← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Χαράλαμπος Σιμιλλίδης, Αρ. Υπόθεσης: 27393/06, 29 Οκτωβρίου, 2007

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Χαράλαμπος Σιμιλλίδης, Αρ. Υπόθεσης: 27393/06, 29 Οκτωβρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:B41 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 27393/06 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν Χαράλαμπος Σιμιλλίδης Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 29 Οκτωβρίου,

  1. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Θεοδότου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Τρίγγας Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος μετά από παραδοχή βρέθηκε ένοχος στις Κατηγορίες της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος άνευ ασφάλειας έναντι κινδύνου τρίτου μέρους και άδειας κυκλοφορίας, καθώς και στην Κατηγορία της απείθειας κατά νομίμων διαταγών, κατά παράβαση του άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  2. Συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος της 4ης Κατηγορίας ο Κατηγορούμενος την 7.4.2006 στον νέο δρόμο Λευκωσίας - Λεμεσού παρά το ζυγιστικό σταθμό Λατσιών, απείθησε σε διάταγμα που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στην υπόθεση 17247/05, το οποίο του στερούσε το δικαίωμα της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος για περίοδο 6 μηνών από 15.11.
  3. Τα γεγονότα, όπως αναφέρθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή και δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση, έχουν ως οι λεπτομέρειες των αδικημάτων. Η κατηγορίες προέκυψαν μετά που ο Κατηγορούμενος ανεκόπη για συνήθη έλεγχο. Καταγγέλθηκε και απάντησε «Παραδέχομαι έκανα λάθος». Ο Κατηγορούμενος βαρύνεται με 1 προηγούμενη καταδίκη ημερομηνίας 15.11.2005 στην υπόθεση με αριθμό 17247/05 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, η οποία αφορούσε το αδίκημα της οδήγησης ενώ είχε αποστερηθεί του δικαιώματος κατοχής άδειας, και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως 30 ημερών με τριετή αναστολή, πρόστιμο Λ.Κ.200,00 και στέρηση άδειας για περίοδο 6 μηνών, καθώς και για το αδίκημα της οδήγησης χωρίς ασφάλεια, όπου του επιβλήθηκε συντρέχουσα ποινή φυλακίσεως 10 ημερών. Τα αδικήματα της παρούσης υπόθεσης διαπράχθησαν μέσα στην περίοδο αναστολής, και η Κατηγορούσα Αρχή ζήτησε την ενεργοποίηση της ποινής φυλάκισης. Ο Κατηγορούμενος έχει περαιτέρω 2 βαθμούς ποινής. Ο κ. Τρίγγας, σε μία εμπεριστατωμένη αγόρευση προς μετριασμό της ποινής, ανέφερε ότι αναγνωρίζει την σοβαρότητα των αδικημάτων. Επεσήμανε, όμως, το νεαρό της ηλικίας του Κατηγορούμενου ο οποίος κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων ήταν 20 ετών, και εισηγήθηκε ότι αποτελεί σημαντικότατο μετριαστικό παράγοντα. Προέχει, είπε, η αναμόρφωση των νεαρών παραβατών και όχι η τιμωρία τους. Πέραν του πιο πάνω, όμως, ο συνήγορος υιοθέτησε πλήρως το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας ως προς τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου. Ειδικότερα, ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος διαγνώστηκε από την εφηβεία του με σοβαρή ψύχωση, λόγω και της οποίας δεν υπηρέτησε στην Εθνική Φρουρά. Με τον πατέρα του δεν έχει καθόλου σχέσεις, από τον καιρό που ο Κατηγορούμενος διαπίστωσε την βίαιη συμπεριφορά του πατέρα προς την μητέρα του, η οποία και οδήγησε και σε καταγγελίες στην Αστυνομία. Η δε μητέρα του, διαγνώστηκε το 2002 με σάρκωμα του δεξιού αντιβραχιόνιου. Για αντιμετώπιση της σοβαρής αυτής ασθένειας υποβλήθηκε σε χημειοθεραπείες και χειρουργικές επεμβάσεις, ενώ τον Μάιο 2005 υποβλήθηκε σε αποκοπή του δεξιού αντιβραχιόνιου. Λόγω της κατάστασης της υγείας της η μητέρα του Κατηγορούμενου βρισκόταν συχνά στην Αγγλία, και ο Κατηγορούμενος παρέμενε στο σπίτι με τον επιθετικό πατέρα του. Συγκεκριμένα, την μέρα διάπραξης των αδικημάτων, ο Κατηγορούμενος μετέβαινε στο αεροδρόμιο Λάρνακας να παραλάβει την μητέρα του, η οποία επέστρεφε από την Αγγλία, ενώ τον Ιούνιο 2007 επέστρεψε πλέον μόνιμα στην Κύπρο. Η επιστροφή της, εισηγήθηκε ο συνήγορος έχει θετική επίδραση στον Κατηγορούμενο, ο οποίος άρχισε να εργάζεται σε τηλεοπτικό σταθμό, και σταμάτησε την χρήση χαπιών και ναρκωτικών με αποτέλεσμα την σταδιακή βελτίωση της υγείας του. Ο πατέρας του έχει εγκαταλείψει την οικογενειακή στέγη προ 2 μηνών, πράγμα το οποίο συνέβαλε στην βελτίωση της υγείας του Κατηγορούμενου. Τελειώνοντας, ο κ. Τρίγγας εισηγήθηκε ότι μία ποινή άμεσης φυλάκισης θα έχει καταστροφικές και ίσως ανεπανόρθωτες συνέπειες για τον Κατηγορούμενο και την μητέρα του. Εις δε περίπτωση που το Δικαστήριο αποφασίσει την επιβολή ποινής φυλακίσεως, ήταν η θέση του ότι θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο αναστολής της. Στο παρόν στάδιο κρίνω σκόπιμο όπως γίνει αναφορά στα όσα αναφέρονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, η οποία είναι ημερομηνίας 3.5.2007, και τα οποία θα ληφθούν υπ' όψιν από το Δικαστήριο. Ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 21 ετών και διαμένει με την εκ μητρός γιαγιά του σε βοηθητική κατοικία. Η οικογένεια λαμβάνει σύνταξη ανικανότητας της μητέρας, αφού η μητέρα του η οποία εργαζόταν ως πλασιέ μέχρι το 2002, μετά την διάγνωση της το ίδιο έτος με καρκίνο στο χέρι, υποβλήθηκε σε διάφορες θεραπείες, περιλαμβανομένου και ακρωτηριασμού του δεξιού χεριού. Αναγκάζεται δε να μεταβαίνει τακτικά στο Λονδίνο με δικά της έξοδα για διάφορες εξετάσεις. Οι γονείς του Κατηγορούμενου βρίσκονται σε διάσταση, ενώ τα δύο παιδιά αντιμετωπίζουν προβλήματα ψυχικής υγείας. Ο Κατηγορούμενος φοίτησε μέχρι την Α' Τάξη Λυκείου, ενώ υπηρέτησε μόνο τρεις μήνες θητείας στην Εθνική Φρουρά λόγω των ψυχικών του διαταραχών. Έκανε χρήση εξαρτιογόνων ουσιών, και τώρα ακολουθεί θεραπεία για απεξάρτηση, ενώ παρακολουθείται από ιδιώτη ψυχίατρο. Η Λειτουργός του Γραφείου Ευημερίας αναφέρει ότι ο Κατηγορούμενος φαινόταν να είναι φοβισμένος και χαμηλότερης αντίληψης από την ηλικία στην οποία βρίσκεται. Το άρθρο 137 του Ποινικού Κώδικα αναφέρει τα ακόλουθα: «Όποιος ανυπακούει σε διάταγμα, ένταλμα, ή διαταγή που εκδόθηκε από Δικαστήριο, λειτουργό ή πρόσωπο που ενεργεί με οποιαδήποτε επίσημη ιδιότητα και κανονικά εξουσιοδοτημένο για αυτό, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων, εκτός όταν καθορίζεται ρητά κάποια άλλη ποινή ή διαδικασία σε συνάφεια με τέτοια ανυπακοή». Στην υπόθεση Διευθυντή Τμήματος Υπηρεσίας Κοινωνικής Ευημερίας, Έφεση 140, ημερ. 8.2.2002, αναφέρθηκε ότι πρόσωπο εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί Δικαστικό διάταγμα οφείλει να συμμορφώνεται με τις πρόνοιες του διατάγματος αυτού. Το αδίκημα της ανυπακοής είναι ιδιαίτερα σοβαρό, αφού πλήττει το θεμέλιο της έννομης τάξης, και η συμμόρφωση σε Δικαστικά διατάγματα είναι αναγκαία προϋπόθεση για την ύπαρξη του κράτους δικαίου. Τούτων δεδομένων, η ποινή που θα επιβληθεί πρέπει να είναι ανάλογη της σοβαρότητας της ανυπακοής. Παραπέμπω περαιτέρω σε απόσπασμα από την υπόθεση Λοϊζου ν. Αστυνομίας

(1996)2 Α.Α.Δ. 227, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Παρακοή σε διαταγή του Δικαστηρίου πλήττει το θεμέλιο της έννομης τάξης. Η συνέχιση της (παρακοής) τείνει να το ανατρέψει. Ανάλογη με την σοβαρότητα της ανυπακοής είναι και η τιμωρία η οποία επιβάλλεται. Η τιμωρία για τη συνεχιζόμενη παρακοή σε διαταγή του δικαστηρίου είναι κατά κανόνα η φυλάκιση. Όταν επέλθει συμμόρφωση παρέχεται η δυνατότητα για επιεικέστερη αντιμετώπιση του παραβάτη, χωρίς όμως να διαγράφεται η σοβαρότητα του αδικήματος». Η επιβολή ποινής είναι ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου αφού απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης από την μία, και η εξατομίκευση της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη από την άλλη. Ο Κατηγορούμενος, με την όλη συμπεριφορά του, επέδειξε πλήρη αδιαφορία για την ύπαρξη Δικαστικού διατάγματος. Η έκδοση διατάγματος στέρησης της άδειας οδηγήσεως αποτελεί μία ύστατη προσπάθεια του Δικαστηρίου να αλλάξει την οδική συμπεριφορά Κατηγορουμένου, και τα Δικαστήρια οφείλουν να δώσουν ξεκάθαρο μήνυμα ότι ανυπακοή σε διάταγματα τέτοια θα αντιμετωπίζεται σοβαρά. Σημειώνω εκ των προτέρων ότι κανένας δεν τιμωρείται εκ νέου για αδίκημα για το οποίο έχει ήδη κατηγορηθεί. Η σημασία των προηγούμενων καταδικών έγκειται στο ότι η ύπαρξη τους τείνει να μειώσει σε κάποιο βαθμό ανάλογα με τον αριθμό, τον χρόνο και την φύση των αδικημάτων, την επιείκια που μπορεί να επιδείξει το Δικαστήριο, αφού αποτελούν κυρίως ένδειξη της στάσης του Κατηγορουμένου προς την τήρηση των Νόμων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1). Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το γεγονός ότι η προηγούμενη καταδίκη του Κατηγορούμενου αφορούσε αδικήματα ακριβώς της ίδιας φύσης, ήτοι οδήγηση χωρίς ασφάλεια, και οδήγηση ενώ είχε απόστερηθεί του δικαιώματος κατοχής άδειας οδήγησης. Οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου αποκαλύπτουν μίαν όντως μελανή εικόνα διαβίωσης αυτού. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω τις αντίξοες συνθήκες μέσα στις οποίες ο Κατηγορούμενος μεγάλωσε, ούτε την συναισθηματική φόρτιση που προκλήθηκε σε αυτόν από την ασθένεια της μητέρας του. Ο Κατηγορούμενος, όμως, είχε καταδικαστεί για τα αδικήματα της οδήγησης χωρίς ασφάλεια και ενώ βρισκόταν σε ισχύ επιβληθείσα από Δικαστήριο στέρηση, και επιβλήθηκε σε αυτόν ποινή φυλακίσεως 30 ημερών, δόθηκε όμως σε αυτόν ευκαιρία, υπό την μορφή της αναστολής της. Παρά την αντιμετώπιση της οποίας έτυχε ο Κατηγορούμενος από το Δικαστήριο, αυτός διέπραξε ακριβώς τα ίδια αδικήματα, παραγνωρίζοντας για ακόμη μία φορά Δικαστική διαταγή, και μάλιστα εντός της περιόδου αναστολής. Τούτων δεδομένων, τα όσα ανέφερε ο ευπαίδευτος συνήγορος ως μετριαστικούς παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν απλά το εύρος της ποινής, αλλά όχι το είδος της, το οποίο δεν μπορεί να είναι άλλο από στερητική της ελευθερίας. Επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκια επιβάλλω στον Κατηγορούμενο στην 4η Κατηγορία ποινή φυλακίσεως 30 ημερών. Εν' όψει της επιβολής της ποινής αυτής, ενεργοποιείται και η επιβληθείσα στην υπόθεση με αριθμό 17247/05 ποινή φυλακίσεως για 15 μέρες. Στην 1η Κατηγορία επιβάλλεται στον Κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως 15 ημερών η οποία θα συντρέχει με την επιβληθείσα στην 4η Κατηγορία ποινή φυλακίσεως. Στην απουσία ειδικών λόγων ο Κατηγορούμενος αποστερείται του δικαιώματος να κατέχει ή λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο ενός έτους από σήμερα. Στην 3η Κατηγορία δεν επιβάλλεται καμία ποινή εν' όψει των επιβληθείσων στις άλλες δύο Κατηγορίες ποινών. Θα εξετάσω στο στάδιο αυτό κατά πόσο συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής, ως το σχετικό αίτημα από τον συνήγορο για τον Κατηγορούμενο. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε, και το οποίο αναφέρει ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκιας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής, και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373) Οι αρχές για αναστολή ποινής φυλακίσεως έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Μελέγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Δημοκρατία ν. Δημητρίου Παντελή
(1974)2 C.L.R. 45, Athanasiou v. Republic
(1978)2 C.L.R. 17, Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R. 1, Republic v. Georgiou
(1989)2 Α.Α.Δ. 31, Δημοκρατία ν. Πέπη
(1990)2 Α.Α.Δ. 24 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303. Όπως έχει αναφερθεί στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος (πιο πάνω), οι ακόλουθοι είναι παράγοντες που λαμβάνονται υπ' όψιν στην απόφαση του κατά πόσο θα ανασταλεί η ποινή φυλακίσεως: (α) Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του εγκλήματος. (β) Το μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτη για την ανάγκη αποτροπής. (γ) Η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. Οι προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου παρατίθενται πιο πάνω. Ο Κατηγορούμενος διέπραξε, όμως, της ίδιας φύσης αδικήματα, και μάλιστα μέσα σε περίοδο αναστολής άλλης ποινής φυλακίσεως. Θεωρώ, συνεπώς, ότι δεν συντρέχουν λόγοι που να δικαιολογούν την αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλακίσεως. ....................................... Μαρίνα Παπαδοπούλου Επαρχιακός Δικαστής Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.