← Κύπρος

HECTOR FINANCE INVESTMENTS LTD ν. Γεώργιου Μιχαήλ κ.α., Αρ. Υποθ.: 9580/03, 28.9.07

HECTOR FINANCE INVESTMENTS LTD ν. Γεώργιου Μιχαήλ κ.α., Αρ. Υποθ.: 9580/03, 28.9.07 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:B30 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Ε.Δ. Αρ. Υποθ.: 9580/03 Μεταξύ HECTOR FINANCE & INVESTMENTS LTD Εναγόντων Και

  1. Γεώργιου Μιχαήλ
  2. Σωτηρούλλας Μιχαήλ
  3. Χριστάκη Ραφτόπουλου
  4. Κατερίνας Σιαμπτάνη Εναγομένων Και ως ετροποποιήθη δυνάμει διατάγματος του δικαστηρίου ημερομηνίας 6/12/06 Μεταξύ HECTOR FINANCE & INVESTMENTS LTD Εναγόντων Και
  5. Γεώργιου Μιχαήλ, διά του Επισήμου Παραλήποτυ της Δημοκρατίας υπό την ιδιότητα τους ως παραλήπτου της περιουσίας αυτού
  6. Σωτηρούλλας Μιχαήλ
  7. Χριστάκη Ραφτόπουλου
  8. Κατερίνας Σιαμπτάνη Εναγομένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 28.9.07 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους ενάγοντες: κ. Φλωρίδης Για τους εναγομένους: κ. Βαλιαντής Α Π Ο Φ Α Σ Η Ουσιαστικά ένα είναι το επίδικο θέμα που θα πρέπει να αποφασιστεί στην παρούσα υπόθεση. Κατά πόσο το γραμμάτιο που υπέγραψε ο εναγόμενος 1 και τον εγγυήθηκαν οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 εξοφλήθηκε. Το γραμμάτιο είναι ημερομηνίας 18.9.97 για το ποσό των Λ.Κ.4,200.- πλέον τόκο 9%. Η υπεράσπιση των εναγομένων περιορίζεται μόνο σε ένα θέμα. Ότι το επίδικο γραμμάτιο μετά των τόκων του έχει εξοφληθεί πλήρως από τους εναγόμενους και έχουν λάβει σχετική απόδειξη και/ή βεβαίωση ημερ. 15.6.
  9. Παρόλο που το εγειρόμενο ζήτημα της εξόφλησης τέθηκε από την υπεράσπιση οπότε και το βάρος απόδειξης μεταφέρεται στην πλευρά των εναγομένων, ήταν η πλευρά των εναγόντων που ξεκίνησε πρώτη την υπόθεση και κάλεσε μαρτυρία. Θα ήταν καλύτερα να καταγραφούν κάποια γεγονότα παραδεκτά και από τις δύο πλευρές ώστε να διαφανεί καλύτερα το πλαίσιο μέσα στο οποίο προβλήθηκαν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί. Οι δικηγόροι των δύο πλευρών την 8.7.04 αποτάθηκαν με κοινή επιστολή τους (τεκμ 13) στον Αρχηγό Αστυνομίας με αίτημα να διορίσει γραφολόγο για να προβεί σε γραφολογική εξέταση των εξής:
  10. Κατά πόσο η υπογραφή στην απόδειξη 15.6.00 ανήκει στο Χρίστο Εκτωρίδη, διευθυντή των εναγόντων.
  11. Κατά πόσο η σφραγίδα της εταιρείας στις αποδείξεις με ημερομηνία 15.6.00, 26.2.02 και 18.6.02 ανήκει στην ενάγουσα εταιρεία και,
  12. Κατά πόσο οι υπογραφές στις αποδείξεις ημερ. 26.2.02, 15.6.00 και 18.8.02 ανήκουν στο Χρίστο Εκτωρίδη. Επισύναψαν φωτοαντίγραφα των δικογράφων και των πιο πάνω αποδείξεων. Επίσης επισύναψαν φωτοαντίγραφα έξι γραμματίων που αφορούν ισάριθμες αγωγές στις οποίες παρουσιάζονται οι υπογραφές του Εκτωρίδη και του Γεώργιου Μιχαήλ, εναγομένου 1 που δεν αμφισβητούνταν από τους διαδίκους. Σύμφωνα με την απόδειξη παραλαβής του υπευθύνου του εργαστηρίου γραφολογίας του Αρχηγείου αστυνομίας (τεκμ. 15) παρέλαβε τη βεβαίωση ημερ. 15.6.00 (τεκμ. 1), καθώς και τις αποδείξεις είσπραξης που είναι τα τεκμ.2, 3, 4, 5, 6 και
  13. Τα πιο πάνω περιείχαν τις αμφισβητούμενες υπογραφές. Παρέλαβε επίσης οκτώ γραμμάτια και έξι αποδείξεις, τα τεκμ. 8 (α - στ) και 9, ως δείγματα μη αμφισβητούμενων υπογραφών. Επίμαχη και επίδικη είναι η βεβαίωση ημερομηνίας 15.6.00 το περιέχομενο της οποίας και μεταφέρω αυτούσιο: « Εγώ ο Χρίστος Εκτωρίδης από τη Λευκωσία διαβεβαιώνω σήμερα την 15η Ιουνίου 2000 ότι έλαβα από τον κ. Γεώργιο Μιχαήλ αρ. ταυτ. 496310 από τη Λευκωσία το ποσό των Λ.Κ.22,160.- προς εξόφληση των γραμματίων υπ' αριθμούς:
  14. Γραμμάτιο 950 Λ.Κ.4,500.- 15.11.99
  15. Γραμμάτιο 803 Λ.Κ.3,600.- 17.2.99
  16. Γραμμάτιο 627 Λ.Κ.2,750.- 26.4.99
  17. Γραμμάτιο 627 Λ.Κ.5,200.- 4.1.99
  18. Γραμμάτιο 673 Λ.Κ.4,560.- 14.10.98
  19. Γραμμάτιο 551 Λ.Κ.1,550.- 9.7.98 « Ακολουθεί κάτω από τη θέση ο διαβεβαιών χαρτόσημο και υπογραφή και ακολούθως σφραγίδα με την επωνυμία HECTOR FINANCE INVESTMENTS. Τέλος υπάρχουν τυπωμένα τα ονόματα δύο μάρτυρων, της Σωτηρούλλας Μιχαήλ και Μαρίας Μιχαήλ, που όπως διαφάνηκε στην συνέχεια είναι η σύζυγος και η κόρη του εναγόμενου 1, και εναγόμενες 2 και
  20. Αυτή είναι η εξοφλητική απόδειξη επί της οποίας εδράζεται η υπεράσπιση και επ' αυτής ουσιαστικά οι δύο δικηγόροι ζήτησαν τη συνδρομή του γραφολόγου της αστυνομίας. Ο γραφολόγος της αστυνομίας κατέληξε σε πόρισμα και ετοίμασε προς τούτο έκθεση (τεκμ. 11). Η ουσία της έκθεσης αλλά και το αποτέλεσμα της γραφολογικής εξέτασης όπως και της μαρτυρίας του γραφολόγου Μάριου Μαρκίδη, (Μ.Ε.1) ήταν πως κατά τη γνώμη του καμιά από τις αμφισβητούμενες υπογραφές είναι η γνήσια υπογραφή του Χρίστου Εκτωρίδη, όπως ούτε και η υπογραφή στην απόδειξη τεκμ. 7 μπορεί να συνδεθεί με τον Εκτωρίδη. Με άλλα λόγια η επίμαχη και επίδικη βεβαίωση αφού δεν συνδέεται με το διευθυντή των εναγόντων Χρίστο Εκτωρίδη, δεν συνιστά εξοφλητική απόδειξη, με λογική και αυτονόητη βέβαια συνέπεια ότι η υπεράσπιση των εναγομένων να καταρρέει. Με διαμορφωμένο πλέον το τοπίο η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Εδώ θεωρώ πρέπον να προβώ σε ένα σχόλιο. Ποιος ήταν ο λόγος να αποταθούν από κοινού στο γραφολόγο της αστυνομίας, εκκρεμούσης μάλιστα της υποθέσεως, αν το αποτέλεσμα της γραφολογικής εξέτασης δεν θα γινόταν αποδεκτό. Εκφράζω επιφυλάξεις κατά πόσο η εξέταση και το πόρισμα του γραφολόγου δεν δεσμεύει τις δύο πλευρές. Δεν παραγνωρίζω ότι στην επιστολή των δύο δικηγόρων τεκμ. 13, δεν γίνεται αναφορά για δέσμευση τους από το αποτέλεσμα της εξέτασης, αλλά θεωρώ ότι δεν απαιτείτο να καταγραφεί κάτι τέτοιο, αφού αυτό δεν αφορούσε τον Αρχηγό της Αστυνομίας. Από την άλλη όλοι οι μάρτυρες και εμπλεκόμενοι στο θέμα ήταν γνώστες της επιστολής των δικηγόρων τους, όπως και του αποτελέσματος. Σύμφωνα μάλιστα με τον Εκτωρίδη κατέβαλε και ένα ποσό Λ.Κ.203.- για τη γραφολογική εξέταση, η οποία στο τέλος της ημέρας παρέμεινε άγνωστο γιατί έγινε. Αν γινόταν από τη μια πλευρά για τους λόγους τους δικούς της αυτό είναι ένα θέμα. Αλλά να υπάρχει κοινό γραπτό αίτημα θεωρώ πως είναι εντελώς διαφορετικό. ΄Εχουν προβληθεί από τον κ. Βαλιαντή κατά την αντεξέταση του γραφολόγου της αστυνομίας, διάφορα ερωτήματα σε σχέση με τα έγγραφα που παρελήφθηκαν, όπως για παράδειγμα ότι δεν δόθηκε η σφραγίδα για να διαφανεί αν η σφραγίδα επί των αποδείξεων ανήκει στην εταιρεία, γεγονός όμως που δεν το θεωρώ σημαντικό, αφού εκείνο που είναι καταλυτικό είναι η υπογραφή και όχι η σφραγίδα. Εν πάση περιπτώσει το δικαστήριο καθηκόντως θα αξιολογήσει το σύνολο της προσκομισθείσης μαρτυρίας μέσα στα καθιερωμένα πλαίσια και παραμέτρους που τάσσει η νομολογία προς εξαγωγή ευρημάτων. Η πλευρά των εναγόντων πέραν του διευθυντή τους, Χρίστου Εκτωρίδη, κάλεσε εκ των πραγμάτων πλέον και έδωσε προς τούτο μαρτυρία, τον γραφολόγο της αστυνομίας που έκαμε τη γραφολογική εξέταση, ενώ από την πλευρά των εναγομένων κατέθεσε ο εναγόμενος 1 και η σύζυγος του εναγόμενη
  21. Ο ανώτερος υπαστυνόμος Μάριος Μαρκίδης (Μ.Ε.1) ως λέχθηκε έκαμε τη γραφολογική εξέταση και έκδωσε πόρισμα που το υποστήριξε στο δικαστήριο. Παρεμβάλλω πως κατέθεσε βιογραφικό σημείωμα με τα προσόντα του, εν πάση περιπτώσει δεν έχει αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση ότι κατέχει τα προσόντα του γραφολόγου. ΄Εχω ενδιατρίψει το βιογραφικό του σημείωμα (τεκμ. 14) και αποτελεί εύρημα του δικαστηρίου ότι ο μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στην εξέταση εγγράφων και ως τέτοιος κηρύχθηκε με διάταγμα αρ. 152 ημερ. 12.6.
  22. Πέραν των όσων απέστειλαν οι δικηγόροι προς εξέταση λήφθηκαν ακόμα 62 δείγματα γραφής και υπογραφής του Χρίστου Εκτωρίδη (τεκμ. 10) τα οποία ο μάρτυρας θεωρεί ικανοποιητικά και αντιπροσωπευτικά για να τον οδηγήσουν σε ασφαλές συμπέρασμα. ΄Εκαμε σύγκριση της υπογραφής στη θέση «ο λαβών» (τεκμ. 8 (α-στ)) που φαίνεται στη θέση Ο ΔΙΑΒΕΒΑΙΩΝ» στη βεβαίωση (τεκμ. 1) και στις έξι αποδείξεις με τις υπογραφές δείγματα που λήφθηκαν. (τεκμ. 10). Αμφισβητούμενες ήταν οι υπογραφές των τεκμ.1 -
  23. Σύγκρινε τις αμφισβητούμενες υπογραφές των τεκμ. 1-4 με τα δείγματα υπογραφής που λήφθηκαν από τον Εκτωρίδη, (τεκμ. 10) αλλά και σε σύγκριση με τις αποδείξεις τεκμ. 8 (α-στ) και 9(α-θ). Σύμφωνα με το μάρτυρα παρουσιάζουν διαφορές μεταξύ τους και κατά τη γνώμη του καμιά από τις υπογραφές των τεκμ. 1- 4 είναι η γνήσια υπογραφή του Χρίστου Εκτωρίδη. Οι αποδείξεις τεκμ. 5 και 6 παρουσιάζουν ουσιώδεις ομοιότητες μεταξύ τους και κατά τη γνώμη του οι υπογραφές των τεκμηρίων αυτών είναι γνήσιες υπογραφές του Εκτωρίδη. Τέλος η απόδειξη τεκμ. 7 παρουσιάζει διπλογραφίες στο γράμμα Χ. Παρόλα αυτά παρουσιάζει διαφορές με τα δείγματα γραφής του Εκτωρίδη και κατά τη γνώμη του δεν μπορεί να συνδεθεί. Για σκοπούς της εργασίας του φωτογράφησε τις υπογραφές των τεκμ. 1- 7 και ετοίμασε συγκριτικό πίνακα (τεκμ. 12). Ο μάρτυρας αντεξετάστηκε αρκετά. Προέκυψε ότι η εξέταση έγινε επί πρωτοτύπων εγγράφων, που είναι εκείνα που κατέθεσε στο δικαστήριο. Τη σφραγίδα της εταιρείας δεν την εξέτασε γιατί δεν δόθηκε ως δείγμα αποτύπωμα της σφραγίδας, ή η ίδια η σφραγίδα για να ληφθούν αποτυπώματα. ΄Ετσι παρόλο που τα διάφορα έγγραφα που δόθηκαν έφεραν σφραγίδα, δεν ασχολήθηκε ούτε και έκαμε στην έκθεση του σχόλιο γι' αυτήν, αφού δεν είχε δείγματα. Είχε προς σύγκριση 62 δείγματα γραφής του Εκτωρίδη (τεκμ. 10) και 14 δείγματα γραφής ανύποπτου χρόνου τα οποία έκρινε ικανοποιητικά για σύγκριση. (τεκμ. 9). Τα δείγματα λήφθηκαν σύμφωνα με τους κανόνες λήψεως δειγμάτων. Εξήγησε ότι δεν υπάρχουν εύκολες και δύσκολες υπογραφές, αλλά υπάρχει τεχνική στον τρόπο σχηματισμού της. Για να πετύχεις αντιγραφή μιας υπογραφής εξαρτάται από τις γνώσεις, εκπαίδευση και ιδιαίτερες ικανότητες. Σε καμιά περίπτωση όμως δεν μπορεί να αντιγράψει κάποιος μια υπογραφή που να μην είναι δυνατόν ένας ειδικός να μην εντοπίσει ότι είναι απομίμηση. Δύο υπογραφές ενός προσώπου μπορεί να μην ταυτίζονται και αυτό είναι στοιχείο γνησιότητας και όχι πλαστότητας, γιατί το ανθρώπινο χέρι δεν είναι μηχάνημα που παράγει προϊόντα ακριβείας, αλλά προϊόντα που υπόκεινται σε φυσιολογικές παραλλαγές. Σε όλες όμως τις περιπτώσεις τα ιδιαίτερα ατομικά χαρακτηριστικά της υπογραφής παραμένουν σταθερά και επαναλαμβάνονται και αυτά πρέπει να εντοπίσει ο ειδικός για να καταλήξει σε συμπέρασμα. Εντόπισε ένα αριθμό γραφικών κινήσεων, το αρχικό σκέλος της υπογραφής, υπάρχει ελαφριά κλίση προς τα δεξιά, ενώ στις αμφισβητούμενες είναι κάθετο ή υπάρχει κλίση προς τα αριστερά. Εξήγησε επίσης διάφορα στοιχεία από τη γραφική κίνηση των δειγμάτων με τις αμφισβητούμενες. Για το αποτέλεσμα που κατέληξε είναι απόλυτος. Επανεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι το γεγονός ότι τέθηκαν ενώπιον του και έγγραφα με υπογραφή άσχετης και προγενέστερης ημερομηνίας σε σχέση με τα έγγραφα της επιστολής των δικηγόρων, έχουν μεγαλύτερη αξία παρά αυτά που λαμβάνονται όταν ήδη το πρόσωπο γνωρίζει ότι δίνει δείγμα για γραφολογική εξέταση. Διευκρίνισε ακόμα τι λαμβάνουν υπόψη σύμφωνα με τους κανόνες λήψεως δειγμάτων, όπως για παράδειγμα σε ποιο έγγραφο και σε ποια θέση βρίσκεται η υπογραφή, αν είναι επί χαρτοσήμου, αν είναι επί γραμμής ή λευκού χαρτιού, οι διαστάσεις του εγγράφου, αν είναι ολογράφως ή γραφική παράσταση. Εκείνος που λαμβάνει τα δείγματα θα καλέσει το πρόσωπο να υπογράψει σύμφωνα με την αμφισβητούμενη υπογραφή και δεν θα γίνει κάποια υπόδειξη στο πρόσωπο. Τα δείγματα σύμφωνα με τις αστυνομικές διατάξεις πρέπει τουλάχιστον να είναι
  24. Ο Χρίστος Εκτωρίδης, διευθυντής των εναγόντων (Μ.Ε.2) κατέθεσε το επίδικο γραμμάτιο (τεκμ. 16) και ανέφερε ότι δεν πληρώθηκε κανένα ποσό έναντι του γραμματίου. Για την επίδικη βεβαίωση (τεκμ. 1) κατέθεσε ότι η υπογραφή δεν είναι δική του και όταν την είδε για πρώτη φορά ήταν η θέση του ότι επρόκειτο περί πλαστογραφίας. Το ίδιο κατέθεσε και για τις αποδείξεις τεκμ. 2, 3 και
  25. Η υπογραφή στις αποδείξεις τεκμ. 5 και 6 είναι δική του και η σφραγίδα είναι της εταιρείας του. Η απόδειξη τεκμ. 7 φέρει την υπογραφή της υπαλλήλου τους Χαράς Χαραλάμπους, δεν αφορά όμως την παρούσα υπόθεση αλλά άλλη αγωγή. Του ζητήθηκαν και έδωσε κάποια άλλα γραμμάτια της περιόδου των αγωγών για να συγκριθεί η υπογραφή του καθώς και οι διάφορες αποδείξεις που εκδόθηκαν κατά καιρούς. Τα τεκμ. 8 και 9 είναι αυτά που έδωσε στην αστυνομία για σκοπούς σύγκρισης και το τεκμ. 10 είναι τα δείγματα γραφής και υπογραφής που έδωσε για τον ίδιο σκοπό. Ήταν η θέση του ότι ο εναγόμενος 1 την 15.6.00 δεν του έδωσε το ποσό που αναγράφει η βεβαίωση, η οποία δεν εκδόθηκε από την εταιρεία τους. Σε εισπράξεις χρημάτων εκδίδουν συνηθισμένες αποδείξεις που δεν εμφαίνονται μάρτυρες, ως για παράδειγμα τα τεκ. 5, 6 και
  26. Αντεξεταζόμενος κατέθεσε ότι η εταιρεία του ασχολείται με χρηματοοικονομικές εργασίες και οι εναγόμενοι αιτήθηκαν δανειοδότηση. Αρνήθη ότι για να δοθεί άλλο δάνειο στους εναγόμενους έπρεπε να εξοφληθεί το προηγούμενο και το επίδικο γραμμάτιο είναι καταχωρημένο στα λογιστικά τους βιβλία με αριθμό 673 που δεν καταγράφεται επί του γραμματίου. Δεν δίνουν αντίγραφο του γραμματίου στον πελάτη και κάνουν υπομονή για την είσπραξη των γραμματίων, αφού υπάρχει και το επιτόκιο. Όταν καταλάβουν ότι είναι αδύνατον πλέον να πληρωθούν η μόνη επιλογή είναι να δοθούν για το δικαστήριο. Υπάρχει περίπτωση να αναγράφεται ο αριθμός του γραμματίου στην απόδειξη είσπραξης. Πάντα έδινε εξοφλητική απόδειξη στην εξόφληση ενός γραμματίου. Αρνήθη ότι το τεκμ. 1 φέρει την υπογραφή του. Αρνήθη επίσης ότι την ημέρα εκείνη ο εναγόμενος 1 τον επισκέφθηκε στο γραφείο του μαζί με τη σύζυγο και την κόρη του και είχε έτοιμο το έγγραφο και τους το έδωσε. Η Χαρά Χαραλάμπους είχε εξουσία να εισπράττει και να υπογράφει αποδείξεις και από της ιδρύσεως της η εταιρεία μόνο μια σφραγίδα είχε. Αρνήθη τέλος ότι το τεκμ. 1 είχε κάποια σχέση με την εταιρεία τους ή με τον ίδιο προσωπικά. Ο Γεώργιος Μιχαήλ (Μ.Υ.1) εναγόμενος 1, που εδώ να σημειώσω εναντίον του εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής και σε κάποιο στάδιο η αγωγή εναντίον του διακόπηκε με άδεια του δικαστηρίου, κατέθεσε ότι τον Εκτωρίδη τον γνώρισε όταν σύναψε για πρώτη φορά δάνειο. Πήγαινε στο γραφείο του, μιλούσαν για το ποσό, συμφωνούσαν για τους εγγυητές και τον πλήρωνε με μεταχρονολογημένες επιταγές. Ποτέ δεν του έδινε το γραμμάτιο και υπόγραφαν εν λευκώ. Δέκτηκε ότι υπόγραψε το γραμμάτιο τεκμ. 16 αλλά αν δεν ξοφλούσαν το προηγούμενο γραμμάτιο δεν τους έδινε άλλο δάνειο. Πλήρωνε τα γραμμάτια στη λήξη τους εκτός από μια ή δύο περιπτώσεις. Πήγαινε μόνος του και πλήρωνε, και δεν γνώριζε αν τα γραμμάτια είχαν αριθμούς. Επανειλημμένα ζητούσε αντίγραφα των γραμματίων και ζητούσε πάντα εξοφλητική απόδειξη όλων των γραμματίων. Μετά από αρκετά τηλεφωνήματα και προσωπικές επισκέψεις, ο Εκτωρίδης του είπε να περάσει από το γραφείο του και θα είχε έτοιμη μια εξοφλητική απόδειξη για το χρέος που είχε κοντά του. Πέρασε την 15.6.00 με τη γυναίκα και την κόρη του και τους έδωσε τη βεβαίωση τεκμ.
  27. Την πήρε και τη διάβασε και είδε ότι περιλαμβάνονταν τα γραμμάτια προς εξόφληση, υπέγραψε η σύζυγος και η κόρη του ως μάρτυρες και μετά ο Εκτωρίδης έβαλε το χαρτόσημο και υπέγραψε τη βεβαίωση και τους την έδωσε. Όταν εξοφλούσε ένα γραμμάτιο ζητούσε επανειλημμένα αποδείξεις και ο Εκτωρίδης του έδινε και τις είχε μαζί του. Είναι τα τεκμ. 2-
  28. Αναγνώρισε την υπογραφή του Εκτωρίδη στο τεκμ. 3, όπως και στο τεκμ. 5 που έβαλε και τη σφραγίδα της εταιρείας του. Το τεκμ. 7 γράφει έναντι δανείου και όταν πήρε τις Λ.Κ.5,000.- τις έδωσε στη Χαρά Χαραλάμπους που έβγαλε την απόδειξη. Τις υπόλοιπες τις έβγαλε ο Εκτωρίδης και τις υπέγραψε. Πήγαν στο γραφολόγο γιατί ενώ ζητούσε αντίγραφα των γραμματίων ο Εκτωρίδης δεν του τα έδινε και επανήλθε ξανά και ήθελε να πληρωθεί δεύτερη φορά. Το τεκμ. 1 υπογράφτηκε στην παρουσία του και είδε τον Εκτωρίδη που υπέγραφε παρουσία της συζύγου και της κόρης του. Αντεξεταζόμενος κατέθεσε ότι την 15.6.00 ήταν βέβαιος ότι δεν πήρε χρήματα απλώς ζήτησε την εξοφλητική απόδειξη των γραμματίων του. Τις αποδείξεις τεκ. 2 - 4 ο Εκτωρίδης τις έβγαλε το πρωί που πήγε στο γραφείο του και τη βεβαίωση τεκμ. 1 το απόγευμα. Σε ερώτηση ότι, αφού οι αποδείξεις αναφέρουν εξόφληση γιατί τότε ήθελε και άλλη εξοφλητική απόδειξη, απάντησε ότι η σύζυγος του, του είπε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά και να ζητήσει εξοφλητικές αποδείξεις, παρόλο που η βεβαίωση δεν περιλαμβάνει την απόδειξη τεκμ.
  29. Σε υποβολή ότι οι αποδείξεις είναι πλαστές, επέμενε ότι την απόδειξη τεκμ. 2 του την έδωσε ο Εκτωρίδης το πρωί και του ζήτησε εξοφλητική απόδειξη και πήγε το απόγευμα και πήρε το τεκμ.
  30. Και τούτο γιατί δεν του έδινε πάντα εξοφλητικές αποδείξεις, παρόλο που δέκτηκε ότι στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι έπαιρνε πάντα εξοφλητικές αποδείξεις. Τους αριθμούς των γραμματίων πάνω στην απόδειξη τους έγραφε ο Εκτωρίδης. Σε υποβολή ότι άρα γνώριζε τους αριθμούς των γραμματίων πριν τη σύνταξη του τεκμ. 1 απάντησε ότι δεν τους γνώριζε, και παρόλο που κατέθεσε ότι τους γνώριζε, ήταν η θέση του ότι το ορθό είναι ότι δεν τους γνώριζε. Τις ημερομηνίες δίπλα από τα γραμμάτια του τεκμ. 1 τις έβαλε ο Εκτωρίδης. Κοίταξε τα γραμμάτια και τους αριθμούς τους και ό,τι περιέχονταν στη βεβαίωση. Αφού είδε τη βεβαίωση και συμφώνησε υπόγραψαν οι μάρτυρες και ακολούθως υπέγραψε και ο Εκτωρίδης. Είδε το ποσό που γνώριζε ότι ήταν Λ.Κ.22,160.- και με βάση τη βεβαίωση έμεινε ικανοποιημένος και δεν έκατσε να δει τα γραμμάτια. Την 15.6.00 το πρωί πήγε να πάρει την εξόφληση του γραμματίου και επειδή επανειλημμένα ζητούσε εξοφλητικές αποδείξεις των γραμματίων ο Εκτωρίδης του είπε να πάει το απόγευμα. Πήγε με τη γυναίκα του γιατί αυτή επέμενε να πάρει εξοφλητική απόδειξη. Η κόρη του τότε ήταν 17 χρόνων αλλά ο Εκτωρίδης επέμενε να υπογράψει παρόλο που του είπε ότι είναι μικρή. Όταν πήγαν στο γραφείο του Εκτωρίδη η βεβαίωση ήταν έτοιμη. Σε ερώτηση πως γνώριζε ο Εκτωρίδης τους μάρτυρες απάντησε πως όταν του τηλεφώνησε και ζήτησε την εξοφλητική απόδειξη, ο Εκτωρίδης του είπε θέλω δύο μάρτυρες, να φέρεις τη σύζυγο και την κόρη σου. Επέμενε ότι η βεβαίωση υπογράφτηκε από τον Εκτωρίδη και σε υποβολή ότι ο γραφολόγος κατέληξε σε άλλο συμπέρασμα, απάντησε ότι η υπογραφή κάποιου δεν είναι η ίδια. Πήγε και ο ίδιος σε γραφολόγο αλλά του είπε ότι ο χρόνος που του δινόταν δεν ήταν αρκετός και ότι η υπογραφή είναι του Εκτωρίδη. Στην ερώτηση ότι αφού έπαιρνε εξοφλητικές αποδείξεις η βεβαίωση ήταν αχρείαστη, απάντησε ότι επειδή υπέγραφαν τα γραμμάτια εν λευκώ τους μπήκε υποψία ότι κάτι συνέβαινε. Ήταν ιδέα της γυναίκας του και ήταν ορθό αυτό που έπραξαν. Σε ερώτηση τι χρωστά τελικά, απάντησε ότι οφείλει ορισμένα ποσά και αρνήθη ότι οφείλει το επίδικο χρέος. Όταν έληγε ένα γραμμάτιο σε 8-10 ημέρες πήγαινε και το εξοφλούσε, έπαιρνε την εξοφλητική απόδειξη για το κάθε γραμμάτιο και είναι αυτές που παρουσίασε. Σε ερώτηση ότι οι αποδείξεις που κατέθεσε είναι λιγότερες από τα γραμμάτια της βεβαίωσης, η θέση του ήταν πως έπαιρνε εξοφλητικές αποδείξεις και από τη βεβαίωση έμεινε ικανοποιημένος από το ποσό. Επέμενε ότι για κάθε γραμμάτιο έπαιρνε εξοφλητική απόδειξη, αλλά επειδή πέρασαν αρκετά χρόνια παρουσίασε εκείνες που είχε. Τέλος επέμεινε ότι τόσο οι αποδείξεις τεκ. 2-4 όσο και η βεβαίωση υπογράφτηκαν από τον Εκτωρίδη. Η σύζυγος του Σωτηρούλλα Μιχαήλ (Μ.Υ.2) και εναγόμενη 2 κατέθεσε ότι γνωρίζει τον Εκτωρίδη και όποτε χρειάζονταν χρήματα πήγαινε στο γραφείο του και υπέγραφε ως εγγυητής εν λευκώ. Της έλεγε ότι θα τα συμπλήρωνε μετά με το σύζυγο της. Κάθε φορά που τους έδινε χρήματα υπέγραφε ως εγγυητής εν λευκώ, αλλά για να τους δώσει άλλο δάνειο έπρεπε πρώτα να εξοφλήσουν το προηγούμενο. Ποτέ δεν τους έδινε αντίγραφο του γραμματίου και άρχισε να υποψιάζεται ότι κάτι συνέβαινε. Γνώριζαν πότε έληγαν τα γραμμάτια και όταν τους τηλεφωνούσαν πήγαινε ο σύζυγος της και πλήρωνε. Δεν τους έδινε αποδείξεις και είπε του συζύγου της να τις απαιτήσουν. ΄Ετσι πήγε ο σύζυγος της και ζήτησε είτε αποδείξεις είτε τα πληρωμένα γραμμάτια. Μετά από πολλές πιέσεις τους ετοίμασε τη βεβαίωση. ΄Ηθελε και δύο μάρτυρες και πήγαν στο γραφείο του το απόγευμα μαζί με την κόρη τους. ΄Εβγαλε ο Εκτωρίδης από το συρτάρι την κόλλα, τη διάβασε ο σύζυγος της, την είδε και η ίδια και υπόγραψαν με την κόρη της. Μετά ο Εκτωρίδης έβαλε χαρτόσημο υπέγραψε και έβαλε τη σφραγίδα της εταιρείας του. Τους έδωσε το πρωτότυπο και κράτησε αυτός αντίγραφο. Την ημέρα εκείνη δεν πήραν χρήματα και ήταν μόνο για να πάρουν τη βεβαίωση που απαιτούσαν εξόφληση. Ήταν σίγουρη ότι οι υπογραφές είναι δικές τους και η άλλη του Εκτωρίδη, όπως και η σφραγίδα της εταιρείας του που την έβαλε μπροστά της μαζί με το χαρτόσημο. Αντεξεταζόμενη κατέθεσε ότι εκείνο που γνώριζε είναι πως αν δεν εξοφλούσαν ένα γραμμάτιο δεν τους έδινε άλλα χρήματα. ΄Εδωσε και αυτή αρκετές φορές χρήματα του συζύγου της να πληρώσει, όπως για παράδειγμα τις Λ.Κ.5,000.- που ο σύζυγος της τις έδωσε σε μια Χαρά. Ο Εκτωρίδης έπαιρνε τα χρήματα αλλά δεν έδινε αποδείξεις. Σε ερώτηση αν δεν είδε ποτέ απόδειξη απάντησε ότι μετά που τον υποψιάστηκαν τους έδωσε τη βεβαίωση. Σε νέες ερωτήσεις επί του θέματος απάντησε ότι πριν τη βεβαίωση της έλεγε ο σύζυγος της ότι μετά από καυγά του έδωσε απόδειξη που τη φύλαγε μέσα σε φάιλ. Στις 15.6.00 το πρωί ο σύζυγος της πήρε τις Λ.Κ.5,000.- και του ζήτησε εξοφλητική απόδειξη. Ο Εκτωρίδης θα την ετοίμαζε και του ζήτησε να πάρει και δύο μάρτυρες. Σε υποβολή ότι άλλως κατέθεσε ο σύζυγος της απάντησε ότι ήταν από αρκετό καιρό που επέμεναν για εξοφλητική απόδειξη. Για τις Λ.Κ.5,000.- ήταν απολύτως βεβαία ότι τις πήρε ο σύζυγος της την 15.6.00, αλλά τελικά δεν θυμόταν αν ήταν εκείνη την ημέρα, ούτε τελικά θυμόταν τι ποσά πήρε ο σύζυγος της την 15.6.
  31. Ήταν όμως σίγουρη ότι πήρε χρήματα ο σύζυγος της την ημέρα εκείνη. Δεν θυμόταν επίσης αν ο σύζυγος της έφερε απόδειξη την ημέρα εκείνη και δεν ασχολείτο η ίδια με αυτά. Τις αποδείξεις τεκμ. 2 - 7 τις είδε όταν τις έφερνε ο σύζυγος της. Ο Εκτωρίδης ζήτησε να πάρουν τους δύο μάρτυρες. Σε ερώτηση επί των συμπερασμάτων του γραφολόγου απάντησε ότι η υπογραφή του Εκτωρίδη ήταν διαφορετική στα γραμμάτια. Επέμεινε ότι ο Εκτωρίδης υπέγραψε μπροστά της και έβαλε και τη σφραγίδα της εταιρείας. Στο τέλος της υπόθεσης οι δύο δικηγόροι αναφέρθηκαν στη μαρτυρία και στους λόγους για τους οποίους θα πρέπει να κριθεί αξιόπιστη η κάθε πλευρά. Επί του γραφολόγου η θέση του κ. Βαλιαντή ήταν πως η διαδικασία που ακολούθησε ο μάρτυρας ήταν εντελώς λανθασμένη με αποτέλεσμα να καταλήξει σε λανθασμένα και ανασφαλή συμπεράσματα. Αντίθετη ήταν η θέση του κ. Φλωρίδη, ότι ο μάρτυρας ήταν καθ' όλα αξιόπιστος και ως εμπειρογνώμονας έδωσε στο δικαστήριο όλα τα επιστημονικά στοιχεία για να μπορεί το δικαστήριο να καταλήξει σε δική του ανεξάρτητη κρίση. ΄Εχω παρακολουθήσει με πολλή προσοχή τους μάρτυρες όταν κατέθεταν στο δικαστήριο. Ως λέχθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου Μ/V Mary John κ.α.

(2002)1 Α.Α.Δ. 661 η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα έχει δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτή υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέγει την αλήθεια. Και ακριβώς μέσα σε αυτά τα πλαίσια, και σε συνάρτηση και με άλλους παράγοντες και παραμέτρους που αναγνωρίζει η νομολογία ότι καθορίζουν και οριοθετούν το μέτρο κρίσης ενός μάρτυρα θα αξιολογηθεί η μαρτυρία. Θα ξεκινήσω από την εισήγηση του κ. Βαλιαντή ότι η γραφολογική εξέταση που έκαμε ο γραφολόγος είναι αναξιόπιστη για το λόγο ότι δεν δόθηκαν όλα τα έγγραφα που αναφέρονται στην επιστολή τους, οπότε το αποτέλεσμα της εξέτασης είναι λανθασμένο. Στήριξε στην εισήγηση βασικά σε δύο λόγους. Ότι αφ' ενός δεν δόθηκε η σφραγίδα προς εξέταση και αφ' ετέρου δόθηκαν έγγραφα που δεν αναφέρονταν στην επιστολή. Για τη σφραγίδα της εταιρείας το έχω ήδη σχολιάσει, με την προσθήκη ότι ο μάρτυρας ως ορθά κατέθεσε δεν σχολίασε ούτε και εξέτασε θέμα σφραγίδας αφού όντως δεν του δόθηκε η σφραγίδα ή αποτύπωμα της. Θα επαναλάβω όμως ότι το κρίσιμο και καθοριστικό είναι η υπογραφή και όχι η σφραγίδα. Η επίδικη βεβαίωση δόθηκε όπως δόθηκαν επίσης και τα τεκμ. 2-
  1. Σύμφωνα με το τεκμ. 15 την απόδειξη παραλαβής των εγγράφων από την αστυνομία, πέραν των πιο πάνω δόθηκαν και οι υπόλοιπες αποδείξεις που κατατέθηκαν ως τεκμήρια, και αντί έξι, οκτώ γραμμάτια. Επιπλέον λήφθηκαν και 62 δείγματα γραφής και υπογραφής του Μ.Ε.2 προς σύγκριση. Αποτελεί γεγονός ότι δόθηκαν επιπλέον κάποιες αποδείξεις καθώς και τα γραμμάτια τεκμ. 9 (α-θ) στα οποία εμφαίνεται η υπογραφή του Μ.Ε.
  2. Με άλλα λόγια δόθηκαν πολύ περισσότερα έγγραφα με τη μη αμφισβητούμενη υπογραφή του Μ.Ε.2 προς σύγκριση. Μάλιστα ως κατέθεσε ο γραφολόγος τα προγενέστερα γραμμάτια με την υπογραφή του Μ.Ε.2 έχουν μεγαλύτερη γραφολογική σημασία από εκείνα που λαμβάνονται όταν το πρόσωπο γνωρίζει το λόγο που δίνει τα δείγματα γραφής. Και παρεμβάλλω εδώ ότι κανένα από τα επιπλέον έγγραφα που δόθηκαν στο γραφολόγο με την υπογραφή του Μ.Ε.2 προς σύγκριση, δεν αμφισβητήθηκε η υπογραφή του Μ.Ε.2 ούτε και του υπεβλήθη κάτι τέτοιο στην αντεξέταση. Και αναφέρομαι στις αποδείξεις και στα γραμμάτια, πέραν των 62 δειγμάτων γραφής που λήφθηκαν από την αστυνομία. Με άλλα λόγια ο γραφολόγος είχε περισσότερα δείγματα της υπογραφής του Μ.Ε.2 και σε άσχετες μάλιστα ημερομηνίες, γεγονός που ως κατέθεσε ο έχουν μεγαλύτερη αξία. Και θεωρώ ότι εν όψει ακριβώς αυτού, καθιστούν όντως τη γραφολογική εξέταση ακόμα πιο αξιόπιστη. ΄Αλλωστε το αίτημα για γραφολογική εξέταση ήταν κοινό και μπορούσε αν ήθελε η πλευρά των εναγομένων να ζητήσει για να υποβληθούν και άλλα δείγματα υπογραφών. Εκείνο που έχει σημασία για τη γραφολογική εξέταση όπως κατέθεσε και ο γραφολόγος είναι ότι ακολουθήθηκαν οι κανόνες λήψεως δειγμάτων σύμφωνα με τις αστυνομικές διατάξεις. Θα πρέπει ακόμα να προσθέσω ότι ως κατέθεσε ο Μ.Ε.1 εργάζεται ως γραφολόγος από το 1990 και εξέτασε πέραν των 8000 υποθέσεων. Τούτο τον καθιστά, πέραν των προσόντων του, ειδικό με πολύπειρη και πραγματική εμπειρία και είμαι ικανοποιημένος ότι ο μάρτυρας λόγω της πείρας και των προσόντων του, πέραν των όσων ήδη ανέφερα, είναι κατάλληλος εμπειρογνώμονας. (Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ. 984). Προσθέτω ότι η μαρτυρία πραγματογνώμονα για γραφικό χαρακτήρα είναι αποδεκτή μαρτυρία, νοουμένου ότι η μαρτυρία περιορίζεται μέσα στα πλαίσια της εμπειρίας του μάρτυρα. (Το Δίκαιο της Απόδειξης, Τ. Ηλιάδη σελ. 142). ΄Εχοντας πλέον ξεκαθαρίσει το θέμα καταλήγω ότι ο γραφολόγος είχε αρκετό και αξιόπιστο υλικό για σκοπούς γραφολογικής εξέτασης της υπογραφής που παρουσιάζετο στη βεβαίωση τεκμ. 1. Ο μάρτυρας άφησε όχι μόνο εξαιρετικές αλλά άριστες εντυπώσεις στο δικαστήριο. Η μαρτυρία του όχι μόνο δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση, αλλά αντίθετα επιβεβαίωσε τις άριστες εντυπώσεις που άφησε. Σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις και κατέθεσε με βεβαιότητα και σαφήνεια τους λόγους για τους οποίους κατέληξε στα συμπεράσματα του. ΄Εδωσε με πλήρεις λεπτομέρειες πειστικά στοιχεία και αρκούντως ικανοποιητικές εξηγήσεις στο δικαστήριο για τον τρόπο που ενέργησε και κατέληξε στα συμπεράσματα του. Δεν αμφισβητήθηκε όταν κατέθεσε ότι σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί κάποιος να αντιγράψει μια υπογραφή και να μην εντοπιστεί η απομίμηση από ένα ειδικό. Ούτε και το γεγονός ότι το χέρι δεν είναι μηχάνημα παραγωγής προϊόντων ακριβείας αλλά υπόκεινται σε φυσιολογικές παραλλαγές, οπότε το γεγονός ότι οι υπογραφές ενός προσώπου που μπορεί να μην ταυτίζονται, αποτελεί στοιχείο γνησιότητας και όχι πλαστότητας. Σημειώνω ακόμα από τη μαρτυρία του ότι σε κάθε περίπτωση τα ιδιαίτερα ατομικά χαρακτηριστικά της υπογραφής παραμένουν σταθερά και επαναλαμβανόμενα και εδώ ακριβώς καλείται και ο ειδικός να τα εντοπίσει και να καταλήξει σε συμπέρασμα. Τα πιο πάνω γίνονται αποδεκτά και γίνονται ευθέως ευρήματα του δικαστηρίου. Απαντούν δε και στις ανυποστήρικτες θέσεις των Μ.Υ.1 και 2 ότι η υπογραφή διαφέρει και ότι ο Μ.Ε.2 υπέγραφε με διαφορετικούς τρόπους στα γράμματα. Στην υπόθεση Μακαρίου ν. Τσιμεντοποιίας Βασιλικού
(2005)1 Α.Α.Δ. 398 υπεδείχθη ότι ο γραφικός χαρακτήρας και η υπογραφή ενός προσώπου δεν είναι πάντοτε απαραίτητο να αποδεικνύονται με μαρτυρία εμπειρογνώμονα, αλλά μπορεί να αποδειχθεί και με τη μαρτυρία προσώπου που έχει καλή γνώση των συγκεκριμένων στοιχείων, δηλαδή γνωρίζει το συγκεκριμένο γραφικό χαρακτήρα ή την υπογραφή μέσω επαφής που είχε με εύλογο αριθμό εγγράφων με τη γραφή ή την υπογραφή, ανάλογα με την περίπτωση του συγκεκριμένου προσώπου. Στην παρούσα όμως υπόθεση πέραν του πραγματογνώμονα, υπάρχει η αντίθετη μαρτυρία των Μ.Υ.1 και
  1. Η μαρτυρία τους δεν σχετιζόταν με γνώση της υπογραφής του Μ.Ε.2 αλλά ότι υπόγραψε μπροστά τους. Ο Μ.Ε.2 ως έχει ήδη αναφερθεί αρνήθηκε ότι η υπογραφή στη βεβαίωση τεκμ. 1 είναι δική του και ότι πρόκειται περί πλαστογραφίας. Χρήζει συνεπώς ενδελεχής εξέταση και αξιολόγηση της μαρτυρίας τους, ανεξάρτητα από όσα έχουν προκύψει από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 προς εξαγωγή συμπερασμάτων. Η μαρτυρία και των δύο μαρτύρων υπεράσπισης βρίθει όχι μόνο από σωρείαν αντιφάσεων και αυτοανατροπών, αλλά αποτελεί ένα συνοθύλευμμα και μωσαϊκό κατασκευασμένων ισχυρισμών χωρίς ίχνος πραγματικότητας, και πολύ μακράν από την αλήθεια. Οι πλείστοι των ισχυρισμών τους ήταν άνευ λογικής ακολουθίας και αλληλουχίας, αντιφατικοί και συγχισμένοι. Τα στοιχεία αυτά ήταν έντονα και διάχυτα όχι μόνο στα λεγόμενα τους, στα οποία και θα αναφερθώ στη συνέχεια, αλλά και στον τρόπο που απαντούσαν στις διάφορες ερωτήσεις. Η αμηχανία και η σύγχυση τους όταν έδιναν μαρτυρία όταν αντιλαμβανόμενοι ότι υπέπιπταν σε αντιφάσεις ή ότι κάτι που κατέθεσαν δεν τους βοηθούσε, ήταν μόνιμο στοιχείο της στάσης και της ευρύτερης συμπεριφοράς τους. Με χαρακτηριστική ευκολία είτε άλλαζαν απάντηση, είτε απέφευγαν να απαντήσουν και πλαγιολισθούσαν καταφεύγοντας σε επιλεκτική και κατά το δοκούν μνήμη. Με λίγα λόγια άφησαν τις χείριστες των εντυπώσεων. Θα προσπαθήσω να σκιαγραφήσω αλλά και να αναφερθώ σε λεπτομέρειες από τη μαρτυρία τους, ενδεικτική και χαρακτηριστική των πιο πάνω στοιχείων. ΄Ενας από τους βασικούς ισχυρισμούς του Μ.Υ.1 ήταν πως, έστω και μετά από πιέσεις έπαιρνε εξοφλητικές αποδείξεις των γραμματίων. Αντέστρεψε στην αντεξέταση τη θέση αυτή και ανέφερε ότι δεν έπαιρνε πάντα εξοφλητικές αποδείξεις, ενώ στο τέλος κατέθεσε ότι για κάθε γραμμάτιο πάντα έπαιρνε εξοφλητική απόδειξη. Επειδή όμως πέρασαν χρόνια παρουσίασε στο δικαστήριο εκείνες που είχε. Αν έστω και μέρος από αυτά που κατέθεσε έχει κάποια βάση αληθείας, τότε εκείνο που μπορεί να εξαχθεί ως συμπέρασμα είναι πως η βεβαίωση τεκμ. 1 αποτελεί δεύτερη περιεκτική μάλιστα εξοφλητική απόδειξη. Και αν έτσι είχαν τα πράγματα ποια ήταν τότε η ανάγκη και για ποιο λόγο έπρεπε να ζητήσει δεύτερη αναλυτική εξοφλητική απόδειξη δεν έχει με την απαιτούμενη καθαρότητα και βεβαιότητα εξηγήσει στο δικαστήριο. Όταν μάλιστα και η απόδειξη τεκμ. 2 που κατά τους ισχυρισμούς του πλήρωσε το πρωί της 15.6.00 δεν περιλαμβάνεται στην βεβαίωση. Και γιατί δεν παρουσίασε στο δικαστήριο την εξοφλητική απόδειξη που αφορά το επίδικο γραμμάτιο. Διασύνδεσε όμως την ανάγκη για να ζητήσει και να πάρει τη βεβαίωση αυτή από το γεγονός ότι ο Εκτωρίδης (Μ.Ε.2) τους έβαζε και υπόγραφαν τα γραμμάτια εν λευκώ. Εν χορώ θα έλεγα με τον Μ.Υ.1 αυτό κατέθεσε και η σύζυγος του. Εξήγησε μάλιστα η σύζυγος ότι επειδή ποτέ δεν τους έδινε το γραμμάτιο άρχισε να υποψιάζεται ότι κάτι συνέβαινε. Πρόσθεσε ακόμα πως δεν τους έδινε ούτε αποδείξεις και είπε του συζύγου της ότι πρέπει να τις απαιτήσουν. Αντεξεταζόμενη δέκτηκε ότι είδε τις αποδείξεις τεκμ. 1-
  2. Εδώ παρεμβάλλω πως η αξιολόγηση της μαρτυρίας θα γίνει σε συνάρτηση με τα τεκμήρια που κατατέθηκαν ανεξάρτητα από την αυθεντικότητα τους. Η μαρτυρία της Μ.Υ.2 ήταν πλήρως συγχισμένη και ανακόλουθη και σαφώς αντιφατική. Είτε είδε τις αποδείξεις, είτε ο Μ.Ε.2 δεν τους έδινε αποδείξεις. Μέσος όρος δεν υπάρχει. Είναι σαφές ότι στο τέλος εκείνο που παραμένει είναι απλώς εκτεθειμένη η μαρτυρία της. Αν η ανάγκη να πάρουν τη βεβαίωση προερχόταν από το γεγονός ότι ο Εκτωρίδης δεν έδινε εξοφλητικές αποδείξεις είναι ένα θέμα, ανατρεπόμενο όμως αν τελικά τους έδινε αποδείξεις. Τα ίδια βεβαίως ισχύουν και για τη μαρτυρία του συζύγου της. Το αν υπόγραφαν εν λευκώ τα γραμμάτια είναι θέμα εντελώς άσχετο με τις εξοφλητικές αποδείξεις. Σημειώνω πάντως πως η Μ.Υ.2 κατέθεσε ότι ο Εκτωρίδης της έλεγε να υπογράψει εν λευκώ και θα συμπλήρωνε τα γραμμάτια μαζί με το σύζυγο της, που όχι μόνο δεν βεβαιώθηκε από το σύζυγο της, αλλά αντίθετα παραπονέθηκε και αυτός ότι υπόγραφε εν λευκώ. Αναμφίβολα πρόκειται περί εφευρήματος και τίποτε περισσότερο. ΄Αλλοτε επικαλούνταν υπογραφή εν λευκώ των γραμματίων και άλλοτε κατά το δοκούν και ως ήταν βολικό ότι ο Μ.Ε.2 δεν τους έδινε αποδείξεις, ενώ απο την άλλη, ως ο Μ.Υ.1 κατέθεσε, πάντα έπαιρνε εξοφλητικές αποδείξεις, για τις οποίες όμως η σύζυγος του κατέθεσε ότι δεν τους έδινε αποδείξεις, έστω και αν είδε τις αποδείξεις τεκ. 1-
  3. Δεν υπάρχει τίποτε το σταθερό στη μαρτυρία τους που θα μπορούσε στα σοβαρά να σχολιαστεί αλλά και να αξιολογηθεί. Ο Μ.Υ.1 κατέθεσε πως όταν ο Εκτωρίδης του έδωσε τη βεβαίωση τεκμ. 1 κοίταξε τα γραμμάτια και τους αριθμούς τους, και ό,τι περιέχονταν στη βεβαίωση. Αφού συμφώνησε, τότε υπόγραψαν η σύζυγος και η κόρη του ως μάρτυρες και ακολούθως υπέγραψε ο Εκτωρίδης και έβαλε και τη σφραγίδα της εταιρείας του. Εδώ υπάρχουν διάφορα θέματα προς σχολιασμό. ΄Ετσι για παράδειγμα και ενώ προηγουμένως είχε καταθέσει ότι γνώριζε τους αριθμούς των γραμματίων, ανατρέποντας αμέσως τον εαυτό του ανέφερε ότι το ορθό ήταν πως δεν τους γνώριζε. Αν δεκτώ ότι δεν τους γνώριζε τότε πως έλεγξε τους αριθμούς των γραμματίων που αναγράφονται στο τεκμ.
  4. Αντιλαμβανόμενος όμως το ανακόλουθο της μαρτυρίας του, έσπευσε να διαφοροποιηθεί και ανέφερε ότι δεν τον ενδιέφεραν τα γραμμάτια αλλά το ποσό που έγραφε η βεβαίωση. Σε συνάρτηση με αυτό ήταν η θέση του ότι το πρωί της 15.6.00 πήγε στο γραφείο του Εκτωρίδη για να πάρει την εξοφλητική απόδειξη κάποιου γραμματίου. Επειδή επανειλημμένα ζητούσε εξοφλητικές αποδείξεις ο Εκτωρίδης του είπε να πάει το απόγευμα. Έχω ήδη σχολιάσει την αντιφατικότητα αλλά και το παράλογο του ισχυρισμού του να ζητά από την μιά εξοφλητική απόδειξη, ενώ από την άλλη ισχυρίστηκε ότι είχε εξοφλητικές αποδείξεις. Αντεξεταζόμενος πως γνώριζε ο Εκτωρίδης τους μάρτυρες και τυπώθηκαν τα ονόματα τους στη βεβαίωση, απάντησε όλως αντιφατικώς πως όταν τηλεφώνησε του Εκτωρίδη ότι ήθελε εξοφλητική, του είπε να πάρει τη σύζυγο και την κόρη του ως μάρτυρες. Όμως, και αφού ως κατέθεσε αυτά λέχθηκαν το πρωί στο γραφείο του Εκτωρίδη που πήγε και πήρε την σχετική απόδειξη (τεκμ.2), πως μετά κατέθεσε ότι αυτά λέχθηκαν τηλεφωνικά. Τελικά πήγε ή δεν πήγε το πρωί της 15.6.00 στα γραφεία των εναγόντων. Και αν πήγε έδωσε ή δεν έδωσε χρήματα. Επί του θέματος των μαρτύρων διερωτώμαι, πέραν της αναγκαιότητας ύπαρξης ή όχι μαρτύρων επί απόδειξης, έστω αφού ήθελε ο Εκτωρίδης δύο μάρτυρες ποιο ήταν το πρόβλημα ο ένας εξ' αυτών να είναι ο ίδιος. Παρεμβάλλω πάντως πως το λογικό θα ήταν οι εναγόμενοι να ζητούσαν μάρτυρες της υπογραφής του Εκτωρίδη, αντί το αντίθετο. Και γιατί να επιμένει ο Εκτωρίδης στην κόρη του. Θεωρώ ότι η απάντηση στο ερώτημα είναι απλή. Τόσο ο Μ.Υ.1 όσο και η Μ.Υ.2 σύγχισαν τη διαφορά μεταξύ του μάρτυρα από εκείνη του εγγυητή. Στο επίδικο γραμμάτιο τεκμ. 16 τόσο η Μ.Υ.
  5. όσο και η εναγόμενη 3 κόρη τους είναι εγγυητές του πρωτοφειλέτη Μ.Υ.
  6. ΄Αλλωστε υπήρχαν υπαλλήλοι στην εταιρεία των εναγόντων που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως μάρτυρες, αν όντως απαιτείτο τέτοια μαρτυρία. Ακόμα να σημειώσω πως ως ορθά ανέφερε και ο κ. Φλωρίδης οι αποδείξεις, ακόμα και οι αμφισβητούμενες δεν φέρουν καμιά μαρτυρία των υπογραφών. ΄Ετσι το εύλογο ερώτημα που τίθεται είναι γιατί ο Εκτωρίδης ζήτησε από τον Μ.Υ.1 να πάρει μαζί του δύο μάρτυρες, και γιατί εν τοιαύτη περιπτώσει ο ένας εξ' αυτών να μην είναι ο Μ.Υ.
  7. Για τους αριθμούς των γραμματίων η μαρτυρία του Μ.Υ1 ήταν όλως αντιφατική και πλήρης ανατροπών. Ενώ από τη μια κατέθεσε ότι γνώριζε τους αριθμούς των γραμματίων, αμέσως άλλαξε γνώμη και κατέθεσε ότι δεν τους γνώριζε για να σπεύσει να προσθέσει ότι εκείνο που κοίταξε από τη βεβαίωση ήταν το ποσό και δεν έκατσε να δει τα γραμμάτια, παραγνωρίζοντας εντελώς ότι αμέσως προηγουμένως είχε καταθέσει με έμφαση ότι εκείνο που κοίταξε ήταν τα γραμμάτια και τους αριθμούς τους και ότι όντως περιέχονταν στη βεβαίωση. ΄Εχω αναφέρει για τη σύγχυση των μαρτύρων υπεράσπισης μεταξύ του μάρτυρα ενός εγγράφου και ενός εγγυητή. Χαρακτηριστικό δείγμα αλλά και επιβεβαίωση αυτού αποτελεί το γεγονός ότι ως κατέθεσαν τους διάβασε ο Εκτωρίδης το γραμμάτιο και συμφώνησαν και ακολούθως υπέγραψαν οι μάρτυρες και μετά ο Εκτωρίδης, αφού προηγουμένως έβαλε χαρτόσημο και τη σφραγίδα της εταιρείας του. Ενώ στην ουσία και στην πραγματικότητα το αντίστροφο θα έπρεπε να γινόταν, δηλαδή να υπέγραφε πρώτα ο Εκτωρίδης και ακολούθως οι μάρτυρες. ΄Αλλως δεν θα είχε κανένα νόημα η ύπαρξη δύο μαρτύρων. Ακόμα και επ' αυτού του ζητήματος ελλείπει η αληθοφάνεια των ισχυρισμών τους και η πλήρης σύγχυση στη μαρτυρία τους. Αντίφαση και πλήρης σύγχυση υπήρξε και για το τι έγινε την 15.6.00 που είναι η επίμαχη ημερομηνία. Ο Μ.Υ.1 κατέθεσε ότι πήγε το πρωί στα γραφεία των εναγόντων και πήρε τις αποδείξεις, και επ' αυτού η μαρτυρία του ήταν συγχυσμένη ως προς το ποιες αποδείξεις πήρε, αλλά δεν πλήρωσε κανένα ποσό. Αντίθετα η σύζυγος του κατέθεσε ότι του έδωσε και κατέβαλε την ημέρα εκείνη το ποσό των Λ.Κ.5,000.- και σε υποβολή ότι άλλως κατέθεσε ο σύζυγος της, με διάφορα μασημένα λόγια προσπαθούσε να διολισθήσει ψάχνοντας μια λογικοφανή απάντηση καταφεύγοντας είτε πως δεν θυμόταν, είτε ότι ήταν σίγουρη πως πήρε χρήματα ο σύζυγος της. Η ευκολία με την οποία παλινδρομούσαν στις απαντήσεις τους καθώς και η συχνή αλλαγή στην εκδοχή και τους ισχυρισμούς τους ήταν μόνιμο στοιχείο στη μαρτυρία τους. Σχεδόν κάθε ισχυρισμός τους είχε δύο όψεις. Εν πάση περιπτώσει η απόδειξη τεκμ.2 είναι ημερομηνίας 15.6.00 και αφορά το ποσό των Λ.Κ.2.700.-, ενώ το ποσό των Λ.Κ.5.000.- που είσπραξε η Χαρά Χαραλάμπους είναι ημερομηνίας 7.12.
  8. Τώρα τι απο όλα αυτά ισχύει παραμένει άγνωστο, όπως άγνωστο παραμένει αν πραγματικά ο Μ.Υ.1 πήγε την 15.6.00 στα γραφεία των εναγόντων. Ένα μόνο συμπέρασμα μπορεί να εξαχθεί απο την μαρτυρία των μαρτύρων υπεράσπισης. ΄Οτι είναι εκτεθειμένη και ανυπόστατη και εντελώς ανυποστήρικτη και αντιφατική. Επανέρχομαι στην επίδικη ημερομηνία. Σύμφωνα με τον Μ.Υ.1 το πρωί πήγε και πήρε κάποια ή κάποιες αποδείξεις και ζήτησε εξοφλητική απόδειξη για όλα τα γραμμάτια. Παρόλα αυτά κατέθεσε ότι η σύζυγος του επέμενε να πάρει την εξοφλητική απόδειξη των γραμματίων που είναι η βεβαίωση τεκμ.
  9. ΄Εχω ήδη σχολιάσει ότι δεν έχουν δοθεί πειστικές εξηγήσεις γιατί ζήτησαν εκ νέου εξοφλητική απόδειξη αφού για κάθε γραμμάτιο που εξοφλούσε κατέθεσε με έμφαση και βεβαιότητα ότι έπαιρνε και εξοφλητική απόδειξη. Παρέπεμψε στη σύζυγο του ότι αυτή επέμενε. Η σύζυγος του από τη μεριά της ανέφερε ότι ο λόγος που είπε του συζύγου της να απαιτήσει εξοφλητική απόδειξη ήταν γιατί ο Εκτωρίδης δεν έδινε αποδείξεις. Υπενθυμίζω εδώ ότι τελικά αναγνώρισε τις διάφορες αποδείξεις που κατέθεσε ο σύζυγος της. Τώρα ποιο είναι το ορθό από όλα αυτά είναι σαφώς αδύνατο αλλά και αχρείαστο να εξαχθεί κάποιο συμπέρασμα. Και ο λόγος είναι απλός γιατί τίποτε από όσα κατέθεσαν δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Η μαρτυρία τους είναι εκτεθειμένη σε σωρεία αντιφάσεων και ανακριβειών. Υστερογενείς και αντιφατικοί ισχυρισμοί χωρίς ίχνος λογικής και αλληλουχίας. Τα πιο πάνω παραδείγματα αρκούντως ενισχύουν την άποψη του δικαστηρίου ότι η μαρτυρία των μαρτύρων υπεράσπισης μόνο απορριπτέα μπορεί να χαρακτηριστεί και τίποτε περισσότερο. Θεωρώ πως σε τελική ανάλυση δεν υπάρχει ίχνος σοβαρότητας στους ισχυρισμούς τους και ανεξάρτητα από το τι προέκυψε από τη μαρτυρία του γραφολόγου, η μαρτυρία τους απομονωμένη από οτιδήποτε άλλο και αυτοτελώς εξεταζόμενη είναι εντελώς αναξιόπιστη και ως εκ τούτου απορριπτέα. Κάθε ισχυρισμός τους ότι ο Μ.Ε.2 υπέγραψε στην παρουσία τους την επίδικη βεβαίωση απορρίπτεται ως εντελώς αναξιόπιστος. Ανάλογα ισχύουν και για τις αμφισβητούμενες αποδείξεις τεκμ. 2-
  10. Για τους πιο πάνω λόγους απορρίπτεος κρίνεται και ο ισχυρισμός τους ότι αν δεν εξοφλούσαν το ένα γραμμάτιο οι ενάγοντες δεν τους παραχωρούσαν άλλο. Είναι ακόμα απορριπτέος και για τους πρόσθετους λόγους ότι δεν υπάρχει τέτοιος δικογραφημένος ισχυρισμός στην υπεράσπιση, αλλά και ανατρέπεται ακόμα απο τα τεκμ.17-23 που είναι αγωγές και άλλα μεταγενέστερα απλήρωτα γραμμάτια. Ο ισχυρισμός του Μ.Υ.1 ότι πήγε σε γραφολόγο που του είπε ότι η υπογραφή στο τεκμ.1 είναι του Μ.Ε.2 αλλά δεν είχε αρκετό χρόνο, είναι εντελώς ανυπόστατος και απο μόνος του αντιφατικός και χωρίς απολύτως καμμιά αξία. Γιατί αν ο γραφολόγος δεν είχε αρκετό χρόνο πώς τότε εξέτασε και ανέλυσε τα στοιχεία και ποιά ήταν τα στοιχεία αυτά, αφου τα σχετικά και επίδικα έγγραφα τα είχε ο Μ.Ε.
  11. Ο Μ.Ε.2 από την πλευρά του για ό,τι αφορά το επίδικο θέμα κατέθεσε ότι η υπογραφή του τεκμηρίου 1, όπως και των τεκμηρίων 2-4 δεν είναι δική του και ότι πρόκειται περί πλαστογραφίας. Αρνήθη ότι έγιναν τα γεγονότα που κατέθεσαν οι Μ.Υ.1 και 2 την 15.6.00 και επανειλημμένα κατέθεσε ότι το τεκμ. 1 δεν έχει σχέση τόσο με την εταιρεία του όσο και με τον ίδιο. Αποδέχομαι όσα κατέθεσε ο μάρτυρας, που να σημειωθεί ότι άφησε άριστες εντυπώσεις στο δικαστήριο. Ανεξάρτητα από αυτό, η μαρτυρία του ενισχύεται και από τον ανεξάρτητο σε τελική ανάλυση γραφολόγο της αστυνομίας (Μ.Ε1) που και οι δύο πλευρές κατέφυγαν για τις υπηρεσίες και την συνδρομή του. Προσθέτω ακόμα πως σύμφωνα με το μάρτυρα κανένα ποσό δεν καταβλήθηκε έναντι του γραμματίου. ΄Εχοντας υπόψη μου το σύνολο της μαρτυρίας καταλήγω ότι η υπογραφή στη βεβαίωση τεκμ. 1 δεν μπορεί να συνδεθεί με τον Μ.Ε.2, όπως και η υπογραφή των αποδείξεων τεκμ. 2-4 δεν μπορεί να συνδεθεί με το μάρτυρα. Υποδεικνύω ότι σε αστική δίκη το βάρος απόδειξης της γνησιότητας ενός εγγράφου στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων το φέρει εκείνος που το επικαλείται την εγκυρότητα του. ( Cypromix Concetrates Co Ltd v. Vitafor N.V.
(2001)1 A.A.Δ. 676). Η υπεράσπιση της εξόφλησης με διαμορφωμένα τα πιο πάνω ευρήματα δεν μπορεί να επιτύχει. Οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 που έφεραν και το βάρος απέτυχαν να αποδείξουν τον ισχυρισμό τους. Ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση εναντίον των εναγομένων 2, 3 και 4 ως η απαίτηση. Τα έξοδα ως η πάγια τακτική επιδικάζονται σε βάρος των εναγομένων και υπέρ των εναγόντων. Θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Η. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.