Δημοκρατία ν. Χρύσανθου Χρυσάνθου, Αρ. Υποθ.: 17362/2006, 5 Νοεμβρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2007:9 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ, ΛΕΥΚΩΣΙΑ Σύνθεση: Γ. Ν. Γιασεμής, Π.Ε.Δ. Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Ε. Εφραίμ, Ε.Δ. Αρ. Υποθ.: 17362/2006 Δημοκρατία - v - Χρύσανθου Χρυσάνθου Ημερομηνία: 5 Νοεμβρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τη Δημοκρατία: Ο κ. Ρ. Μαππουρίδης. Για τον Κατηγορούμενο: Ο κ. Γ. Μυλωνάς με κα Ε.Νικολαϊδου Κατηγορούμενος παρών. ------------------------------------------ Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος Χρύσανθος Χρυσάνθου κρίθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής στην μοναδική κατηγορία που αντιμετωπίζει και αφορά κλοπή από δημόσιο λειτουργό κατά παράβαση των άρθρων 255 και 267 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Σύμφωνα με το τελευταίο προαναφερόμενο άρθρο η προβλεπόμενη για το εν λόγω αδίκημα ποινή είναι αυτή της 10ετούς φυλάκισης. Όπως προκύπτει από τις λεπτομέρειες αδικήματος και τα γεγονότα τα οποία έθεσε ενώπιον μας ο ευπαίδευτος κατήγορος, σε όλους τους ουσιώδεις χρόνους που καλύπτουν την περίοδο από το Σεπτέμβριο του 2004 μέχρι το Δεκέμβριο του 2005, ο κατηγορούμενος υπηρετούσε στην Εθνική Φρουρά ως Έφεδρος Πενταετούς Υπηρεσίας (ΕΠΥ) με τον βαθμό του λοχία. Αυτή ήταν η δεύτερη του θητεία με το πιο πάνω καθεστώς. Ήταν δε τοποθετημένος στο 391 ΤΠ που βρίσκεται στην περιοχή Ορούντας και επιφορτισμένος με τα καθήκοντα του διαχειριστή της ενεργούς διαχείρισης του εν λόγω τάγματος. Στο πλαίσιο των καθηκόντων του είχε υπό την ευθύνη και τον έλεγχο του τα αποθέματα καυσίμων (πετρελαιοειδή) με τα οποία εφοδιάζονταν τα οχήματα της μονάδας του και άλλων τεσσάρων υποστηριζόμενων μονάδων. Τα καύσιμα ήταν αποθηκευμένα σε δύο υπόγειες δεξαμενές καθώς και σε βαρέλια και η διάθεση τους γινόταν μέσω αντλιών τις οποίες χειριζόταν ο κατηγορούμενος. Κατά το Δεκέμβριο του 2005 στη διάρκεια ελέγχου ο οποίος διενεργήθηκε από αξιωματικούς της μονάδας διαπιστώθηκε έλλειμμα στα αποθέματα καυσίμων της διαχείρισης, για το οποίο ο κατηγορούμενος δήλωσε άγνοια λέγοντας ότι ίσως να υπήρχε διαρροή στις δεξαμενές. Η διοίκηση της μονάδος προσπάθησε τότε να καλύψει το έλλειμμα μέσω άλλων πηγών εκτός του ιδιώτη προμηθευτή. Μερικούς μήνες αργότερα και συγκεκριμένα στις 19.5.2006 διενεργήθηκε εκ νέου λογιστικός και φυσικός έλεγχος στα αποθέματα πετρελαιοειδών της μονάδας από εντεταλμένους αξιωματικούς του στρατού. Διαπιστώθηκε και πάλιν έλλειμμα για το οποίο ο κατηγορούμενος πρόβαλε την ίδιαν δικαιολογία όπως και προηγουμένως, η οποία όμως δικαιολογία μετά από έλεγχο που διενεργήθηκε στην στεγανότητα των δεξαμενών διαπιστώθηκε ότι ήταν αβάσιμη. Κάτι άλλο που επίσης αναφέρθηκε στο πλαίσιο αυτό είναι ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο στον οποίο αφορά η κατηγορία οι εντεταλμένοι για το σκοπό αυτό αξιωματικοί του τάγματος δε διενεργούσαν το νενομισμένο έλεγχο στα αποθέματα καυσίμων της ενεργούς διαχείρισης. Ενώ σε μια άλλη περίπτωση και συγκεκριμένα στις 24.5.2006 διαπιστώθηκε ότι ήταν σπασμένες οι δύο κλειδαριές της αποθήκης όπου ήταν αποθηκευμένος ο βασικός φόρτος καυσίμων μιας των υποστηριζόμενων μονάδων και ο υπεύθυνος επιλοχίας δήλωνε άγνοια για το γεγονός. Στις 30.5.2006 διορίστηκε ερευνών αξιωματικός ο οποίος έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο και στις 8.6.2006 η υπόθεση καταγγέλθηκε στην αστυνομία. Διενεργήθηκαν περαιτέρω εξετάσεις με κατάληξη το παρόν κατηγορητήριο. Μετά από τροποποίηση του η οποία αφορούσε τις λεπτομέρειες αδικήματος και διενεργήθηκε κατά την τελευταία δικάσιμο, ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι έκλεψε ποσότητα 3.000 λίτρων πετρελαίου από την ενεργό διαχείριση του 391 ΤΠ, συνολικής αξίας Λ.Κ.1.
- Όπως δηλώθηκε, συναφώς, η ποσότητα την οποία έκλεψε ο κατηγορούμενος δεν αντιστοιχεί με το ύψος του ελλείμματος το οποίο ανκαι δε δηλώθηκε στα γεγονότα εντούτοις φαίνεται ότι είναι πολύ περισσότερο. Τέλος, αναφέρθηκε ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου, κ. Μυλωνάς, αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής επεσήμανε καταρχάς την σοβαρότητα του αδικήματος το οποίο ο πελάτης του διέπραξε, γεγονός το οποίο αντανακλάται, όπως ανάφερε, στο ύψος της προβλεπόμενης από το νόμο ποινής. Η επισήμανση αυτή οπωσδήποτε μας βρίσκει σύμφωνους. Αγορεύοντας περαιτέρω σε σχέση με τις συνθήκες που περιβάλλουν τη διάπραξη του υπό εξέταση αδικήματος ο κ.Μυλωνάς επεσήμανε, επίσης, τον ελλειπή έλεγχο στη διαχείριση από την πλευρά των ιθυνόντων της μονάδας και του στρατού, γενικότερα, που είχε σαν αποτέλεσμα την διαπίστωση στο τέλος της ημέρας ύπαρξης πολύ μεγαλύτερου ελλείμματος από αυτό για το οποίο η αιτία ήταν η κλοπή από τον κατηγορούμενο. Ανάφερε ως παράδειγμα ότι ήταν σύνηθες αξιωματικοί και στρατιώτες να εφοδιάζουν τα οχήματα της μονάδας με καύσιμα από μόνοι τους, πολλές φορές στην απουσία και του κατηγορούμενου και να τον πληροφορούν γι΄αυτό μετά. Πλέον σημαντικός, όμως, είναι ο αναντίλεκτος ισχυρισμός εκ μέρους του κατηγορούμενου ότι αρκετές φορές συνάδελφοι του, με την ανοχή του, εφοδίαζαν με πετρέλαιο της υπηρεσίας τα ιδιωτικά τους αυτοκίνητα ή ακόμα ότι τους εφοδίαζε με πετρέλαιο για τον ίδιο σκοπό και ο ίδιος. Ενώ, πρόσθετα, σε τέσσερις ή πέντε περιπτώσεις εφοδίασε και ο κατηγορούμενος το δικό του αυτοκίνητο με πετρέλαιο από την ενεργό διαχείριση. Στο στάδιο εκείνο, ο κατηγορούμενος φαίνεται ότι συνειδητοποίησε πως αυτό που έκανε δεν ήταν σωστό και ότι αντίθετα συνιστούσε σοβαρό αδίκημα οπότε και σταμάτησε την παράνομη δραστηριότητά του που αναφέρεται πιο πάνω. Αυτό θα πρέπει να συνέβηκε περί τον Δεκέμβριο του 2005, όπως αναφέρεται και στο κατηγορητήριο. Ενώ όπως επεσήμανε ο κ. Μυλωνάς η υπόθεση καταγγέλθηκε στην αστυνομία έξι μήνες περίπου αργότερα. Εκτός αυτού ο κ.Μυλωνάς επέσυρε την προσοχή μας στην άμεση παραδοχή του κατηγορούμενου μετά την τροποποίηση του κατηγορητηρίου, την ετοιμότητα του να αποζημιώσει πλήρως την Εθνική Φρουρά και, τέλος, το λευκό ποινικό του μητρώο. Αγορεύοντας περαιτέρω, ο ευπαίδευτος συνήγορος αναφέρθηκε στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου. ΄Οπως είπε αυτός είναι σήμερα ηλικίας 30 χρονών, είναι παντρεμένος και έχει δύο μικρά παιδιά. Από απόψεως μόρφωσης και επαγγελματικής κατάστασης ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος είναι απόφοιτος λυκείου και κατά τα πρώτα χρόνια της εργασιακής του ζωής εργάστηκε ως βοηθός αποθήκης σε ιδιωτική εταιρεία με πολύ χαμηλές απολαβές ήτοι της τάξης των £350 μηνιαίως. Αυτό τον οδήγησε σε αναζήτηση άλλης εργασίας, για να ενταχθεί τελικώς στις τάξεις της Εθνικής Φρουράς με το καθεστώς του ΕΠΥ. Αυτό συνέβηκε το 2000 και στην εργασία αυτή οι απολαβές του ανέρχονται στις £800 μηνιαίως. Επίσης εργάζεται και η σύζυγος του κερδίζοντας £550 τον μήνα. Επωφελούμενοι δε του κοινού εισοδήματος τους και αφού έλαβαν και κάποια οικονομική βοήθεια από τους γονείς τους, αγόρασαν πρόσφατα το δικό τους σπίτι με αποτέλεσμα να έχουν σήμερα ένα χρέος της τάξης των £90.000 για το οποίο πληρώνουν £650 μηνιαίως. Συναφώς προς την πιο πάνω οικονομική πτυχή ο ευπαίδευτος συνήγορος επεσήμανε ότι οποιαδήποτε και αν είναι η ποινή η οποία θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο το βέβαιο είναι ότι αυτός θα απωλέσει την παρούσα εργασία του στο στρατό, και, αν τελικά βρει άλλη εργασία οπωσδήποτε θα είναι με πιο χαμηλές απολαβές. Τότε η οικογένεια του θα βρεθεί ενώπιον ενός πολύ σοβαρού οικονομικού προβλήματος. Εν όψει όλων των ανωτέρω μας κάλεσε να επιδείξουμε επιείκεια στον κατηγορούμενο. Με δεδομένη τη σοβαρότητα του αδικήματος που διέπραξε ο κατηγορούμενος, όπως διαπιστώνεται πιο πάνω, σημαντικό ρόλο στην επιμέτρηση της ποινής διαδραματίζουν οπωσδήποτε και οι συνθήκες διάπραξης του. Κατ΄αρχάς επισημαίνουμε ότι είναι επιβαρυντικό στοιχείο το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος έκλεψε περιουσία της Εθνικής Φρουράς που είναι ένας τομέας ο οποίος εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό από την εθελοντική προσφορά που παρέχεται υπό τις γνωστές περιστάσεις πάνω σε εθνικό επίπεδο. Συνεπώς, παραβίασε το αυξημένο καθήκον που είχε ως στρατιωτικός να διαφυλάξει την περιουσία αυτή. Όμως συγχρόνως δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο κατηγορούμενος έδρασε δηλαδή της απουσίας κάθε ελέγχου από τους αρμοδίους όσον αφορά τη λειτουργία της ενεργούς διαχείρισης. Από τα γεγονότα προκύπτει ότι η κατάσταση είχε εξελιχθεί σε χαώδη και ο κατηγορούμενος από μόνος του δεν μπορούσε προφανώς να την ελέγξει. Οποιοσδήποτε θα μπορούσε να εφοδιάσει στρατιωτικά οχήματα με καύσιμα ακόμα και στην απουσία του. Ενώ συνάδελφοι του εφοδίαζαν τα ιδιωτικά τους οχήματα με καύσιμα πότε με την ανοχή και πότε με την ενεργό συμμετοχή του. Δεν υπάρχει όμως, μαρτυρία ότι αυτά συνέβαιναν και με την προτροπή του. Και ούτε είναι γνωστό ποιες περιπτώσεις είχαν προηγηθεί. Αλλά διαρκούσης της κατάστασης αυτής σε κάποια στιγμή μπήκε και ο κατηγορούμενος στον πειρασμό και σε τέσσερις με πέντε περιπτώσεις εφοδίασε και ο ίδιος το ιδιωτικό του όχημα με καύσιμα της διαχείρισης. Όταν περί το τέλος του 2005 διαπιστώθηκε το έλλειμμα ούτε και τότε έγιναν οποιεσδήποτε ενέργειες για αναζήτηση των υπευθύνων και η προσπάθεια επικεντρώθηκε στην κάλυψη του ελλείμματος με κάποιο τρόπο. Εν πάση περιπτώσει, τότε ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε το λάθος του και δεν εφοδίασε ξανά ο ίδιος πετρέλαιο το αυτοκίνητο του ενώ προφανώς ούτε και σε άλλους επέτρεψε να κάνουν κάτι τέτοιο. Σημειώνουμε ότι η διάπραξη του αδικήματος για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος συμπληρώθηκε σύμφωνα με τα γεγονότα περί το
- Η διερεύνηση και η αποκάλυψη του τελικώς δεν έγιναν παρά πολύ αργότερα τον Ιούνιο του 2006 οπότε καταγγέλθηκε η περίπτωση στην αστυνομία και τελικώς ο κατηγορούμενος και μόνο αυτός οδηγήθηκε ενώπιον του δικαστηρίου τον Αύγουστο του ίδιου έτους. Η καθυστέρηση που παρατηρούμε ότι είχε σημειωθεί κατά το 2006 μέχρι και την καταχώρηση της υπόθεσης στο δικαστήριο, στην απουσία οποιασδήποτε εξήγησε, είναι παράγοντας ο οποίος λαμβάνεται υπόψη προς μετριασμό της ποινής. Συγχρόνως ο διαρρεύσας χρόνος και οι ενέργειες που αναλήφθηκαν από την διοίκηση της μονάδος για κάλυψη του ελλείμματος είναι λογικό να έθεσαν τον κατηγορούμενο σε εφησυχασμό ότι δεν συνέτρεχε πλέον λόγος ανησυχίας δεδομένης της πορείας που είχαν πάρει τα πράγματα. Όταν, όμως, τελικώς η υπόθεση οδηγήθηκε στο δικαστήριο μόνο αυτός βρέθηκε να είναι κατηγορούμενος. Θα λέγαμε ότι και οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου παρουσιάζουν κάποια στοιχεία τα οποία συμβάλλουν προς την ίδια κατεύθυνση, ήτοι της επίδειξης επιείκειας. Ο κατηγορούμενος είναι σχετικά νέος άνθρωπος, στην ηλικία των 30 χρονών, και η οικογένεια του αποτελείται από τον ίδιο, τη σύζυγο του και τα δύο τους μικρά παιδιά. Πρόσφατα αγόρασαν σπίτι με αποτέλεσμα να έχουν δημιουργήσει ένα σημαντικό χρέος της τάξης των £90.
- Μετά και την επιβολή της ποινής είναι μάλλον βέβαιο ότι ο κατηγορούμενος θα απωλέσει την εργασία του στην Εθνική Φρουρά, εξ υπαιτιότητας του βέβαια, όμως παραμένει το γεγονός ότι με το πενιχρό εισόδημα που θα έχει πλέον η οικογένεια του θα βιώσει δύσκολες οικονομικές στιγμές. Ενώ η μόρφωση και τα προσόντα του, προφανώς δεν τον βοηθούν ώστε να εξασφαλίσει κάποια εργασία από την οποία θα μπορέσει να απολαμβάνει έστω ένα μέτριο εισόδημα. Πρόσθετα και στο πλαίσιο πάντοτε της επιμέτρησης της ποινής, λαμβάνουμε υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου, την μεταμέλεια του η οποία εκφράστηκε με την άμεση παραδοχή του, μετά την τροποποίηση του κατηγορητηρίου και την πρόθεση του για πλήρη αποζημίωση της Εθνικής Φρουράς. Οι παράγοντες που αναφέραμε πιο πάνω και πιστεύουμε ότι επιδρούν μετριαστικά στον καθορισμό της επιβληθεισομένης ποινής, έχουμε, επίσης, κατά νου ότι δε θα πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά τρόπο ώστε να εξουδετερώσουν την αποτελεσματικότητα του νόμου που υπαγορεύει την επιβολή αυστηρών ποινών και συνάμα αποτρεπτικών όπου οι περιστάσεις το δικαιολογούν. Προς τούτο αναζητήσαμε καθοδήγηση από σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου η οποία δείχνει την τάση ως προς τις επιβαλλόμενες ποινές σε παρόμοιας φύσεως περιπτώσεις. Η υπόθεση Katsouris v. The Police
(1988)2 CLR 180 αποτελεί μια τέτοια περίπτωση στην οποία είχε επιβληθεί στον 58χρονο κατηγορούμενο πρωτόδικα ποινή φυλάκισης 18 μηνών. Αφορούσε το αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου για ποσό £17.500. Λήφθηκαν υπόψη το γεγονός της αποκατάστασης του κλαπέντος ποσού, το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου και οι προσωπικές του περιστάσεις. Στη βάση αυτή κρίθηκε ότι ποινή 12 μηνών ήταν αρκετή τιμωρία γι΄αυτό και ως εκ τούτου η πρωτόδικη ποινή μειώθηκε αναλόγως. Μια άλλη περίπτωση είναι η υπόθεση Αθανασιάδης v. Aστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 801, στην οποία επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 12 μηνών για την κατηγορία της κλοπής υπό αντιπροσώπου ποσού το οποίο κυμαίνετο πέριξ των £10.000 και το οποίο ο κατηγορούμενος όντας λογιστής είχε κλέψει από τους πελάτες του οι οποίοι του το είχαν ενεμπιστευθεί. Μεταξύ άλλων μετριαστικών παραγόντων που λήφθηκαν υπόψη ήταν και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είχε αποζημιώσει τους παραπονούμενους. Τέλος, να αναφέρουμε και την υπόθεση Χαραλαμπίδης v. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 109, στην οποία, επίσης, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 12 μηνών στον κατηγορούμενο για οικειοποίηση ποσού £3.000 το οποίο του είχε ενεμπιστευθεί πελάτης του ώστε να το χρησιμοποιήσει για συγκεκριμένο σκοπό. Ο κατηγορούμενος στην υπόθεση εκείνη ήταν δικηγόρος. Στην επιμέτρηση της ποινής λήφθηκε σοβαρά υπόψη η πιθανότητα της επαγγελματικής εξουδετέρωσης του κατηγορούμενου και η δεινή οικονομική κατάσταση στην οποία βρισκόταν έστω με δική του ευθύνη. Χωρίς να επισέλθουμε στις λεπτομέρειες αναφέρουμε, επίσης, τις υποθέσεις Χαραλάμπους v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 14 και Πέτρου v. Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 219. Σ΄αυτές οι κατηγορούμενοι είχαν κριθεί ένοχοι για παρόμοιας φύσεως αδικήματα και τους επιβλήθηκαν ποινές του επιπέδου που αναφέρονται πιο πάνω αφού είχε διαπιστωθεί στην κάθε μια ότι συνέτρεχαν και παρόμοιας φύσεως μετριαστικοί παράγοντες. Αφού λοιπόν έχουμε συνεκτιμήσει όλα τα δεδομένα που υπάρχουν στην παρούσα υπόθεση και αντλώντας καθοδήγηση από την σχετική νομολογία καταλήγουμε στην απόφαση ότι η ποινή την οποία θα πρέπει να επιβάλουμε στον κατηγορούμενο για το αδίκημα το οποίο έχει διαπράξει δεν μπορεί να είναι άλλη απ΄αυτή της φυλάκισης την οποία και καθορίζουμε στους δώδεκα μήνες. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου αναγνωρίζοντας πως δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικής φύσεως η ποινή την οποία θα επιβάλουμε στον κατηγορούμενο, μας κάλεσε όπως μη εξαντλήσουμε μέχρι αυτού του σημείου την επιείκεια μας και όπως μελετήσουμε το ενδεχόμενο αναστολής της. Επί του προκειμένου έχουμε υπόψη μας τον περί της Υφ΄΄Ορον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ορισμένας Περιπτώσεις, Νόμος 95/72 και ειδικότερα την τροποποίηση του άρθρου 3
(2)αυτού από τον τροποποιητικό Νόμο 186 (Ι)/2003 που προνοεί ότι «To δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου». Από την διατύπωση της πιο πάνω πρόνοιας διαπιστώνουμε ότι δίδεται ευρεία διακριτική ευχέρεια στο δικαστήριο να αναστείλει ποινή φυλάκισης για περίοδο τριών ετών αν κρίνει ότι αυτό δικαιολογείται από τα περιστατικά της υπόθεσης και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου. Βέβαια έχουμε επίσης υπόψη μας ότι η εν λόγω εξουσία θα πρέπει να ασκείται δικαστικά με γνώμονα μοναδικό το συμφέρον της δικαιοσύνης. Σχετικές επί του θέματος και ειδικά ως προς τον τρόπο άσκησης της εν λόγω διακριτικής εξουσίας είναι οι υποθέσεις Παπαευσταθίου v. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 39 και Τραλαλάς v. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 323. Θα ήταν αχρείαστο να επαναλάβουμε τα όσα ήδη αναφέραμε προηγουμένως προκειμένου να εξετάσουμε την εισήγηση για αναστολή της ποινής. Με συντομία επισημαίνουμε την χαώδη κατάσταση η οποία επικρατούσε στην μονάδα που υπηρετούσε ο κατηγορούμενος από την άποψη της ανυπαρξίας ελέγχου από τους αρμοδίους στα αποθέματα καυσίμων της ενεργούς διαχείρισης και συνακόλουθα την ανεξέλεγκτη συμπεριφορά των συναδέλφων του στο θέμα του εφοδιασμού με καύσιμα των οχημάτων τόσο του στρατού όσο και των δικών τους. Είναι προφανές ότι οι παράγοντες αυτοί συνέβαλαν στην εξουδετέρωση της συνειδησιακής αντίστασης του κατηγορουμένου με αποτέλεσμα να υποπέσει στο συγκεκριμένο αδίκημα. Επίσης, επισημαίνουμε ότι δεν κατηγορήθηκε οποιοσδήποτε άλλος για το εν λόγω αδίκημα ενώ περαιτέρω τονίζουμε πως με τις διευθετήσεις που είχαν γίνει τον Δεκέμβριο του 2005, όταν διαπιστώθηκε η ατασθαλία, από την διοίκηση, για κάλυψη του ελλείμματος εύλογα θεωρήθηκε από τον κατηγορούμενο ότι θα επιδεικνύετο και στην περίπτωση του ανοχή. Το οποίο βέβαια δεν συνέβηκε και τον Μάϊο του 2006 η υπόθεση διερευνήθηκε εκ νέου και καταγγέλθηκε στην αστυνομία για να οδηγηθεί τελικώς ο κατηγορούμενος ενώπιον του δικαστηρίου. Στην υπόθεση Παπαευσταθίου v. Αστυνομίας, ανωτέρω, θεωρήθηκε ότι η ανοχή που είχε επιδειχθεί στην παρανομία που διενεργούσαν οι κατηγορούμενοι βασιζόμενοι σε προηγούμενη πρακτική την οποία χρησιμοποιούσαν και τους έθετε σε εφησυχασμό ότι δεν θα λαμβάνοντο άμεσα οποιαδήποτε μέτρα εναντίον τους, θεωρήθηκε ως σοβαρός παράγοντας που δικαιολογούσε την αναστολή της ποινής φυλάκισης η οποία είχε επιβληθεί. Για το ίδιο θέμα λαμβάνουμε επίσης υπόψη και τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου ο οποίος όντας νέος άνθρωπος με μια οικογένεια την οποία τώρα δημιουργεί βρέθηκε κατηγορούμενος για ένα σοβαρό αδίκημα αντιμετωπίζοντας την ποινή της φυλάκισης η οποία ποινή ακόμα και αν δεν έχει άμεση εφαρμογή και πάλι θα επενεργήσει καταλυτικά στην επιδείνωση της οικονομικής και οικογενειακής του κατάστασης. Υπάρχει μια αμυδρή ελπίδα ότι αν η ποινή δεν τύχει άμεσης εφαρμογής μπορεί η κατάσταση αυτή να μην είναι τόσο δυσχερής. Καταλήγουμε λοιπόν ότι το σύνολο των πιο πάνω περιστάσεων συνηγορεί υπέρ της άσκησης της προαναφερθείσας διακριτικής εξουσίας και αναστέλλουμε τη 12μηνη ποινή φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο, ως ο νόμος ορίζει. (Υπ.) ............... Γ. Ν. Γιασεμής, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Λ. Δημητριάδου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Ε. Εφραίμ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο