Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Γεώργιος Αχιλλέως, Αρ. Υπόθεσης: 17327/06, 30 Οκτωβρίου 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:B43 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Ν. Σταύρου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 17327/06 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν Γεώργιος Αχιλλέως Κατηγορουμένου ------------- 30 Οκτωβρίου 2007 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Αβρααμίδου. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Αρότη. (Ο Κατηγορούμενος είναι παρών). Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μια κατηγορία που αφορά το αδίκημα της κλοπής κατά παράβαση του άρθρου 255 του Ποινικού Κώδικά Κεφ.154. Συγκεκριμένα του καταλογίζεται πως στις 3 Απριλίου 2006, έκλεψε ένα μπεζ, ορθογώνιο χαρτοφύλακα αξίας £60, περιουσία του Πανίκου Παρλάτα. Για απόδειξη της κατηγορίας κλήθηκαν από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής πέντε μάρτυρες, οι Αρχιαστυφύλακας 1548 Αντρος Χαριλάου (Μ.Κ.1), Λοχίας 1489 Ντίνος Ανιφτος (Μ.Κ.2), Υπαστυνόμος Φειδίας Μιχαήλ (Μ.Κ.3), Πανίκος Παρλάτος (Μ.Κ.4) και Αστυφύλακας 3663 Ανδρέας Παπάμιχηλ (Μ.Κ.5). Μετά δε τη κλήση του κατηγορουμένου σε απολογία και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, επέλεξε να δώσει και ο ίδιος ένορκη μαρτυρία Δεν θα παραθέσω σε έκταση τα λεχθέντα των μαρτύρων καθ' ότι κάτι τέτοια θα ήταν πιστεύω αχρείαστο και εν πολλοίς αντιπαραγωγικό. Αντ' αυτού θα αναφερθώ στα ουσιώδη γεγονότα που αναφύουν γενικώς από τη μαρτυρία, με ειδική όμως αναφορά σε επιμέρους σημαντικά ζητήματα κατά το στάδιο της αξιολόγησης. Νοείται βέβαια πως η δοθείσα προφορική μαρτυρία σε όλη της την έκταση, όπως και τα κατατεθέντα τεκμήρια εξετάσθηκαν ενδελεχώς και αξιολογήθηκαν πλήρως από το Δικαστήριο παρά την απουσία ρητής αναφοράς (βλ. Al Watani κ.α v. Παπαδόπουλου
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1924, 1937). Από τη δοθείσα μαρτυρία λοιπόν προκύπτει πως ο Μ.Κ.4 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο βιομήχανος και διευθυντής εταιρείας που ασχολείτο με την πώληση ειδών επιπλοποιίας. Περί του Φεβρουάριο του 2006 προσέλαβε ως πωλητή στην εταιρεία του τον κατηγορούμενο. Για σκοπούς της εργασίας του κατηγορουμένου, του παραχωρήθηκε αυτοκίνητο με το οποίο επισκεπτόταν τους διάφορους πελάτες, μεταφέροντας μαζί του τιμολόγια, αποδείξεις και άλλα έγγραφα της εταιρείας. Σε κάποια στιγμή του δόθηκε και ο επίμαχος χαρτοφύλακας. Σε πολύ σύντομα χρονικό διάστημα οι σχέσεις των προαναφερθέντων προσώπων διασαλεύτηκαν με αποτέλεσμα ο Μ.Κ.4 τη Δευτέρα 3.4.2006, να απολύσει τον κατηγορούμενο. Κατά τους ισχυρισμούς του Μ.Κ.4 ζήτησε τότε από τον κατηγορούμενο να του παραδώσει το αυτοκίνητο καθώς και τον χαρτοφύλακα με τα διάφορα έγγραφα που υπήρχαν εντός αυτού. Κατά τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, ουδέποτε του ζητήθηκε να παραδώσει τον χαρτοφύλακα ούτε και είχε στην κατοχή του οποιαδήποτε έγγραφα ή ακόμα και το αυτοκίνητο, αφού ως γινόταν κάθε εβδομάδα, τα είχε επιστρέψει στην εταιρεία από την προηγούμενη Παρασκευή. Ο Μ.Κ.4 επέμενε όπως επιστραφεί ο χαρτοφύλακας με τα διάφορα έγγραφα προβαίνοντας μάλιστα σε σχετική καταγγελία προς την αστυνομία. Οι προσπάθειες για επιστροφή συνεχίστηκαν από την αστυνομία, χωρίς όμως επιτυχία, με αποτέλεσμα τελικώς να συλληφθεί ο κατηγορούμενος και να οδηγήσει οικιοθελώς την αστυνομία σε ανοιχτή περιοχή του Κοτσιάτη όπου τις υπέδειξε το σημείο όπου είχε προηγουμένως πετάξει τον χαρτοφύλακα. Ο χαρτοφύλακας παραλήφθηκε από την αστυνομία αλλά εντός αυτού δεν υπήρχαν έγγραφα. Ούτε και βρέθηκαν ποτέ ή παραδόθηκαν από τον κατηγορούμενο οποιαδήποτε έγγραφα. Θέση της Κατηγορούσας Αρχής είναι ότι το πιο πάνω σκηνικό δημιουργεί ποινική ευθύνη του κατηγορουμένου για το αδίκημα της κλοπής του χαρτοφύλακα. Θέση της Υπεράσπισης είναι ότι τέτοια ευθύνη δεν δημιουργείται, πρώτον διότι το παράπονο του Μ.Κ.4 αφορούσε τα έγγραφα και όχι τον χαρτοφύλακα και δεύτερον διότι ουδέποτε ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο να επιστρέψει τον χαρτοφύλακα ούτε και είχε δόλια πρόθεση να τον αποστερήσει από τον Μ.Κ.
- Τουναντίον είναι ο τελευταίος που αρνήθηκε να τον παραλάβει, επικαλούμενος τη δήθεν απώλεια των εγγράφων. Θα ξεκινήσω την εξέταση της όλης υπόθεσης αξιολογώντας τη δοθείσα μαρτυρία. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για να υπάρξει κρίση επί της αξιοπιστίας των μαρτύρων και κατ΄ επέκταση κατάληξη σε ότι αφορά το υπό συζήτηση αδίκημα. Παρά την ύπαρξη ουσιαστικών αποκλίσεων σε σχέση με τα λεγόμενα του κατηγορουμένου, η Υπεράσπιση δεν ζήτησε, ευθέως τουλάχιστον, από το Δικαστήριο να κηρύξει οποιονδήποτε από τους μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής αναξιόπιστο. Ούτε εν πάση περιπτώσει θα δικαιολογείτο μια τέτοια εισήγηση. Όλοι οι μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής, περιλαμβανομένου και του Μ.Κ.4 υπήρξαν σταθεροί στις τοποθετήσεις τους χωρίς παλινδρομήσεις, υπεκφυγές και αντιφάσεις, δημιουργώντας μου έτσι θετική εντύπωση σε ότι αφορά την ειλικρίνεια τους. Ως εκ τούτου κρίνω ότι είναι αξιόπιστοι μάρτυρες που είπαν την αλήθεια στο Δικαστήριο. Αντιθέτως ο κατηγορούμενος καταθέτοντας από το εδώλιο του μάρτυρος, παρουσιάστηκε ανακόλουθος, ασαφείς, αντιφατικός και σε κάποια καίρια ζητήματα έχοντας επιλεκτική μνήμη. Συγκεκριμένα ενώ δύο αστυνομικοί (οι Μ.Κ.2 και 3), χωρίς να έχουν κανένα απολύτως συμφέρον, ευθέως και ευθαρσώς ανέφεραν πως ο κατηγορούμενος τους παραδέχθηκε τηλεφωνικώς πως κατείχε έγγραφα δίδοντας μάλιστα και ως λόγο για τη μη παράδοση τους την κατ' ισχυρισμό οφειλή του Μ.Κ.4 προς το άτομα του, στο Δικαστήριο ο κατηγορούμενος αρνήθηκε αυτή την στιχομυθία. Στην κυρίως εξέταση ανέφερε πως δεν του ζητήθηκαν καν έγγραφα και πως το όλο ζήτημα, ως του ελέχθη, αφορούσε κάποιο χαρτοφύλακα, θέση αντίθετη εν πάση περιπτώσει με τη μέχρι τότε γραμμή Υπεράσπισης. Στη συνέχεια ισχυρίστηκε πως το ζήτημα των εγγράφων εγέρθηκε για πρώτη φορά όταν πήγε στον σταθμό. Ακολούθως ανασκεύασε λέγοντας πως του τηλεφώνησε μια φορά κάποιος αστυνομικός, τον οποίο δεν θυμάται όμως, και όντως του ζήτησε έγγραφα. Δεν του είπε όμως πως έχει έγγραφα αλλά πως μπορεί να έχει έγγραφα. Παρά τα πιο πάνω οι Μ.Κ.2 και 3 δεν αντεξετάσθηκαν ουσιωδώς επί του ζητήματος, ούτε και τους υποβλήθηκε ότι η αναφορά τους ήταν ψευδής. Τούτο σε συνδυασμό με τις παλινωδίες του κατηγορουμένου του τύπου πως δεν θυμόταν με ποιους αστυνομικούς μίλησε, το τι ακριβώς του είπαν και το πόσες φορές πήγε στον σταθμό, καταδεικνύουν πιστεύω πως ο κατηγορούμενος δεν ήρθε στο Δικαστήριο με διάθεση να πει την αλήθεια. Ένα άλλο καίριο θέμα που συγκλίνει προς την ίδια κατεύθυνση είναι η αναφορά που υπάρχει στην θεληματική του κατάθεση (τεκμήριο 5) που άπτεται των συνθηκών υπό τις οποίες του δόθηκε ο χαρτοφύλακας. Στην εν λόγω κατάθεση, η οποία κατατέθηκε χωρίς ένσταση και χωρίς να διατυπωθεί οποιαδήποτε επιφύλαξη σε ότι αφορά την ορθότητα του περιεχομένου της, αναφέρονται τα εξής: (σελ 2) Έχοντας εκνευριστεί για το συμβάν (την απόλυση του) και τη συμπεριφορά του Πανίκκου, πέταξα σε ανοιχτή περιοχή στον Κοτσιάτη, ένα χαρτοφύλακα καφέ, ορθογόνιου σχήματος, τον οποίο μου είχε δώσει για να χρησιμοποιώ, όσον εργαζόμουν στην εταιρεία του..." Ενώπιον του Δικαστηρίου ο κατηγορούμενος συναισθανόμενος προφανώς το αυτονόητο, ότι δηλαδή η πιο πάνω ομολογία δημιουργεί δυσμενή για τον ίδιο δεδομένα, αφού ξεκάθαρα απ' αυτή προκύπτει πως ο χαρτοφύλακας δεν ήταν δικός του αλλά του Μ.Κ.4 και πως μόνο προσωρινά του παραχωρήθηκε, ενόσω δηλαδή θα εργαζόταν στην εταιρεία, σκέφτηκε τον εξής ευφάνταστο τρόπο να ανασκευάσει: Ουδέποτε λέει χρησιμοποίησε τη λέξη "όσον" ή "για όσον εργαζόμουν στην εταιρεία". Δεν εξήγησε όμως γιατί υπέγραψε την ομολογία αν σε ένα τόσο κρίσιμο ζήτημα δεν απέδιδε αυτά τα οποία ήθελε να πει. Ούτε βέβαια εξηγήθηκε γιατί αφέθηκε αδιαμαρτύρητα η εν λόγω ομολογία να κατατεθεί ως τεκμήριο, χωρίς μέχρι του συγκεκριμένου σημείου να αμφισβητηθεί το περιεχόμενο της. Το ανασκευαστικό εγχείρημα του κατηγορουμένου αποτελεί κατά την κρίση μου ακόμα μια ένδειξη αναλήθειας. Δεν θα μπορούσα να κλείσω το ζήτημα της αξιολόγησης του κατηγορουμένου, χωρίς να σχολιαστεί η αναφορά του ότι πέταξε τον χαρτοφύλακα καθοδόν προς Λεμεσό, διότι λέει ήθελε να αφήσει πίσω του κάθε τι που είχε σχέση με τον Μ.Κ.4 και την εταιρεία του. Είναι άγνωστο ποιο δρόμο ακολούθησε ο κατηγορούμενος προς Λεμεσό για να βρει στην άμεση διαδρομή του την ανοιχτή περιοχή του Κοτσιάτη. Εν πάση περιπτώσει η προβληθείσα δικαιολογία πάσχει από σοβαρότητα και ανενδοίαστα την απορρίπτω. Είναι ξεκάθαρο πως ο κατηγορούμενος είχε πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι κάποιοι θα αναζητούσαν στη συνέχεια τον χαρτοφύλακα και έτσι διακατεχόμενος ίσως από αισθήματα πικρίας και εκδίκησης, με πρόθεση, επιχείρησε να τον εξαφανίσει μπαίνοντας μάλιστα σε σημαντικό κόπο για να το πετύχει. Για όλους τους πιο πάνω λόγους απορρίπτω τη μαρτυρία του κατηγορουμένου. Από την πιο πάνω αξιολόγηση βρίσκω πως τα πραγματικά, ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως εξής: Ο Μ.Κ.4 που κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν βιομήχανος και διευθυντής εταιρείας που ασχολείτο με την πώληση ειδών επιπλοποιίας, περί τον Φεβρουάριο του 2006 προσέλαβε ως πωλητή τον κατηγορούμενο. Για σκοπούς της εργασίας του κατηγορουμένου, του παραχωρήθηκε αυτοκίνητο με το οποίο επισκεπτόταν τους διάφορους πελάτες, μεταφέροντας μαζί του τιμολόγια, αποδείξεις και άλλα έγγραφα της εταιρείας. Επίσης ο Μ.Κ.4 του παραχώρησε ένα χαρτοφύλακα αξίας £60, δικής του ιδιοκτησίας (τεκμήριο 4), για να τον χρησιμοποιεί ενόσω θα εργαζόταν στην εταιρεία του. Σε πολύ σύντομα χρονικό διάστημα οι σχέσεις των δύο ανδρών διασαλεύτηκαν για λόγους που δεν ενδιαφέρουν την παρούσα υπόθεση με αποτέλεσμα ο Μ.Κ.4 τη Δευτέρα 3.4.2006, να απολύσει τον κατηγορούμενο. Κατά την απόλυση του, του ζήτησε, μεταξύ άλλων, να επιστρέψει και τον χαρτοφύλακα (τεκμήριο 4). Αντ' αυτού ο κατηγορούμενος πέταξε τον εν λόγω χαρτοφύλακα σε ανοικτή περιοχή του Κοτσιάτη (ως η υπόδειξη σκηνής-τεκμήριο 3). Τέλος ο κατηγορούμενος προέβη σε θεληματική κατάθεση (τεκμήριο 5) στην οποία ομολογεί εμμέσως πλην σαφώς τα προαναφερθέντα. Έρχομαι στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Η κατηγορία υπενθυμίζω εδράζεται στο άρθρο 255 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Το άρθρο 255 που είναι το γενικό άρθρο της κλοπής, στον βαθμό που ενδιαφέρει, προβλέπει τα εξής:
(1)"Κλέβει όποιος, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει οτιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό: Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόμιμα, αν ενώ είναι θεματοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, με δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη." Αντικείμενο κλοπής μπορεί να αποτελέσει οτιδήποτε έχει αξία και ανήκει σε κάποιο πρόσωπο (βλ. άρθρο 255
(3)). Τα δε συστατικά στοιχεία που η Κατηγορούσα Αρχή οφείλει να τεκμηριώσει για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της κλοπής είναι ότι: (α) ο κατηγορούμενος απέκτησε κατοχή περιουσίας, (β) ότι αυτό έγινε χωρίς την συγκατάθεση του ιδιοκτήτη ή αν η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του κατηγορουμένου με την συγκατάθεση του ιδιοκτήτη ο κατηγορούμενος στην συνέχεια την ιδιοποιήθηκε χωρίς τέτοια συγκατάθεση, (γ) ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε με δόλιο τρόπο, (δ) ότι η περιουσία είναι τέτοια που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής και (ε) ότι ο κατηγορούμενος είχε κατά τον χρόνο της απόκτησης κατοχής την πρόθεση να αποστερήσει την περιουσία από τον ιδιοκτήτη μόνιμα ή παρόλο ότι δεν είχε τέτοια πρόθεση κατά το χρόνο που η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του, προχώρησε αργότερα στον δόλιο σφετερισμό της περιουσίας. Το νοητικό στοιχείο της πρόθεσης που συναποτελείται από τα στοιχείο του δόλου (στοιχείο (γ) ανωτέρω) και το στοιχείο της μόνιμης αποστέρησης της περιουσίας (στοιχείο (ε) ανωτέρω), που αμφισβητήθηκε ιδιαιτέρως από την Υπεράσπιση στην προκειμένη περίπτωση, δεν χρειάζεται να αποδειχθεί ειδικά. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να εισέλθει στο μυαλό του εκάστοτε κατηγορουμένου, να εντοπίσει και να απομονώσει τη σκέψη του. Στις πλείστες των περιπτώσεων, η πρόθεση συνάγεται ως πραγματικό γεγονός από τις περιβάλλουσες περιστάσεις της υπόθεσης. Πρέπει να είναι βέβαια το μόνο εύλογο συμπέρασμα που δύναται να συναχθεί. Τεκμαίρεται όμως πως κάθε πρόσωπο έχει την πρόθεση να επιφέρει τις φυσικές συνέπειες των πράξεων του (βλ. κατ' αναλογία Ανθία v. Δημοκρατίας αρ.1
(1999)2 Α.Α.Δ. 404). Εδώ έχουν αποδειχθεί όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Ο χαρτοφύλακας, ιδιοκτησίας του Μ.Κ.4 ήταν σαφέστατα αντικείμενο με αξία (ανεξαρτήτως ύψους) που θα μπορούσε να κλαπεί και ενώ δόθηκε προσωρινά στον κατηγορούμενο, ο τελευταίος όταν του ζητήθηκε αντί να τον επιστρέψει στον ιδιοκτήτη, τον ιδιοποιήθηκε, πετώντας τον σε ανοιχτή περιοχή του Κοτσιάτη. Από την τελευταία αυτή πράξη του κατηγορουμένου προκύπτει ξεκάθαρα και η αναγκαία πρόθεση διάπραξης του αδικήματος, δηλαδή η ύπαρξη δόλου που σημαίνει απλώς εκ προθέσεως, (βλ. Aζίνας v. Αστυνομίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 και Χαραλάμπους v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 1426) και η βούληση για μόνιμη αποστέρηση του ιδιοκτήτη. Ως εκ των ανωτέρω ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............ Στ. Ν. Σταύρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο