← Κύπρος

Δημοκρατία ν. SUPHIRE Securities and Financial Services Ltd κ.α., Αρ. Υποθ.: 11426/2005, 24 Οκτωβρίου, 2007

Δημοκρατία ν. SUPHIRE Securities and Financial Services Ltd κ.α., Αρ. Υποθ.: 11426/2005, 24 Οκτωβρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2007:7 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ, ΛΕΥΚΩΣΙΑ Σύνθεση: Γ. Ν. Γιασεμής, Π.Ε.Δ. Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Ε. Εφραίμ, Ε.Δ. Αρ. Υποθ.: 11426/2005 Δημοκρατία εναντίον

  1. SUPHIRE Securities and Financial Services Ltd
  2. Ιωάννη Ανδρονίκου
  3. Ρέας Ανδρονίκου Ημερομηνία: 24 Οκτωβρίου, 2007 Αίτηση για δήμευση εσόδων ημερ. 8.10.07 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Γενικό Εισαγγελέα: Η κα Μ. Κυρμίζη και η κα Π. Ευθυβούλου. Για τους Κατηγορούμενους: Ο κ. Γ. Γεωργίου με κ. Κ. Καλλή. Κατηγορούμενος 2 παρών. ------------------------------------------ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΚΘΕΣΗ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ Με την παρούσα αίτηση ο Γενικός Εισαγγελέας αιτείται: (Α) Τη διεξαγωγή έρευνας προς διαπίστωση του κατά πόσο οι κατηγορούμενοι 1 και 2 απεκόμισαν έσοδα από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος και (Β) Την έκδοση διατάγματος δήμευσης για είσπραξη των εσόδων των κατηγορουμένων 1 και 2 από τη διάπραξη του γενεσιουργού αδικήματος της κλοπής υπό αντιπροσώπου, δηλαδή την έκδοση διατάγματος δήμευσης για είσπραξη του ποσού των Λ.Κ.4.888.
  4. Η υπό εξέταση αίτηση βασίζεται στα άρθρα 3 μέχρι 13 και 68 του Περί Συγκάλυψης, Έρευνας και Δήμευσης Εσόδων Από Ορισμένες Εγκληματικές Πράξεις Νόμου 61(Ι)/96, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, στη Δ.48 θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στις Συμφυείς Εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από έκθεση ισχυρισμών της Κατηγορούσας Αρχής σύμφωνα με το άρθρο 11 του Νόμου 61(Ι)/
  5. Θα την συνοψίσουμε. § Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 καταδικάστηκαν στις 28.9.2007 από το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας στην υπόθεση 11426/05 για διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος και συγκεκριμένα του αδικήματος της κλοπής υπό αντιπροσώπου καθώς και για διάπραξη αδικημάτων συγκάλυψης. Το ποσό που αφορά το αδίκημα της κλοπής ανέρχεται σε Λ.Κ.4.888.
  6. § Στις 8.4.05, κατόπιν αιτήσεως του Γενικού Εισαγγελέα, εξεδόθη από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας διάταγμα επιβάρυνσης περιουσίας σύμφωνα με το άρθρο 15 του Νόμου 61(Ι)/96 αναφορικά με την ρευστοποιήσιμη περιουσία του κατηγορούμενου 2 (ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ Α, Β και Γ). § Μετά από επίσημο αίτημα της Μονάδας Καταπολέμησης Αδικημάτων Συγκάλυψης (ΜΟ.Κ.Α.Σ) προς τις Αρμόδιες Αρχές του Jersey εντοπίστηκε και παγοποιήθηκε στις 6.4.2006 χρηματικό ποσό αγγλικών στερλινών 645.000 το οποίο βρισκόταν σε τραπεζικό λογαριασμό στο όνομα του κατηγορούμενου
  7. Το εν λόγω ποσό, μετά και τη σύμφωνη γνώμη του δικαιούχου του λογαριασμού, μεταφέρθηκε στην Κύπρο και επιστράφηκε από τον κατηγορούμενο στο Ταμείο Συντάξεων της ΑΗΚ. § Έχει εντοπιστεί ρευστοποιήσιμη περιουσία του κατηγορούμενου 2 που αποτελείται από χρηματικά ποσά στο Jersey και στην Αγγλία η οποία παγοποιήθηκε στις 13.6.2005 κατόπιν επίσημου αιτήματος της ΜΟ.Κ.Α.Σ. προς τις αρμόδιες αρχές του Jersey και Ηνωμένου Βασιλείου. § Όσον αφορά την κατηγορούμενη 1, μετά από έρευνα που έγινε δεν εντοπίστηκε οποιαδήποτε ακίνητη περιουσία στο όνομα της. Ο δε μεγάλος αριθμός μετοχών δημόσιων εταιρειών που εντοπίστηκε επ' ονόματι της ήταν ήδη δεσμευμένες από τρίτα πρόσωπα. § Είναι η θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 2 απεκόμισαν έσοδα από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος που ανέρχονται σε Λ.Κ.4.888.150, αδίκημα για το οποίο έχουν καταδικαστεί από το Κακουργιοδικείο. Αποτελεί περαιτέρω θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι το πιο πάνω χρηματικό ποσό δύναται να εξασφαλιστεί από την ρευστοποιήσιμη περιουσία του κατηγορούμενου 2 όπως αυτή περιγράφεται στις παραγράφους 9(Α), (Β) και 11 της έκθεσης ισχυρισμών. ΕΚΘΕΣΕΙΣ ΑΝΤΙΚΡΟΥΣΗΣ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ Στην υπό εξέταση αίτηση κατεχωρήθησαν εκθέσεις αντίκρουσης ισχυρισμών τόσο από την κατηγορούμενη 1 όσο και από τον κατηγορούμενο 2 σύμφωνα με το άρθρο 11

(2)του Νόμου 61(Ι)/
  1. Θα αναφερθούμε σε αυτές ξεχωριστά. Στην έκθεση αντίκρουσης ισχυρισμών της κατηγορούμενης 1, είναι παραδεκτό ότι αυτή στις 28.9.2007 εκρίθη από την πλειοψηφία του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας ένοχη στις κατηγορίες 21 μέχρι 26 στην προαναφερθείσα υπόθεση. Περαιτέρω, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι έχει ήδη καταβληθεί στους παραπονούμενους το ποσό των Λ.Κ.1.960.000 και στερλινών 658.178,18 και ότι κατά τον υπολογισμό του ποσού που πρέπει να ανακτηθεί και για το οποίο μπορεί και ή πρέπει να εκδοθεί διάταγμα δήμευσης τα πιο πάνω ποσά πρέπει να συνυπολογιστούν και να αφαιρεθούν από το ποσό του κατηγορητηρίου. Προς απόδειξη του πιο πάνω ισχυρισμού επισυνάπτονται οι επιστολές του δικηγόρου της προς την αντίδικη πλευρά στην αγωγή 2430/05 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ Α, Β, Γ και Δ. Όσον αφορά την έκθεση αντίκρουσης ισχυρισμών εκ μέρους του κατηγορούμενου 2, σε αυτήν γίνεται παραδοχή ότι στις 28.9.2007 ο κατηγορούμενος 2 κρίθηκε ένοχος κατά πλειοφηψία του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας στην προαναφερθείσα υπόθεση στις κατηγορίες 21 μέχρι
  2. Ισχυρίζεται, περαιτέρω, ότι δεν μπορεί να εκδοθεί εις βάρος του το αιτούμενο και ή οποιοδήποτε διάταγμα δήμευσης αφού ο ίδιος δεν απεκόμισε οποιοδήποτε έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος στην έννοια του άρθρου 7 του Νόμου 61(Ι)/96, ούτε και υπάρχει οποιοδήποτε εύρημα στην απόφαση του Κακουργιοδικείου ότι ο ίδιος απεκόμισε, επωφελήθηκε ή καρπώθηκε οποιοδήποτε ποσό ή ότι είχε οποιοδήποτε προσωπικό οικονομικό όφελος ή ότι έγιναν σ' αυτόν οποιεσδήποτε πληρωμές ή αμοιβές σε σχέση με τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος. Χωρίς επηρεασμό των πιο πάνω ισχυρισμών του ο κατηγορούμενος 2 ισχυρίζεται, επίσης, ότι μετά την έναρξη της ποινικής δίωξης στην παρούσα υπόθεση και πριν την έκδοση της τελικής απόφασης του Κακουργιοδικείου έχουν καταβληθεί στους παραπονούμενους (Ταμείο Συντάξεων ΑΗΚ) τα ποσά που αναφέρονται στην έκθεση αντίκρουσης ισχυρισμών του κατηγορούμενου 2 τα οποία θα πρέπει να συνυπολογιστούν και να αφαιρεθούν σε περίπτωση έκδοσης διατάγματος δήμευσης. Τα ποσά αυτά ανέρχονται σε Λ.Κ.1.960.000 και στερλίνες 658.178,18 (ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ Α, Β, Γ και Δ). Ισχυρίζεται, περαιτέρω, ότι η κατηγορούμενη 1 έχει ρευστοποιήσιμη περιουσία που αποτελείται από τίτλους μετοχών εισηγμένων στο ΧΑΚ η αξία των οποίων στις 11.10.2007 ανέρχετο στο ποσό των Λ.Κ.4.376.309,86, μέρος της οποίας μπορεί και πρέπει να δημευθεί για την κάλυψη της διαφοράς του ποσού του κατηγορητηρίου μετά την αφαίρεση των καταβληθέντων ποσών που αναφέρονται πιο πάνω (ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ε). Αναφορικά με αυτή την περιουσία της κατηγορούμενης 1 προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι δεν είναι δεσμευμένη από τρίτα πρόσωπα και ότι απλώς μέσα στα πλαίσια πολιτικών αγωγών έχουν εκδοθεί ενδιάμεσα απαγορευτικά διατάγματα για τη μη αποξένωσή τους, κάτι το οποίο δεν εμποδίζει την έκδοση διατάγματος δήμευσής της σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 13 του Νόμου 61(Ι)/
  3. ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ Κατά την εκδίκαση της υπό εξέταση αίτησης αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Η κα Κυρμίζη εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα υποστήριξε ότι και οι δύο κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν για τα αδικήματα της κλοπής και της συγκάλυψης, με την έννοια της κατοχής και χρησιμοποίησης του ποσού των Λ.Κ.4.888.150 που αποτελεί το έσοδο από τη διάπραξη του γενεσιουργού αδικήματος της κλοπής. Επομένως και οι δύο κατηγορούμενοι απεκόμισαν έσοδα στην έννοια του Νόμου. Υποστήριξε, περαιτέρω, ότι το διάταγμα δήμευσης που εκδίδεται αφορά στην ανάκτηση συγκεκριμένου ποσού χρημάτων και δεν επιδρά στην δέσμευση συγκεκριμένου περιουσιακού στοιχείου. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην παράγραφο 5(α), (β) και (γ) της έκθεσης αντίκρουσης ισχυρισμών εκ μέρους του κατηγορούμενου 2 υποστήριξε ότι δεν έχουν σχέση με την παρούσα ποινική υπόθεση και ότι αφορούν καταβολή χρημάτων στα πλαίσια αγωγής. Ενώ σε σχέση με την παράγραφο 5(δ) της έκθεσης αντίκρουσης ισχυρισμών δέκτηκε ότι το ποσό των στερλινών 658.178,18 ή το αντίστοιχο σε Λ.Κ.567.328,90 καταβλήθηκε στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας και ότι, επομένως, θα πρέπει να αφαιρεθεί από το ποσό του διατάγματος δήμευσης που επιζητείται. Ο κ. Γεωργίου εκ μέρους των κατηγορουμένων 1 και 2 υποστήριξε εν πρώτοις ότι η Κατηγορούσα Αρχή παραδέχεται τον ισχυρισμό της πλευράς των κατηγορουμένων 1 και 2 ότι οι πληρωμές των ποσών που αναφέρονται στην παράγραφο 5(α), (β), (γ) και (δ) της έκθεσης αντίκρουσης ισχυρισμών έγιναν στα πλαίσια των αγωγών. Εξέφρασε την άποψη, όμως, ότι η οποιαδήποτε αναφορά της κας Κυρμίζη στην αγόρευση της στο περιεχόμενο των αγωγών που αφορούσαν οι πληρωμές δεν αποτελεί μαρτυρία που μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο και περαιτέρω ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν προσκόμισε μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι οι εν λόγω πληρωμές δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης και να αφαιρεθούν σε περίπτωση έκδοσης διατάγματος δήμευσης. Επίσης ο κ. Γεωργίου υποστήριξε ότι με βάση την απόφαση του Κακουργιοδικείου δεν υπάρχει εύρημα ότι ο κατηγορούμενος 2 εκαρπώθη οποιοδήποτε ποσό ή ότι περιήλθε στην κατοχή του οποιοδήποτε ποσό. Επεσήμανε δε ότι η έρευνα που διεξάγεται στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας αφορά το κατά πόσο ο κατηγορούμενος απεκόμισε οποιαδήποτε έσοδα από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος, κάτι το οποίο δεν ικανοποιείται στην παρούσα υπόθεση. Τέλος εισηγήθηκε ότι το διάταγμα δήμευσης δεν εκδίδεται in abstracto αλλά σε σχέση με συγκεκριμένη περιουσία την οποία πρέπει το Δικαστήριο να καθορίσει και παρέπεμψε προς τούτο στο άρθρο 8 του Νόμου 61(Ι)/
  4. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ο Περί Συγκάλυψης, Έρευνας και Δήμευσης Εσόδων από Ορισμένες Εγκληματικές Πράξεις Νόμος (Ν.61(Ι)/96), αποσκοπεί στη δήμευση εσόδων που προέρχονται από τέλεση γενεσιουργού αδικήματος. Στα πλαίσια αυτά προβλέπονται στο Νόμο διαδικασίες έρευνας για να διαπιστωθεί κατά πόσο ο κατηγορούμενος έχει αποκομίσει οποιαδήποτε έσοδα από τις εγκληματικές πράξεις για τις οποίες έχει καταδικασθεί και κατά πόσο συγκεκριμένη περιουσία προέρχεται από αυτές τις πράξεις. Η πιο πάνω νομοθεσία έχει ως βασικό στόχο αφενός την πάταξη της συγκάλυψης εγκληματικών πράξεων, του λεγόμενου ξεπλύματος παράνομου χρήματος και αφετέρου την παραχώρηση εξουσίας στο Ποινικό Δικαστήριο όπως εκδίδει διατάγματα δήμευσης περιουσίας κατηγορουμένου ο οποίος απεκόμισε κάποια περιουσία συνεπεία ορισμένων εγκληματικών πράξεων που στο Νόμο χαρακτηρίζονται ως «γενεσιουργά αδικήματα». Όσον αφορά το πλαίσιο της παρούσας αίτησης επισημαίνουμε ότι σύμφωνα με το Άρθρο 6 του Νόμου[1] το Δικαστήριο το οποίο καταδίκασε πρόσωπο για γενεσιουργό αδίκημα προτού επιβάλει ποινή με αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα, προβαίνει σε έρευνα για να διαπιστώσει αν ο κατηγορούμενος απεκόμισε οποιαδήποτε έσοδα από τη διάπραξη του αδικήματος. Σύμφωνα δε με το Άρθρο 8[2] μετά τη διαδικασία έρευνας, αν διαπιστωθεί ότι ο κατηγορούμενος απεκόμισε έσοδα από το αδίκημα, το Δικαστήριο, πριν την επιβολή ποινής, εκδίδει διάταγμα δήμευσης του ποσού των εσόδων όπως αυτά υπολογίζονται και εξακριβώνονται δυνάμει του Άρθρου
  5. Να τονίσουμε εδώ ότι, με βάση το Άρθρο 12
(1)του Νόμου[3], το ποσό το οποίο πρέπει να ανακτηθεί με την έκδοση διατάγματος δήμευσης είναι το ποσό το οποίο το Δικαστήριο υπολογίζει ότι αντιπροσωπεύει τα έσοδα του κατηγορούμενου από τη διάπραξη του γενεσιουργού αδικήματος. Όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω το ποσό που αποτελεί αντικείμενο του διατάγματος δήμευσης υπολογίζεται και εξακριβώνεται δυνάμει του Άρθρου 7 του Νόμου. Ανάμεσα στα άλλα το Άρθρο αυτό καθορίζει ότι λογίζονται ως έσοδα του κατηγορούμενου από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος: § όλες οι πληρωμές οι οποίες καταβλήθηκαν σ' αυτόν σε σχέση με τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος, ανεξάρτητα αν αυτό έχει διαπραχθεί από τον ίδιο τον κατηγορούμενο ή άλλο πρόσωπο. § το σύνολο των πληρωμών ή αμοιβών οι οποίες έχουν καταβληθεί σ' αυτόν ή το προϊόν του γενεσιουργού αδικήματος[4]. Η έννοια του γενεσιουργού αδικήματος όπως ήταν στο αρχικό Άρθρο 5 του Νόμου περιοριζόταν σε συγκεκριμένα αδικήματα όπως φόνο εκ προμελέτης, διακίνηση ναρκωτικών, εμπορία όπλων και έργων τέχνης, αρχαιοτήτων και άλλων δειγμάτων κληρονομιάς κλπ, όπως επίσης και σε αδικήματα που θα καθορίζονταν με διάταγμα του Υπουργικού Συμβουλίου. Στο διάστημα ωστόσο, που μεσολάβησε από της θέσπισης του Νόμου 61(Ι)/96 τον Μάϊο του 1996 ο κατάλογος των αδικημάτων διευρύνθηκε νομοθετικά μέχρι που με τον τροποποιητικό Νόμο 152(Ι)/2000 το Άρθρο 5 επαναδιατυπώθηκε δίδοντας πλέον μια πιο ευρεία έννοια στον όρο "γενεσιουργά αδικήματα". Το νέο Άρθρο 5 έχει ως ακολούθως: "5. Γενεσιουργά αδικήματα είναι τα ποινικά αδικήματα τα τιμωρούμενα με ποινή φυλάκισης κατ' ανώτατο όριο άνω του ενός έτους, ως αποτέλεσμα των οποίων προήλθαν έσοδα τα οποία δίνονται να αποτελέσουν το αντικείμενο αδικήματος συγκάλυψης, όπως ορίζεται στο άρθρο 4". Στο Άρθρο 9 του Νόμου προνοείται ότι οι συνέπειες του διατάγματος δήμευσης είναι οι ίδιες με τις συνέπειες της επιβολής χρηματικής ποινής. Παρατίθεται δε πίνακας που προνοεί περιόδους φυλάκισης για μη πληρωμή συγκεκριμένων ποσών με βάση το διάταγμα δήμευσης. Όπως έχει πολύ πρόσφατα επισημανθεί στην Αίτηση του Σάββα Ανδρέα Σάββα υπ' αρ. 88/06 ημερ. 13.2.07 το διάταγμα δήμευσης συνιστά διάταγμα πληρωμής ποσού χρημάτων και όχι διάταγμα δήμευσης συγκεκριμένου περιουσιακού στοιχείου. Υιοθετήθηκαν δε στην εν λόγω απόφαση περικοπές από το Σύγγραμμα Mitchell, Taylor & Talbot on Confiscation and the Proceeds of Crime, 2η Έκδοση, το οποίο ερμηνεύει πρόνοιες του Αγγλικού Criminal Justice Act 1988 Μέρος VI ανάλογες με εκείνες του δικού μας Νόμου και γι' αυτό κρίθηκε ότι η ερμηνεία που δίδεται σε αντίστοιχες πρόνοιες της αγγλικής αυτής νομοθεσίας είναι βοηθητική και για τους σκοπούς ερμηνείας της δικής μας νομοθεσίας. Στην ίδια απόφαση τονίσθηκε ότι η ρευστοποιήσιμη περιουσία είναι εκείνη η περιουσία η οποία δύναται να αποτελέσει αντικείμενο δήμευσης και δεν απαιτείται να είναι το ακριβές και συγκεκριμένο προϊόν του οποιουδήποτε ποινικού αδικήματος. Μάλιστα επισημάνθηκε ότι το αν η περιουσία αντιπροσωπεύει τα έσοδα από την διάπραξη οποιουδήποτε ποινικού αδικήματος ή όχι είναι άσχετο με το ερώτημα κατά πόσο η περιουσία είναι ρευστοποιήσιμη. Στο σημείο αυτό επισημαίνουμε ότι ο ορισμός της ρευστοποιήσιμης περιουσίας δίδεται στο Άρθρο 13
(1)του Νόμου και περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων και την περιουσία την οποία έχει ο κατηγορούμενος[5]. Στο εδάφιο
(3)του Άρθρου 13[6] διαλαμβάνεται περαιτέρω ότι για τους σκοπούς του Άρθρου 12 που αναφέρεται στο ποσό που αποκτάται δυνάμει διατάγματος δήμευσης κατά την έκδοση του διατάγματος δήμευσης το ποσό το οποίο δύναται να εξασφαλιστεί είναι, μεταξύ άλλων, το σύνολο των αξιών όλης της ρευστοποιήσιμης περιουσίας την οποία έχει ο κατηγορούμενος κατά την έκδοση του διατάγματος μείον το σύνολο των υποχρεώσεων οι οποίες κατά την έκδοση του διατάγματος, έχουν σύμφωνα με το εδάφιο
(6)του ιδίου άρθρου, προτεραιότητα[7]. Να πούμε και κάτι τελευταίο αναφορικά με την πιο πάνω νομοθεσία. Παρόλο που τα προβλεπόμενα από το Νόμο διατάγματα είναι στην αρμοδιότητα των ποινικών Δικαστηρίων αυτά εφαρμόζουν, σύμφωνα με το Άρθρο 68, τις σχετικές διατάξεις του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου και των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας[8]. Δυνάμει δε του Άρθρου 72 μέχρις ότου εκδοθεί διαδικαστικός κανονισμός από το Ανώτατο Δικαστήριο θα εφαρμόζονται οι ισχύοντες διαδικαστικοί κανονισμοί ανάλογα με τη φύση της διαδικασίας και με τις προσαρμογές που είναι αναγκαίες[9]. Περαιτέρω στο Άρθρο 68 διαλαμβάνεται ότι το Δικαστήριο που επιλαμβάνεται αιτήσεων για την έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος που προβλέπεται στο Νόμο 61(Ι)/96 εφαρμόζει το μέτρο απόδειξης που εφαρμόζεται σε πολιτική διαδικασία δηλ. το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. ΕΞΕΤΑΣΗ ΕΓΕΡΘΕΝΤΩΝ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ Στην παρούσα αίτηση δύο είναι βασικά τα ζητήματα που προέκυψαν προς εξέταση από το Δικαστήριο. Πρώτο, είναι το ζήτημα κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος δήμευσης εναντίον του κατηγορούμενου
  1. Δεύτερο, ο καθορισμός του ποσού για τους σκοπούς έκδοσης του διατάγματος δήμευσης εναντίον της κατηγορούμενης 1 και το κατά πόσο το διάταγμα θα πρέπει να εκδοθεί σε σχέση με συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο. Όσον αφορά το πρώτο ζήτημα, με βάση το Άρθρο 6 του Νόμου έχουμε κληθεί να προβούμε σε έρευνα και να διαπιστώσουμε αν ο κατηγορούμενος 2 απεκόμισε οποιαδήποτε έσοδα από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος. Για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας η Κατηγορούσα Αρχή εισηγήθηκε να περιορίσουμε την έρευνα μας στα ευρήματα και τελικά συμπεράσματα του Κακουργιοδικείου όπως αυτά αναφέρονται στην απόφαση της πλειοψηφίας ημερ. 28.9.
  2. Με αυτά συμφωνεί και η πλευρά της υπεράσπισης με βάση τα όσα καταγράφονται στις εκθέσεις αντίκρουσης ισχυρισμών. Το ζητούμενο, λοιπόν, εδώ είναι κατά πόσο με βάση όλα τα ενώπιον μας στοιχεία και γεγονότα ο κατηγορούμενος 2 έχει αποκομίσει οποιαδήποτε έσοδα από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος. Υπενθυμίζουμε εδώ ότι με βάση τα ευρήματα της απόφασης πλειοψηφίας στην υπόθεση 11426/05 ημερ. 28.9.2007 ο κατηγορούμενος 2 κρίθηκε ένοχος με την ιδιότητα του συνεργού στη βάση του Άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα για τα αδικήματα της κλοπής και για τα αδικήματα συγκάλυψης. Συγκεκριμένα, οι ενέργειες της κατηγορούμενης 1 που καταγράφονται στη σελίδα 135 της απόφασης αναφορικά με τη διακίνηση χρημάτων του Ταμείου Συντάξεων της ΑΗΚ που ήταν κατατεθειμένα στον λογαριασμό πελατών της εταιρείας σε λογαριασμό παρατραβήγματος, η ανάμιξη τους με αυτά που υπήρχαν στον εν λόγω λογαριασμό με τελική κατάληξη την διασπάθιση τους κρίθηκαν ότι έγιναν μέσω του κατηγορούμενου 2 ο οποίος έδιδε εντολές για την έκδοση επιταγών από τον λογαριασμό πελατών της κατηγορούμενης 1 με δικαιούχο την κατηγορούμενη εταιρεία και για την έκδοση επιταγών από τον λογαριασμό παρατραβήγματος της κατηγορούμενης
  3. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος 2 απεκόμισε οποιαδήποτε έσοδα από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος όπως καθορίζεται στα Άρθρα 6
(1)και 7
(1)του Νόμου. Για να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι τονίζουμε ότι δεν υπάρχει οποιοδήποτε εύρημα στην εν λόγω απόφαση από το οποίο να προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος 2 έλαβε, εισέπραξε, κατείχε, χρησιμοποίησε ή απεκόμισε οποιοδήποτε όφελος ο ίδιος προσωπικά σε σχέση με τα ποσά που αφορούν οι κατηγορίες κλοπής. Ως αποτέλεσμα τούτου κρίνουμε ότι δεν δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δήμευσης καθ' όσον αφορά τον κατηγορούμενο
  1. Σε σχέση με το δεύτερο ζήτημα πρέπει πρώτα να καθορίσουμε το ποσό που συνιστά το έσοδο από γενεσιουργό αδίκημα. Ήταν κοινό έδαφος ότι το ποσό Λ.Κ.567.328,90 πρέπει να αφαιρεθεί από το ποσό των Λ.Κ.4.888.
  2. Όσον αφορά το ποσό των Λ.Κ.1.960.000 που αποτελεί το συνολικό ποσό που καταγράφεται στην παράγραφο 5(α), (β) και (γ) της έκθεσης αντίκρουσης ισχυρισμών του κατηγορούμενου 2, το μόνο στοιχείο που έχουμε ενώπιον μας είναι ότι το εν λόγω ποσό καταβλήθηκε έναντι της απαίτησης του Ταμείου Συντάξεων της ΑΗΚ στα πλαίσια της αγωγής 2430/05 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Αυτή και μόνο η αναφορά δεν είναι αρκετή και ούτε εν πάση περιπτώσει αποδεικνύει οποιαδήποτε σχέση με την παρούσα ποινική υπόθεση. Κατά συνέπεια το πιο πάνω ποσό δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη στον καθορισμό του ποσού του διατάγματος δήμευσης, όμως, με δεδομένη την πληρωμή που έχουμε διαπιστώσει ότι έχει γίνει δεόντως το ποσό στο οποίο θα πρέπει να αφορά το διάταγμα δήμευσης ανέρχεται σε Λ.Κ.4.320.821,
  3. Προχωρούμε στη συνέχεια να σχολιάσουμε την εισήγηση της υπεράσπισης ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να εκδώσει διάταγμα δήμευσης συγκεκριμένης περιουσίας και ότι στο εν λόγω διάταγμα θα πρέπει το Δικαστήριο να καθορίσει τη ρευστοποιήσιμη περιουσία για σκοπούς υπολογισμού των ποσών που θα ανακτηθούν. Δεν θα συμφωνήσουμε με αυτή τη θέση. Η ορθή διαδικασία, όπως εξάλλου προκύπτει από τον ίδιο τον Νόμο, είναι ότι πρώτα εκδίδεται διάταγμα δήμευσης για το ποσό που εξακριβώνεται ότι αποτελεί το έσοδο που ο κατηγορούμενος απεκόμισε και στη συνέχεια υπολογίζεται η ρευστοποιήσιμη περιουσία από την οποία μπορεί το εν λόγω ποσό να εξασφαλιστεί. Χρήσιμη αναφορά για το ζήτημα αυτό μπορεί να γίνει από το Σύγγραμμα Mitchell, Taylor & Talbot on Confiscation and the Proceeds of Crime, 2η Έκδοση (πιο πάνω), σελ. 130, παρ. 5-078 όπου διαβάζουμε την ακόλουθη περικοπή: "The court must then, and quite separately from the benefits calculation, calculate the amount that might be realised. As a general principle the court cannot order the defendant to pay a confiscation order in an amount greater than he can pay. The court must therefore calculate the amount that might be realised." Η Υπεράσπιση ισχυρίστηκε ότι η κατηγορούμενη 1 έχει ρευστοποιήσιμη περιουσία που αποτελείται από τίτλους μετοχών εισηγμένους στο ΧΑΚ οι οποίοι περιέχονται στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ε της έκθεσης αντίκρουσης ισχυρισμών του κατηγορούμενου
  4. Περαιτέρω, στο στάδιο έναρξης της παρούσας διαδικασίας κατατέθηκε εκ συμφώνου ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Β κατάσταση που περιέχει τους εν λόγω τίτλους ημερ. 18.10.2007 όπου εμφαίνεται ότι η συνολική αξία τους ανέρχεται στο ποσό των Λ.Κ.4.505.311,
  5. Για τις μετοχές αυτές υπήρξε ισχυρισμός από την Κατηγορούσα Αρχή στην αίτηση της (δέστε παράγραφο 12 της έκθεσης ισχυρισμών) ότι μεγάλος αριθμός μετοχών δημοσίων εταιρειών που εντοπίστηκε επ' ονόματι της κατηγορούμενης 1 ήταν ήδη δεσμευμένες από τρίτα πρόσωπα. Ο ισχυρισμός αυτός αντικρούστηκε από την υπεράσπιση στην έκθεση αντίκρουσης ισχυρισμών του κατηγορουμένου 2 στην οποία προεβλήθη ο ισχυρισμός ότι η προαναφερόμενη περιουσία δεν είναι δεσμευμένη από τρίτα πρόσωπα αλλά ότι μέσα στα πλαίσια πολιτικών αγωγών έχουν εκδοθεί ενδιάμεσα απαγορευτικά διατάγματα για τη μη αποξένωσή τους. Επομένως, η ύπαρξη προσωρινών διαταγμάτων δεν συνιστά υποχρέωση η οποία κατά την έκδοση διατάγματος δήμευσης έχει προτεραιότητα σύμφωνα με το εδάφιο
(6)του Άρθρου 13 του Νόμου 61(Ι)/
  1. Ως εκ τούτου ικανοποιούμαστε ότι υπάρχει στην προκειμένη περίπτωση ρευστοποιήσιμη περιουσία από πλευράς κατηγορούμενης 1 η οποία είναι ίσης, περίπου, αξίας του ποσού που αντιπροσωπεύει τα έσοδα της κατηγορούμενης 1 από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος και, οπωσδήποτε, υπερβαίνει του εν λόγω ποσού με βάση τα ενώπιον μας δεδομένα. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Υπό το φως όλων των ανωτέρω εκδίδουμε διάταγμα δήμευσης εναντίον της κατηγορούμενης 1 για ποσό Λ.Κ.4.320.821,
  2. (Υπ.) .................. Γ. Ν. Γιασεμής, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .................. Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .................. Ε. Εφραίμ, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κπ [1] "6.
(1)Δικαστήριο το οποίο έχει καταδικάσει πρόσωπο για καθορισμένο αδίκημα προτού επιβάλει ποινή προβαίνει σε έρευνα για να διαπιστώσει αν ο κατηγορούμενος απεκόμισε οποιαδήποτε έσοδα από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος ακολουθώντας τη διαδικασία που καθορίζει το παρόν Μέρος του Νόμου ή τη διαδικασία που αναφέρεται στο Μέρος VI." [2] "8.
(1)Σε περίπτωση όπου το δικαστήριο μετά τη διεξαγωγή έρευνας δυνάμει του Μέρους αυτού διαπιστώσει ότι ο κατηγορούμενος απεκόμισε έσοδα, προτού επιβάλει ποινή είτε για το αδίκημα για το οποίο έχει καταδικαστεί είτε για άλλα αδικήματα τα οποία το δικαστήριο δύναται να λάβει υπο΄ψη στην επιβολή της ποινής- (α) Εκδίδει διάταγμα δήμευσης για την είσπραξη του ποσού των εσόδων σύμφωνα με το άρθρο 9 όπως αυτά υπολογίζονται και εξακριβώνονται δυνάμει του άρθρου 7· (β) εκδίδει διάταγμα δήμευσης μέσων· και ακολούθως επιβάλλει οποιαδήποτε από τις ποινές τις οποίες έχει αρμοδιότητα να επιβάλει." [3] "12.
(1)Τηρουμένων των προνοιών του εδαφίου
(2), το ποσό το οποίο πρέπει να ανακτηθεί με την έκδοση διατάγματος δήμευσης είναι το ποσό το οποίο το δικαστήριο υπολογίζει ότι αντιπροσωπεύει τα έσοδα του κατηγορουμένου από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος". [4] "7.
(1)Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου- (α) Λογίζονται ως έσοδα του κατηγορουμένου από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος όλες οι πληρωμές οι οποίες καταβλήθηκαν σ' αυτόν ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο είτε πριν είτε μετά την έναρξη της ισχύος του Νόμου αυτού σε σχέση με τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος, ανεξάρτητα αν αυτό έχει διαπραχθεί από τον ίδιο τον κατηγορούμενο ή από άλλο πρόσωπο. (β) τα έσοδα του κατηγορουμένου από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος είναι το σύνολο των πληρωμών ή αμοιβών οι οποίες έχουν καταβληθεί σ' αυτό ή το προϊόν του γενεσιουργού αδικήματος". [5] "13.
(1)Στον παρόντα Νόμο, τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2), "ρευστοποιήσιμη περιουσία" σημαίνει- (α) Περιουσία την οποία έχει ο κατηγορούμενος· και (β) περιουσία την οποία έχει άλλο πρόσωπο προς το οποίο ο κατηγορούμενος άμεσα ή έμμεσα προέβη σε απαγορευμένη από τον παρόντα Νόμο δωρεά." [6] "13.
(3)Για τους σκοπούς των άρθρων 11 (Έκθεση γεγονότων και στοιχείων) και 12 (Ποσό που λαμβάνεται δυνάμει διατάγματος δήμευσης) το ποσό το οποίο δύναται, κατά την έκδοση του διατάγματος δήμευσης, να εξασφαλισθεί είναι- (α) Το σύνολο των αξιών όλων της ρευστοποιήσιμης περιουσίας την οποία έχει ο κατηγορούμενος κατά την έκδοση του διατάγματος· (β) πλέον το σύνολο όλων των αξιών των κατά την έκδοση του διατάγματος απαγορευμένων από το Νόμο δωρεών· (γ) μείον το σύνολο των υποχρεώσεων οι οποίες, κατά την έκδοση του διατάγματος, έχουν σύμφωνα με το εδάφιο
(6), προτεραιότητα." [7] "13.
(6)Για τους σκοπούς του εδαφίου
(3)οι υποχρεώσεις του κατηγορουμένου οι οποίες έχουν προτεραιότητα έναντι άλλων είναι- (α) Οι υποχρεώσεις για την καταβολή χρηματικών ποινών οι οποίες επιβλήθηκαν πριν από την έκδοση του διατάγματος δήμευσης ή άλλων ποσών πληρωτέων δυνάμει διατάγματος του δικαστηρίου το οποίο εκδόθηκε πριν από την έκδοση του διατάγματος δήμευσης· (β) η υποχρέωσή του για την πληρωμή ποσών τα οποία θα περιλαμβάνονται μεταξύ των προνομιούχων χρεών του κατηγορουμένου, αν κατά την έκδοση του διατάγματος δήμευσης κηρυσσόταν σε πτώχευση ή, προκειμένου περί εταιρείας, αν διαταζόταν η διάλυσή της· (γ) οποιαδήποτε άλλη καλόπιστη απαίτηση εναντίον του κατηγορουμένου την οποία το δικαστήριο κρίνει κατάλληλη για να της δοθεί προτεραιότητα με την επιβολή των όρων που το δικαστήριο κρίνει δίκαιους υπό τις περιστάσεις·" [8] "68. Κατά την έκδοση οποιωνδήποτε διαταγμάτων, δυνάμει του παρόντος Νόμου, στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει ρητή πρόνοια στον παρόντα Νόμο, εφαρμόζονται κατ' αναλογίαν οι σχετικές διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου και των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, εξαιρουμένων των διατάξεων του άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, που αφορά την έκδοση διαταγμάτων χωρίς ειδοποίηση. Νοείται ότι Δικαστήριο που επιλαμβάνεται αιτήσεων για την έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος, που προβλέπεται στο παρόντα στο παρόντα Νόμο, εφαρμόζει το μέτρο απόδειξης που εφαρμόζεται σε πολιτική διαδικασία." [9] "72.
(1)Το Ανώτατο Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διαδικαστικό κανονισμό για την καλύτερη εφαρμογή των διάφορων διατάξεων του παρόντος Νόμου.
(2)Μέχρις ότου εκδοθεί διαδικαστικός κανονισμός, τα δικαστήρια θα εφαρμόζουν τους ισχύοντες διαδικαστικούς κανονισμούς ανάλογα με τη φύση της σχετικής διαδικασίας και με τις τροποποιήσεις ή αναπροσαρμογές που κρίνονται αναγκαίες." cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.