← Κύπρος

Δημοκρατία ν. SUPHIRE Securities and Financial Services Ltd κ.α., Αρ. Υποθ.: 11426/2005, 30 Οκτωβρίου, 2007

Δημοκρατία ν. SUPHIRE Securities and Financial Services Ltd κ.α., Αρ. Υποθ.: 11426/2005, 30 Οκτωβρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2007:8 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ, ΛΕΥΚΩΣΙΑ Σύνθεση: Γ. Ν. Γιασεμής, Π.Ε.Δ. Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Ε. Εφραίμ, Ε.Δ. Αρ. Υποθ.: 11426/2005 Δημοκρατία εναντίον

  1. SUPHIRE Securities and Financial Services Ltd
  2. Ιωάννη Ανδρονίκου
  3. Ρέας Ανδρονίκου Ημερομηνία: 30 Οκτωβρίου,
  4. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τη Δημοκρατία: Η κα Π. Ευθυβούλου. Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: Ο κ. Γ. Γεωργίου με κ. Κ. Καλλή. Κατηγορούμενος 2 παρών. ------------------------------------------ Π Ο Ι Ν Η Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 κρίθηκαν ένοχοι στις κατηγορίες 21 μέχρι και 26 με βάση την απόφαση της πλειοψηφίας ημερ. 28.9.
  5. Οι κατηγορίες 21 και 26 αφορούν το αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου του χρηματικού ποσού των Λ.Κ.4.888.150, το οποίο ήταν περιουσία του Ταμείου Συντάξεων της ΑΗΚ, κατά παράβαση των άρθρων 270(γ) και 270(β) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, αντίστοιχα. Οι κατηγορίες 22 και 23 αφορούν το αδίκημα της συγκάλυψης, κατά παράβαση των άρθρων 2, 4

(1)(α)(iii)
(2), 5 και 7 του περί Συγκάλυψης Έρευνας και Δήμευσης Εσόδων από Ορισμένες Εγκληματικές Πράξεις Νόμου 61(Ι)/96, όπως τροποποιήθηκε, σε σχέση με την κατοχή και χρήση αντίστοιχα από τους κατηγορούμενους του εν λόγω ποσού, το οποίο εν γνώσει τους αποτελούσε έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος, και διαπράχθηκε κατά το χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 21η κατηγορία. Οι κατηγορίες 25 και 26 αφορούν και πάλι το αδίκημα της συγκάλυψης διά της κατοχής και χρήσης αντίστοιχα του εν λόγω ποσού με αναφορά στην 24η κατηγορία. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης περιέχονται λεπτομερώς στην εν λόγω απόφαση της πλειοψηφίας. Για σκοπούς επιβολής ποινής κρίνουμε σκόπιμο να αναφέρουμε συνοπτικά τα ακόλουθα. Η κατηγορουμένη εταιρεία 1 έλαβε άδεια λειτουργίας ως ΚΕΠΕΥ με βάση την τότε ισχύουσα νέα νομοθεσία την 1.7.
  1. Προηγουμένως υπήρχε με την ονομασία Suphire Stockbrokers Ltd και λειτουργούσε ως χρηματιστηριακή εταιρεία. Στις 11.11.2003 το Ταμείο Συντάξεων της ΑΗΚ συνήψε Συμφωνία (η Τρίτη Συμφωνία) με την κατηγορουμένη 1 για τη διαχείριση χαρτοφυλακίου μετοχών εισηγμένων αξιών 26 εκδοτών, συνολικής αξίας Λ.Κ.5.947.003 με πλήρη διακριτική ευχέρεια. Η συμφωνία περιλάμβανε υποχρέωση του διαχειριστή για εβδομαδιαία ενημέρωση του Ταμείου για την πορεία των επενδύσεων του χαρτοφυλακίου και για άνοιγμα ειδικού τραπεζικού λογαριασμού ο οποίος θα πιστωνόταν και θα χρεωνόταν για τις αγοραπωλησίες που θα γίνονταν με βάση την εν λόγω συμφωνία. Ανοίχθηκε για την Τρίτη Συμφωνία λογαριασμός πελάτη με τον κωδικό ΤΣΑΗΚ
  2. Πέραν της διαχείρισης του εν λόγω χαρτοφυλακίου, η κατηγορουμένη εταιρεία προέβη σε μια αυθαίρετη μεταφορά μετοχών από το Γενικό Αποθετήριο του ΧΑΚ χωρίς αυτές να περιλαμβάνονται στην Τρίτη Συμφωνία, και ακολούθως στην πώληση μέρους αυτών με τον Κωδικό ΤΣΑΗΚ
  3. Τα χρηματικά ποσά από τις αγοραπωλησίες των μετοχών που έγιναν στο πλαίσιο της Τρίτης Συμφωνίας κατατίθεντο στο λογαριασμό πελατών που διατηρούσε η κατηγορουμένη εταιρεία στην Τράπεζα Κύπρου με αριθμό 182-01-
  4. Αυτά μεταφέρθηκαν σταδιακά στον τραπεζικό λογαριασμό παρατραβήγματος της κατηγορουμένης εταιρείας που διατηρούσε και πάλι στην Τράπεζα Κύπρου με αριθμό 0182-11-9434 μέσω 225 επιταγών, οι οποίες εκδόθηκαν κατόπιν οδηγιών του κατηγορούμενου 2 και οι 193 από αυτές υπεγράφησαν από τον ίδιο. Ακολούθως εκδόθηκαν 70 επιταγές από το λογαριασμό παρατραβήγματος της κατηγορουμένης 1, κατόπιν οδηγιών του κατηγορούμενου 2, οι 66 εκ των οποίων φέρουν την υπογραφή του. Οι εν λόγω επιταγές εκδόθηκαν προς τρίτα πρόσωπα και ένας μικρός αριθμός προς τον κατηγορούμενο
  5. Ο εν λόγω λογαριασμός παρατραβήγματος χρησιμοποιείτο για τις συνήθεις καθημερινές συναλλαγές της εταιρείας, όπως την πληρωμή μισθών και άλλων εξόδων που σχετίζονταν με την επιχείρηση. Η κατηγορουμένη εταιρεία κατά διαστήματα έκανε παρουσιάσεις σχετικά με την κατάσταση χαρτοφυλακίου στα πλαίσια της Τρίτης Συμφωνίας ενώπιον της Διαχειριστικής Επιτροπής του Ταμείου, στην παρουσία πάντοτε του κατηγορούμενου
  6. Περιοδικά αποστέλλονταν καταστάσεις στα πλαίσια της Τρίτης Συμφωνίας. Τα στοιχεία και δεδομένα των καταστάσεων, πλην της αποτίμησης του χαρτοφυλακίου, ετοιμάζονταν από τον ίδιο τον κατηγορούμενο 2, ο οποίος και είχε την αποκλειστική αρμοδιότητα και έλεγχο αναφορικά με τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου του Ταμείου Συντάξεων της ΑΗΚ, και όλες οι εντολές που εκτελούνταν από υπαλλήλους της κατηγορουμένης 1 γίνονταν κατόπιν οδηγιών του κατηγορούμενου
  7. Οι εν λόγω καταστάσεις περιείχαν ψευδή στοιχεία αναφορικά με το χαρτοφυλάκιο του Ταμείου. Το ποσό των καθαρών εισπράξεων από τις αγοραπωλησίες του χαρτοφυλακίου της Τρίτης Συμφωνίας που ανέρχεται στις Λ.Κ.4.888.150 αρχικά κατατέθηκε στον λογαριασμό πελατών και ακολούθως μεταφέρθηκε στον λογαριασμό παρατραβήγματος, ο οποίος ήταν χρεωστικός, με τον τρόπο που αναφέρεται πιο πάνω. Ως αποτέλεσμα τούτου, το εν λόγω ποσό δεν ήταν πλέον διαθέσιμο στους λογαριασμούς της κατηγορουμένης εταιρείας για χρήση αυτού για τους σκοπούς της Τρίτης Συμφωνίας, αλλά χρησιμοποιήθηκε για τους σκοπούς της εταιρείας, χωρίς την συγκατάθεση του Ταμείου. Μετά την καταδίκη των κατηγορουμένων και πριν την αγόρευση για μετριασμό της ποινής, η Κατηγορούσα Αρχή υπέβαλε αίτηση για διεξαγωγή έρευνας και έκδοση διατάγματος δήμευσης των εσόδων των κατηγορουμένων 1 και 2 που προέρχονται από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος, με βάση τις πρόνοιες του Νόμου 61(Ι)/
  8. Η πλευρά του κατηγορούμενου 2 καταχώρησε έκθεση αντίκρουσης ισχυρισμών καθότι έφερε ένσταση στην έκδοση διατάγματος δήμευσης εναντίον του προσωπικά, ενώ η κατηγορουμένη 1 συγκατατέθηκε στην έκδοση διατάγματος δήμευσης πλήν όμως ισχυρίστηκε ότι έπρεπε να αφαιρεθούν ποσά που κατ' ισχυρισμό έχουν ήδη καταβληθεί στους παραπονούμενους. Το Δικαστήριο εξέδωσε ενδιάμεση απόφαση ημερ. 24.10.2007 με βάση την οποία εξέδωσε διάταγμα δήμευσης εναντίον της κατηγορουμένης 1 για ποσό Λ.Κ.4.320.821,10, αφού αφαιρέθηκε ποσό Λ.Κ.567.328,900 το οποίο ήταν κοινό έδαφος ότι έπρεπε να αφαιρεθεί από το ποσό των εσόδων της κλοπής που ανήρχετο στις Λ.Κ.4.888.
  9. Κατά την αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, ο συνήγορος των κατηγορουμένων εισηγήθηκε ότι οι κατηγορίες 21 μέχρι και 26 αφορούν βασικά τα ίδια γεγονότα, και ειδικότερα τα αδικήματα συγκάλυψης προέρχονται ακριβώς από την ίδια τη διάπραξη των αδικημάτων της κλοπής και δεν αφορούν ενέργειες προσπάθειας νομιμοποίησης και επαναφοράς των εν λόγω χρημάτων, που είναι και ο βασικός σκοπός του Νόμου 61(Ι)/
  10. Υπό το φως αυτών των δεδομένων, ο κ. Γεωργίου κάλεσε το Δικαστήριο να επιβάλει μόνο μία ποινή στις κατηγορίες της κλοπής, και στην περίπτωση που ήθελε επιβάλει ποινή και στις κατηγορίες συγκάλυψης, αυτές πρέπει να είναι οι ίδιες με τις ποινές για τα αδικήματα της κλοπής, παρόλο που τα αδικήματα της συγκάλυψης επιφέρουν ψηλότερη ποινή φυλάκισης. Περαιτέρω, ο κ. Γεωργίου ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 2 είναι 47 ετών, οικογενειάρχης με δύο ανήλικα παιδιά, ηλικίας 12 και 15 ετών. Τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγος του, πρώην κατηγορουμένη 3, είναι χρηματιστές στο επάγγελμα και, από την καταγγελία της παρούσας υπόθεσης, αναστάληκε η άδεια εξασκήσεως επαγγέλματος τους με αποτέλεσμα να προκληθεί τεράστια οικονομική ζημιά στην οικογένεια. Ενδεικτικά ο κ. Γεωργίου ανέφερε ότι αν η σύζυγος του κατηγορούμενου 2 συνέχιζε να ασκεί το επάγγελμα της καθόλο το χρονικό διάστημα από την καταγγελία μέχρι την αποπεράτωση της υπόθεσης και αθώωση της, θα απεκόμιζε κέρδος Λ.Κ.3.500 με Λ.Κ.4.000 ημερησίως, και αυτή η πρόσθετη δυσβάστακτη οικονομική επιβάρυνση θα πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής. Ο κ. Γεωργίου επεσήμανε το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 2 κρίθηκε ένοχες ως συνεργός χωρίς ο ίδιος να αποκομίσει οποιοδήποτε προσωπικό οικονομικό όφελος, και παρά ταύτα υπέστη μεγάλη οικονομική θυσία με την συγκατάθεση του στο να πληρωθεί το ποσό των Λ.Κ.567.328,90 από κοινό λογαριασμό του ιδίου και του πατέρα του προς τους παραπονούμενους, όπως προκύπτει και από τη διαδικασία της αίτησης για έκδοση διατάγματος δήμευσης και από την ίδια τη σχετική απόφαση του Δικαστηρίου. Ο κ. Γεωργίου επέσυρε την προσοχή του Δικαστηρίου στο ότι ο Κατηγορούμενος 2 ως συνεργός θα τιμωρηθεί για τις πράξεις της κατηγορουμένης 1, ενώ οι αξιωματούχοι και υπάλληλοι της εταιρείας δεν κλήθηκαν να λογοδοτήσουν γι' αυτές. Ο κ. Γεωργίου μας παρέπεμψε σε νομολογία η οποία έχει θέσει τις κατευθυντήριες γραμμές για τον τρόπο αντιμετώπισης τέτοιων περιπτώσεων, όπως του κατηγορούμενου 2 που έχει τα προσόντα λογιστή και εργάζεται ως χρηματιστής, σύμφωνα με την οποία δεν υπάρχει ο κίνδυνος επανάληψης διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων στο μέλλον και επομένως η μακρά κράτηση του κατηγορούμενου στη φυλακή δεν εξυπηρετεί οποιονδήποτε σκοπό, ούτε και είναι προς το συμφέρον του κατηγορούμενου. Η επιβολή ποινής φυλάκισης οποιασδήποτε διάρκειας είναι μια πολύ σοβαρή τιμωρία για τον κατηγορούμενο, και δεν υπεισέρχεται σε τέτοιας φύσης υποθέσεις το στοιχείο της αποτροπής του κοινωνικού συνόλου αλλά μόνο όσον αφορά τον συγκεκριμένο κατηγορούμενο 2, έτσι που να μην δικαιολογείται η επιβολή αυστηρής ποινής. Επιπρόσθετα, ο κ. Γεωργίου κατέθεσε δύο ιατρικά πιστοποιητικά, δυνάμει των οποίων ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας και πρέπει να υποβληθεί σε κάποιες επεμβάσεις - Τεκμήρια Α και Β - και τόνισε ακόμα το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου
  11. Ήταν επίσης η θέση του κ. Γεωργίου ότι το διάταγμα δήμευσης εναντίον της κατηγορουμένης 1 θεωρείται ποινή, και ότι από τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα προκύπτει ότι στο πλαίσιο αγωγής, η οποία τελικά απερρίφθη, η κατηγορουμένη εταιρεία εξέφρασε εξ αρχής την πρόθεση της να αποζημιώσει τους παραπονούμενους, πλήν όμως αυτοί, κυρίως μέσω των συντεχνιών έφεραν αντίρρηση. Τέλος, ο κ. Γεωργίου τόνισε τη δημοσιότητα που έχει λάβει αυτή η υπόθεση με επίκεντρο πάντοτε τον ίδιο τον κατηγορούμενο 2, και το διασυρμό του ονόματος, και κυρίως τις συνέπειες που αυτή είχε στο να καταχωρηθεί η κατ' εξαίρεση υπόθεση αυτή ενώπιον Κακουργιοδικείου και στην παρέμβαση του κρατικού μηχανισμού για τη μη υλοποίηση του συμβιβασμού στο πλαίσιο της αγωγής. Ο ισχυρισμός στην έκθεση αντίκρουσης ισχυρισμών της κατηγορουμένης 1 στο πλαίσιο της αίτησης για την έκδοση διατάγματος δήμευσης ότι πληρώθηκε ήδη ποσό περίπου Λ.Κ.2.500.000 πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο ως μετριαστικός παράγοντας. Με τα πιο πάνω δεδομένα, ο κ. Γεωργίου κάλεσε το Δικαστήριο να κρίνει τους κατηγορούμενους με κάθε δυνατή επιείκεια. Τα αδικήματα για τα οποία το Δικαστήριο βρήκε ένοχους τους κατηγορούμενους 1 και 2 είναι ιδιαιτέρως σοβαρά. Η κατηγορία της κλοπής υπό αντιπροσώπου καθορίζει κατ΄ανώτατο όριο ποινή φυλάκισης 10 ετών, ενώ οι κατηγορίες της συγκάλυψης ποινή φυλάκισης 14 ετών. Η διαχρονική θέση η οποία προκύπτει από τη σχετική νομολογία που, ειρήσθω εν παρόδω δεν είναι ιδιαίτερα πλούσια για το αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου, είναι ότι είναι επιβεβλημένη η διατήρηση υψηλού επιπέδου εμπιστοσύνης από άτομα που βρίσκονται σε σχέση μεταχείρισης με τρίτους όπως είναι η περίπτωση των αντιπροσώπων. Συνεπώς ο τρόπος μεταχείρισης αδικοπραγούντων αυτού του είδους τα αδικήματα διαπνέεται από αυτή την αρχή με συνακόλουθο την αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Στην υπόθεση Νάσος Μιχαήλ Αθανασιάδης v. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ ο Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Τ. Ηλιάδης εκδίδοντας την ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου είπε τα εξής σε σχέση με τα αδικήματα κλοπής υπό αντιπροσώπου: «Τα αδικήματα στα οποία έχει παραδεχθεί ενοχή ο εφεσείων είναι σοβαρά αφού αναφέρονται στην ύπαρξη και διατήρηση της εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων μερών και τα Δικαστήρια έχουν υποχρέωση να προσφέρουν την κατάλληλη προστασία τιμωρώντας τα πρόσωπα που παραβιάσουν την εμπιστευτική αυτή σχέση. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια τα Δικαστήρια έχουν υποδείξει σε αριθμό υποθέσεων ότι η κατάλληλη ποινή είναι εκείνη της φυλάκισης...» Περαιτέρω στο Σύγγραμμα G.M.Pikis Sentencing in Cyprus
(1978)στη σελ. 63 διαπιστώνουμε ότι τονίζεται με τον ίδιο τρόπο η σοβαρότητα αυτής της φύσεως αδικημάτων και οι επιπτώσεις που προκαλούνται στην οικονομική ζωή του τόπου από τη διάπραξη τους. Το παραθέτουμε «High standards of fidelity are expected of employees in the public and private sectors in the discharge of their duties and of persons acting in a fiduciary capacity, such as agents or trustees sealing by clerks, servants, company directors, agents and trustees is punishable with 7 years imprisonment. The decisions of the Supreme Court in this area indicate that a serious view is invariably taken of offences of this nature, because of their repercussions on the economic life of the country». Στην υπόθεση Katsouris v. The Police
(1988)2 CLR 180 ποινή φυλάκισης 18 μηνών που επεβλήθηκε σε 58χρονο πρωτόδικα μειώθηκε σε 12 μήνες για κλοπή υπό αντιπροσώπου ποσού ΛΚ17500 ενόψει της επιστροφής των χρημάτων πριν την εκδίκαση της υπόθεσης, του λευκού ποινικού μητρώου και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου. Ωστόσο το Δικαστήριο τόνισε το αναπόφευκτο της επιβολής σε τέτοιου είδους αδικήματα ποινής άμεσης φυλάκισης με σημαντική διάρκεια υπογραμμίζοντας ότι η κατάχρηση της θέσης εμπιστοσύνης συνιστά σοβαρό ζήτημα που τείνει να υπονομεύσει τη βάση των οικονομικών δοσοληψιών. Όπως το έθεσε το Δικαστήριο στη σελ. 184: «We have not the slightes and hesitation in adopting the view that offences of this nature are very serious and severe sentences should be imposed because mistrust of confidence is a serious matter which tends to underwine the foundations of commercial transactions». Στην υπόθεση Αθανασιάδης (πιο πάνω) επικυρώθηκε από το Εφετείο η 12μηνή ποινή φυλάκισης που επεβλήθηκε στον εφεσείοντα κατόπιν παραδοχής του σε κατηγορία κλοπής υπό αντιπροσώπου. Στην υπόθεση εκείνη ο κατηγορούμενος ο οποίος εργαζόταν ως λογιστής διατηρώντας το δικό του γραφείο μέσα στα πλαίσια των δραστηριοτήτων του εισέπραττε χρήματα από διάφορους πελάτες του τα οποία κατέθετε σε ειδικό λογαριασμό και, αφού αφαιρούσε τα δικά του έξοδα, προέβαινε σε πληρωμές διαφόρων υποχρεώσεων των πελατών του. Λόγω προσωπικών οικονομικών δυσκολιών ο κατηγορούμενος είχε οικειοποιηθεί τα ποσά ΛΚ18932 ΛΚ8,874,79 και ΛΚ1.061,63 από δύο πελάτες του. Στην επιμέτρηση της ποινής λήφθηκαν υπόψη, μεταξύ άλλων ως μετριαστικοί παράγοντες το γεγονός ότι οι παραπονούμενοι είχαν τελικώς αποζημιωθεί από τον εφεσείοντα. 12μηνή ποινή φυλάκισης επικυρώθηκε και στην υπόθεση Μιχάλης Χαραλαμπίδης v. Αστυνομίας
(1999)2 AAΔ 109 η οποία αφορούσε το αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου όπου ο κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν δικηγόρος, είχε οικειοποιηθεί ποσό ΛΚ3000 που του εμπιστεύθηκε πελάτης του με σκοπό να το διαθέσει για τη διευθέτηση διαφοράς του με κάποια εταιρεία. Στην επιμέτρηση της ποινής λήφθηκε σοβαρά υπόψη η πιθανή επαγγελματική καταστροφή του κατηγορούμενου και η δεινή οικονομική κατάσταση στην οποία βρισκόταν, έστω και με δική του ευθύνη. Προτού ολοκληρώσουμε την αναφορά μας σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου πρέπει να επισημάνουμε ότι το Άρθρο 270 του Ποινικού Κώδικα ΚΕΦ. 154 που αναφέρεται στην κλοπή υπό αντιπροσώπου τροποποιήθηκε με τον Περί Ποινικού Κώδικα (Τροποποιητικό) (Αρ.2) Νόμο του 2000, Ν.43 (Ι)/2000 και η προβλεπόμενη κατά μέγιστο όριο ποινή αυξήθηκε από 7 έτη σε 10 έτη. Εξετάζοντας νομολογία η οποία προέκυψε μετά την τροποποίηση του Νόμου θεωρούμε ιδιαίτερα χρήσιμη την υπόθεση Gregory David Sudenham ν. Αστυνομίας [2005] 2 Α.Α.Δ. 210 όπου επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 7 ετών που επεβλήθηκε πρωτόδικα στον εφεσείοντα κατόπιν παραδοχής του σε αδικήματα κλοπής υπό αντιπροσώπου, πλαστογραφία και κυκλοφορία πλαστού εγγράφου. Ο κατηγορούμενος μεταξύ των ετών 2000 και 2002 παρουσιάστηκε στους παραπονούμενους ως οικονομικός σύμβουλος και αφού τους πρότεινε ένα επενδυτικό σχέδιο που απέφερνε μεγάλα κέρδη κατάφερε σταδιακά, να τους αποσπάσει τεράστια ποσά. Σε κάποιο στάδιο ο Εφεσείων παρέδωσε στους παραπονούμενους πλαστογραφημένα από τον ίδιο πιστοποιητικά εταιρείας στα οποία εμφανιζόταν ότι είχαν επενδυθεί για λογαριασμό τους διάφορα ποσά. Το συνολικό, δε ποσό που υπεξαίρεσε ήταν μεγαλύτερο, αλλά αυτό που τελικά δεν επέστρεψε, ανερχόταν σε 945.605 στερλίνες, 376.171 δολλάρια και 31.483 Ευρώ. Θεωρούμε σκόπιμο στο σημείο αυτό να μεταφέρουμε αυτούσια την πιο κάτω περικοπή από την απόφαση της πλειοφηψίας στη σελίδα 213 σ' ότι αφορά τον τρόπο αντιμετώπισης τέτοιους είδους αδικημάτων σε συνάρτηση, βέβαια, με τα ιδιαίτερα τους περιστατικά: «Τα ποσά τα οποία απέσπασε ο εφεσείων είναι πολύ μεγάλα. Στεκόμαστε ιδιαίτερα στο γεγονός ότι ένα από τα θύματά το πώλησε το σπίτι του για να του δώσει τα χρήματα. Επίσης στη διαπίστωση ότι το άρθρο 270 του Ποινικού Κώδικα που αναφέρεται στην κλοπή δι' αντιπροσώπου τροποποιήθηκε με τον περί Ποινικού Κώδια (Τροποποιητικό) (Αρ. 2) Νόμο του 2000, Ν.43(Ι)/2000και η προβλεπόμενη ποινή αυξήθηκε σε 10 χρόνια. Λαμβάνοντας υπ' όψιν όλα τα περιστατικά της υπόθεσης και κυρίως τον προσχεδιασμό, το σχέδιο παγίδευσης και την εκμετάλλευση των παραπονουμένων, καθώς και το γεγονός ότι το όλο σχέδιο κράτησε τρία σχεδόν χρόνι,α μα φέρνει στο συμπέρασμα ότι η επιβληθείσα ποινή, άνκαι κάπως αυστηρή υπό τις περιστάσεις, δεν είναι τέτοια που να δικαιολογεί επέμβασή μας. Το οικονομικό έγκλημα βρίσκεται τον τελευταίο καιρό σε έξαρση και δραττόμαστε της ευκαιρίας να δηλώσουμε την αποφασιστικότητα των δικαστηρίων να συμβάλλουν με αυστηρές ποινές στην πράξη του». Θα έρθουμε τώρα στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Δεν μπορούμε παρά να σημειώσουμε ευθύς εξαρχής το υπέρογκο ποσό το οποίο η κατηγορουμένη 1 μέσω του κατηγορουμένου 2 έκλεψε ήτοι το ποσό των Λ.Κ.4.888.
  1. Έπειτα με βάση το σύνολο των ευρημάτων και συμπερασμάτων που καταγράφονται στην Απόφαση Πλειοψηφίας διαπιστώνουμε ότι ενώ το Ταμείο Συντάξεων της ΑΗΚ είχε εμπιστευθεί συγκεκριμένο χαρτοφυλάκιο με τίτλους στην κατηγορουμένη εταιρεία, ως χρηματιστηριακή εταιρεία, για σκοπούς διαχείρισης του η κατηγορουμένη εταιρεία χρησιμοποίησε τις καθαρές εισπράξεις που απέφεραν οι αγοραπωλησίες του εν λόγω χαρτοφυλακίου για άλλο σκοπό από αυτό που προέβλεπε η μεταξύ των συμβαλλομένων συμφωνία και χωρίς, βεβαίως, τη συγκατάθεση του Ταμείου. Συγκεκριμένα αυτά τα χρήματα ενώ αρχικά είχαν κατατεθεί στο λογαριασμό πελατών της εταιρείας μαζί με άλλα χρήματα άλλων πελατών μεταφέρθηκαν στο λογαριασμό παρατραβήγματος της εταιρείας και έγινε πρόσμιξη τους με εκείνο αυτού του λογαριασμού που η κατηγορουμένη εταιρεία χρησιμοποιούσε για να καλύπτει τα δικά της έξοδα με τελική κατάληξη τη διασπάθιση τους με την μετατροπή του λογαριασμού παρατραβήγματος σε χρεωστικό έτσι ώστε να μην είναι πλέον αυτά τα χρήματα διαθέσιμα σε οποιονδήποτε λογαριασμό της κατηγορουμένης εταιρείας προς όφελος του Ταμείου. Διαπιστώνουμε ακόμη ότι ο πιο πάνω τρόπος ενέργειας της κατηγορουμένης εταιρείας έλαβε χώρα για μεγάλο χρονικό διάστημα κατά τη διάρκεια των ετών 2003 μέχρι
  2. Δεν διαφεύγει, επίσης, της προσοχής μας ότι καθαρές εισπράξεις προέκυψαν και από τους τίτλους που η κατηγορουμένης εταιρεία αυθαίρετα μετέφερε από το Γενικό Αποθετήριο του ΧΑΚ (GLOBAL) και ότι η κατηγορουμένης εταιρεία στις παρουσιάσεις που επέβαλλε στη Διαχειριστική Επιτροπή του Ταμείου δεν αποκάλυπτε τον πραγματικό αριθμό των μετοχών υπό διαχείριση λόγω ακριβώς του γεγονότος ότι είχε μεσολαβήσει η πιο πάνω αυθαίρετη μεταφορά αξιών. Τα πιο πάνω στοιχεία και δεδομένα αποδεικνύουν κατά την άποψη μας τον προσχεδιασμένο και περίτεχνο τρόπο που ενήργησε η κατηγορουμένη εταιρεία, μέσω πάντοτε του κατηγορουμένου 2, με σκοπό να συσκοτίσει την πραγματική εικόνα που υπήρχε σε σχέση με το χαρτοφυλάκιο υπό διαχείριση του Ταμείου Συντάξεων της ΑΗΚ και με τελική κατάληξη την οικειοποίηση του ποσού του κατηγορητηρίου. Να πούμε και κάτι τελευταίο σε σχέση με τα πιο πάνω. Βασική υποχρέωση μιας ΚΕΠΕΥ όπως ήταν η κατηγορουμένη εταιρεία, με βάση τη σχετική νομοθεσία και Κανονισμούς που είχαμε την ευκαιρία να σκιαγραφήσουμε στα πλαίσια της Απόφασης μας είναι ο καθαρός διαχωρισμός των χρημάτων των πελατών από τα χρήματα της ίδιας της εταιρείας και η ασφαλής διαφύλαξή τους με συνεπακόλουθο την αυστηρή απαγόρευση της χρήσης των χρημάτων των πελατών/επενδυτών τους για δικό τους λογαριασμό. Αυτή η κεφαλαιώδης αρχή στηρίζει και την εμπιστοσύνη των πελατών-επενδυτών σε χρηματιστηριακές εταιρείες στις οποίες αποφασίζουν να αναθέσουν τη διαχείριση είτε των χρημάτων τους είτε των αξιών τους και είναι προφανές ότι παραβίαση της κλονίζει ανεπανόρθωτα αυτή την εμπιστοσύνη που πρέπει να διασφαλίζεται με όλα τα μέσα. Συνεπώς κρίνουμε καθοριστική αυτή την πτυχή της υπόθεσης και τέτοια που προσδίδει τις σωστές παραμέτρους και προεκτάσεις στη διάπραξη από τους κατηγορουμένους των επιδίκων αδικημάτων. Ίσως η παρούσα περίπτωση να συνιστά μετά και την περίοδο του Χρηματιστηρίου μια καινούργια μορφή οικονομικού εγκλήματος που οπωσδήποτε προκαλεί ανησυχία στο Δικαστήριο έτσι δραττόμαστε της ευκαιρίας να δηλώσουμε την αποφασιστικότητα του Δικαστηρίου να συμβάλλει με αυστηρές ποινές στην πάταξη τέτοιων φαινόμενων στην υπονόμευση της εμπιστοσύνης επενδυτών που παραχωρούν τα λεφτά τους σε ΚΕΠΕΥ με σκοπό τη διαχείριση τους για εξασφάλιση κέρδους. Όσον αφορά τη θέση του κ. Γεωργίου ότι ο κατηγορούμενος 2 χωρίς να είναι διευθυντής της κατηγορουμένης 1 ή αξιωματούχος της καταδικάζεται καθήν στιγμή υπήρχαν άλλα άτομα που κατείχαν τις θέσεις διευθυντή ή αξιωματούχου της εταιρείας, θα θέλαμε να διευκρινίσουμε ότι μέσα από το σκεπτικό της Απόφασης κατέστη φανερό ότι οι ενέργειες της κατηγορουμένης 1 που αποτέλεσαν τη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων έγιναν μέσω του κατηγορουμένου 2 χωρίς να τίθεται θέμα ανάμιξης ή συνδρομής άλλων ατόμων, συνεργατών ή διευθυντών της κατηγορουμένης εταιρείας. Με άλλα λόγια δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε που να δείχνει ότι τρίτα άτομα πλην του κατηγορουμένου 2 προέβησαν στις ίδιες ή παρόμοιες παράνομες ενέργειες χωρίς να διωχθούν έτσι ώστε να δημιουργείται στον κατηγορούμενο 2 οποιοδήποτε αίσθημα αδικίας και ανισότητας. Σε σχέση με τη σημασία που θα πρέπει να έχει το εκδοθέν από το Δικαστήριο διάταγμα δήμευσης εναντίον της κατηγορουμένης 1 εκείνο που μπορεί να λεχθεί είναι ότι αφού ακολουθηθεί η προβλεπόμενη από τον Νόμο περί Συγκάλυψης διαδικασία μπορεί να καταστεί δυνατή σε κάποιο βαθμό η ρευστοποίηση της περιουσίας της εταιρείας ούτως ώστε να αποδοθεί πίσω τους παραπονούμενους το ποσό που απεκόμισε ως έσοδο από τη διάπραξη του αδικήματος της κλοπής. Πρέπει, ωστόσο, εδώ να επισημάνουμε ότι το διάταγμα δήμευσης δεν αποτελεί σ' αυτό το στάδιο ουσιαστική αποζημίωση των παραπονουμένων για τον απλούστατο λόγο ότι τα χρήματα δεν έχουν ήδη επιστραφεί από την ίδια την κατηγορουμένη εταιρεία. Εκείνο, όμως, που μπορεί να προσμετρήσει μέσα στα πλαίσια των ελαφρυντικών παραγόντων είναι το γεγονός ότι με την έκδοση του Διατάγματος θα είναι δυνατή η μελλοντική αποζημίωση των παραπονουμένων. Στα πλαίσια επιμέτρησης της ποινής το καθήκον του Δικαστηρίου δεν περιορίζεται μόνο στην επισήμανση της σοβαρότητας των επιδίκων αδικημάτων και την αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη του όλους τους σχετικούς με την επιμέτρηση της ποινής παράγοντες συμπεριλαμβανομένων και των προσωπικών συνθηκών του κατηγορουμένου και γενικά όλων των ελαφρυντικών στοιχείων που έχουν τεθεί από πλευράς Υπεράσπισης. Το καθήκον του Δικαστηρίου να εξατομικεύσει την ποινή δεν ατονεί ακόμη και εκεί όπου προβάλλει επιτακτική η ανάγκη πρόσδωσης στην ποινή του στοιχείου της αποτρεπτικότητας. Μέσα σ' αυτά τα πλαίσια λαμβάνουμε ακόμη την οικογενειακή και προσωπική κατάσταση του κατηγορουμένου
  3. Πρόκειται για έγγαμο πρόσωπο και πατέρα δύο ανηλίκων παιδιών. Περαιτέρω, λαμβάνουμε υπόψη τις δυσμενείς συνέπειες που είχε η εξέλιξη της παρούσας υπόθεσης και στη σύζυγο του κατηγορουμένου 2, πρώην κατηγορουμένη 3, η οποία και εκείνη ήταν χρηματιστής στο επάγγελμα με εμφανείς τις οικονομικές επιπτώσεις στην οικογένεια. Όσον αφορά τον ίδιο τον κατηγορούμενο 2 θα λάβουμε σοβαρά υπόψη την πιθανή επαγγελματική καταστροφή του και τη θέση στην οποία περιήλθε έστω με δική του ευθύνη. Το σημείο αυτό, πιστεύουμε ότι, είναι κατάλληλο για να αναφερθούμε στην υπόθεση Κολοκασίδης ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 252 η οποία αφορούσε, μεταξύ άλλων, και το αδίκημα της κλοπής υπό υπαλλήλου όπου, ενώ τονίζεται η σοβαρότητα των αδικημάτων όπου εμπεριέχεται το στοιχείο της παράβασης καθήκοντος και το γεγονός ότι το ύψος του κλαπέντος ποσού λαμβάνεται σοβαρά υπόψη, γίνεται, ταυτόχρονα, ιδιαίτερη αναφορά σε κάποιους παράγοντες που μπορούν να ληφθούν υπόψη ως μετριαστικοί, υπέρ του κατηγορούμενου κατά την επιμέτρηση της ποινής. Παραθέτουμε συναφώς την ακόλουθη περικοπή από τη σελίδα 265: «Πρόσωπο επαγγελματίας, όπως λογιστής, δικηγόρος, τραπεζικός, δεν υπάρχει κατά κανόνα, πιθανότητα να επαναλάβει τη διάπραξη παρόμοιων αδικημάτων δολίου χρηματισμού, ή εγκλημάτων της φύσεως αυτής. Η επιβολή της ποινής της φυλάκισης είναι από μόνη της στοιχείο αποτρεπτικότητας. Η επαγγελματική καταστροφή η οποία ακολουθεί τη φυλάκιση, για τις τάξεις αυτών των ανθρώπων, επιβάλλει τον περιορισμό, σε κάποιο βαθμό, της έκτασης της φυλάκισης. Τα Δικαστήριο, γι' αυτές τις κατηγορίες των αδικοπραγούντων, πρέπει, σε αδικήματα αυτής της φύσεως, να δεικνύουν επιείκεια στο μήκος της ποινής.» Περαιτέρω στη σελ. 267 αναφέροντα τα εξής: «Ο εφεσείοντας, πρόσωπο με άμεμπτο προηγούμενο βίο, σε μια περίοδο οκτώ μηνών διέπραξε τα σοβαρά αδικήματα για τα οποία βρέθηκε ένοχος με τη δική του παραδοχή. Είναι λογιστής το επάγγελμα, κατείχε ψηλή θέση εμπιστοσύνης και παραβίασε την εμπιστοσύνη των εργοδοτών του. Δεν είναι πρόσωπο που έχει πιθανότητα να διαπράξει παρόμοιας φύσεως αδικήματα στο μέλλον. Η φυλάκισης έφερε σ΄αυτό καταστροφικά αποτελέσματα, ειδικά στον επαγγελματικό τομέα. Η ποινή πρέπει να είναι τέτοια που να δεικνύει τη δημόσια αποκήρυξη της συμπεριφοράς αυτής και να έχει και αποτρεπτικές συνέπειες. Η φυλάκιση από μόνη της είναι μεγάλη τιμωρία στην παρούσα υπόθεση». Στην υπόθεση Κολοκασίδης (πιο πάνω) έγινε αναφορά στην αγγλική υπόθεση John Barrick 81 Cr. App. R. 78 στην οποία τέθηκαν κατευθυντήριες γραμμές για τους παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και κρίθηκε ότι θα μπορούσαν οι αρχές της αγγλικής νομολογίας να υιοθετηθούν από τα Κυπριακά Δικαστήρια. Πρέπει στο σημείο αυτό να επισημάνουμε ότι οι παρατηρήσεις του Αγγλικού Εφετείου στην Barrick (πιο πάνω) αναθεωρήθηκαν μεταγενέστερα στην Claric
(1998)2 Cr. Arr.R.
(5)95 λόγω της έκτοτε διαμορφωθείσας κατάστασης ένα από τα στοιχεία της οποίας ήταν και ο πληθωρισμός. ΄Ετσι έγινε διαβάθμιση περιπτώσεων σε επίπεδα ποινών θεωρηθέντα ως λογικά για τα αγγλικά δεδομένα με άξονα την αντιστοιχία μεταξύ ύψους κλαπέντος ποσού και ποινής, ως την αφετηρία για τον τελικό καθορισμό της έκτασης της φυλάκισης αφού θα γινόταν έκπτωση για παραδοχή ενοχής. Σύμφωνα λοιπόν με την αναθεωρημένη εισήγηση στην Αγγλία για κλοπή ποσού όχι εντελώς αλλά χαμηλότερου των ΛΚ17500 κατάλληλη αφετηρία για υπολογισμό θεωρείται οτιδήποτε μεταξύ πολύ σύντομης φυλάκισης και φυλάκισης μέχρι 21 μηνών ενώ στην επόμενη βαθμίδα για ποσό μεταξύ ΛΚ17500 και ΛΚ100,000 κατάλληλη αφετηρία θεωρείται ποινή φυλάκισης δύο ή τριών ετών για ποσά μεταξύ ΛΚ100,000 και ΛΚ250,000 κατάλληλη αφετηρία θεωρείται ποινή φυλάκισης τριών μέχρι τεσσάρων ετών, για ποσό μεταξύ ΛΚ250,000 και 1 εκατομμύριο ποινή φυλάκισης μεταξύ 5 και 9 ετών ενώ για ποσά πέραν του ενός η ποινή φυλάκισης πέραν των 10 ετών. Αυτή η εισήγηση, διευκρινίσθηκε ότι αφορά τις υποθέσεις που εκδικάσθηκαν γιατί στην περίπτωση παραδοχής θα πρέπει να υπάρξει ουσιαστική έκπτωση στην ποινή. «Ιn the light of all these considerations, we make the following suggestions. We stress that they are by way of guidelines only and that many factors other than the amount involved may affect sentence. Where the amount is not small, but is less than £17,500 terms of imprisonment from the very short up to 21 months will be appropriate; cases involving sums between £17,500 and £100,000, will merit two to three years; cases involving sums between £100,000 and £250,000, will merit three to four years; cases involving between £250,000 and £1 million will merit between five and nine years; cases involving £1 million or more, will merit 10 years or more. These terms are appropriate for contested cases. Pleas of guilty will attract an appropriate discount. Where the sums involved are exceptionally large, and not stolen on a single occasion, or the dishonesty is directed at more than one victim or group of victims, consecutive sentences may be called for.» Να σημειώσουμε εδώ ότι οι πιο πάνω κατευθυντήριες γραμμές έτυχαν αναφοράς στην υπόθεση Πέτρος Πέτρου v. Δημοκρατίας,
(2002)2 ΑΑΔ χωρίς, ωστόσο το Ανώτατο Δικαστήριο να αποφασίζει κατά πόσο μπορούν να υιοθετηθούν και από τα δικά μας Δικαστήρια. Εκείνο όμως, που μπορεί να λεχθεί είναι ότι είναι χρήσιμες οι κατευθυντήριες γραμμές αλλά σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να επηρεάζουν την ανάγκη ευελιξίας στην μεταχείριση των αδικοπραγούντων. Στην υπόθεση Wheeler
(1992)13 Cr. App. RCS 73 φυλάκιση 8 ετών επιβεβαιώθηκε για κλοπή ποσού ΛΚ800,000 που έλαβε χώρα σε μια διάρκεια 4 ετών από Διευθυντή της εταιρείας που παρείχε επενδυτικές υπηρεσίες. Επίσης στην υπόθεση Williams (unreported) 12.2.96 δεν δόθηκε άδεια για καταχώρηση έφεσης εναντίον ποινής 7 ½ ετών φυλάκισης που επεβλήθη κατόπιν παραδοχής σε αδίκημα κλοπής που αφορούσε ποσά 5 εκατομμυρίων. Τέλος στην υπόθεση Ford (unreported) 1.7.96 ποινή φυλάκισης 10 ετών μειώθηκε πιθανώς λόγω ευσπλαχνίας σε 8 έτη που επιβλήθηκε σε δικηγόρο που έκλεψε ποσό 5 εκατομμύρια. Ένα άλλο στοιχείο που επιθυμούμε να σχολιάσουμε είναι και την πάροδο χρόνου από της διάπραξης των επιδίκων αδικημάτων μέχρι του σταδίου της επιβολής της ποινής. Θέτουμε ευθύς εξ αρχής τη νομολογιακή αρχή. Αυτή συνοψίζεται στο ότι η πάροδος μακρού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την ανάγκη για αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον κατηγορούμενο. Πρέπει, όμως, να επισημάνουμε εδώ ότι η παρούσα υπόθεση φάνηκε να ήταν περίπλοκη. Αφορούσε μεγάλο αριθμό συναλλαγών στο ΧΑΚ που σχετίζονται με μεγάλα ποσά χρημάτων και διορίσθηκαν από τον Γενικό Εισαγγελέα ποινικοί ανακριτές οι οποίοι, όπως διεφάνη από τη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, επεξεργάστηκαν μεγάλο όγκο συναλλαγών προτού προβούν στις διαπιστώσεις και παρατηρήσεις τους. Επομένως χρειάστηκε κάποιος εύλογος χρόνος για τις ανακριτικές αρχές να βρουν τα στοιχεία, να καταγράψουν και να συσχετίσουν με τα επίδικα αδικήματα. Και ως ήταν φυσικό και η ίδια η ακροαματική διαδικασία πήρε κάποιο χρόνο. Κάποιοι μάρτυρες χρειάστηκε να καταθέτουν επί μέρες. Όπως και να έχει παραμένει το γεγονός ότι θα πρέπει να δοθεί κάποια σημασία στο γεγονός ότι παρήλθε κάποιο χρονικό διάστημα από της διάπραξης των αδικημάτων μέχρι το στάδιο επιβολής της ποινής έστω και αν η καθυστέρηση αυτή δεν κρίνεται σε καμία περίπτωση αδικαιολόγητη με βάση τα όσα τέθηκαν ανωτέρω. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.