Δημοκρατία ν. Αντρέα Παύλου Ευσταθίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 17179/06, 6 Νοεμβρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2007:10 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ, ΛΕΥΚΩΣΙΑ Σύνθεση: Γ. Ν. Γιασεμής, Π.Ε.Δ. Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Ε. Εφραίμ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 17179/06 Δημοκρατία - ν -
- Αντρέα Παύλου Ευσταθίου κ.α. --------------------------- Ημερομηνία: 6 Νοεμβρίου,
- Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Σ. Μάτσας με κ. Ν. Κέκκο. Για Κατηγορούμενο 1: Ο κ. Μ. Γεωργίου. Για Κατηγορούμενους 2, 3, 4, 9: Ο κ. Γ. Παπαϊωάννου με κα. Ελ. Γεωργίου για κ. Γ. Γεωργίου. Για Κατηγορούμενο 5: Ο κ. Γ. Παπαϊωάννου. Για Κατηγορούμενο 6: Ο κ. Μ. Κυπριανού με κα Ελισάβετ Νικολάου. Για Κατηγορούμενο 7: Ο κ. Δ. Θεοδώρου. Για Κατηγορούμενους 8, 10: Ο κ. Σ. Χαραλάμπους. Κατηγορούμενοι παρόντες ---------------------------------------- Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα υπόθεση τέθηκε ενώπιον μας αφού έτυχαν εφαρμογής οι πρόνοιες του περί Ποινικής Δικονομίας (Προσωριναί Διατάξεις) Νόμου 42/74, όπως έχει τροποποιηθεί από το Νόμο 44/
- Η νομοθεσία αυτή παρέχει τη δυνατότητα για παράκαμψη της διαδικασίας της προανάκρισης η οποία προβλέπεται από το άρθρο 92 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
- Διεξάγεται δε από δικαστήριο το οποίο και αποφασίζει κατά πόσο ένας κατηγορούμενος θα παραπεμφθεί σε δίκη ενώπιον του Κακουργιοδικείου, χωρίς να προηγηθεί η διεξαγωγή προανάκρισης. Συγκεκριμένα, οι πρόνοιες του άρθρου 3 του Νόμου 42/74 προβλέπουν τα εξής: «Διαρκούσης της ισχύος του περί Δικαστηρίων (Προσωριναί Διατάξεις) Νόμου του 1974 και παρά τας διατάξεις του άρθρου 92 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου εις περιπτώσεις αδικημάτων προβλεπομένων υπό του Ποινικού Κώδικος ή οιουδήποτε ετέρου εν ισχύι Νόμου, εξαιρουμένων αδικημάτων τιμωρουμένων δια της ποινής του θανάτου, εάν:- (α) ο Γενικός Εισαγγελεύς της Δημοκρατίας παράσχη γραπτήν συγκατάθεσιν περί της μη αναγκαιότητος διεξαγωγής τοιαύτης προανακρίσεως· και (β) η ουσία της καταθέσεως έκαστου μάρτυρος κατηγορίας τον οποίον προτίθεται να καλέση η κατηγορούσα Αρχή, επιδοθή προηγουμένως εις τον κατηγορούμενον ή τον δικηγόρον αυτού, το Δικαστήριον κέκτηται εξουσίαν να παραπέμψη εις δίκην άνευ προανακρίσεως οιονδήποτε κατηγορούμενον». Η πιο πάνω πρόνοια αν και δεν έχει στην πραγματικότητα καταργήσει την μέχρι τότε ισχύουσα διαδικασία παραπομπής κατηγορουμένου σε δίκη ενώπιον Κακουργιοδικείου εντούτοις την έχει ουσιαστικά παραμερίσει και στη θέση της εφαρμόζεται η πιο ευχερής και γρήγορη διαδικασία που προβλέπει ο Νόμος 42/74, όπως διαπιστώνεται στην In re Ellinas
(1988)1 C.L.R. 17 στη σελίδα 20. Όμως, για να τύχει εφαρμογής η πιο πάνω υπαλλακτική διαδικασία θα πρέπει πρώτα να δώσει τη συγκατάθεση του, γραπτώς, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας "περί της μη αναγκαιότητος διεξαγωγής τοιαύτης προανακρίσεως". Και αφού δώσει αντίγραφα καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας στον κατηγορούμενο ή στον δικηγόρο του, θέτει τις καταθέσεις αυτές και ενώπιον του δικαστηρίου. Ακολούθως, εναπόκειται στην αποκλειστική κρίση του δικαστηρίου αν θα παραπέμψει ή όχι τον κατηγορούμενο σε δίκη ενώπιον του Κακουργιοδικείου η οποία κρίση ασκείται στη βάση του περιεχομένου των εν λόγω καταθέσεων. Με την έναρξη της δίκης την 1.11.2007, η οποία ας σημειωθεί συνέχιζε από προηγούμενη ημερομηνία, κλήθηκε ως μάρτυρας κατηγορίας ο κ. Πέτρος Κληρίδης, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας. Αφού έλαβε το νενομισμένο όρκο και κατέστη μάρτυρας στη διαδικασία, και πριν ακόμα του τεθεί οποιαδήποτε ερώτηση από τον ευπαίδευτο συνήγορο της κατηγορούσας αρχής, υποβλήθηκε ένσταση από μερίδα των κατηγορουμένων, μέσω των συνηγόρων τους. Συγκεκριμένα, ετέθη θέμα ότι ο Γενικός Εισαγγελέας δεν είναι ικανός μάρτυρας ήτοι να δώσει μαρτυρία στη δίκη λόγω, ακριβώς, της εν λόγω θεσμικής του ιδιότητας και συνακόλουθα της άσκησης από αυτόν, σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, συγκεκριμένων εξουσιών τις οποίες κέκτηται από το Σύνταγμα και το Νόμο. Ο κ. Μ. Γεωργίου, συνήγορος του κατηγορουμένου 1, στη σύντομη αγόρευση του εισηγήθηκε συγκεκριμένα ότι στην προκειμένη περίπτωση ο Γενικός Εισαγγελέας δε νομιμοποιείται ως μάρτυρας κατηγορίας από τη στιγμή που έλαβε ο ίδιος την απόφαση για παραπομπή της υπόθεσης ενώπιον του Κακουργιοδικείου χωρίς την αναγκαιότητα διεξαγωγής προανάκρισης. Προσθέτοντας ότι υπό τις περιστάσεις, η εξέταση της μαρτυρίας στο στάδιο εκείνο θα έπρεπε να είχε ανατεθεί σε λειτουργό της Νομικής Υπηρεσίας. Ο κ. Κυπριανού εκ μέρους του κατηγορούμενου 6, αγορεύοντας επί της ιδίας ενστάσεως, εισηγήθηκε ότι ιδωμένο το ζήτημα καθαρά από θεσμικής απόψεως, διαπιστώνεται ότι η ιδιότητα του Γενικού Εισαγγελέα ως ανεξάρτητου αξιωματούχου του κράτους είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του μάρτυρα κατηγορίας. Εισηγούμενος, συναφώς, ότι δεδομένου ότι το κατηγορητήριο έχει καταχωρηθεί από το Γενικό Εισαγγελέα δε διαφέρει η παρούσα περίπτωση από αυτήν όπου ο δικηγόρος ενός διαδίκου σε δικαστική διαδικασία λόγω της ιδιότητας του αυτής, αποκλείεται από το να είναι και μάρτυρας στη δίκη. Από τον κ. Θεοδώρου ο οποίος εκπροσωπεί τον κατηγορούμενο 7 η έμφαση ετέθη στο ότι ο Γενικός Εισαγγελέας δε μπορεί, όπως το έθεσε, να διώξει ποινικώς τον εαυτό του εάν παραφερθεί ενώπιον του δικαστηρίου σε βαθμό που να συνιστά η συμπεριφορά του αυτή καταφρόνηση. Ή να ζητήσει να παραπεφθεί νομικό ζήτημα για γνωμάτευση από το Ανώτατο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 148 του Νόμου, Κεφ. 155, για ζήτημα που μπορεί να εγερθεί κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του. Εν ολίγοις, η θέση των ευπαιδεύτων συνηγόρων υπεράσπισης είναι ότι υπάρχει σύγκρουση ιδιοτήτων αν ο Γενικός Εισαγγελέας είναι μάρτυρας σε υπόθεση σε σχέση με την οποία έχει ασκήσει ή δυνατόν να πρέπει να ασκήσει συγκεκριμένη εξουσία που του παρέχει το Σύνταγμα και ο Νόμος. Ο κ. Χαραλάμπους για τους κατηγορούμενους 8 και 10 πρόβαλε την ίδια ένσταση και υιοθέτησε τα όσα ανάφεραν στις αγορεύσεις τους οι συνήγοροι οι οποίοι έλαβαν το λόγο προηγουμένως. Ενώ, όπως αντιλαμβανόμαστε, οι κκ Γ. Γεωργίου και Παπαϊωάννου που εμφανίζονται για τους υπόλοιπους κατηγορούμενους δεν έχουν ενδιαφέρον ως προς το εγερθέν ζήτημα. Ο κ. Μάτσας ο οποίος εμφανίζεται ενώπιον μας ως εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής και έχει τον αποκλειστικό χειρισμό της υπόθεσης με τη συνδρομή του κ. Κέκκου, εισηγήθηκε, όπως θα μπορούσε να χαρακτηριστεί, μια ρεαλιστική προσέγγιση στο θέμα. Συγκεκριμένα, εισηγήθηκε ότι ο Γενικός Εισαγγελέας, όπως κάθε άλλο πρόσωπο, είναι ικανός μάρτυρας σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία, περιλαμβανομένης και ποινικής δίκης, εκτός αν συντρέχει λόγος που τον καθιστά μη ικανό, όπως και στην περίπτωση κάθε άλλου προσώπου, όχι, όμως, λόγω της θεσμικής του ιδιότητας και μόνο. Σύμφωνα με το Άρθρο 112 του Συντάγματος ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας προΐσταται της νομικής υπηρεσίας της Δημοκρατίας και έχει δικαίωμα να ακούεται υπό παντός δικαστηρίου ή δικαστή. Περαιτέρω, με βάση το Άρθρο 113.2 έχει εξουσία κατά την κρίση του η οποία ασκείται με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον, να διώκει ποινικώς οποιοδήποτε πρόσωπο εντός της Δημοκρατίας. Και «Η τοιαύτη εξουσία δύναται να ασκήται υπό του γενικού εισαγγελέως της Δημοκρατίας είτε αυτοπροσώπως είτε δι' υπαλλήλων υπαγομένων εις αυτόν ενεργούντων υπό και συμφώνως προς τας οδηγίας αυτού». Η γενικότητα με την οποία ορίζεται η εξουσία του Γενικού Εισαγγελέα στο Άρθρο 113.2 λαμβάνει συγκεκριμένη μορφή στην περίπτωση που ένας κατηγορούμενος παραπέμπεται σε δίκη ενώπιον του Κακουργιοδικείου. Στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 107 του Νόμου, Κεφ. 155, το κατηγορητήριο καταχωρείται από το Γενικό Εισαγγελέα. Βέβαια, όχι απαραίτητα από τον ίδιο προσωπικά, αφού σύμφωνα με την προαναφερθείσα πρόνοια μπορεί να ασκεί τη συνταγματική του εξουσία που περιλαμβάνει και αυτή στο άρθρο 107, διά των λειτουργών της υπηρεσίας της οποίας προΐσταται και οι οποίοι ενεργούν με τις οδηγίες του (βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου
(2003)2 Α.Α.Δ. 479). Και έτσι βλέπουμε ότι στην παρούσα υπόθεση το κατηγορητήριο υπογράφεται από τον κ. Μάτσα «για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας». Όμως, με δεδομένη την πιο πάνω εξουσία ο κ. Κυπριανού εισηγήθηκε ότι με την καταχώρηση του κατηγορητηρίου ο Γενικός Εισαγγελέας άσκησε έμπρακτα το ρόλο του δικηγόρου και κατά συνέπεια δεν μπορεί να είναι και μάρτυρας στην υπόθεση. Παρέπεμψε για την εισήγηση του αυτή στην υπόθεση In Re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 329 και στην υπόθεση Τζεννάρο Περρέλλα (Αρ.1)
(1995)1 Α.Α.Δ. 356. Αφορούσαν και οι δύο περιπτώσεις στις οποίες ο δικηγόρος ο οποίος χειριζόταν την υπόθεση ήταν συγχρόνως και μάρτυρας στη δίκη. Η σχέση αυτή υπήρχε κατά το δεδομένο χρόνο, ειδικά στην υπόθεση Efthymiou. Το θέμα εξετάστηκε αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο και ο Πικής Δ. όπως ήταν τότε, κατέληξε στην απόφαση του, στη σελίδα 334, με τα εξής: "The sole question remaining to be answered is whether he (the advocate) is disqualified from so doing because he is witness in the case. Aloofness of an advocate from the factual merits of the case of his client is, as may be inferred from the recent decision of the Full Bench in Disciplinary Appeal 1/87 (supra), a prerequisite for the performance of the duties of an advocate. An advocate is not the agent of his client in the commercial acceptation of the term. He occupies a unique position under our legal system. He represents his client from the stand point of an officer of justice and is in every respect a functionary of the administration of justice. He is under concurrent duties to his client and the Court. The discharge of these duties can only be reconciled by an advocate distancing himself from the factual merits of the case of his client. The Advocates Rules of Etiquette are fashioned to this reality confining the role of a lawyer to that of an adviser and advocate of the cause of his client in Court. The incompatibility of the position of an advocate and a witness in the same judicial proceedings is highlighted by the following passage from the decision in Michael Ahapittas v. Roc-Chik Ltd
(1968)1 C.L.R. 1: "The Court has had occasion to deprecate more than once the practice of affidavits sworn by the parties' advocates in support of their clients' case. The reasons why such steps in Court proceedings are undesirable, unless indispensable, are so obvious that we find it unnecessary to say more about it". In my judgment an advocate who is a witness in the case cannot at the same time be an officer of justice. He does not fulfill the necessary attributes of an officer of justice, an aid in the elicitation of the truth sufficiently distant from the facts to raise pertinent submissions relevant to the objective implications of the evidence. A witness is himself subject to the judgment of the Court. It would be an antinomy if he had the freedom to raise submissions about the judgment to be passed on him, as an officer of justice." Η πιο πάνω αρχή επιβεβαιώθηκε αργότερα από το Εφετείο, σε πλήρη σύνθεση, στην Τζεννάρο Περρέλλα (Αρ. 1), ανωτέρω, πλην όμως δεν έτυχε εφαρμογής καθότι ήταν διαφορετικά τα γεγονότα της από αυτά στην προηγούμενη υπόθεση. Συγκεκριμένα, στη δεύτερη υπόθεση ο δικηγόρος δεν ήταν μάρτυρας πλέον στο στάδιο της έφεσης και ούτε υπήρχε λόγος έφεσης αναφορικά με τη μαρτυρία την οποία είχε δώσει πρωτόδικα. Η αρχή η οποία διατυπώθηκε στην Efthymiou, ανωτέρω, ασφαλώς και μας βρίσκει σύμφωνους. Ο δικηγόρος ενός των μερών σε μια υπόθεση δεν είναι επιτρεπτό να είναι συγχρόνως και μάρτυρας στη δίκη για τους λόγους αρχής που έχουν εκτεθεί στην προαναφερθείσα υπόθεση. Όμως, τα γεγονότα της Τζεννάρο Περρέλλα (Αρ. 1) , ανωτέρω, δείχνουν, ακριβώς, ότι η εν λόγω αρχή εφαρμόζεται μόνο όπου ο δικηγόρος έχει ενεργό συμμετοχή στη διαδικασία της παρουσίασης της μαρτυρίας ενώπιον του δικαστηρίου με την ιδιότητα του αυτή. Στην παρούσα περίπτωση παρατηρούμε ότι ο Γενικός Εισαγγελέας δεν έχει ο ίδιος προσωπικά οποιαδήποτε εμπλοκή στο χειρισμό της υπόθεσης ενώπιον μας. Κατά συνέπεια δεν υπάρχει κώλυμα, από την άποψη αυτή, για το Γενικό Εισαγγελέα να καταθέσει ως μάρτυρας στην υπόθεση. Ενώ συγχρόνως παρατηρούμε ότι για την ακρίβεια, η καταχώρηση του κατηγορητηρίου έγινε από τον κ. Μάτσα και όταν λέμε καταχώρηση εννοούμε την εναπόθεση σ' αυτό της υπογραφής του, πράξη η οποία υποδηλοί το πιο πάνω γεγονός. Αντλώντας, βέβαια, εξουσία προς τούτο από το Γενικό Εισαγγελέα ως θεσμική οντότητα, σύμφωνα με το Άρθρο 113.
- Το άλλο σημαντικό θέμα που ηγέρθη με την ένσταση, βασικά ως επί μέρους του ίδιου βασικού ζητήματος της ιδιότητας του Γενικού Εισαγγελέως, αφορά την εξουσία που αυτός άσκησε στην προκειμένη περίπτωση δυνάμει του άρθρου 3 του Ν. 42/
- Βασικά πρόκειται για μια ακόμα εξουσία του Γενικού Εισαγγελέα η οποία όπως και οι άλλες έχουν ως πρωταρχική πηγή τους το Άρθρο 113.2 του Συντάγματος και αφορά ιδιαίτερα την εξουσία του για άσκηση ποινικής δίωξης κατά προσώπου εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας. Είμαστε, δε, της άποψης ότι η κρίση την οποία άσκησε, στην προκειμένη περίπτωση, ο Γενικός Εισαγγελέας και για την οποία ασφαλώς θα πρέπει να είχε μελετήσει τις καταθέσεις οι οποίες είχαν τεθεί ενώπιον του, περιλαμβανομένης και της δικής του, όπως και να χαρακτηριστεί, ασκήθηκε στο στάδιο της παραχώρησης της γραπτής συγκατάθεσης του για την μη αναγκαιότητα διεξαγωγής προανάκρισης και η επίδραση της εξαντλήθηκε στο στάδιο εκείνο. Ως τέτοια, βασικά, αποτελεί μέρος του τελικού σταδίου ολοκλήρωσης του ανακριτικού έργου, κατά το οποίο αποφασίζεται αν θα διωχθεί κάποιο πρόσωπο ποινικά ή όχι, και το οποίο στάδιο ολοκληρώνεται με την καταχώρηση του κατηγορητηρίου, αφού βέβαια θα έχει μεσολαβήσει η εξέταση από το δικαστήριο των καταθέσεων και συνακόλουθα η απόφαση του για παραπομπή του κατηγορουμένου ενώπιον του Κακουργιοδικείου. Έχοντας κατά νου τα όσα ετέθησαν προς υποστήριξη της ένστασης από τους ευπαίδευτους συνηγόρους υπεράσπισης, παρατηρούμε περαιτέρω ότι οι άλλες περιπτώσεις άσκησης εξουσίας από το Γενικό Εισαγγελέα οι οποίες αναφέρθηκαν ως παραδείγματα για να καταδείξουν πιθανή σύγκρουση της ανάληψης από αυτόν και της ιδιότητας του μάρτυρα, εμπίπτουν στη σφαίρα της άσκησης της θεσμικής του εξουσίας και δεν αντιλαμβανόμαστε να τον καθιστούν μη ικανό μάρτυρα όταν πρόκειται να καταθέσει υπό την προσωπική του ιδιότητα για κάποια γεγονότα που ο ίδιος γνωρίζει. Έπειτα, δε θα πρέπει να ξεχνούμε τη βασική αρχή του δικαίου που εφαρμόζεται στη χώρα μας και σε κάθε ευνομούμενη κοινωνία ότι ουδείς είναι υπεράνω του Νόμου. Η ένσταση των κατηγορουμένων έχει ως αφετηρία το αδιαμφισβήτητο δικαίωμα τους για να τύχουν μιας ακριβοδίκαιης δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση η άσκηση από το Γενικό Εισαγγελέα των εξουσιών που οδήγησαν τελικώς στην προσαγωγή τους ενώπιον του Κακουργιοδικείου περατώθηκε πλήρως με την καταχώρηση του κατηγορητηρίου. Στο πλαίσιο, δε, της παρούσας δίκης δεν έχει περιέλθει στην αντίληψη μας ο Γενικός Εισαγγελέας να έχει οποιανδήποτε εμπλοκή στο χειρισμό της υπόθεσης υπό τη θεσμική του ιδιότητα, την οποία και χειρίζονται όπως ήδη αναφέραμε εντεταλμένοι λειτουργοί του γραφείου του. Η παρουσία του στο δικαστήριο είναι για να καταθέσει ως μάρτυρας κατηγορίας και να θέσει ενώπιον μας κάποια μαρτυρία η οποία πιθανόν να σχετίζεται με τις υπό εξέταση κατηγορίες. Δεν θα πρέπει δε να ξεχνούμε και πάλι ότι μοναδικός και τελικός κριτής στην υπόθεση και για κάθε στάδιο της δίκης μέχρι τη τελική περάτωσή της και αφού μελετήσει και όλη την ενώπιον του τεθείσα μαρτυρία, είναι το Δικαστήριο και κανένας άλλος, διασφαλίζοντας έτσι συγχρόνως και από κάθε άποψη το ακριβοδίκαιο της δικαστικής διαδικασίας. Αυτά έχουν τονιστεί κατ' επανάληψη στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου και αναφέρουμε ενδεικτικά τις υποθέσεις Δημοκρατία ν. Ηρακλέους (Αρ. 2)
(1994)2 Α.Α.Δ. 225 και Αναφορικά με Αίτηση του Ευθύβουλου Λιασίδη
(1999)Α.Α.Δ. 185 και τη σχετική νομολογία στην οποία παραπέμπουν. Έχοντας εξετάσει με την δέουσα προσοχή τις εισηγήσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων, δε διαπιστώνουμε η κατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ως μάρτυρα στην υπόθεση και ειδικά στο παρόν στάδιο στο οποίο βρίσκεται η εκδίκασή της, να τείνει έστω να προκαλέσει στους κατηγορούμενους οποιανδήποτε αδικία για να μπορεί να θεωρηθεί ότι αυτοί δεν είχαν ίσες ευκαιρίες με την κατηγορούσα αρχή και ότι δεν έτυχαν δίκαιης δίκης. Γι' αυτό απορρίπτουμε την ένσταση και καλούμε τον ευπαίδευτο συνήγορο της κατηγορούσας αρχής να προχωρήσει με την διαδικασία της ακρόασης. (Υπ.) .................. Γ. Ν. Γιασεμής, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .................. Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .................. Ε. Εφραίμ, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κ.π. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο