← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ανδρέας Γεωργίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3343/06, 31 Οκτωβρίου, 2007

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ανδρέας Γεωργίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3343/06, 31 Οκτωβρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:B44 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3343/06 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν

  1. Ε/Α 5001 Ανδρέας Γεωργίου
  2. Μάριος Σωφρονίου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 31 Οκτωβρίου,
  3. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Θεοδότου Για τον Κατηγορούμενο αρ. 2: κ. Παπαντωνίου Κατηγορούμενος αρ. 2 παρών. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αρ. 2 (εφεξής καλούμενος «Ο Κατηγορούμενος») αντιμετωπίζει τις ακόλουθες Κατηγορίες: 1η Κατηγορία: Αντικατάσταση διακριτικού αριθμού του πλαισίου μηχανοκινήτου οχήματος κατά παράβαση των άρθρων 17(α) και 19 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  4. Όπως αναφέρεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος ο Κατηγορούμενος κατηγορείται ότι σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2002 στην Λακατάμια και Κοκκινοτριμιθιά εκουσίως αντικατέστησε τον διακριτικό αριθμό του πλαισίου του μηχανοκινήτου οχήματος με αρ. Εγγραφής ΥΑ 117 με άγνωστο διακριτικό αριθμό του πλαισίου αγνώστου μηχανοκινήτου οχήματος με σκοπό να παραποιήσουν την ταυτότητα του οχήματος. 2η Κατηγορία: Κατοχή μηχανοκινήτου οχήματος του οποίου αντικαταστάθηκε ο αριθμός πλαισίου κατά παράβαση των άρθρων 17 (β) και 19 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Όπως αναφέρεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος ο Κατηγορούμενος κατηγορείται ότι κατά τον χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 1η Κατηγορία είχε στην κατοχή του το ίδιο όχημα εν γνώσει του ότι αντικατεστάθη ο αριθμός του πλαισίου του οχήματος με σκοπό την απόκρυψη της ταυτότητας του οχήματος. Διεξήχθη ακροαματική διαδικασία για τις προαναφερόμενες Κατηγορίες, η οποία περιορίστηκε στην δήλωση παραδεκτών γεγονότων. Συγκεκριμένα, δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα τα ακόλουθα: - Ο Κατηγορούμενος είναι ισιωτής αυτοκινήτων. - Κατά το έτος 2002 ο μπογιατζής αυτοκινήτων κ. Κώστας Παρπέρης κατόπιν εντολής του Κατηγορουμένου αρ. 1 έφερε στο εργαστήριο του Κατηγορουμένου αρ. 2 ένα αποσυναρμολογημένο αυτοκίνητο τύπου Mazda 323 (καροτσαρία) (body) και του ανέθεσε να τοποθετήσει μέρος λαμαρίνας στο αυτοκίνητο αυτό, στο οποίο ανεγράφετο ο αριθμός πλαισίου του ΥΑ
  5. - Ο Κατηγορούμενος αρ. 2 το τοποθέτησε με ηλεκτροκόλληση και πληρώθηκε από τον κ. Κώστα Παρπέρη το ποσό των Λ.Κ.50,
  6. - Η εργασία αυτή έγινε μέσα στα πλαίσια των συνήθων δραστηριοτήτων του Κατηγορουμένου αρ. 2 ως ισιωτή. - Μετά ο κ. Παρπέρης μετέφερε το αυτοκίνητο αυτό στο γκαράζ του για να το μπογιατίσει. Ο Κατηγορούμενος αρ. 2 δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με τον Κατηγορούμενο αρ.
  7. Κατατέθηκε εκ συμφώνου δεκτή ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της η κατάθεση του Τελωνειακού Λειτουργού κ. Γεώργιου Παπαδόπουλου. Δηλώθηκε ότι το όχημα στο οποίο αναφέρεται ο κ. Παπαδόπουλος είναι αυτό στο οποίο κόλλησε ο Κατηγορούμενος αρ. 2 την λαμαρίνα με τον αριθμό πλαισίου. Στην κατάθεση αυτή ο κ. Παπαδόπουλος αναφέρει ότι μετά από υποψίες που είχαν την 12.9.2002 εισήλθαν σε υποστατικά κάποιου κ. Τερεζόπουλου ώστε να διερευνήσουν υπόθεση συναρμολογημένων αυτοκινήτων. Εκεί εντόπισαν και ένα αυτοκίνητο τύπου Mazda 323 το οποίο βρισκόταν σε κατάσταση συναρμολόγησης. Στο αυτοκίνητο αυτό ήταν ηλεκτροκολλημένος ο αριθμός πλαισίου 4200184436, και είχε και μηχανή. Έξω από τα υποστατικά εντόπισαν ένα αμάξωμα χωρίς μηχανή από το οποίο είχε αφαιρεθεί ο αριθμός πλαισίου. Ο κ. Τερεζόπουλος ανέφερε ότι είχε εισάξει ένα αυτοκίνητο Mazda για λογαριασμό του κ. Αντρέα Γεωργίου και το οποίο βρισκόταν μέσα σε κατάσταση συναρμολόγησης, ενώ το άλλο που βρισκόταν έξω ήταν του κ. Αντρέα Γεωργίου, και από το οποίο αφαιρούσε εξαρτήματα ο κ. Γεωργίου και τα τοποθετούσε στο εισαγώμενο. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Κατηγορούμενο εισηγήθηκε ότι δεν αποδείκτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του ώστε να κληθεί σε απολογία. Την εισήγηση αυτή στήριξε στο ότι δεν αποδείκτηκε η έννοια του μηχανοκινήτου οχήματος, αφού στα γεγονότα έγινε αναφορά απλά σε καροτσαρία, ενώ ελλείπει, ως ανέφερε, το στοιχείο του mens rea. Σύμφωνα με το άρθρο 17, εισηγήθηκε, χρειάζεται πρόθεση για τα αδικήματα αυτά. Ο δε Κατηγορούμενος αρ. 2 δεν έχει οιανδήποτε σχέση με τον Κατηγορούμενο αρ.
  8. Η συνήγορος για την Κατηγορούσα Αρχή άφησε το θέμα στο Δικαστήριο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Με την άρνηση των Κατηγοριών ο Κατήγορος έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό όρο του αδικήματος. Η αποτυχία απόδειξης των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, οδηγά σε αντίστοιχη αποτυχία απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, και ανάγεται στο ίδιο το αδίκημα το οποίο αφορά η κατηγορία και όχι στην οποιαδήποτε γραπτή κατηγορία που προηγήθηκε (βλ. Ευγένιου Παναγιώτου ν. Αστυνομίας Π.Ε. 6739 και 6740, ημερ. 27.3.2000). Το βάρος απόδειξης που έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφωρτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό που εξετάζεται με την παρούσα, είναι αρκετό για την Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Η εύλογη υποψία δεν μπορεί να εξισωθεί με την έννοια της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευστάθιος Θεοδώρου, Π.Ε. 7107, ημερ. 13.2.2002). Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus των κ.κ. Πικής και Λοϊζου στις σελ. 111 και 167, το αποδεικτικό βάρος απόδειξης που φέρει η Κατηγορούσα Αρχή σύγκειται στην δημιουργία τεκμηρίου ενοχής σε αντιπαράθεση προς το συμπέρασμα ενοχής που απαιτείται στο τελικό στάδιο της δίκης. Ο Κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του Κατηγορουμένου μία πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση. Σε διαφορετική περίπτωση ο Κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. Police v. Kallenos

(1980)J.S.C. 145). Όπως αναφέρθηκε και στην γνωστή επί του θέματος απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133: « Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ΄ αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου». Το κριτήριο, όπως αναφέρθηκε στην πιο πάνω απόφαση, είναι και στις δύο περιπτώσεις αντικειμενικό. Δεν προβαίνει ο Δικαστής στο στάδιο αυτό της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, έργο το οποίο επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όταν όλη η μαρτυρία που έχει προσκομιστεί από την Κατηγορούσα Αρχή εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση να απαντηθεί (βλ. Ευγένιου Παναγιώτου ν. Αστυνομίας (πιο πάνω)). (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας ν. Νίκου Π. Κλεάνθους Π.Ε. 6619, ημερ. 21.6.1999, Azinas v. The Police
(1981)2 C.L.R. 9, Shaban Bin Houssein v. Chong Fukkan
(1969)3 All E.R. 1626). Στο άρθρο 2 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου η ερμηνεία του όρου «μηχανοκίνητο όχημα» δίδεται ως εξής: «μηχανοκίνητο όχημα σημαίνει μηχανικώς κινούμενον όχημα ή όχημα ρυμουλκούμενον υπ' αυτού, όπερ είναι προωρισμένον ή προσηρμοσμένον προς χρήσιν επί των οδών, περιλαμβάνει δε όχημα κινούμενον δι' ηλεκτρισμού οθενδήποτε λαμβανομένου, μηχανικό ελκυστήρα και οιονδήποτε έτερον μηχανοκίνητον όχημα κινούμενον επί ερπυστριών, καίτοι τούτο δεν είναι προωρισμένον ή προσηρμοσμένον προς χρήσιν επί των οδών, δεν περιλαμβάνει όμως οχήματα κατεσκευασμένα αποκλειστικώς προς χρήσιν επι σιδηροδρομικών γραμμών ή ετέρων ειδικώς παρασκευασθεισών τροχιών». Προκύπτει από το λεκτικό του πιο πάνω ορισμού ότι για να θεωρείται όχημα «μηχανοκίνητο» πρέπει να είναι «μηχανικώς κινούμενον». Στα παραδεκτά γεγονότα δηλώθηκε ρητά ότι αυτό που κατείχε ο Κατηγορούμενος αρ. 2, και επί του οποίου ηλεκτροκόλλησε τον αριθμό πλαισίου, ήταν μία καροτσαρία (body). Δεν έγινε αναφορά σε όχημα μηχανικώς κινούμενον. Στην κατάθεση, όμως, του κ. Παπαδόπουλου, η οποία έγινε δεκτή ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της, αναφέρεται ότι βρέθηκε όχημα το οποίο είχε μηχανή, και επί αυτού ήταν ηλεκτροκολλημένος ο αριθμός πλαισίου. Τούτου δεδομένου, δεν μπορώ να συμφωνήσω με τον ευπαίδευτο συνήγορο για τον Κατηγορούμενο ότι δεν στοιχειοθετήθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση σε σχέση με τον όρο «μηχανοκίνητο όχημα», στον βαθμό ασφαλώς που απαιτείται στο στάδιο αυτό της διαδικασίας. Στις λεπτομέρειες αδικημάτων της 1ης Κατηγορίας, όμως, αναφέρεται ότι ο Κατηγορούμενος «αντικατέστησε» τον διακριτικό αριθμό του πλαισίου του οχήματος με αριθμό εγγραφής ΥΑ 117 με άγνωστο διακριτικό αριθμό πλαισίου. Από τα παραδεκτά γεγονότα δεν προκύπτει κάτι τέτοιο. Απλά έγινε αναφορά στο ότι ο Κατηγορούμενος ηλεκτροκόλλησε ένα αριθμό πλαισίου σε μία καροτσαρία, και καμία αναφορά δεν γίνεται σε αντικατάσταση. Το ίδιο ισχύει και για την 2η Κατηγορία αφού εκεί γίνεται αναφορά ότι ο αριθμός του πλαισίου «αντικατεστάθη». Πέραν των πιο πάνω, η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση και σε σχέση με την αναφορά στις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης Κατηγορίας περί «σκοπού παραποίησης της ταυτότητας του οχήματος», και στις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης Κατηγορίας περί «σκοπού αποκρυψης της ταυτότητας». Τίποτε το οποίο τέθηκε ενώπιον μου δεν κατέδειξε τέτοιους σκοπούς του Κατηγορουμένου αρ.2. Αντίθετα, ήταν παραδεκτό γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος αρ. 2 καμία σχέση δεν έχει με τον Κατηγορούμενο αρ.1, και ότι αυτός ενήργησε μέσα στα πλαίσια των συνήθων δραστηριοτήτων του ως ισιωτής, κατόπιν οδηγιών του κ. Παρπέρη. Εν' όψει των πιο πάνω ο Κατηγορούμενος αρ. 2 αθωώνεται και απαλάσσεται από το στάδιο αυτό σε σχέση με τις Κατηγορίες 1 και 2. Έξοδα Λ.Κ.76,00 να καταβληθούν από την Κ.Δ. ....................................... Μαρίνα Παπαδοπούλου Επαρχιακός Δικαστής Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.