρούσα υπόθεση είναι ακριβώς το γεγονός ότι εδώ ρυθμίζετο με λεπτομέρεια το θέμα της διαχείρισης του χαρτοφυλακίου και του οποιουδήποτε προϊόντος θα απέφερε η πώληση μετοχών του κατά τρόπο ώστε να μην αφήνεται καμία αμφιβολία ότι τα χρήματα που ελάμβανε κατά καιρούς η κατηγορούμενη εταιρεία δεν τα κρατούσε για λογαριασμό του Ταμείου αφού δεν είχε υποχρέωση να του τα αποδώσει παρά μόνο εντός δέκα ημερών μετά από άμεσο τερματισμό της συμφωνίας. Από αυτή δεν την άποψη η παρούσα υπόθεση και η προαναφερθείσα είναι όμοιες. Περαιτέρω, δέον να σημειωθεί ότι για σκοπούς της υπό εξέταση κατηγορίας η εν λόγω συμφωνία βρισκόταν σε όλο τον ουσιώδη χρόνο σε ισχύ. Τερματίστηκε στις 15.3.2005, χρόνος ο οποίος όμως δεν αφορά την εν λόγω κατηγορία. Η κατάληξη, ανωτέρω, με οδηγεί στη διαπίστωση ότι δεν υπάρχει μαρτυρία, ακόμα και στο στάδιο αυτό, ότι η κατηγορούμενη εταιρεία είχε λάβει το ποσό της κατηγορίας, σταδιακά όπως αναφέρεται στις λεπτομέρειες, για λογαριασμό του Ταμείου. Το επόμενο θέμα με το οποίο θα ασχοληθώ αφορά την πρόνοια του άρθρου 270(β) στην οποία βασίζεται η 24η κατηγορία. Τόσο οι λεπτομέρειες της κατηγορίας αυτής όσο και οι πρόνοιες της συγκεκριμένης παραγράφου παρατίθενται πιο πάνω. Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι η ορολογία που χρησιμοποιείται στην διατύπωση της εν λόγω παραγράφου είναι σχεδόν πανομοιότυπη με αυτή στο άρθρο 20
(1)(iv)(α) της Larceny Act 1916 μόνο που στην τελευταία αυτή πρόνοια η οικειοποίηση από το δράστη της ενεπιστειθείσας (entrusted) σ' αυτόν περιουσίας συνιστά υπεξαίρεση (fraudulent conversion) εντός της έννοιας του πιο πάνω άρθρου, ενώ στην περίπτωση της πρόνοιας του άρθρου 270(β) συνιστά κλοπή δυνάμει του άρθρου 255
(1). Αυτό συμβαίνει λόγω της εναρκτήριας πρόνοιας στο άρθρο 270 «If the thing stolen» η οποία ισχύει και στις πέντε περιπτώσεις που προβλέπει το άρθρο αυτό. Εν πάση περιπτώσει, με εξαίρεση την πιο πάνω διαφορά, η οποία είναι ομολογουμένως ουσιαστική, κατά τα άλλα ο τρόπος εφαρμογής των λοιπών προνοιών της πρέπει να θεωρείται ο ίδιος. Εξηγείται από το Αγγλικό Ποινικό Εφετείο στην R. v. Yule
(1963)2All E.R. 720 από τον Widgery J, στη σελίδα 785, ως εξής: "We could draw attention to the structure of S.20
(1)(
  1. iv)as we see it, and point out that sub-para(
  2. a)appears to be concerned with cases where money is entrusted by a transferor to another with intent that it should be passed on to a third party by the trasnferee. Indeed sub-para (
  3. a)is concerned with cases where an obligation to pass on to a third party is imposed by the person who transfers the money in the first instance." Ό,τι είναι σημαντικό να σημειωθεί από το πιο πάνω απόσπασμα είναι ότι η εμπίστευση (entrustment) της περιουσίας, και αν αυτή είναι χρήματα το συγκεκριμένο χρηματικό ποσό, πρέπει να προέρχεται από το πρόσωπο που μεταβιβάζει την κατοχή τους και να απευθύνεται προς άλλο πρόσωπο, δηλαδή το δράστη, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για συγκεκριμένο σκοπό (βλ. επίσης την R. v. Newman
(1881)8 Q.B.D. 706 και ιδιαίτερα την απόφαση του Stephen J. στο τέλος της σελίδας 712 όπου αναφέρονται περίπου τα ίδια, όπως πιο πάνω). Δημιουργώντας, συγχρόνως, μεταξύ τους σχέση εμπιστοσύνης (fiduciary relationship) όσον αφορά τη συγκεκριμένη περιουσία (βλ. R. v. Jones
(1948)33 Cr. App R. 11). Σχέση η οποία θα πρέπει να διαπιστώνεται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης (βλ. R. v. Smith
(1924)2 K.B. 194). Παράλληλα, θα πρέπει να υπάρχει πληροφόρηση ότι συγκεκριμένο χρηματικό ποσό έχει εμπιστευθεί καθώς και για συγκεκριμένο σκοπό. Όπως παρατηρείται στην R. v. Newman, ανωτέρω, και πάλι από τον Stephen J. στη σελίδα 712: "In the present case we are not informed whether money in any specific form was intrusted, nor whether there was any specific directions as to the keeping of it, or whether it was simply paid by cheque with possibly a current debtor and creditor account, if the latter where the true state of the things, there could clearly be no offence within S.76. Again there is no evidence of what was to be done with the money in the interval between the entrusting and the investing; therefore it is impossible to conclude that it was intrusted for safe custody during that interval." Στην παρούσα υπόθεση το χρηματικό ποσό το οποίο οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται ότι έχουν κλέψει κατά παράβαση του άρθρου 270(β) ήτοι η 24η κατηγορία, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου αλλά και τη σχετική μαρτυρία ήταν το προϊόν από την κατά καιρούς πώληση από την κατηγορούμενη εταιρεία μετοχών του Ταμείου. Επομένως, επρόκειτο για χρήματα τα οποία είχαν προέλθει από τους διάφορους αγοραστές των μετοχών αυτών και όχι από το Ταμείο. Οι συνθήκες αυτές υποδηλώνουν ότι δεν ήταν δυνατό να είχε δημιουργηθεί σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ της κατηγορούμενης εταιρείας και των εν λόγω αγοραστών. Δεν έχει, επομένως, σημασία πλέον εάν με βάση τη συμφωνία τεκμήριο 1Α τα χρήματα αυτά επροορίζοντο για οποιοδήποτε σκοπό ο οποίος, εν πάση περιπτώσει, δεν αναφέρεται στις λεπτομέρειες της εν λόγω κατηγορίας. Η αναφορά σχετικά περιορίζεται στο ότι το εν λόγω χρηματικό ποσό το είχε εμπιστευθεί το Ταμείο στην κατηγορούμενη εταιρεία, το οποίο όπως καταδεικνύεται από τη μαρτυρία δεν είναι ορθό. Επομένως, εν όψει της απουσίας τέτοιων στοιχείων από τις λεπτομέρειες αδικήματος αλλά και σε κάποιο βαθμό και από τη μαρτυρία, ούτε και η κατηγορία αυτή είναι δυνατό να προχωρήσει περαιτέρω. Θα ασχοληθώ στη συνέχεια με το τελευταίο θέμα που εμπίπτει στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Είναι ξεκάθαρο από τις λεπτομέρειες των κατηγοριών 21 και 24, όπως αυτές παρατίθενται πιο πάνω ότι η κλοπή από τους κατηγορούμενους φέρεται να συνίστατο στις πληρωμές που έγιναν από το λογαριασμό παρατραβήγματος και όχι από τη μεταφορά των χρημάτων που πραγματοποιήθηκε με τη χρήση 255 επιταγών από το λογαριασμό πελατών. Αυτό που υπάρχει στη μαρτυρία είναι ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, χρηματικά ποσά της τάξης των Λ.Κ.6.198.717.78 είχαν μεταφερθεί ή κατατεθεί στο λογαριασμό παρατραβήγματος. Πως διατέθηκε αν διατέθηκε ολόκληρο το πιο πάνω ποσό και με ποιού τις εντολές δεν υπάρχει μαρτυρία. Συγκεκριμένα, πέραν των πληροφοριών που καταγράφει στην έκθεση του ο κ. Καψάλης δεν ανάφερε οτιδήποτε άλλο στη μαρτυρία του σε σχέση με την κίνηση αυτού του λογαριασμού. Ανάφερε μόνο ότι μελέτησε τις τραπεζικές καταστάσεις που σχετίζονται με αυτόν αλλά δεν ανάφερε με ποιους όρους είχε ανοιχθεί και λειτουργούσε από την κατηγορούμενη εταιρεία. Ούτε αν ήταν ποτέ πιστωτικός ή χρεωστικός και σε ποιες περιόδους και ούτε εάν είχε ποτέ υπερβεί το όριο αν υπήρχε τέτοιο. Αν και είδε τις καταστάσεις, τεκμήριο 26, ενώ κατάθετε ενώπιον μας, δεν εξήγησε τα διάφορα στοιχεία που περιέχουν, όπως έπραξε με περισσή επιμέλεια και για τους πίνακες που υπάρχουν στην έκθεση του ώστε αυτές να μπορούν να διαβαστούν και από το δικαστήριο. Το μόνο που υπάρχει σχετικά είναι μια αναφορά στα παραδεκτά γεγονότα, όπως αυτά υιοθετήθηκαν από την κατάθεση του υπαλλήλου της Τράπεζας Κύπρου κ. Πανίκου Γιαλλουρίδη, ότι ο τρεχούμενος λογαριασμός παρατραβήγματος ήταν χρεωστικός παρουσιάζοντας υπόλοιπο Λ.Κ.713.479.67, χωρίς να αναφέρεται, όμως, πότε χρονικά συνέβαινε αυτό. Όμως, για να συνιστά κλοπή η κατάθεση ενός χρηματικού ποσού σε παρατραβηγμένο λογαριασμό θα πρέπει να υπάρχει υπέρβαση του ορίου παρατραβήγματος όπως προκύπτει από την υπόθεση R v. Kohn
(1979)69 Cr. App. R.
  1. Στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι, όπως ήδη ελέχθη, γνωστό εάν αυτή ήταν ποτέ η κατάσταση του εν λόγω λογαριασμού. Το μόνο θετικό και ουσιαστικό στοιχείο μαρτυρίας που υπάρχει σε σχέση με τον εν λόγω λογαριασμό παρατραβήγματος είναι οι εβδομήντα επιταγές που εκδόθηκαν από αυτό, δηλαδή τα τεκμήρια 299 έως
  2. Ο κ. Καψάλης δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε αναφορά στην έκθεση του στις επιταγές αυτές. Ο σχετικά μικρός αριθμός τους επέτρεψε την πρόσθεση των ποσών για τα οποία έχουν εκδοθεί. Ανέρχονται συνολικά στα Λ.Κ.3.809.752.70 που είναι διαφορετικό και αρκετά μικρότερο ποσό από το ποσό των κατηγοριών. Ενώ, όπως προκύπτει από έξι από τις επιταγές αυτές, συνολικό ποσό Λ.Κ.579.358.30 είχε κατά καιρούς πληρωθεί στο Ταμείο. Το υπόλοιπο που ανέρχεται στα Λ.Κ.3.230.394.40 πληρώθηκε με τις υπόλοιπες επιταγές σε διάφορα φυσικά και νομικά πρόσωπα. Βλέποντας μία προς μία τις επιταγές αυτές θα μπορούσε εύλογα να συναχθεί ότι αφορούσαν πληρωμές που έγιναν σε πελάτες του χρηματιστηριακού γραφείου της κατηγορούμενης εταιρείας ή και για άλλες μεγάλες συναλλαγές. Μια επιταγή για Λ.Κ.40.000 είχε εκδοθεί προς όφελος της μάρτυρος κας Άννας Χριστοφόρου (ΜΚ22). Όπως ανάφερε η ίδια αφορούσε πληρωμή για την πώληση ενός συνιδιόκτητου κτήματος προς την εταιρεία και το πιο πάνω ποσό αντιστοιχούσε στο μερίδιο της. Ενώ αντίθετα, δεν φαίνεται να περιλαμβάνονται στις πιο πάνω επιταγές πληρωμές οι οποίες έγιναν για μισθούς υπαλλήλων ή άλλα τρέχοντα έξοδα της κατηγορούμενης εταιρείας. Η μαρτυρία δε αυτή στην οποία δόθηκε ιδιαίτερη σημασία από την κατηγορούσα αρχή, είναι πολύ γενική, αόριστη και στερείται οποιουδήποτε περιεχομένου. Πρόσθετα, δε φαίνεται από άλλη μαρτυρία τι απέγινε το υπόλοιπο ποσό που μεταφέρθηκε από το λογαριασμό πελατών. Δεν αναφέρθηκε στη μαρτυρία ούτε υποδείχθηκε στις σχετικές καταστάσεις λογαριασμού να έγιναν αναλήψεις σε μετρητά και από ποιον. Ενώ επίσης δεν αναφέρθηκε αλλά ούτε και αποκλείστηκε να έγιναν μεταφορές χρημάτων μέσω του τραπεζικού συστήματος. Επομένως, ένα σημαντικό ποσό αρκετά πέραν αυτού που αντιπροσώπευαν οι επιταγές δεν προκύπτει από τη μαρτυρία τι έχει απογίνει. Το βάρος να αποδείξει ότι το οικειοποιήθηκαν οι κατηγορούμενοι το φέρει η κατηγορούσα αρχή και βεβαίως ούτε και στο στάδιο αυτό του εκ πρώτης όψεως είναι επιτρεπτές υποθέσεις αναφορικά με γεγονότα. Συνεπώς, η έμφαση που δόθηκε, ότι ο λογαριασμός παρατραβήγματος χρησιμοποιείτο για την πληρωμή τρεχουσών εξόδων της επιχείρησης της κατηγορούμενης εταιρείας δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε μαρτυρία και αντίθετα υποστηρίζεται η αναφορά που έγινε από την υπάλληλο της κατηγορούμενης εταιρείας Μαρία Κοσιάρη (ΜΚ25) ότι από αυτόν γίνονταν πληρωμές σε πελάτες της εταιρείας, επενδυτές, στους οποίους περιλαμβάνονταν ο κατηγορούμενος 2 καθώς και άλλες εταιρείες του συγκροτήματος Suphire. Ενώ η μαρτυρία η οποία παρατίθεται πιο πάνω καταδεικνύει ότι σ΄ αυτούς περιλαμβάνετο και το Ταμείο καθώς και άλλα φυσικά πρόσωπα που δεν αναφέρθηκε ποια άλλη σχέση μπορεί να είχαν με την εταιρεία εκτός από αυτή του επενδυτή. Η συγκεκριμένη αυτή μαρτυρία σαφώς καταδεικνύει, στην όψη της ως έχει, την απουσία δολιότητας όσον αφορά χρήση των χρημάτων που υπήρχαν κατά καιρούς κατατεθειμένα στον εν λόγω λογαριασμό καθώς και απουσία πρόθεσης αποστέρησης των χρημάτων αυτών από τον οποιονδήποτε θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ο δικαιούχος τους και ειδικότερα από το Ταμείο. Τελικώς, η εξειδίκευση στις λεπτομέρειες των κατηγοριών 21 και 24 και η αναφορά μόνο σε οικειοποίηση χρημάτων από το λογαριασμό παρατραβήγματος με την ανάληψη χρημάτων που γινόταν από αυτό, δεν επιτρέπει την εξέταση του θέματος ότι ο λογαριασμός αυτός μπορεί να ήταν και χρεωστικός. Είναι δε γι΄ αυτό το λόγο, δηλαδή τη συγκεκριμένη διατύπωση, που αποκλείστηκε η κλοπή να διενεργήθηκε από τον λογαριασμό πελατών στη βάση των μεταφορών που είχαν γίνει προς το λογαριασμό παρατραβήγματος. Ενώ πρόσθετα ούτε η κατάθεση ως μαρτυρίας των εβδομήντα επιταγών που είχαν εκδοθεί από αυτόν εξυπηρετούν τελικώς οποιοδήποτε σκοπό. Όμως, επειδή οι εν λόγω κατηγορίες είναι διατυπωμένες όπως εξηγείται πιο πάνω και η κλοπή φέρεται να διενεργήθηκε από τον λογαριασμό παρατραβήγματος, η μαρτυρία που έχει προσαχθεί σχετικά με πρωτοβουλία της κατηγορούσας αρχής και εξετάζεται προηγουμένως, και ειδικότερα η έκδοση από αυτόν των εβδομήντα επιταγών, προκαλεί ευθέως την ανάγκη για εξέταση του ζητήματος της πολλαπλότητας που ήγειρε η υπεράσπιση. Όπως καταδεικνύει η υπόθεση Χαραλάμπους v Αστυνομία
(1994)3 ΑΑΔ 14 στις σελίδες 21 έως 22 εάν η ισχυριζόμενη κλοπή δεν συνιστά μια ενιαία δραστηριότητα αλλά δύο ή περισσότερες ξεχωριστές και αυτοτελείς περιπτώσεις, η συμπερίληψη τους στην ίδια κατηγορία ως ένα αδίκημα συνιστά πολλαπλότητα. Εκεί επρόκειτο για δύο επιταγές τις οποίες ο κατηγορούμενος πήρε από τον ιδιοκτήτη τους και τις εξαργύρωσε οικειοποιούμενος έτσι το προϊόν τους, σε διαφορετικούς σε κάθε περίπτωση χρόνους. Αν στην παρούσα περίπτωση η θέση της κατηγορούσας αρχής είναι ότι οι κατηγορούμενοι οικειοποιήθηκαν το προϊόν των εβδομήντα επιταγών που εκδόθηκαν από το λογαριασμό παρατραβήγματος, η πράξη αυτή ασφαλώς δεν συνέβηκε διά μιας. Κάθε επιταγή εκδόθηκε και προφανώς εξαργυρώθηκε ή κατατέθηκε σε κάποιο λογαριασμό σε διαφορετικό χρόνο. Εάν οι επιταγές είναι δύο ή εβδομήντα δεν έχει σημασία, αλλά είναι αρκετό ότι η οικειοποίηση τους ή του προϊόντος τους - θέμα το οποίο εξετάστηκε προηγουμένως - δεν αποτελεί μια ενιαία δραστηριότητα. Επομένως, οι δύο κατηγορίες της κλοπής πάσχουν και για το λόγο αυτό. Μάλιστα σε βαθμό που να μην είναι δυνατό να διαπιστωθεί πότε διενεργήθηκε η ισχυριζόμενη κλοπή δεδομένου του γεγονότος ότι η μαρτυρία δεν ασχολήθηκε ειδικά με το θέμα αυτό καθώς και του γεγονότος ότι κάποιες επιταγές είχαν εκδοθεί προς το Ταμείο. Ενώ είναι περαιτέρω προφανές ότι από τον τρόπο διατύπωσης των εν λόγω κατηγοριών, κάτω από την ομπρέλα ενός γενικού ελλείμματος ενός μεγάλου ποσού έχει συμπεριληφθεί και το ποσό το οποίο υπερβαίνει αυτό που αντιπροσώπευαν οι εβδομήντα επιταγές και για το οποίο δεν έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε μαρτυρία για το τι έχει απογίνει. Και βέβαια το βάρος δεν είναι στους κατηγορούμενους να αποδείξουν ότι δεν το έχουν οικειοποιηθεί. Υπάρχει ένα τελευταίο θέμα το οποίο αν και ηγέρθη με την τελική αγόρευση των συνηγόρων εντούτοις λόγω της σοβαρότητας που υπέχει, θεωρώ πως δε μπορώ να το αντιπαρέλθω. Αφορά στο ακριβοδίκαιο των ερευνών και κατ΄ επέκταση της μαρτυρίας των δύο ποινικών ανακριτών κ.κ. Κωνσταντίνου Καψάλη (ΜΚ2) και Παναγιώτη Χριστοφόρου (ΜΚ3). Η εισήγηση σχετικά είναι ότι οι μάρτυρες αυτοί κατά τη διεξαγωγή της έρευνας που έκανε, ο καθένας ξεχωριστά, καθοδηγήθηκαν από τους αστυνομικούς ανακριτές κατά τρόπο ώστε να στερείται η έρευνα τους της επιστημονικότητας και της αντικειμενικότητας που θα έπρεπε να τη χαρακτηρίζει. Όπως έχει ήδη αναφερθεί σαν αποτέλεσμα της καταγγελίας η οποία υποβλήθηκε προς το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για ελλείμματα στα χαρτοφυλάκια του Ταμείου τα οποία διαχειρίζονταν εταιρείες του συγκροτήματος Suphire, διορίστηκαν οι κ.κ. Καψάλης και Χριστοφόρου ως ποινικοί ανακριτές προς το σκοπό διερεύνησης της. Ο διορισμός τους έγινε με βάση την εξουσία την οποία παρέχει στο Υπουργικό Συμβούλιο το άρθρο 4
(2)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 και η οποία προφανώς ασκείται με τη συνδρομή του Γενικού Εισαγγελέα. Η εν λόγω εξουσία αναφέρεται συγκεκριμένα στο διορισμό προσώπου το οποίο θεωρείται "κατάλληλο για το σκοπό, να διεξαγάγει ανακρίσεις σε σχέση με τη διάπραξη οποιουδήποτε ποινικού αδικήματος". Και τα πρόσωπα που αναφέρονται πιο πάνω κρίθηκαν κατάλληλα λόγω της ακαδημαϊκής και της επαγγελματικής τους κατάρτισης και πείρας στη λογιστική και σε θέματα του Χρηματιστηρίου ενώ είχαν διεξάγει και προηγουμένως ποινικές ανακρίσεις. Οι γνώσεις τους που αναφέρονται πιο πάνω τους καθιστούσαν, συνεπώς και εμπειρογνώμονες στο συγκεκριμένο τομέα στον οποίο αφορούσε η καταγγελία. Στις αντίστοιχες εκθέσεις τους οι κ.κ. Καψάλης και Χριστοφόρου αναφέρουν μεταξύ άλλων και τους όρους εντολής τους. Ο κ. Καψάλης στη δική του έκθεση, τεκμήριο 470 αναφέρει επί λέξει στη σελίδα 7: " Έχω διοριστεί Ποινικός Ανακριτής από το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας στις 28 Μαρτίου 2005 για να διεξάγω έρευνα, σχετικά με τις διερευνώμενες υποθέσεις που αφορούν το συγκρότημα εταιρειών Suphire, σε συνεργασία με το ΤΑΕ Αρχηγείου Αστυνομίας. Διερευνώ όλες τις συναλλαγές που καταρτίστηκαν στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και αφορούν τη διαχείριση των χαρτοφυλακίων του Ταμείου Συντάξεων της ΑΗΚ από την Suphire Asset Management Ltd αρχικά και στη συνέχεια με την Suphire Securities & Financial Services Ltd, τις λογιστικές καταχωρήσεις στα λογιστικά αρχεία της και τους τραπεζικούς της λογαριασμούς". Οι όροι εντολής του κ. Χριστοφόρου όπως αναφέρονται στη σελίδα 2 της έκθεσης του, τεκμήριο 476 έχουν ως εξής: "Έχω διοριστεί Ποινικός Ανακριτής στις 6 Απριλίου 2005, από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ. Σόλων Νικήτα για να διεξάγω χωριστά ή σε συνεργασία με το Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων του Αρχηγείου Αστυνομίας, ποινική ανάκριση προς διερεύνηση του ενδεχομένου να έχει διαπραχθεί ποινικό αδίκημα από οποιοδήποτε πρόσωπο στις υποθέσεις που διερευνώνται από το Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων του Αρχηγείου Αστυνομίας σε σχέση με καταγγελίες του Ταμείου Συντάξεων και Χορηγημάτων της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου και του Ταμείου Προνοίας Εργατοϋπαλλήλων των Δασικών Βιομηχανιών Κύπρου, αναφορικά με την διαχείριση των χαρτοφυλακίων τους από το συγκρότημα εταιρειών Suphire και/ή άλλα νομικά ή φυσικά πρόσωπα. Μεταξύ άλλων, διερευνώ όλες τις συναλλαγές που καταρτίστηκαν στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου για την περίοδο από 7 Μαϊου 1999 (εφαρμογή από το Χρηματιστήριο του Ηλεκτρονικού Συστήματος Διαπραγμάτευσης, όπου όλες οι συναλλαγές καταρτίζονται και φυλάττονται σε ηλεκτρονική μορφή) μέχρι και την 30η Μαρτίου 2005". Ως ποινικοί ανακριτές οι κ.κ. Καψάλης και Χριστοφόρου το καθήκον τους ήταν να διεξαγάγουν την ποινική έρευνα που τους ανατέθηκε ακολουθώντας τις συγκεκριμένες οδηγίες που τους δόθηκαν από την αρμόδια αρχή, ούτε κάτι λιγότερο ούτε κάτι περισσότερο. Στο πλαίσιο δε αυτό θα έπρεπε να ενεργήσουν με αντικειμενικότητα, καθήκον το οποίο τους επιβάλλει πρόσθετα και η ιδιότητα τους ως εμπειρογνώμονες. Ώστε ως μάρτυρες αργότερα στην υπόθεση να παρουσιάσουν με ακριβοδίκαιο τρόπο το αποτέλεσμα της έρευνας τους, καθιστώντας συγχρόνως το δικαστήριο κοινωνό των ειδικών γνώσεων τους, στο βαθμό που αυτό θα ήταν αναγκαίο, για να μπορέσει και αυτό με τη σειρά του να την αξιολογήσει για να αποφασίσει επί των γεγονότων. Τυχόν υπακοή τους σε έξωθεν υποδείξεις, όσον αφορά το αντικείμενο της έρευνας τους και τον τρόπο διεξαγωγής της, θα τους εξέτρεπε από τους όρους εντολής τους και θα επηρέαζε αρνητικά την αντικειμενικότητα που θα έπρεπε να διέπει την έρευνα και συνακόλουθα τη μαρτυρία τους. Αντικειμενική βέβαια, θα πρέπει να είναι και αντίκρυση από το δικαστήριο της διεξαχθείσας έρευνας και της μαρτυρίας σχετικά των ποινικών ανακριτών. Όπως παρατηρείται στην υπόθεση Hadjisavvas v Police
(1988)2 ΑΑΔ 37 στη σελίδα 42, με αναφορά προηγούμενη νομολογία:".the conduct of the police in persuing the investigation of a crime must be examined objectively; a position compatible with the effective sustenance of the rights of the citizen and protection form abuse of police power". Τα ίδια ισχύουν βέβαια και σε περίπτωση όπως η παρούσα όπου οι ποινικοί ανακριτές δεν προέρχονταν από την αστυνομία. Στην προκειμένη περίπτωση υπάρχουν αναφορές στη μαρτυρία τόσο του κ. Καψάλη όσο και του κ. Χριστοφόρου που καταδεικνύουν ότι η έρευνα τους είχε ξεφύγει από τις πιο πάνω παραμέτρους, συνεπεία οδηγιών που ελάμβαναν από τους ανακριτές της υπόθεσης για το πώς και τι θα έπρεπε να ερευνήσουν. Συγκεκριμένα, όπως ο κ. Καψάλης αναφέρει στη μαρτυρία του με βάση υποδείξεις των ανακριτών επικεντρώθηκε στη μελέτη στοιχείων που αφορούσαν μόνο τη συμφωνία της 11.11.2003, την τρίτη συμφωνία όπως την αποκαλεί, ανκαι είχε δει στοιχεία που αφορούσαν και τις άλλες δύο συμφωνίες. Ποιο δεικτική όμως της έξωθεν επέμβασης προς το έργο του ως ποινικός ανακριτής είναι η μαρτυρία σχετικά του κ. Χριστοφόρου ο οποίος απαντώντας σε υποβολή ότι δεν αφέθηκε να ενεργήσει επιστημονικά και ότι ήταν τελείως λάθος το συμπέρασμα του απάντησε λέγοντας: "Θα συμφωνήσω μαζί σας ότι ήταν περιορισμένες οι οδηγίες που είχαμε σε σχέση με τη διερεύνηση της υπόθεσης λόγω της βιασύνης ας το πω έτσι που υπήρξε, γι΄ αυτό περιορίστηκαν οι έρευνες σε κάποια που θεωρήθηκαν από τους προϊσταμένους των ερευνών πιο σημαντικά." Ακολούθως, ερωτηθείς εάν συμφωνεί πως εφαρμόζοντας πιστά τις οδηγίες των αστυνομικών ανακριτών ενήργησε με τρόπο που δεν ενδείκνυτο επιστημονικά και γι΄ αυτό η έρευνα του είχε λάθος απάντησε: "Δεν έχω καταλήξει στην έκθεση μου σε συμπεράσματα εν αντιθέση και με άλλες εξετάσεις που έχω κάνει, με άλλες 17 νομίζω υποθέσεις, που εξέτασα, και ο λόγος είναι, έχω κάνει ένα κομμάτι της όλης απόφασης για να εξεταστεί περαιτέρω από τους υπόλοιπους ανακριτές, δεν έχω διεξάγει για την υπόθεση από την καταγγελία μέχρι την ολοκλήρωση της, δεν έχω διέλθει καθόλου των καταθέσεων είτε των παραπονούμενων, είτε των υπολοίπων καταθέσεων που έχουν ληφθεί για την υπόθεση, ούτε είχα ποτέ γνώση για τις διαδικασίες που ακολουθήθηκαν για την εξέταση της συγκεκριμένης υπόθεσης, έπαιρνα οδηγίες να κάνω συγκεκριμένες δουλειές που οι προϊστάμενοι μου ανακριτές πίστευαν ότι θα τους βοηθούσε να εξετάσουν την όλη υπόθεση γι΄ αυτό δεν έχω ούτε αρχή, αν θέλετε, αλλά ούτε και καταλήξει σ΄ ένα συμπέρασμα στο τέλος της έκθεσης μου". Περαιτέρω, σε υποβολή ότι δεν ενήργησε επιστημονικά διότι δεν έλαβε υπόψη και τις τέσσερις συμφωνίες στο πλαίσιο των οποίων είχαν δοθεί χαρτοφυλάκια σε εταιρείες του συγκροτήματος Suphire για διαχείριση και άρα κατέληξε σε λάθος συμπέρασμα έδωσε την απάντηση: "Δεν έχω καταλήξει σε συμπεράσματα. Φαίνεται και από το ότι η έκθεση δεν έχει πόρισμα και ούτε μου επιβλήθηκε να κάνω κάτι ή να αφαιρέθηκε κάτι εσκεμμένα, απλά ότι μου ζητήθηκε από τις αρχές χρησιμοποίησα τις γνώσεις μου, τις εμπειρίες μου και τα μέσα που είχα είτε τούτο είναι ηλεκτρονικός υπολογιστής είτε συναλλαγές, να συντάξω ότι ακριβώς μου ζητήθηκε σε διάφορα διαστήματα κατά την διάρκεια της διεξαγωγής των ερευνών". Τέλος του ετέθη και το εξής: "Ε: Η ουσία ήταν ότι έκανες αυτό που σου ζητήθηκε και όχι αυτό που επιστημονικά έπρεπε να κάνεις. Δηλαδή σε περιόρισαν στην έρευνα σου" για να απαντήσει λέγοντας: "ό,τι μου ζητήθηκε προσπάθησα να το διεκπεραιώσω και μέσα στα χρονικά πλαίσια που μου ζητήθηκε κάτι που πιστεύω ότι το έχω κάνει". Από τις πιο πάνω αναφορές κυρίως του κ. Χριστοφόρου προκύπτει σαφώς ότι κάθε άλλο παρά ενεργούσε ως ανεξάρτητος και αντικειμενικός ανακριτής. Αλλά αντίθετα κατεύθυνε την έρευνα του όπου του υποδείκνυαν οι αστυνομικοί ανακριτές με αποτέλεσμα να εκτραπεί από τους όρους εντολής του που ήταν η διενέργεια μιας ολοκληρωμένης έρευνας που θα τον οδηγούσε σε συμπέρασμα κατά πόσο είχε διαπραχθεί ποινικό αδίκημα από οποιονδήποτε πρόσωπο. Με την έρευνα τους οι δύο ανακριτές θα έπρεπε να εξετάσουν με τον ίδιο τρόπο και σοβαρότητα όλα τα χαρτοφυλάκια του Ταμείου που διαχειρίζετο το συγκρότημα εταιρειών Suphire κάτι το οποίο όπως ομολόγησαν δεν έπραξαν αφού τους πίεζαν ακόμα και με το χρόνο που είχαν στη διάθεση τους. Οι πιο πάνω επεμβάσεις σαφώς θα πρέπει να επηρέασαν και την επιστημονικότητα της έρευνας τους, ειδικά στο βαθμό που μπορεί η διαχείριση των υπό αναφορά χαρτοφυλακίων να συμπλέκετο κατά οποιονδήποτε τρόπο. Από πλευράς των αστυνομικών ανακριτών υπενθυμίζω ότι όπως διαπιστώσαμε στην ομόφωνη απόφαση μας την ίδια στάση είχαν τηρήσει και στην περίπτωση του εμπειρογνώμονα κ. Κύπρου Κυπριανού (ΜΚ8). Τα αποτελέσματα, όμως, όπως ανάφερε ήταν το προϊόν καθοδήγησης που έλαβε από τους ανακριτές της υπόθεσης. Η πιο πάνω έξωθεν καθοδήγηση και επηρεασμός των ερευνών των κ.κ. Καψάλη και Χριστοφόρου το πιθανότερο είναι ότι επηρέασε την ανεξαρτησία, την αντικειμενικότητα και την επιστημονικότητα των ερευνών τους ως ειδικών ποινικών ανακριτών και κατά συνέπεια το ακριβοδίκαιο του αποτελέσματος τους με ανάλογη δυσμενή επίδραση και συνέπειες στη μαρτυρία την οποία έχουν θέσει ενώπιον του δικαστηρίου. Ποιο έντονος φαίνεται να είναι ο επηρεασμός αυτός προς την κατεύθυνση του κ. Χριστοφόρου του οποίου η έρευνα υπενθυμίζεται ότι αποτέλεσε το υπόβαθρο της έρευνας του κ. Καψάλη. Και κατά συνέπεια είναι και των δύο αυτών η μαρτυρία τρωτή σε βαθμό που σε κανένα στάδιο να μη μπορεί να στηριχθεί σ΄ αυτή το δικαστήριο. Βασικά δεν υπάρχει ενώπιον του ικανή μαρτυρία με βάση την οποία θα μπορούσε να διερευνηθεί η ποινική ευθύνη των κατηγορούμενων σε σχέση με τις κατηγορίες 21 έως 26, συμπεριλαμβανομένων. Ο τελευταίος αυτός λόγος δεν περιλαμβάνεται στους λόγους για τους οποίους αποφάσισα ότι δεν θα έπρεπε να κληθούν οι κατηγορούμενοι να προβάλουν την υπεράσπιση τους. Όμως, έκρινα ορθό λόγω της καταλυτικής σημασίας του για την υπόθεση αυτή να το εξετάσω στο τελικό αυτό στάδιο. Στη βάση δε αυτού πιστεύω πως η κατηγορούσα αρχή δεν έχει εν πάση περιπτώσει αποδείξει τις εν λόγω κατηγορίες ούτε και πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Όμως για τους λόγους που έχω προαναφέρει δε θα καλούσα τους κατηγορούμενους να προβάλουν την υπεράσπιση τους και θα απέρριπτα τις υπό εξέταση κατηγορίες από το στάδιο του εκ πρώτης όψεως. (Υπ.) ............... Γ. Ν. Γιασεμής, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /εμ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.