← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Αντρέα Παύλου Ευσταθίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 17179/06, 12 Οκτωβρίου, 2007

Δημοκρατία ν. Αντρέα Παύλου Ευσταθίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 17179/06, 12 Οκτωβρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2007:5 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ, ΛΕΥΚΩΣΙΑ Σύνθεση: Γ. Ν. Γιασεμής, Π.Ε.Δ. Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Ε. Εφραίμ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 17179/06 Δημοκρατία - ν -

  1. Αντρέα Παύλου Ευσταθίου κ.α. --------------------------- Ημερομηνία: 12 Οκτωβρίου,
  2. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Σ. Μάτσας με κ. Ν. Κέκκο. Για Κατηγορούμενο 1: Ο κ. Μ. Γεωργίου. Για Κατηγορούμενους 2, 3, 4, 9: Ο κ. Γ. Παπαϊωάννου με κα. Ελ. Γεωργίου για κ. Γ. Γεωργίου. Για Κατηγορούμενο 5: Ο κ. Γ. Παπαϊωάννου. Για Κατηγορούμενο 6: Ο κ. Μ. Κυπριανού με κα Ελισάβετ Νικολάου. Για Κατηγορούμενο 7: Ο κ. Δ. Θεοδώρου. Για Κατηγορούμενους 8, 10: Ο κ. Χαραλάμπους. Κατηγορούμενοι παρόντες ---------------------------------------- Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Δ Ι Κ Η Ε Ν Τ Ο Σ Δ Ι Κ Η Σ Στο στάδιο που κατέθετε ο Λοχίας Στέλιος Στυλιανού, ΜΚ16 στην κυρίως δίκη, και συγκεκριμένα όταν του ζητήθηκε από τον συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής να καταθέσει στο δικαστήριο ως μαρτυρία κατάθεση την οποία είχε λάβει στις 21.12.2005 από τον κατηγορούμενο 3, Αντρέα Παναγή, ηγέρθη ένσταση από τον συνήγορο του τελευταίου. Συγκεκριμένα, εισηγήθηκε ότι η εν λόγω κατάθεση δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία για δύο λόγους:
  3. Ο κατηγορούμενος δεν προειδοποιήθηκε με βάση τον κανόνα 2 των Δικαστικών Κανόνων αμέσως πριν από τη λήψη της, και
  4. Η αποδοχή της εν λόγω κατάθεσης ως μαρτυρία θα ήταν άδικη για τον κατηγορούμενο. Εν όψει τούτου κρίθηκε ορθό όπως το θέμα της αποδεκτότητας της εν λόγω κατάθεσης διερευνηθεί στα πλαίσια δίκης εντός δίκης η οποία, στην προκειμένη περίπτωση, διεξήχθη στη βάση κοινώς αποδεκτών γεγονότων τα οποία περιέχονται σε έγγραφα τα οποία κατέθεσαν και σε δηλώσεις τις οποίες έκαναν από κοινού οι συνήγοροι των δύο πλευρών. Ο κατηγορούμενος 3, Αντρέας Παναγή, αντιμετωπίζει πολύ σοβαρές κατηγορίες, οι οποίες φαίνονται στο κατηγορητήριο και στην ουσία τους αφορούν ισχυρισμούς για άμεση εμπλοκή του στην κακοποίηση, σε βαθμό βασανιστηρίων, δύο πολιτών, του Μάρκου Παπαγεωργίου και του Γιάννη Νικολάου, καθώς και για παράλειψη καθήκοντος από μέρους του που συνίστατο στην παρεμπόδιση άλλων συναδέλφων του που φέρεται να μετείχαν στο εν λόγω επεισόδιο στον ίδιο βαθμό όπως και αυτός. Το υπό αναφορά επεισόδιο φαίνεται να συνέβηκε τις πρωινές ώρες της 20ης Δεκεμβρίου 2005 στην περιοχή Ακροπόλεως, στη Λευκωσία. Ενώ η υπό εξέταση κατάθεση του κατηγορούμενου λήφθηκε στο πλαίσιο διοικητικής έρευνας η οποία διεξήγετο κατά τον ουσιώδη χρόνο με οδηγίες του Αρχηγού Αστυνομίας, όπως φαίνεται από σχετική αναφορά στην κατάθεση του Λοχία Στυλιανού, τεκμήριο Α, καθώς επίσης από τις γραπτές οδηγίες του Αρχηγού Αστυνομίας ημερομηνίας 20.12.2005 προς τον Αστυνομικό Διευθυντή Τμήματος Γ, τεκμήριο Δ στην ίδια διαδικασία. Όπως επίσης αναφέρεται στα προαναφερθέντα δύο έγγραφα, σκοπός της εν λόγω έρευνας ήταν η εξέταση παραπόνων που υπέβαλαν ο Μάρκος Παπαγεωργίου και ο Γιάννης Νικολάου για ξυλοδαρμό και κακοποίηση τους από μέλη της Αστυνομίας τις πρωινές ώρες της 20.12.2005 κατά την σύλληψη τους. Σύμφωνα με δήλωση αποδεκτών γεγονότων, το προαναφερθέν παράπονο είχε αρχικά υποβληθεί προφορικά από τους ίδιους τους φερόμενους ως κακοποιηθέντες κατά η ώρα 04:20 της 20.12.2005 σε αστυνομικούς του Αστυνομικού Σταθμού Λυκαβητού και προσδιόριζε ως δράστες τους αστυνομικούς οι οποίοι τους είχαν συλλάβει. Το ίδιο παράπονο εκ μέρους του Μάρκου Παπαγεωργίου υποβλήθηκε και αργότερα, την ίδια ημέρα, από το δικηγόρο του με επιστολή του προς τον Αστυνομικό Σταθμό Λυκαβητού και κοινοποίηση προς τον Αρχηγό Αστυνομίας, τεκμήριο Ε στην παρούσα διαδικασία. Αναφορά σε κακοποίηση των εν λόγω δύο πολιτών γίνεται και στο Ημερολόγιο Παραπόνων του προαναφερθέντος αστυνομικού σταθμού, τεκμήριο Γ, στην καταχώρηση υπ' αριθμό 422 η οποία έγινε η ώρα 07:40 και στην οποία αναφέρεται ότι οι Παπαγεωργίου και Νικολάου είχαν μεταφερθεί την ημέρα εκείνη στο σταθμό τελούντες υπό σύλληψη. Μεταξύ αυτών που τους συνέλαβαν φέρεται να ήταν και ο κατηγορούμενος 3, όπως αναφέρεται σε δύο καταθέσεις που είχε κάνει ο ίδιος, τεκμήρια Β

(1)και Β
(2). Επισημαίνουμε εδώ ότι στις δύο αυτές καταθέσεις ο κατηγορούμενος 3 αναφέρεται σε σύλληψη που διενήργησε ενός από τους δύο και συγκεκριμένα του Γιάννη Νικολάου. Δεν θεωρούμε αναγκαίο να αναφερθούμε στο περιεχόμενο του τεκμηρίου Ζ στην παρούσα διαδικασία, παρά μόνο ότι αφορά δύο παραπεμπτικά για εξέταση του Παπαγεωργίου και του Νικολάου στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας στη βάση, όπως αναφέρουν, ότι αυτοί είχαν δεχθεί επίθεση από αστυνομικούς και το αποτέλεσμα της ιατρικής εξέτασης τους. Επίσης, να αναφέρουμε ότι σύμφωνα με την επιστολή του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας προς τον Αρχηγό Αστυνομίας, τεκμήριο Στ, ημερομηνίας 21.12.2005, κατά την ημερομηνία αυτή είχε διοριστεί ποινικός ανακριτής για τη διεξαγωγή ποινικής ανάκρισης σε σχέση με ισχυρισμούς για διάπραξη ποινικών αδικημάτων από μέλη της αστυνομίας. Η σχέση του διορισμού αυτού με την εν λόγω υπόθεση φαίνεται άμεσα από μια χειρόγραφη σημείωση στο κάτω μέρος της η οποία φαίνεται ότι έγινε από τον Αρχηγό Αστυνομίας στις 23.12.2005 και έδινε οδηγίες για διακοπή της έρευνας του παραπόνου ενόψει του διορισμού του ποινικού ανακριτή. Στην κατάθεση του Στυλιανού, τεκμήριο Α, αναφέρεται ότι στο πλαίσιο των δικών του ενεργειών κατά τη διεξαγωγή της έρευνας, κάλεσε τον κατηγορούμενο 3 και του υπέδειξε αντίγραφο της κατάθεσης του, τεκμήριο Β
(1), την οποία ο κατηγορούμενος 3, αφού διάβασε, μονόγραψε και υιοθέτησε το περιεχόμενο της και στη συνέχεια ο Στυλιανού έλαβε από τον κατηγορούμενο 3 την προσβαλλόμενη κατάθεση, τεκμήριο Α προς αναγνώριση. Προχωρούμε να αναφερθούμε στις εκατέρωθεν εισηγήσεις των συνηγόρων. Ο κ. Μάτσας στην αγόρευσή του υποστήριξε ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει συγκεκριμένο παράπονο είτε γραπτώς είτε προφορικώς εναντίον του κατηγορούμενου 3 ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου εφόσον σε κανένα στάδιο δεν κατονομάζεται ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος ή οποιοσδήποτε άλλος. Ως εκ τούτου ήταν η θέση του ότι ο μάρτυρας Στυλιανού στο στάδιο που διεξήγαγε την έρευνα του ευρίσκετο στο αρχικό στάδιο λήψεως πληροφοριών δηλαδή εντός του πλαισίου του Κανόνα 1 των Δικαστικών Κανόνων. Πέραν τούτου, ο κ. Μάτσας παρατήρησε ότι και στην περίπτωση που διαπιστώνεται απουσία παροχής προειδοποίησης (caution) με βάση τους Δικαστικούς Κανόνες, η μαρτυρία που προκύπτει δεν είναι απαραίτητα μη αποδεκτή αλλά επαφίεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου έχοντας κατά νου ότι το κριτήριο αποδεκτότητας μιας κατάθεσης είναι η θεληματικότητα. Για να προσθέσει ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν ηγέρθη από τον συνήγορο του κατηγορούμενου 3 θέμα θεληματικότητας της προσβαλλόμενης κατάθεσης αλλά μόνο θέμα παράλειψης συμμόρφωσης με τους Δικαστικούς Κανόνες. Και συνεπώς, όπως εισηγήθηκε, η κατάθεση του κατηγορούμενου 3 ήταν θεληματική και το Δικαστήριο δεν έχει άλλη επιλογή παρά να την αποδεκτεί. Ο κ. Παπαϊωάννου εκ μέρους του κατηγορούμενου 3, εν πρώτοις ανέφερε ότι δεν είναι δεδομένη η θεληματικότητα της προσβαλλόμενης κατάθεσης ενόψει, βασικά, των συνθηκών λήψης της δίδοντας έτσι στον όρο θεληματικότητα μια ευρύτερη διάσταση. Διαφώνησε με τη θέση ότι δεν υφίστατο στο στάδιο της διεξαγωγής της έρευνας παράπονο εναντίον του κατηγορούμενου 3 τονίζοντας ότι από τα παραδεκτά γεγονότα προκύπτει ξεκάθαρα ότι οι δύο παραπονούμενοι είχαν διατυπώσει παράπονο εναντίον των ατόμων που τους συνέλαβαν, μεταξύ των οποίων ήταν και ο κατηγορούμενος 3, χωρίς να χρειάζεται να προσδιοριστεί ονομαστικά ο κατηγορούμενος 3. Ως εκ τούτου εισηγήθηκε ότι τίθεται σε εφαρμογή ο Κανόνας 2 των Δικαστικών Κανόνων που επιβάλλει την παροχή προειδοποίησης (caution) στον ενδιαφερόμενο. Όσον αφορά τον προσδιορισμό της φύσης της προσβαλλόμενης κατάθεσης ο κ. Παπαϊωάννου επεσήμανε ότι, αναλόγως των συνθηκών, μία κατάθεση μπορεί στο αρχικό στάδιο να μην θεωρείται ενοχοποιητική αλλά υπό το φως και κάποιας άλλης μαρτυρίας που μπορεί να προσφερθεί από την Κατηγορούσα Αρχή να καταστεί τέτοια. Άλλωστε αυτός είναι, όπως εισηγήθηκε, και ο σκοπός που η Κατηγορούσα Αρχή επιχειρεί να καταθέσει το συγκεκριμένο έγγραφο. Κάτι τέτοιο, ήταν η εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου, παραβιάζει το δικαίωμα της δίκαιης δίκης του κατηγορούμενου 3 που διασφαλίζεται από το Σύνταγμα, ως εκ της παραβίασης του δικαιώματος του της σιωπής και του δικαιώματος του για μη αυτοενοχοποίηση. Το πρώτο θέμα που πρέπει να εξετάσουμε είναι κατά πόσο υπάρχει παραβίαση των Δικαστικών Κανόνων και συγκεκριμένα του Κανόνα 2 από πλευράς του μάρτυρα Στυλιανού (ΜΚ16). Υπενθυμίζουμε ότι ο Πρώτος Δικαστικός Κανόνας[1] καλύπτει το στάδιο της συλλογής πληροφοριών όπου υφίσταται απλή υποψία του ανακριτή η οποία δεν στηρίζεται σε αντικειμενικά δεδομένα και μαρτυρία που να συνδέει τον ύποπτο με το υπό διερεύνηση αδίκημα και, ούτως εχόντων των πραγμάτων, δεν υπάρχει υποχρέωση στον ανακριτή να προειδοποιήσει τον ύποπτο με την επίστηση της προσοχής και τη γνωστοποίηση των δικαιωμάτων του. Η ανάγκη επίστησης της προσοχής του υπόπτου προσώπου δημιουργείται από τη στιγμή που ο ανακριτής έχει στην κατοχή του μαρτυρία που τείνει να συνδέσει τον ύποπτο με τη διάπραξη του υπό διερεύνηση αδικήματος. Στην υπόθεση Petri v. The Police [1968] 2 C.L.R. 1 το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι όταν ένα πρόσωπο θεωρείται ύποπτο χωρίς κατ' ανάγκη να υπάρχει μαρτυρία που να το συνδέει με την διάπραξη του υπό διερεύνηση αδικήματος η δικαιοσύνη, που αποτελεί το θεμέλιο του νόμου αναφορικά με την ποινική ανάκριση, απαιτεί όπως σε τέτοιες περιστάσεις ο ύποπτος προειδοποιηθεί για τον κίνδυνο να προβεί σε καταθέσεις που να τον επηρεάζουν δυσμενώς εκτός αν ελεύθερα και θεληματικά επιθυμεί να το πράξει[2]. Όπως αναφέρεται στο Σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus των κ.κ. Λοΐζου και Πική στην σελ. 147, σε σχετικά με την πιο πάνω απόφαση σχόλια, το σκεπτικό αυτής της απόφασης απηχεί θεμελιωμένες αρχές που σχετίζονται με την ανάγκη προστασίας του υπόπτου από τον κίνδυνο αυτοενοχοποίησης του έστω και αν αυτό δεν συνάδει, αυστηρώς ομιλούντες, με το λεκτικό και την ερμηνεία του Πρώτου Κανόνα. Παραθέτουμε πιο κάτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από το πιο πάνω Σύγγραμμα: ". This reasoning echoes earlier judicial dicta of common law Judges that the need to protect the suspect form self-incrimination is fundamental under our system of criminal investigation. In Petri's case the Supreme Court clearly refused to abide by a literal interpretation of the Judge's Rules, considering it a fundamental principle of criminal investigation that a caution should be administered as soon as the person questioned comes under suspicion. It may, therefore, be said that, despite the contents of Rule I of the Judges' Rules, the police in Cyprus are required to caution the person interrogated as soon as they suspect him of complicity in the commission of the offence. From our experience in the criminal courts of the country, the police do, almost invariably, caution a citizen on arrest and they are well advised to continue this practice". Ο Δεύτερος Δικαστικός Κανόνας[3] εφαρμόζεται στο επόμενο στάδιο των ανακρίσεων κατά το οποίο αρχίζει να εμφανίζεται μαρτυρία που παρέχει εύλογη βάση για να δημιουργηθούν υποψίες εναντίον συγκεκριμένου προσώπου. Σε σχέση με το πότε χρησιμοποιείται ο Δεύτερος Κανόνας χρήσιμο είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την Αγγλική απόφαση R. v. Osborne and Virtue [1973] Q.B. 678 στην σελ. 688 του Λόρδου Lawton: "Ένας αστυνομικός όταν διενεργεί μια ανάκριση φτάνει σε κάποιο στάδιο που είναι ενδιάμεσο ανάμεσα στην απλή συλλογή στοιχείων (Βλ. Κανόνα Ι) και τη λήψη αρκετής μαρτυρίας για να προσάψει κατηγορία. Φτάνει σε στάδιο που έχει εξασφαλίσει την απαρχή της μαρτυρίας. Είναι σ' αυτό το στάδιο που οφείλει να δώσει την προειδοποίηση (δυνάμει του Κανόνα ΙΙ) ... δεν έχει υποχρέωση να δώσει την προειδοποίηση ως την ώρα που θα έχει τέτοια στοιχεία που να μπορεί να θέσει μπροστά σ' ένα δικαστήριο για το ξεκίνημα μιας υπόθεσης". Μαρτυρία για τους σκοπούς του Δευτέρου Κανόνα σημαίνει πληροφορίες και στοιχεία που μπορούν να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου[4]. Όσον αφορά τις συνέπειες που προκύπτουν από την παραβίαση των Δικαστικών Κανόνων λέμε ότι κάτι τέτοιο δεν αποτελεί αφ' εαυτού λόγο για μη αποδοχή μαρτυρίας η οποία ελήφθη υπό το φως τέτοιας παραβίασης. Το δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία όσο αφορά το θέμα αυτό. Όμως, θα πρέπει επίσης να επισημάνουμε την πάγια τοποθέτηση της νομολογίας σχετικά, όπως διατυπώνεται στην υπόθεση Fournides v. Δημοκρατίας
(1986)2 C.L.R. 73, σελ. 86, αφού εξετάζεται και η προηγούμενη νομολογία, και υιοθετήθηκε αργότερα στην υπόθεση Σάκκος ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 510, όπου στη σελίδα 522 παρατίθεται και το ακόλουθο απόσπασμα από την πρώτη υπόθεση: "The essence of these decisions is that a Court charged to decide the admissibility of a statement must take a broad view of the facts surrounding and accompanying its making and must not hesitate to reject the statement if its provenance is fraught with suspicion. They reflect our commitment to the protection of human rights and the sustenance of the rule of law". Στην παρούσα υπόθεση είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο ΜΚ16 δεν προέβη σε προειδοποίηση των δικαιωμάτων του κατηγορούμενου 3 πριν την υπόδειξη σε αυτόν της κατάθεσης τεκμήριο Β
(1)και τη λήψη της προσβαλλόμενης κατάθεσης. Σημειώνουμε εδώ ότι στο στάδιο που ο ΜΚ16 διενεργούσε την έρευνα του υπήρχε παράπονο από τους δύο πολίτες, Μάρκο Παπαγεωργίου και Γιάννη Νικολάου, για κακοποίηση τους από τους αστυνομικούς που τους συνέλαβαν σε περιστατικό που έγινε τις πρωινές ώρες της 20.12.2005, στη Λευκωσία. Αυτό προκύπτει τόσο από το περιεχόμενο του τεκμηρίου Δ, δυνάμει του οποίου διετάχθη έρευνα για την οποία ο ΜΚ16 ορίστηκε μαζί με άλλους αστυνομικούς όσο και από την ίδια την κατάθεση του ΜΚ16, τεκμήριο Α, στην οποία αναφέρεται ότι προέβαινε σε: «. . .διεξαγωγή Διοικητικής Έρευνας σε σχέση με παράπονο των Μάρκου Παπαγεωργίου και Γιάννου Νικολάου για ξυλοδαρμό και κακοποίηση τους από μέλη της Αστυνομίας τις πρωϊνές ώρες της 20.12.2005», ενώ στο πλαίσιο αυτό ο ΜΚ16 είχε ήδη στην κατοχή του αντίγραφο της κατάθεσης του κατηγορούμενου 3 (τεκμήριο Β
(1)) όπου αυτός αναφέρει ότι είχε προβεί στη σύλληψη του Γιάννη Νικολάου. Τα πιο πάνω καταδεικνύουν ότι ο ΜΚ16 είχε πληροφόρηση περί της άμεσης εμπλοκής του κατηγορούμενου 3 στο ισχυριζόμενο επεισόδιο κακοποίησης των δύο πολιτών και ότι το παράπονο το οποίο διερευνούσε στο πλαίσιο της διοικητικής έρευνας που διεξήγε στρεφόταν και εναντίον του κατηγορούμενου αυτού. Κατά συνέπεια καταλήγουμε ότι ετύγχανε εφαρμογής ο Κανόνας 2 σύμφωνα με τον οποίο θα έπρεπε προτού ληφθεί οποιαδήποτε κατάθεση από τον κατηγορούμενο 3 να τύχει της καθορισμένης προειδοποίησης (caution). Το δεύτερο ζήτημα που θα μας απασχολήσει είναι κατά πόσο η εξασφάλιση της κατάθεσης του κατηγορούμενου 3 με τον τρόπο που περιγράφηκε πιο πάνω, δηλαδή χωρίς την παρεμβολή της προειδοποίησης (caution) και η χρήση αυτής που η Κατηγορούσα Αρχή επιχειρεί να κάνει στη δίκη, παραβιάζει το θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορούμενου σε δίκαιη δίκη. Το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο κατοχυρώνεται ρητά από το άρθρο 12
(4)του Συντάγματος και το άρθρο 6
(2)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Νόμος 39/62, εμπεριέχει το δικαίωμα της σιωπής και συνακόλουθα το δικαίωμα της μη αυτοενοχοποίησης. Υπενθυμίζουμε ότι το δικαίωμα της μη αυτοενοχοποίησης αποβλέπει κυρίως στο σεβασμό της θέλησης του κατηγορούμενου να παραμείνει σιωπηλός από την αρχή των ερευνών της ανακριτικής αρχής μέχρι και την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου. Η Κατηγορούσα Αρχή οφείλει να αποδείξει την υπόθεση εναντίον κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η μέθοδος που χρησιμοποιείται για τη συγκέντρωση των στοιχείων εξετάζεται από το Δικαστήριο για να αποφανθεί κατά πόσο η διαδικασία απολήγει ή όχι σε δίκαιη δίκη. Είναι γι' αυτό το λόγο που το Δικαστήριο, όπως είναι πάγια νομολογημένο, έχει την ευχέρεια αποκλεισμού μαρτυρίας η οποία, ως εκ του τρόπου λήψης της ή και της χρήσης της κατά τη δίκη, παραβιάζει το θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορούμενου σε δίκαιη δίκη[5]. Θεωρούμε κατάλληλο στάδιο εδώ να παραπέμψουμε στην απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην υπόθεση Saunders v. UK. R.J.D.
(1996)VI, 24 E.C.H.R. 2044, η οποία υιοθετήθηκε και από το δικό μας Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Μαρίνας Αβρααμίδου κ.ά.
(2004)2 Α.Α.Δ. 51. Στη Saunders (πιο πάνω), αντικείμενο προς εξέταση ήταν το παραδεκτό του πρακτικού της ανάκρισης του κατηγορούμενου, υπό την ιδιότητά του ως αξιωματούχου εταιρείας υπό διερεύνηση, αναφορικά με τη διαχείριση των υποθέσεων της. Η ανάκριση έγινε από επιθεωρητή, διορισθέντα προς τούτο βάσει των διατάξεων του Αγγλικού περί Εταιρειών Νόμου του 1985 (Άρθρο 432). Βάσει των προνοιών του Άρθρου 436
(2)(c) και
(3)του ίδιου Νόμου, πρόσωπο, αρνούμενο να απαντήσει στις ερωτήσεις του επιθεωρητή, υπόκειται σε φυλάκιση. Επίδικο θέμα της υπόθεσης ήταν το παραδεκτό των δηλώσεων του κατηγορούμενου, κατά την ανάκριση του, ως μαρτυρίας κατά τη δίκη του, για αδικήματα σχετιζόμενα με τη διαχείριση των υποθέσεων της εταιρείας. Σύμφωνα με την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το πρακτικό της κατάθεσης του κατηγορούμενου ενώπιον του επιθεωρητή ήταν απαράδεκτο ως μαρτυρία, επειδή έπληττε το δικαίωμα του κατηγορούμενου κατά της αυτοενοχοποίησης του, δικαίωμα που εμπίπτει στην έννοια της δίκαιης δίκης, όπως κατοχυρώνεται από το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης. Η υπόθεση Saunders (πιο πάνω) ακολουθήθηκε μεταγενέστερα από την υπόθεση I.J.L. And Others v. The United Kingdom, The Times, October 13, 2000, όπου τονίστηκε εκ νέου ότι το Άρθρο 6 της Σύμβασης διασφαλίζει στον κατηγορούμενο το δικαίωμα της δίκαιης δίκης κατά την εξέταση των κατηγοριών που αντιμετωπίζει. Σ' εκείνη την υπόθεση κρίθηκε ότι η χρήση κατά τη δίκη των αιτητών πληροφοριών που είχαν ληφθεί στα πλαίσια έρευνας διοικητικού οργάνου με εξαναγκαστικές εξουσίες (compulsory powers) με σκοπό την απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής εναντίον τους παραβίαζε το δικαίωμα της δίκαιης δίκης. Περαιτέρω στην απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου στην υπόθεση Funke v. France
(1993)16 E.H.R.R. 297, αποφασίστηκε ότι το δικαίωμα της δικαίας δίκης περιλαμβάνει "the right of anyone charged with a criminal offence . . . to remain silent and not to contribute to incriminating himself" - (Ελληνική μετάφραση, ελεύθερη: «το δικαίωμα του καθενός, ο οποίος κατηγορείται με ποινικό αδίκημα, να παραμείνει σιωπηλός και να μη συμβάλει στην ενοχοποίηση του εαυτού του»). Η πιο πάνω νομολογία και το αποτέλεσμα αυτής σχολιάζεται στο Σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading, Evidence and Practice
(2003)στην παρ. 16-69 την οποία παραθέτουμε: "The protection against self-incrimination The right to a fair trial includes "the right of anyone charged with a criminal offence --- to remain silent and not to contribute to incriminating himself": Funke v. France, 16 E.H.R.R. 297. In Saunders v. U.K. 23 E.H.R.R. 313, the Court considered that the admission in evidence at the applicant's trial of transcripts of interviews with inspectors of the Department of Trade and Industry violated Article 6
(1)since at the time of the interrogation the applicant was under a duty to answer the inspectors' questions, a duty which was enforceable by proceedings for contempt. The Court described the right to silence and the right not to incriminate oneself as generally recognized international standards which lay at the heart of a notion of a fair procedure under Article 6." Είναι η διαπίστωση μας ότι η αποδεκτότητα της εν λόγω κατάθεσης (τεκμήριο Α προς αναγνώριση) συναρτάται τόσο με το νομότυπο της λήψης της, όσο και με τη χρήση της κατά τη δίκη. Δεν διαφεύγει της προσοχής μας ότι οι καταθέσεις του κατηγορούμενου 3, τεκμήρια Β
(1)και τεκμήριο Α προς αναγνώριση δεν περιέχουν στην όψη τους ενοχοποιητικά για τον κατηγορούμενο στοιχεία. Το γεγονός ότι υπάρχουν αναφορές οι οποίες τον τοποθετούν στη σκηνή του επεισοδίου, καθώς και ότι διενεργώντας την σύλληψη των πολιτών μαζί με άλλους αστυνομικούς υπό τις συνθήκες που αναφέρει χρησιμοποίησε την αναγκαία βία δεν είναι από μόνα τους αρκετά για να στοιχειοθετήσουν οποιοδήποτε αδίκημα. Όμως, είναι πάντοτε δυνατό να χρησιμοποιηθεί η πιο πάνω κατάθεση ως περιστατική μαρτυρία και σε συσχετισμό με άλλη μαρτυρία την οποία θα προσκομίσει η Κατηγορούσα Αρχή που να τείνει να οδηγήσει σε συμπεράσματα ενοχής του κατηγορούμενου 3 σε σχέση με τα αδικήματα που αντιμετωπίζει. Αυτό μπορεί να προβλεφθεί ότι είναι δυνατό να συμβεί πέραν από οποιαδήποτε συγκεκριμένη χρήση η οποία μπορεί να γίνει της εν λόγω μαρτυρίας από την Κατηγορούσα Αρχή. Μάλιστα, ο κ. Παπαϊωάννου μας εισηγήθηκε συγκεκριμένη πιθανή χρήση που θα μπορούσε η Κατηγορούσα Αρχή να κάνει ώστε σε συνδυασμό με άλλη μαρτυρία να τη χρησιμοποιήσει προς αντίκρουση της εκδοχής του κατηγορούμενου 3 όπως αυτή προβάλλεται μέσα από το τεκμήριο Α προς αναγνώριση. Επομένως, εκείνο που λαμβάνουμε υπόψη και δεν μπορούμε να παραβλέψουμε είναι την χρήση που αναμένεται και ή προτίθεται η Κατηγορούσα Αρχή να κάνει αυτής της κατάθεσης στα πλαίσια της εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης. Όσον αφορά τις συνθήκες λήψης των συγκεκριμένων καταθέσεων υπενθυμίζουμε ότι αυτές λήφθησαν στο πλαίσιο διοικητικής έρευνας και εύλογα θα μπορούσε να θεωρηθεί από τον κατηγορούμενο 3 ότι θα χρησιμοποιούντο αποκλειστικά για τη διαδικασία αυτή. Έτσι δεν μπορούμε να γνωρίζουμε ή τουλάχιστον να αποκλείσουμε κατά πόσο ο κατηγορούμενος 3 θα τηρούσε την ίδια στάση αν γνώριζε ότι ο,τιδήποτε έλεγε στο πλαίσιο της έρευνας αυτής θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον του στο πλαίσιο ποινικής δίκης έχοντας πλέον ο ίδιος την ιδιότητα του κατηγορούμενου. Δεν μας διαφεύγει, τέλος, της προσοχής ότι όταν ο κατηγορούμενος 3 έδιδε τις εν λόγω καταθέσεις στο πλαίσιο της διοικητικής έρευνας ήταν ενδεχόμενο να αισθανόταν την υποχρέωση να αναφερθεί στα γεγονότα που διερευνώντο ενόψει και των προνοιών του Πειθαρχικού Κώδικα ΚΔΠ 53/89 που εφαρμόζεται για την Αστυνομική Δύναμη και των ενδεχομένων κυρώσεων στον ίδιο. Εδώ οπωσδήποτε έχει τη θέση της η υπόθεση Saunders (πιο πάνω) και ως προς τα γεγονότα της εν μέρει. Επομένως, η αποδοχή της προσβαλλόμενης κατάθεσης θα ήταν, ενόψει και αυτής της πτυχής, άδικη για τον κατηγορούμενο 3. Υπό το φως όλων των πιο πάνω δεδομένων θεωρούμε ότι οι συνθήκες λήψης της εν λόγω κατάθεσης αλλά και ο σκοπός χρήσης της στο πλαίσιο της δίκης είναι τέτοια που η αποδοχή της ως μαρτυρία θα καταστρατηγούσε το θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορούμενου 3 σε δίκαιη δίκη. Συνεπώς η ένσταση επιτυγχάνει και η κατάθεση του τεκμηρίου Α προς αναγνώριση δεν επιτρέπεται. (Υπ.) .................. Γ. Ν. Γιασεμής, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .................. Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .................. Ε. Εφραίμ, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κ.π. [1] "Όταν αστυνομικό όργανο προσπαθεί να ανακαλύψει αν και από ποιόν έχει διαπραχθεί έγκλημα δικαιούται να υποβάλει ερωτήσεις σε οποιοδήποτε πρόσωπο ύποπτο ή όχι, από το οποίο πιστεύει πως μπορεί να πάρει χρήσιμες πληροφορίες. Αυτό συμβαίνει, είτε το πρόσωπο αυτό έχει τεθεί υπό κράτηση είτε όχι, εφόσον δεν έχει κατηγορηθεί ή πληροφορηθεί ότι θα διωχθεί σχετικά με το αδίκημα". [2] ".....fairness which is firmly embedded at the root of our Law governing criminal investigation, requires that in such circumstances the suspected person should be warned against the danger of making statements to his prejudice unless he freely and voluntarily wishes to do so". [3] «Μόλις το αστυνομικό όργανο αποκτήσει μαρτυρία που θα παρέχει εύλογη βάση για υποψία ότι πρόσωπο έχει διαπράξει αδίκημα, θα επιστήσει την προσοχή του, πριν του υποβάλει οποιαδήποτε ερώτηση ή περαιτέρω ερωτήσεις σχετικά με το αδίκημα αυτό». [4] Δέστε Azinas v. The Police [1981] 2 C.L.R. 9. [5] Δέστε Δημοκρατία ν. Μαρίνας Αβρααμίδου κ.ά.
(2004)2 Α.Α.Δ. 51. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.