Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Αριστοτέλης Μεγάλεμος, Αρ. Υπόθεσης: 8022/06, 19 Οκτωβρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:B35 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8022/06 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν Αριστοτέλης Μεγάλεμος Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 19 Οκτωβρίου, 2007. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Κακούρη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Τριανταφυλλίδης Κατηγορούμενος παρών. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει Κατηγορία οδήγησης υπό την επήρρεια αλκοόλης κατά παράβαση των άρθρων 2, 5 και 11 του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου 174/86 όπως τροποποιήθηκε, και του άρθρου 20Α του Ν. 86/72, όπως τροποποιήθηκε. Διεξήχθη ακροαματική διαδικασία για την προαναφερόμενη Κατηγορία. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε δύο μάρτυρες, τον Αστυφύλακα 2695 Μιχαλάκη Παστελλή και τον Αστ. 1862 Σταύρο Σταύρου. Ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι την 11.4.2006 και περί ώρα 02.50 διενεργούσε έλεγχο άλκοτεστ στην Λεωφ. Γρίβα Διγενή, όπου και ανέκοψε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΝΝ 259 το οποίο οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο. Αφού πρόσεξε ότι ο Κατηγορούμενος μύριζε έντονα αλκοόλ του δημιουργήθηκε εύλογη υποψία ότι αυτός οδηγούσε υπό την επήρρεια αλκοόλης και τον υπέβαλε σε προκαταρκτικό έλεγχο άλκοτεστ με ένδειξη 95 mg. Ο Κατηγορούμενος μεταφέρθηκε ακολούθως στο Αρχηγείο Αστυνομίας και, αφού παρήλθαν πέραν των 20 λεπτών, ζητήθηκε από αυτόν να παράσχει δύο δείγματα για τελική εξέταση, τα οποία είχαν αποτελέσματα 99 mg και 96 mg. Ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι έχει παρακολουθήσει μαθήματα για την χρήση των συσκευών άλκοτεστ, και ανέφερε ότι προ της εξέτασης του Κατηγορούμενου έλεγξε την μηχανή προκαταρκτικής εξέτασης, και αυτή λειτουργούσε ορθά. Όσον αφορά στην συσκευή τελικής εξέτασης, αυτή ελέγχεται από υπεύθυνους, αλλά κατά τον χρόνο που υπέβαλε τον Κατηγορούμενο σε τελική εξέταση δεν υπήρχε κανένας υπεύθυνος εκεί. Ήταν, όμως, η θέση του ότι όταν ο Κατηγορούμενος δώσει δείγμα και βγει το έντυπο σωστά, αυτό καταδεικνύει ότι η μηχανή λειτουργεί ορθά. Ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι την 12.4.2006 κατηγόρησε γραπτώς τον Κατηγορούμενο ο οποίος απάντησε «παραδέχομαι και απολογούμαι». Ισχυρίστηκε, όμως, ότι ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε να υπογράψει την γραπτή Κατηγορία. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Κατηγορούμενο εισηγήθηκε ότι δεν αποδείκτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του ώστε να κληθεί σε απολογία. Την εισήγηση αυτή στήριξε στο ότι ελλείπει, ως ανέφερε, από την μαρτυρία, η απόδειξη συστατικού στοιχείου του αδικήματος. Συγκεκριμένα, ήταν η θέση του κ. Τριανταφυλλίδη ότι είναι απαραίτητη μαρτυρία η οποία να αποδεικνύει ότι η συγκεκριμένη συσκευή που χρησιμοποιήθηκε πληρούσε τα πρότυπα και τις προδιαγραφές, ενώ ο Ν. 33
(1)/00 στο αρ. 5(α) καθιστά απαραίτητη την πιστοποίηση από Αρμόδια Αρχή περί τούτου. Τέτοια μαρτυρία, εισηγήθηκε, δεν προσκομίστηκε στο Δικαστήριο, και σαφώς η κανονικότητα της μηχανής δεν τεκμαίρεται ή αποτελεί Δικαστική γνώση. Η ευπαίδευτος συνήγορος για την Κατηγορούσα Αρχή δέχτηκε ότι δεν προσκομίστηκε μαρτυρία περί της ορθής λειτουργίας της μηχανής, και άφησε το θέμα στο Δικαστήριο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Με την άρνηση των Κατηγοριών ο Κατήγορος έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό όρο του αδικήματος. Η αποτυχία απόδειξης των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, οδηγά σε αντίστοιχη αποτυχία απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, και ανάγεται στο ίδιο το αδίκημα στο οποίο αφορά η κατηγορία και όχι στην οποιαδήποτε γραπτή κατηγορία που προηγήθηκε (βλ. Ευγένιου Παναγιώτου ν. Αστυνομίας Π.Ε. 6739 και 6740, ημερ. 27.3.2000). Το βάρος απόδειξης που έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφωρτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό που εξετάζεται με την παρούσα, είναι αρκετό για την Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Η εύλογη υποψία δεν μπορεί να εξισωθεί με την έννοια της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευστάθιος Θεοδώρου, Π.Ε. 7107, ημερ. 13.2.2002). Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus των κ.κ. Πικής και Λοϊζου στις σελ. 111 και 167, το αποδεικτικό βάρος απόδειξης που φέρει η Κατηγορούσα Αρχή σύγκειται στην δημιουργία τεκμηρίου ενοχής σε αντιπαράθεση προς το συμπέρασμα ενοχής που απαιτείται στο τελικό στάδιο της δίκης. Ο Κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του Κατηγορουμένου μία πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση. Σε διαφορετική περίπτωση ο Κατηγορούμενος θα κληθεί, όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. Police v. Kallenos
(1980)J.S.C. 145). Όπως αναφέρθηκε και στην γνωστή επί του θέματος απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133: « Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ΄ αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου». Το κριτήριο, όπως αναφέρθηκε στην πιο πάνω απόφαση, είναι και στις δύο περιπτώσεις αντικειμενικό. Δεν προβαίνει ο Δικαστής στο στάδιο αυτό της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, έργο το οποίο επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όταν όλη η μαρτυρία που έχει προσκομιστεί από την Κατηγορούσα Αρχή εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση να απαντηθεί (βλ. Ευγένιου Παναγιώτου ν. Αστυνομίας (πιο πάνω)). (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας ν. Νίκου Π. Κλεάνθους Π.Ε. 6619, ημερ. 21.6.1999, Azinas v. The Police
(1981)2 C.L.R. 9, Shaban Bin Houssein v. Chong Fukkan
(1969)3 All E.R. 1626). Με βάση τα πιο πάνω γεγονότα και νομικές αρχές, και χωρίς να προβαίνω σε οποιαδήποτε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, βρίσκω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να στοιχειοθετήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου. Το άρθρο 5Α
(4)αναφέρει ότι η χρήση κάθε συσκευής προκαταρκτικής και τελικής εξέτασης γίνεται μόνο αν έχει εκδοθεί γι' αυτήν πιστοποίηση από την αρμόδια αρχή πιστοποίησης, σύμφωνα με τα όσα προβλέπονται στα εδάφια
(1)-
(3)του ιδίου άρθρου. Θα συμφωνήσω με τον ευπαίδευτο συνήγορο για τον Κατηγορούμενο ότι, παρά το γεγονός ότι αποτελεί Δικαστική γνώση το ποία πρότυπα και προδιαγραφές καθόρισε ο αρμόδιος Υπουργός ως αυτά τα οποία πρέπει να πληρούν οι συσκευές άλκοτεστ αφού καθορίστηκαν δυνάμει της Κ.Δ.Π.116/00, παραμένει απαραίτητη η προσαγωγή μαρτυρίας ότι η συγκεκριμένη μηχανή πληρούσε τα πρότυπα αυτά. Τέτοια μαρτυρία δεν δόθηκε στην παρούσα υπόθεση. Πέραν του πιο πάνω, η μαρτυρία ήταν επίσης ελλειπής ως προς την διενέργεια ελέγχου για την ορθή λειτουργία της μηχανής τελικής εξέτασης. Εν' όψει των πιο πάνω ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλάσσεται από το στάδιο αυτό. Έξοδα Λ.Κ.22,00 να καταβληθούν από την Κ.Δ. ....................................... Μαρίνα Παπαδοπούλου Επαρχιακός Δικαστής Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο