Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Χρίστος Θωμά, Αρ. Υπόθεσης: 12169/06, 25 Οκτωβρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:B39 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12169/06 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν Χρίστος Θωμά Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 25 Οκτωβρίου,
- Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Θεοδότου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Χατζηπαναγιώτου Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος, μετά από παραδοχή, βρέθηκε ένοχος στις ακόλουθες κατηγορίες: 1η Κατηγορία: Πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα ΚΕΦ. 154, και συγκεκριμένα ότι, την 19.7.2005 στην Λεωφ. Αρχ. Μακαρίου Γ' στην Κοκκινοτριμιθιά ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητο ΗΚΒ 532 επί οδού λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επέφερε τον θάνατο του Ελευθέριου Ελευθερίου τέως από το Παλιομέτοχο. 2η Κατηγορία: Παράλειψη συμμόρφωσης σε σήμα τροχαίας, και συγκεκριμένα έκανε παράνομη στροφή δεξιά περνώντας πάνω από ζωγραφιστή νησίδα και παραβιάζοντας άσπρη συνεχόμενη γραμμή. Τα γεγονότα, όπως εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή και δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση, έχουν ως ακολούθως: Κατά την 19.7.2005 και περί ώρα 22.20 ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΚΒ
- Συνοδηγός του ήταν η σύζυγος του, και το αυτοκίνητο ήταν σταθμευμένο έξω από κατάστημα της Toronto Pizza στην Λεωφ. Αρχ. Μακαρίου Γ' στην Κοκκινοτριμιθιά. Στην προσπάθεια του να εισέλθει στην Λεωφ. Αρχ. Μακαρίου Γ' με κλήση δεξιά, ο Κατηγορούμενος παραβίασε ζωγραφιστή νησίδα και άσπρη συνεχόμενη γραμμή στον δρόμο, και ανέκοψε την ελεύθερη πορεία της εκ δεξιών ερχόμενης μοτοσυκλέττας με αριθμό πλαισίου 2Μ - 522066 η οποία οδηγείτο από το θύμα με κατεύθυνση από την Λευκωσία προς Ακάκι. Αποτέλεσμα ήταν η σύγκρουση των δύο οχημάτων. Συνέπεια της σύγκρουσης ήταν ο θάνατος του θύματος και ο σοβαρός τραυματισμός του συνεπιβάτη της μοτοσυκλέττας, ενώ και τα δύο οχήματα υπέστησαν εκτεταμένες ζημιές. Κατόπιν διεξαγωγής της νενομισμένης νεκροψίας, ο Ιατροδικαστής Σοφοκλής Σοφοκλέους κατέληξε ότι ο θάνατος οφείλετο σε κακώσεις σώματος και ζωτικών οργάνων συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος. Σύμφωνα με την έκθεση του Γενικού Χημείου του Κράτους, στο αίμα του θύματος ανευρέθησαν κανναβινοειδή. Από την μαρτυρία προκύπτει ότι το θύμα είχε αντιληφθεί το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου να εξέρχεται από το υποκατάστημα της Toronto και να σταματά στην άκρια του πεζοδρομίου, και το θύμα ελάττωσε ταχύτητα. Όταν ο Κατηγορούμενος σταμάτησε το θύμα συνέχισε την πορεία του, και τότε ο Κατηγορούμενος ξεκίνησε, εισήλθε στον δρόμο με κλήση δεξιά, με αποτέλεσμα το θύμα να είναι σε τόσο κοντινή απόσταση που να μην μπορέσει να αντιδράσει, κτυπόντας στην πόρτα του Κατηγορούμενου. Ο Κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες, αλλά έχει 3 βαθμούς ποινής. Η κα Θεοδότου δήλωσε περαιτέρω ότι είναι παραδεκτό ότι το θύμα έτρεχε πέραν του ορίου των 50 χ.α.ω, δεν έφερε κράνος και ήταν υπό την επήρρεια ναρκωτικών κατά την οδήγηση. Ο κ. Χατζηπαναγιώτου, σε μία εμπεριστατωμένη αγόρευση προς μετριασμό της ποινής, έκανε εκτεταμένη αναφορά στις συνθήκες υπό τις οποίες επεσυνέβη το υπ' αναφορά ατύχημα. Όπως ανέφερε, στο σημείο απ' όπου εξήλθε το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου είχαν αφαιρεθεί τα τσιμεντομπλόκ (λίνιες) προκειμένου να υπάρχει ελεύθερη πρόσβαση στον χώρο μπροστά από την πιτσαρία. Λόγω ακριβώς της αφαίρεσης αυτής, με την συνακόλουθη διαμόρφωση του χώρου που επέφερε, δημιουργείτο στους οδηγούς η εντύπωση ότι το σημείο εκείνο ήταν είσοδος και έξοδος της πιτσαρίας. Η δε νησίδα, λόγω χρήσης, δεν ήταν ευδιάκριτη ενώ η άσπρη γραμμή σε σημείο πλησίον του σημείου του ατυχήματος, 25μ δεξιότερα, ήταν διακεκομμένη. Οι επικρατούσες αυτές συνθήκες έδωσαν την εντύπωση στον Κατηγορούμενο ότι μπορούσε να εξέλθει προς τα δεξιά απο το συγκεκριμένο σημείο. Ο Κατηγορούμενος είχε ήδη φτάσει στην άσπρη συνεχόμενη γραμμή, και πριν προλάβει να δει την μοτοσυκλέττα, αυτή προσέκρουσε στην δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου του. Ο ευπαίδευτος συνήγορος ανέφερε ότι η μοτοσυκλέττα, η οποία ήταν μεγάλου κυβισμού, οδηγείτο με ταχύτητα πέραν των 50 χ.α.ω. Τα πιο πάνω περιστατικά, εισηγήθηκε ο συνήγορος, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το ατύχημα δεν οφείλετο σε ηθελημένη παραγνώριση ή αδιαφορία του κινδύνου από τον Κατηγορούμενο, αλλά σε μία στιγμιαία ατυχή συγκυρία, λόγω του ότι βρέθηκε την λάθος στιγμή στο λάθος σημείο. Το γεγονός αυτό, ανέφερε, καθορίζει και την έκταση της αμέλειας του, παράγοντας ο οποίος πρέπει να έχει καθοριστική επίδραση στην επιμέτρηση της ποινής του. Το θύμα, περαιτέρω, ήταν η θέση του συνηγόρου, φέρει και αυτό ευθύνη για το ατύχημα, αφού οδηγούσε την μεγάλου κυβισμού μοτοσυκλέτα του υπό συνθήκες που καθιστούσαν την οδήγηση ριψοκίνδυνη, αφού έτρεχε και δεν έφερε προστατευτικό κράνος. Βρισκόταν δε υπό την επήρρεια ναρκωτικών ουσιών. Η συντρέχουσα ευθύνη του θύματος έγινε παραδεκτή και κατά τον συμβιβασμό της αστικής απαίτησης εναντίον του Κατηγορουμένου. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι, τα όσα αναφέρθησαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο πέραν των πιο πάνω, και τα οποία δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου με τον ενδεδειγμένο τρόπο ή δεν καταδείχθηκε η αιτιώδης συνάφεια τους με το ατύχημα, δεν μπορεί να ληφθούν υπ' όψιν. Σε σχέση με τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου, ο συνήγορος ανέφερε ότι αυτός είναι σήμερα ηλικίας 70 ετών, και ανέκαθεν ήτο ένας σώφρων, ευηπόληπτος, νομοταγής και φιλήσυχος πολίτης. Επεσήμανε το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου παρά το γεγονός ότι εργάστηκε και ως επαγγελματίας οδηγός για πολλά χρόνια. Αναφορά έκανε περαιτέρω στην συνεργασία του Κατηγορούμενου, την άμεση του παραδοχή, καθώς και στο γεγονός ότι η σύζυγος του θύματος έχει αποζημιωθεί. Από τον χρόνο του ατυχήματος μέχρι σήμερα ο Κατηγορούμενος ζει υπό το άγχος και αγωνία της δίκης, με αποτέλεσμα να τιμωρείται καθημερινά, πέραν του πόνου και αναστάτωσης που ο θάνατος του θύματος του έχει προκαλέσει. Σημαντικό στοιχείο, ανέφερε ο συνήγορος, είναι το γεγονός ότι ενώ ο Κατηγορούμενος και η σύζυγος του ήταν κλινήρεις στις Α' Βοήθειες, δέχτηκαν βίαιη επίθεση και άγριο ξυλοδαρμό από συγγενή του θύματος. Συνεπεία της επίθεσης αυτής ο Κατηγορούμενος τραυματίστηκε βαριά, με αποτέλεσμα να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση και να παραμείνει στο Νοσοκομείο για 6 μέρες, ενώ μέχρι σήμερα εξακολουθεί να παρουσιάζει προβλήματα κατά το μάσημα και την ομιλία. Ο συνήγορος επεσήμανε περαιτέρω το ότι ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας και ειδικότερα, όπως εμφαίνεται στο ιατρικό πιστοποιητικό που κατέθεσε ως Τεκμήριο 5, πάσχει από κακοήθη υπέρταση, υπερχοληστελαιμία και από πολλαπλές κοιλιακές έκτακτες συστολές, συνεπεία των οποίων συνίσταται ήρεμος βίος και αποφυγή συγκινησιακών καταστάσεων ενώ χρήζει συνεχούς ιατρικής παρακολούθησης. Τελειώνοντας ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι η πρέπουσα ποινή είναι αυτή του προστίμου, ενώ, σε περίπτωση που το Δικαστήριο αποφασίσει την επιβολή ποινής φυλακίσεως, αυτή θα πρέπει να ανασταλεί. Ζήτησε όπως το Δικαστήριο επιδείξει στον Κατηγορούμενο το μέγιστο της επιείκιας του κατά την επιβολή της ποινής. Το Γραφείο Ευημερίας ετοίμασε Έκθεση σε σχέση με τον Κατηγορούμενο, στην οποία αναφέρεται ότι αυτός είναι ηλικίας 70 ετών και είναι συνταξιούχος. Το 1961 μετέβηκε στην Αγγλία για να εργαστεί, όπου και παντρεύτηκε με Αγγλίδα και απέκτησε δύο παιδιά. Μετά τον θάνατο της συζύγου του το 1983 ο Κατηγορούμενος επέστρεψε στην Κύπρο και παντρεύτηκε την κα Ελένη Θωμά. Διατηρεί καλές σχέσεις τόσο με την σύζυγο του όσο και με τα παιδιά του από τον Α' του γάμο. Δηλώνει μεταμέλεια για την πράξη του, αναφέροντας ότι έπραξε αυθόρμητα και επιπόλαια. Το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 αναφέρει τα ακόλουθα: «Όποιος λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδεις πεντακόσιες λίρες». Πέραν των προνοιών του πιο πάνω άρθρου, τα άρθρα 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου παρέχουν εξουσία στο Δικαστήριο να στερήσει από τον καταδικασθέντα το δικαίωμα να κατέχει άδεια οδήγησης για όσο χρονικό διάστημα ήθελε αποφασίσει, καθώς και την επιβολή βαθμών ποινής. Όπως προκύπτει και από την ισχύουσα Νομολογία, τα θανατηφόρα ατυχήματα αποτελούν πλέον μάστιγα για την Κυπριακή κοινωνία, γεγονός που δεν αφήνει αδιάφορα τα Δικαστήρια. Όπως αναφέρθηκε στην Ανδρέας Μενελάου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 6550, ημερ. 21.7.1998: «Συμφωνούμε με το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι τα τροχαία δυστυχήματα έχουν προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, διαπίστωση που άπτεται τόσο της επιλογής των τιμωρητικών μέσων όσο και του ύψους της ποινής, μέσα στο πλαίσιο που επιλέγεται. Τα οδικά δυστυχήματα έχουν αποβεί χαίνουσα πληγή για την κυπριακή κοινωνία. Οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, τραυματισμούς και υλική ζημιά είναι τεράστιες. Δεν μπορεί το Δικαστήριο να αδιαφορήσει μπροστά στο καταστροφικό αυτό φαινόμενο. Αυτό επιβάλλει το καθήκον του Δικαστηρίου για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, που έχει ως λόγο την καθήλωση, μέσω της τιμωρίας, της παράνομης συμπεριφοράς, που, στην περίπτωση της οδικής αμέλειας, χαρακτηρίζει ο έντονος αντικοινωνικός χαρακτήρας». (βλ. επίσης Charalambous v. Police 1986) 2 C.L.R. 128, Pamporis v. Police
(1985)2 C.L.R. 85, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109, Σταύρος Δημητρίου Τσιολής ν. Αστυνομίας
(1992)Α.Α.Δ. 66). Η σοβαρότητα του αδικήματος διαφαίνεται και από τις προβλεπόμενες στον Νόμο ποινές (βλ. Βραχίμης ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 6879, ημερ. 4.10.2000). Από την Νομολογία προκύπτει ότι, η ποινή που επιβάλλεται σε περιπτώσεις καταδίκης δυνάμει του άρθρου 210, είναι άρρηκτα συνυφασμένη με τα περιστατικά της υπόθεσης, την υφή της αμέλειας που προκάλεσε τον θάνατο, την έκταση της ευθύνης του Κατηγορουμένου, τα σοβαρά επακόλουθα της αλόγιστης, επικίνδυνης ή απερίσκεπτης πράξης, καθώς και τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Σωτηρίου, Ποιν. Εφ. 7457, ημερ. 9.7.2003, Παμπακάς ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 487, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109). Ως επιβαρυντικός παράγοντας λογίζεται η ύπαρξη και άλλων αδικημάτων που διαπράχθηκαν κατά τον ίδιο χρόνο, καθώς και σχετιζόμενων παραβάσεων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Σωτηρίου (πιο πάνω), R. ν. Boswell
(1984)3 All E.R. 353). Καθοριστiκός παράγοντας στην απόφαση του Δικαστηρίου ως προς το είδος της ποινής, είναι το κατά πόσο πρόκειται για περίπτωση στιγμιαίας αβλεψίας, ή εγωϊστικής παραγώρισης της ασφάλειας άλλων προσώπων, και αδιαφορίας περί αυτής. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355: «Στις περιπτώσεις όπου το ατύχημα οφείλεται σε στιγμιαία αβλεψία ή απροσεξία και ο κατηγορούμενος έχει καλό ποινικό μητρώο, η ποινή πρέπει να περιορίζεται σε χρηματική και στέρηση της άδειας οδηγού, η έκταση της οποίας να είναι ανάλογη με τις ειδικές συνθήκες της κάθε υπόθεσης, εκτός αν υπάρχουν ειδικοί λόγοι για να μην επιβληθεί στέρηση της άδειας. Σε περίπτώσεις που το θανατηφόρο ατύχημα προξενείται από εγωϊστική παραγνώριση της ασφάλειας των άλλων προσώπων ή πεζών, ή από επικίνδυνη ή απερίσκεπτη οδήγηση του κατηγορούμενου, ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης και στέρησης της άδειας οδηγού». (βλ. επίσης Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (πιο πάνω), Στέλιος Σάββα ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 6753, ημερ. 23.2.2000, Νίκος Χ'Ιωάννου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 7747, ημερ. 22.7.2004). Η επιβολή ποινής είναι ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου αφού απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης από την μία, και η εξατομίκευση της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη από την άλλη. Το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής ώστε να αρμόζει στις συνθήκες του συγκεκριμένου παραβάτη δεν ατονεί, ακόμη και όταν επιβάλλεται η πρόσδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή (βλ. Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 245). Η εξατομίκευση αυτή, όμως, δεν πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής, ειδικά σε περιπτώσεις όπως και τα θανατηφόρα ατυχήματα, τα οποία βρίσκονται, δυστυχώς, σε έξαρση. Υπάρχει επιπλέον και η ανάγκη να δοθεί μήνυμα, ότι απερίσκεπτες συμπεριφορές που στοιχίζουν ζωές, πόνο και χρήματα, δεν μπορούν πλέον να γίνονται ανεκτές (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Σωτηρίου (πιο πάνω)). Λαμβάνω υπ' όψιν μου τα όσα αναφέρθησαν ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος, και ειδικότερα το γεγονός ότι το θύμα δεν έφερε προστατευτικό κράνος. Στην απόφαση Νίκος Χ' Ιωάννου ν. Αστυνομίας, (πιο πάνω), λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Εν τοιαύτη περιπτώσει όμως, ο βαθμός της ευθύνης του κατηγορουμένου για την πρόκληση του θανάτου δεν μπορεί να παραγνωρισθεί. Στην υπόθεση αυτή είναι αποδεκτό γεγονός ότι ο θανών δεν έφερε προστατευτικό κράνος και ότι ο θάνατος του οφείλετο σε σοβαρά κατάγματα του κρανίου. Χωρίς βεβαίως να λέγουμε ότι αν έφερε κράνος δεν θα ετραυματίζετο θανάσιμα, αφού ούτε τέτοια μαρτυρία υπάρχει ούτε το θέμα ήταν επίδικο ή ηγέρθη στην έφεση, με δεδομένη, μάλιστα, πλέον την αποδοχή της καταδίκης, εν τούτοις δεν μπορεί να παραβλεφθεί ότι το προστατευτικό κράτος έχει συνάρτηση προς τη φύση και τη σοβαρότητα των τραυμάτων του κρανίου, και έτσι και με το μέγεθος της ευθύνης για την πρόκληση του θανάτου. Ένα άλλο στοιχείο είναι το ότι δεν λειτουργούσε το οπίσθιο φρένο του μοτοποδηλάτου, γεγονός που επηρέαζε τη δυνατότητα ασφαλούς αντίδρασης σε περίπτωση ανάγκης και έτσι ενδεχομένως να συναρτάτο προς την ευθύνη για την πρόκληση του δυστυχήματος. Η ευπαίδευτη Δικαστής έκανε μια γενική αναφορά σε αυτά ως παράγοντες που ελήφθησαν υπ΄όψη, κρίνεται όμως ότι οι παράγοντες αυτοί, και ιδιαίτερα ο πρώτος, θα έπρεπε να είχαν μεγαλύτερο αντίκρισμα στην ποινή.....». Ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Κατηγορούμενο έκανε εκτεταμένη αναφορά στην κατάσταση της υγείας του Κατηγορούμενου, και στα προβλήματα τα οποία αυτός αντιμετωπίζει. Στην υπόθεση Baby Girl Landau v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 178, υπόθεση που αφορούσε ναρκωτικά, η Κατηγορούμενη είχε όγκο στο στήθος, πρόβλημα στην βαλβίδα της καρδίας, ψυχολογικά προβλήματα και διαταραγμένη προσωπικότητα με μειωμένες αντιστάσεις. Παρά τα πιο πάνω, όμως, κρίθηκε ότι η κατάσταση της υγείας της αυτή δεν δικαιολογούσε μείωση της ήδη επιεικούς ποινής που της είχε επιβληθεί. Στην Παναγιώτης Προκοπίου κ.α. ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 73, ο Κατηγορούμενος υπέφερε από καρδιακό νόσημα και υποβάλλετο σε θεραπείες. Το Εφετείο ανέφερε ότι, ενώ το Πρωτόδικο Δικαστήριο είχε λάβει υπ' όψιν του όλους τους ελαφρυντικούς και επιβαρυντικούς παράγοντες, εν' τούτοις παρέλειψε να δώσει την δέουσα βαρύτητα στο γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε απερίσκεπτα και με πλήρη περιφρόνηση προς την ανθρώπινη ζωή, και η ποινή αυξήθηκε από 4 μήνες φυλάκιση που είχαν επιβληθεί, σε 12 μήνες. Αναφέρθηκε, χαρακτηριστικά: «Είναι γεγονός ότι μία ποινή στερητική της ελευθερίας ενός ατόμου εκτός του ότι επηρεάζει και τον ίδιο τον κατηγορούμενο, έχει κατά προέκταση σοβαρά επακόλουθα στο άμεσα οικογενειακό του περιβάλλον και τους εξαρτώμενους από αυτόν. Πολύ περισσότερο όταν πρόκειται για ποινή στερητική άδειας οδηγού όταν μάλιστα η οδήγηση είναι το επάγγελμα του ατόμου. Από την άλλη μεριά δεν μπορεί να αγνοείται το γεγονός ότι το αμελές οδήγημα και η πρόκληση θανάτου ενός ατόμου έχει πολύ σοβαρότερα επακόλουθα και μάλιστα ολέθρια στο θύμα και το άμεσο του περιβάλλον. Γι' αυτό σε μια εποχή που η πρόκληση θανατηφόρων δυστυχημάτων και γενικά δυστυχημάτων κατάντησε μέρος της καθημερινής μας ζωής, τα Δικαστήρια έχουν καθήκον, λαμβάνοντας υπόψη και τις προσωπικές συνθήκες των κατηγορουμένων, να επιβάλλουν ποινές που να είναι αποτρεπτικές επανάληψης τόσο από τους ίδιους όσο και από άλλους και θα τόνιζαν έτσι την σοβαρότητα των τροχαίων παραπτωμάτων αυτής της φύσης». Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέας Σωτηρίου (πιο πάνω) αναφέρθηκε ότι, σε σοβαρά αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξής τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής, οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου, άνκαι είναι παράγοντες που πρέπει να συνυπολογίζονται, είναι ήσσονος σημασίας, αφού προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας. Προς μετριασμό της ποινής λαμβάνω υπ' όψιν μου την παραδοχή του Κατηγορουμένου, έστω και μετά από αλλαγή απάντησης. Όπως έχει νομολογηθεί, η παραδοχή ενοχής πρέπει να αμοίβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή, ενθαρρύνοντας έτσι τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή ώστε να μην σπαταλάται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28). Υπ' όψιν μου λαβάνω επίσης και το ότι το αδίκημα έλαβε χώρα στις 19.7.2005 και έχει παρέλθει διάστημα πέραν των δύο ετών (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 Α.Α.Δ. 5, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 71 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη (πιο πάνω). Δεν μπορώ επίσης να παραγνωρίσω το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος είναι ένας άνθρωπος 71 ετών, ο οποίος δεν έχει απασχολήσει ξανά την δικαιοσύνη. Προς τούτο παραπέμπω στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκά
(1992)2 Α.Α.Δ. 241 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Επιπλέον το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε ενώπιόν του ένα άνθρωπο 64 ετών, οικογενειάρχη ο οποίος υπήρξε οδηγός σαράντα χρόνια χωρίς κανένα προηγούμενο, πράγμα που δείχνει ότι σε ολόκληρη τη ζωή του είχε σεβασμό προς τους νόμους και τους κανόνες που διέπουν τα θέματα της τροχαίας. Η νομοταγής ζωή ενός ανθρώπου έχει παρομοιασθεί με τη ζωή του νοικοκυρεμένου ανθρώπου ο οποίος μια ολόκληρη ζωή εξοικονομεί για να βρει τις οικονομίες του στις δύσκολες μέρες. Και η νομοταγής ζωή του εφεσίβλητου αποτέλεσε, είναι φανερό από την προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστή, τις αποταμιεύσεις του στη ζωή από τις οποίες επήρε για να αντιμετωπίσει μια τραγική και θλιβερή κατάσταση που αντιμετώπισε στο τέλος σχεδόν της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας». Με όση επιείκια, όμως, και αν ειδωθούν οι συνθήκες υπό τις οποίες διαπράχθησαν τα υπό εξέταση αδικήματα, δεν μπορεί να λεχθεί ότι έχουμε στιγμιαία αβλεψία εκ μέρους του Κατηγορουμένου. Ο Κατηγορούμενος εξήλθε από σημείο στο οποίο ήταν σταθμευμένος και πέρασε πάνω από ζωγραφιστή νησίδα και άσπρη συνεχόμενη γραμμή ώστε να στρίψει δεξιά και να πάρει την κατεύθυνση που επιθυμούσε. Η συμπεριφορά αυτή καταδεικνύει αδιαφορία εκ μέρους του Κατηγορούμενου, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την αποκοπή της πορείας του θύματος και τον θάνατο του. Συναφώς, οι λόγοι για μετριασμό της ποινής που τέθηκαν από τον συνήγορο Υπεράσπισης θα επηρεάσουν σε μεγάλο βαθμό το εύρος της ποινής που θα επιβληθεί από το Δικαστήριο. Δεδομένης όμως και της ανάγκης για αποτροπή τέτοιας οδικής συμπεριφοράς δεν μπορούν να επηρεάσουν το είδος της ποινής. Τούτων δεδομένων, στην 1η Κατηγορία επιβάλλεται στον Κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 12 μηνών, ποινή προστίμου Λ.Κ.1.500,00 και 5 βαθμοί ποινής. Ο Κατηγορούμενος αποστερείται, περαιτέρω, του δικαιώματος να κατέχει ή λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 18 μηνών από σήμερα. Στην 2η Κατηγορία δεν επιβάλλεται καμία ποινή δεδομένου ότι απορρέει από τα ίδια γεγονότα με την 1η Κατηγορία. Έχοντας αποφασίσει την επιβολή των πιο πάνω ποινών, θα προχωρήσω στην εξέταση του κατά πόσο συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής, όπως εισηγήθηκε και ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Κατηγορούμενο. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε, και το οποίο αναφέρει ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκιας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής, και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373). Οι αρχές για αναστολή ποινής φυλακίσεως έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Μελέγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Δημοκρατία ν. Δημητρίου Παντελή
(1974)2 C.L.R. 45, Athanasiou v. Republic
(1978)2 C.L.R. 17, Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R. 1, Republic v. Georgiou
(1989)2 Α.Α.Δ. 31, Δημοκρατία ν. Πέπη
(1990)2 Α.Α.Δ. 24 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303. Όπως έχει αναφερθεί στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος (πιο πάνω), οι ακόλουθοι είναι παράγοντες που λαμβάνονται υπ' όψιν στην απόφαση του κατά πόσο θα ανασταλεί η ποινή φυλακίσεως: (α) Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του εγκλήματος. (β) Το μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτη για την ανάγκη αποτροπής. (γ) Η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. Είναι γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Λαμβάνω ιδιαίτερα υπ' όψιν μου το γεγονός ότι αυτός είναι ηλικίας 71 ετών και υποφέρει από προβλήματα υγείας τα οποία παρατίθενται πιο πάνω. Επίσης σημαντικό για την απόφαση μου θεωρώ το γεγονός ότι τόσο ο Κατηγορούμενος όσο και η σύζυγος του δέχθηκαν επίθεση από πρόσωπο συγγενικό του θύματος, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό του Κατηγορουμένου, οι συνέπειες του οποίου τραυματισμού ταλαιπωρούν τον Κατηγορούμενο μέχρι σήμερα. Περαιτέρω λαμβάνω υπ' όψιν μου τον χρόνο που έχει παρέλθει από την διάπραξη του αδικήματος μέχρι σήμερα, και την μεταμέλεια του Κατηγορουμένου, καθώς και την αποζημίωση των συγγενών του θύματος. Τα πιο πάνω θεωρώ ότι δικαιολογούν την αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλακίσεως, και ακολούθως η ποινή φυλακίσεως αναστέλλεται για περίοδο 3 ετών από σήμερα. ....................................... Μαρίνα Παπαδοπούλου Επαρχιακός Δικαστής Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο