Η Δημοκρατία ν. Ουρανία Χαραλάμπους κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 4090/2006, 9 Νοεμβρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2007:11 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Σύνθεση: Γ. Ν. Γιασεμής, Π.Ε.Δ. Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Ε. Εφραίμ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4090/2006 Η Δημοκρατία - ν -
- Ουρανία Χαραλάμπους
- Ρένου Ευθυμίου Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 9 Νοεμβρίου,
- Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: Η κα Π.Ευθυβούλου-Ευθυμίου Για την Κατηγορούμενη 1: Ο κ. Δ. Παυλίδης. Για τον Κατηγορούμενο 2: Ο κ. Χρ.Κιτρομηλίδης. Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες. ----------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ H Οι κατηγορούμενοι είναι η Ουρανία Χαραλάμπους (η κατηγορούμενη), πρώην γραμματέας της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας (ΣΠΕ) Καπέδων και ο Ρένος Ευθυμίου (ο κατηγορούμενος) ο οποίος στις 12.12.2003 δήλωνε άνεργος. Κατηγορούνται ότι μεταξύ Νοεμβρίου 2002 και Νοεμβρίου 2003 έκλεψαν από την προαναφερθείσα ΣΠΕ το συνολικό ποσό των Λ.Κ.453.
- Η κατηγορούμενη λόγω της ιδιότητας της ως υπάλληλος της εν λόγω ΣΠΕ κατηγορείται για κλοπή με βάση το άρθρο 268 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, στη δεύτερη κατηγορία, ενώ ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την ίδια κατηγορία, της κλοπής, με βάση το άρθρο 262 του ίδιου Νόμου, στην τρίτη κατηγορία. Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει και την τέταρτη κατηγορία, για παροχή βοήθειας στην κατηγορούμενη για διάπραξη από αυτή του αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας, ανωτέρω. Περαιτέρω, οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν από κοινού τα αδικήματα συγκάλυψης που εκτίθενται στην πέμπτη και έκτη κατηγορία, αντίστοιχα. Ενώ τέλος, κατηγορούνται ότι για τη διάπραξη των αδικημάτων που αναφέρονται στη δεύτερη και τρίτη κατηγορία είχαν συνωμοτήσει μεταξύ τους και με κάποιο Λοϊζο Λοϊζου. Η κατηγορία αυτή στηρίζεται στο άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα. Η ΣΠΕ Καπέδων αποτελεί μέρος του Συνεργατικού Κινήματος της Κύπρου. Λόγω δε της φύσης των εργασιών της ελέγχεται από τη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ. Στις 5.11.2003 δόθηκε τηλεφωνικώς, και στις 11.11.2003 και γραπτώς, πληροφορία στην Υπηρεσία Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Ιδρυμάτων ότι είχε μειωθεί σημαντικά η ρευστότητα της ΣΠΕ Καπέδων. Με οδηγίες του ανώτερου συνεργατικού λειτουργού Ιωάννη Ιωάννου (ΜΚ5) διενεργήθηκε επιτόπου έλεγχος της ΣΠΕ στις 5, 6 και μεταξύ της 20ης και 26ης Νοεμβρίου 2003 από τους συνεργατικούς λειτουργούς Κυριακή Τσολάκη (ΜΚ2) και Χριστόφορο Χριστοφόρου (ΜΚ4). Σκοπός του ελέγχου ήταν η συμφιλίωση του τρεχούμενου λογαριασμού της ΣΠΕ στη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα και η διαπίστωση της ταμειακής της κατάστασης για το έτος
- Σύμφωνα με την κα Τσολάκη στις 20.11.2003 λίγο πριν τη λήψη της δήλωσης μετρητών η κατηγορούμενη τους είπε ότι στο ταμείο υπήρχαν 39 επιταγές για συνολικό ποσό Λ.Κ.453.140 τις οποίες εξαργύρωσε αλλά οι περισσότερες δεν είχαν γίνει κατάθεση στη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα, όπως θα έπρεπε. Ενώ τους έδειχνε τις εν λόγω επιταγές, εισήλθε στο κατάστημα της ΣΠΕ ο σύζυγος της κατηγορούμενης συνοδευόμενος από κάποιο Ρένο Ευθυμίου. Η κατηγορούμενη τους τον υπέδειξε και τους είπε ότι ήταν το πρόσωπο προς το οποίο είχε εξαργυρώσει τις επιταγές. Ο Ευθυμίου, ο κατηγορούμενος δηλαδή, τους ανάφερε ότι θα επικοινωνούσε με τον εκδότη των επιταγών και θα τακτοποιούσε το θέμα γιατί δεν ήθελε να αφήσει την Ουρανία εκτεθειμένη. Ενώ σε κανένα στάδιο της παρουσίας του εκεί δεν αμφισβήτησε ότι ήταν το πρόσωπο που του είχε εξαργυρώσει η Ουρανία τις επιταγές. Περιγράφοντας τις 39 επιταγές η κα Τσολάκη ανάφερε ότι είχαν εκδοθεί όλες επί της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος (Κύπρου) από κάποιο Λοϊζο Λοϊζου και ήσαν πληρωτέες "self". Οι πλείστες δεν έφεραν ημερομηνία αλλά ούτε και το ποσό ολογράφως ενώ μόνο εννέα, για συνολικό ποσό Λ.Κ.69.020, κατατέθηκαν για εξαργύρωση, όμως επιστράφηκαν απλήρωτες με την ένδειξη «αποταθείτε στον εκδότη, ανεπαρκή υπόλοιπα». Οι επιταγές αυτές είναι το τεκμήριο 1Α. Οι υπόλοιπες 30 επιταγές είναι το τεκμήριο 2Α και κατατέθηκαν για εξαργύρωση από λειτουργό της υπηρεσίας της στις 28.11.
- Τις κατέγραψαν όλες, και τις 39, στο έγγραφο ημερομηνίας 21.11.2003 τεκμήριο
- Ένα άλλο έγγραφο το οποίο, όπως ανάφερε η κα Τσολάκη, έλαβαν ενυπογράφως από την κατηγορούμενη στις 24.11.2003, ήταν μια δήλωση μετρητών, τεκμήριο
- Δείχνει το έγγραφο αυτό ότι κατά την πιο πάνω ημερομηνία τα μετρητά στο ταμείο της ΣΠΕ ήταν Λ.Κ.18.571,
- Όπως εξήγησε περαιτέρω, με την έρευνα που διεξήγαν δεν ήταν δυνατό να διαπιστωθεί το ακριβές ποσό της ατασθαλίας. Αυτό, θα μπορούσε να γίνει μόνο από την ελεγκτική υπηρεσία. Όταν δε ολοκλήρωσαν την έρευνα τους στις 26.11.2003, ενημέρωσαν γραπτώς για τα πιο πάνω ευρήματα τους τον Έφορο της Υπηρεσίας Εποπτείας, με το έγγραφο τεκμήριο
- Πρόσθετα, η κα Τσολάκη ανάφερε ότι η μόνη εξήγηση που τους έδωσε η κατηγορούμενη σε σχέση με τις 39 επιταγές ήταν ότι ήταν παλαβή και άλλασσε του τες, εννοώντας του κατηγορούμενου. Ο οποίος, όπως επίσης τους είπε, ήταν αυτός που έπαιρνε τα χρήματα από την εξαργύρωση των επιταγών. Για να εξηγήσει η κα Τσολάκη στη συνέχεια ότι οι επιταγές είχαν εξαργυρωθεί χωρίς να ακολουθηθεί η νενομισμένη διαδικασία. Συγκεκριμένα, η κατηγορούμενη είχε δώσει χρήματα στον κατηγορούμενο έναντι των επιταγών χωρίς αυτός να ήταν μέλος της ΣΠΕ και χωρίς να διατηρεί οποιοδήποτε λογαριασμό εκεί. Ο Χριστόφορος Χριστοφόρου (ΜΚ4) συνεργατικός λειτουργός στην ίδια προαναφερθείσα υπηρεσία, έλαβε μέρος στον έλεγχο της ΣΠΕ Καπέδων μαζί με την κα Τσολάκη από τις 6.11.2003 και συνέχισε μαζί της μέχρι την ολοκλήρωση του στις 26.11.
- Ενώ βρισκόταν στο κατάστημα της ΣΠΕ στις 20.11.2003, είδε και άκουσε τα όσα κατάθεσε στη μαρτυρία της η κα Τσολάκη και ειδικότερα σε σχέση με τις 39 επιταγές που τους παρουσίασε η κατηγορούμενη και την εμφάνιση στο κατάστημα κατ' εκείνη τη στιγμή του κατηγορούμενου. Επίσης, ο κ. Χριστοφόρου προσυπόγραψε την αναφορά, τεκμήριο 21, προς τον Έφορο της Υπηρεσίας Εποπτείας. Ένας άλλος μάρτυρας ο οποίος προέρχεται από την προαναφερθείσα Υπηρεσία είναι ο Ιωάννης Ιωάννου (ΜΚ5). Είναι ανώτερος συνεργατικός λειτουργός και ήταν αυτός που είχε δώσει οδηγίες στους δύο προηγούμενους μάρτυρες για τη διεξαγωγή ελέγχου στη ΣΠΕ Καπέδων. Όπως ανάφερε, πριν ακόμα αυτοί αρχίσουν εργασία ζήτησε τηλεφωνικώς από την κατηγορούμενη εξηγήσεις αναφορικά με τη μείωση της ρευστότητας της ΣΠΕ. Του είπε ότι λόγω προβλημάτων υγείας και επειδή δεν οδηγούσε αυτοκίνητο κράτησε τα χρήματα κοντά της και θα τα κατέθετε όλα μαζί στη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα. Επίσης, ο κ. Ιωάννου ανάφερε ότι στις 21.11.2003 ο κ. Χλωρακιώτης είδε, στην παρουσία του, την κατηγορούμενη μαζί με το σύζυγο της και της ζήτησε εξηγήσεις για τις ενέργειες της, τις οποίες όμως εξηγήσεις δεν βρήκαν ικανοποιητικές. Ο Ερωτόκριτος Χλωρακιώτης (ΜΚ7) ήταν κατά τον πιο πάνω ουσιώδη χρόνο Έφορος Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών. Αναφέρθηκε και αυτός στη συνάντηση που είχε μαζί του η κατηγορούμενη στις 21.11.2003 και στην εξήγηση που του είχε δώσει η τελευταία, δηλαδή ότι είχε παρασυρθεί και εξαργύρωνε τις επιταγές πιστεύοντας ότι θα έπαιρνε τα χρήματα πίσω, όλα μαζί. Ο κ. Χλωρακιώτης ανάφερε επίσης ότι σε κατ' ιδίαν συνάντηση που είχε την ίδια ημέρα και με τον κατηγορούμενο, του είπε και αυτός, όπως και η κατηγορούμενη προηγουμένως, ότι ο ίδιος της παρουσίαζε τις επιταγές και ότι τα χρήματα τα παρέδιδε στον εκδότη τους Λοϊζο Λοϊζου. Του υποσχέθηκε δε ότι θα έκανε ότι ήταν δυνατό ώστε να καλυφθεί το ποσό των επιταγών ερχόμενος σε συνεννόηση για το σκοπό αυτό με το εν λόγω πρόσωπο. Όπως διευκρίνισε ο κ. Χλωρακιώτης, είδε μόνο του τον κατηγορούμενο κατόπιν δικής του απαίτησης, δηλαδή του κατηγορούμενου. Ενδελεχή έλεγχο σε σχέση με τις εργασίες της ΣΠΕ Καπέδων, διενήργησε η Ελεγκτική Υπηρεσία Συνεργατικών Εταιρειών. Τον έλεγχο διεξήγε ο πρώτος ελεγκτής της εν λόγω Υπηρεσίας Μάριος Δημοσθένους (ΜΚ11) μεταξύ της 15.3.2004 και της 29.4.
- Ετοίμασε έκθεση με ημερομηνία 13.5.2004, τεκμήριο 10, στην οποία κατέγραψε τα ευρήματα του. Διαπίστωσε ότι υπήρχε έλλειμμα ύψους Λ.Κ.402.150,07 το οποίο χαρακτήρισε ως ταμειακό. Για να συμπληρώσει ότι και από προηγούμενους ελέγχους που διενεργήθηκαν, ειδικότερα από το 1998 και μετά, διαπιστώθηκε ότι η γραμματέας, δηλαδή η κατηγορούμενη, ήταν απείθαρχη. Στον πιο πάνω έλεγχο και στο έλλειμμα που διαπιστώθηκε αναφέρθηκε, χωρίς να προσθέσει οτιδήποτε το νέο, και ο πρόεδρος της επιτροπής της ΣΠΕ Καπέδων Κυριάκος Καψάλης (ΜΚ21). Στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης από την αστυνομία, οι ποινικοί ανακριτές εξασφάλισαν, επίσης, μαρτυρία από διάφορα πρόσωπα τα οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο συνδέονταν φιλικά με τον κατηγορούμενο Ευθυμίου. Ένα τέτοιο πρόσωπο είναι ο Γιώργος Αριστοτέλους (ΜΚ12) ο οποίος ανάφερε ότι σταδιακά μεταξύ Αυγούστου και Οκτωβρίου του 2002 είχε δώσει στον Ευθυμίου τέσσερις μεταχρονολογημένες επιταγές εκδοθείσες σε λογαριασμό που διατηρούσε στην Τράπεζα Κύπρου. Του τις είχε δώσει ως εγγύηση για δάνειο που είχε πάρει από τον Ευθυμίου όταν ανακαίνιζε το σπίτι του και μέχρι τις αρχές Νοεμβρίου 2002 του το ξεπλήρωσε. Αν και είχε μεριμνήσει να ανακαλέσει την πληρωμή των εν λόγω επιταγών, ζήτησε από τον Ευθυμίου να τους τις επιστρέψει. Όμως, αυτός του είπε ότι τις είχε ήδη καταστρέψει. Ο μάρτυρας αναγνώρισε τις εν λόγω επιταγές στο τεκμήριο 17 που είναι αντίγραφο και των τεσσάρων και αφορούν συνολικό ποσό £10.
- Επίσης, ο κ.Αριστοτέλους αναφέρθηκε και σε μια άλλη συναλλαγή που είχε με τον Ευθυμίου. Όπως ανάφερε, είχε μια εταιρεία, θα πρόκειτο μάλλον για εμπορική επωνυμία, την Escizara Trading η οποία διατηρούσε λογαριασμό στην Ελληνική Τράπεζα και περί το τέλος του 2002 αρχές του 2003 κατόπιν παράκλησης του Ευθυμίου του έδωσε δύο μεταχρονολογημένες επιταγές της εν λόγω εταιρείας. Την περίοδο αυτή ο Ευθυμίου ανακαίνιζε το σπίτι του και του είπε ότι αντιμετώπιζε οικονομικό πρόβλημα και ήθελε τις επιταγές για να κάνει κάποιες πληρωμές, όμως, όπως του είχε πει, δε θα τις παρουσίαζε σε τράπεζα για να εξαργυρωθούν. Ο ίδιος για να βεβαιωθεί ότι δε θα συνέβαινε αυτό δεν έθεσε στις επιταγές την υπογραφή του αλλά έγραψε το όνομα του ολογράφως. Τελικώς, ο Ευθυμίου του είπε ότι δεν τις χρειάστηκε και έτσι τις ανακάλεσε. Ο μάρτυρας αναγνώρισε τις επιταγές αυτές σε αντίγραφο, ήτοι στο τεκμήριο
- Η μια ήταν για £3.200 και ημερομηνίας 30.12.2002 και η άλλη £4.800 και ημερομηνίας 2.1.
- Σε σχέση με τις τέσσερις επιταγές της Τράπεζας Κύπρου στις οποίες αναφέρθηκε ο Αριστοτέλους προηγουμένως, κατάθεσε η υπάλληλος της τράπεζας αυτής Μαριλένα Διονυσίου (ΜΚ17). Συγκεκριμένα ανάφερε ότι στις 15.11.2002 παρουσιάστηκαν στο κατάστημα της τράπεζας όπου εργάζεται δύο από τις εν λόγω επιταγές και στις 30.12.2002 παρουσιάστηκαν και οι άλλες δύο. Όπως διαπίστωσε είχαν κατατεθεί και οι τέσσερις αρχικά στη ΣΠΕ Καπέδων και στη συνέχεια παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου μέσω της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας. Ανέρχοντο στο συνολικό ποσό των £10.403 και δικαιούχος τους ήταν ο Ρένος Ευθυμίου. Και συμπλήρωσε λέγοντας ότι δεν πληρώθηκε οποιαδήποτε επιταγή διότι είχαν και οι τέσσερις ανακληθεί από τον εκδότη τους. ΄Οσον αφορά τις δύο επιταγές της Escizara Trading κατάθεσε ο διευθυντής καταστήματος της Ελληνικής Τράπεζας επί της οποίας είχαν εκδοθεί Κώστας Νικολαϊδης (ΜΚ10). Ο κ.Νικολαϊδης ανάφερε ότι στις 7.1.2003 παρουσιάστηκαν στο κατάστημα του οι προαναφερθείσες δύο επιταγές για εξαργύρωση. Παρουσίαζαν ως δικαιούχο το Ρένο Ευθυμίου και αρχικά κατατέθηκαν στη ΣΠΕ Καπέδων. Ακολούθως, παρουσιάστηκαν στην Ελληνική Τράπεζα μέσω της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας. Δεν πληρώθηκε οποιαδήποτε επιταγή διότι είχαν και οι δύο ανακληθεί. Στη μαρτυρία έγινε αναφορά και σε μια άλλη επιταγή εκδότης της οποίας ήταν κάποιος Γεώργιος Τσουρής. Στην επιταγή αυτή αναφέρθηκε ο υποδιευθυντής καταστήματος της Universal Bank επί της οποίας είχε εκδοθεί, Ανδρέας Γεωργιάδης (ΜΚ8). Όπως ανάφερε ο κ.Γεωργιάδης η επιταγή αυτή ήταν για £35.850 και είχε παρουσιαστεί για εξαργύρωση στις 30.12.2002 μέσω της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας. Επιστράφηκε όμως απλήρωτη λόγω μη διαθεσίμων υπολοίπων. Τέλος, από το Σάββα Σιωνή (ΜΚ3) τμηματάρχη στο κατάστημα της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος (Κύπρου) στον ΄Αγιο Δομέτιο, έγινε αναφορά στις 39 επιταγές του Λοϊζου Λοϊζου που είχε παρουσιάσει η κατηγορούμενη στους συνεργατικούς λειτουργούς στις 20.11.
- Όπως ανάφερε, οι εν λόγω επιταγές είχαν εκδοθεί από το Λοϊζου σε τρεχούμενο λογαριασμό τον οποίο είχε ανοίξει στο εν λόγω κατάστημα στις 15.4.2003 και σύμφωνα με δείγμα γραφής που είχε στην κατοχή του έφεραν την υπογραφή του Λοϊζου μπροστά και πίσω. Στον εν λόγω λογαριασμό κατατέθηκε μόνο ένα ποσό £500 σε μετρητά και στις 18.4.2003 πληρώθηκε μια επιταγή από αυτό για £
- ΄Οσον αφορά τις 39 επιταγές ανάφερε ότι εννέα παρουσιάστηκαν για πληρωμή στις 6.5.2003 και οι υπόλοιπες τριάντα στις 28.11.
- Παρουσιάστηκαν όλες μέσω της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας και επιστράφηκαν απλήρωτες. Η Μαρία Φυσεντζίδου (ΜΚ9) υπάλληλος της ίδιας τράπεζας ανάφερε ότι δικαιούχος της επιταγής για £420, τεκμήριο 24, ήταν κάποιος Δημήτρης Νικολάου. Στην τελευταία πιο πάνω επιταγή αναφέρθηκε και ο Δημήτρης Νικολάου (ΜΚ24). Συγκεκριμένα, ανάφερε ότι την εν λόγω επιταγή του την έδωσε ο Ρένος Ευθυμίου και του την εξαργύρωσε ενώ ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με το Λοϊζου. Επίσης, ανάφερε ότι σε λιγότερες από πέντε περιπτώσεις του έδωσε χρήματα ο Ευθυμίου, κάθε φορά λιγότερα από £200 και τα έστειλε στο Λοϊζου στη Ρουμανία μέσω της Western Union. Aυτό συνέβηκε κατά το
- Ο μάρτυρας αυτός, όπως άφησε να γίνει αντιληπτό, ήταν μέλος του στενού φιλικού περιβάλλοντος του Ρένου Ευθυμίου και του έκανε διάφορες εξυπηρετήσεις. Το ίδιο και ο μάρτυρας Σπύρος Φλουρέντζου (ΜΚ20), σύμφωνα με τη δική του μαρτυρία. Ο μάρτυρας αυτός ανάφερε, επίσης, ότι σε δύο ή τρεις περιπτώσεις ο Ευθυμίου του έδωσε £100 και τις έστειλε στο Λοϊζου μέσω της Western Union. Mε τον τρόπο αυτό θα έστειλε στο Λοίζου £300 με £
- Τις αναφορές των τελευταίων δύο μαρτύρων σε σχέση με αποστολή χρημάτων στο Λοϊζου κατά το 2003 από την Κύπρο μέσω της Western Union, τις επιβεβαίωσε στη μαρτυρία της και η πρώην σύζυγος του Λοϊζου Claudia Anna Iοnescu (ΜΚ18). Όπως ανάφερε η μάρτυρας αυτή, αν και χωρισμένη από το Λοϊζου συναντήθηκαν όταν βρισκόταν στην Κύπρο και στις 30.5.2003 πήγαν μαζί στη Ρουμανία. Ενώ ήσαν εκεί ο Λοϊζου έμενε στο σπίτι της στο Χορέζ και θυμόταν ότι του έστελλαν κατά διαστήματα 50 εως 200 ευρώ κάθε φορά. Θα του έστειλαν συνολικά 4.000 ευρώ και αυτά ήσαν τα μόνα χρήματα που είχαν. Μάλιστα, όπως είπε, υπήρξαν φορές που δεν είχαν χρήματα ούτε για φαγητό. Τέλος, ανάφερε ότι στις 8.12.2003 είχε πάει και μείνει στο σπίτι τους στη Ρουμανία ο Ρένος Ευθυμίου. Δε γνώριζε, όμως, το λόγο της επίσκεψης του εκεί. Πλέον σημαντική σε σχέση με τις υπό εξέταση κατηγορίες, για την κατηγορούσα αρχή, φαίνεται ότι είναι η εκδοχή σχετικά της ίδιας της κατηγορούμενης, Ουρανίας Χαραλάμπους. Περιέχεται στην κατάθεση της, τεκμήριο 6, την οποία έδωσε στις 4.12.2003 στον ανακριτή της υπόθεσης αστυφύλακα Μόδεστο Πογιατζή (ΜΚ1), στην παρουσία της υπαστυνόμου Καίτης Σοφοκλέους (ΜΚ23), υπεύθυνης του Κλιμακίου Οικονομικού Εγκλήματος. Όπως ανάφερε η κα Σοφοκλέους, νωρίτερα την ίδια ημέρα είχε καταγράψει παράπονο του Κυριάκου Καψάλη (ΜΚ21), προέδρου της επιτροπής της ΣΠΕ Καπέδων για κατάχρηση που είχε γίνει στη ΣΠΕ σε σχέση με ποσό ύψους Λ.Κ.453.140, από τους κατηγορούμενους και το Λοϊζο Λοϊζου. Την εν λόγω κατάθεση της κατηγορούμενης παρουσίασε ως μαρτυρία στο δικαστήριο ο αστυφύλακας Μόδεστος Πογιατζής. Η κατηγορούμενη έδωσε την κατάθεση αυτή ενώ τελούσε υπό αστυνομική κράτηση και αφού εξέφρασε την επιθυμία να πει όλη την αλήθεια. Άρχισε δε την αφήγηση της λέγοντας ότι περί το Νοέμβριο του 2002 είχε πάει στη ΣΠΕ Καπέδων ο Ρένος Ευθυμίου και της ζήτησε να του αλλάξει μια επιταγή της Τράπεζας Κύπρου για Λ.Κ.350 με δικαιούχο τον ίδιο. Της είπε ότι είχε ψωνίσει από τον μπακάλη που ήταν δίπλα και ότι αυτός δεν είχε χρήματα για να του αλλάξει την επιταγή. Του ζήτησε και έγραψε τον αριθμό της ταυτότητας του και το τηλέφωνο του στο πίσω μέρος της επιταγής και του την εξαργύρωσε. Όταν ακολούθως την έκανε κατάθεση, η επιταγή ήρθε πίσω απλήρωτη. Τότε ζήτησε τηλεφωνικώς από τον Ευθυμίου να την τακτοποιήσει και αυτός σε σύντομο χρόνο πήγε στη ΣΠΕ και αντί να διευθετήσει την πρώτη επιταγή, της έδωσε μια δεύτερη επιταγή με δικαιούχο και πάλιν τον ίδιο για ποσό που δε θυμόταν. Της είχε πει ότι εκδότης ήταν η εταιρεία κάποιου κουμπάρου του. Την εξαργύρωσε και αυτή για να επιστραφεί όμως απλήρωτη μετά που την έκανε κατάθεση. Όπως είπε, συνέχισε μέχρι το Δεκέμβριο του 2002, με τον ίδιο τρόπο, να εξαργυρώνει επιταγές στον Ευθυμίου οι οποίες επέστρεφαν απλήρωτες. Επειδή δε πλησίαζε το τέλος του χρόνου και θα είχε πρόβλημα με τη δουλειά της, του ζήτησε να τις τακτοποιήσει. Τότε, περί το τέλος Δεκεμβρίου ο Ευθυμίου της έδωσε μια επιταγή της Universal Bank για ποσό Λ.Κ.35.830, με εκδότη κάποιο Γεώργιο Τσουρή και δικαιούχο τον ίδιο. Τη διαβεβαίωσε ότι η επιταγή αυτή δε θα ερχόταν πίσω και έτσι του επέστρεψε όλες τις επιταγές που είχαν μέχρι εκείνη την ημέρα επιστραφεί απλήρωτες. Όπως είπε, το ποσό της τελευταίας επιταγής το συμπλήρωσε ο Ευθυμίου στην παρουσία της και αντιστοιχούσε με το σύνολο των ποσών των επιστραφεισών επιταγών. Όταν ακολούθως, στις αρχές Ιανουαρίου 2003, κατάθεσε την επιταγή του Τσουρή, επιστράφηκε και αυτή απλήρωτη. Συνεχίζοντας την αφήγηση της η κατηγορούμενη ανάφερε ότι χωρίς να υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος και χωρίς να έχει αναφέρει σε οποιονδήποτε οτιδήποτε συνέχισε να δέχεται επιταγές που της έπαιρνε ο Ευθυμίου και του τις εξαργύρωνε. Έχοντας πει τα πιο πάνω, η κατηγορούμενη προχώρησε και είπε στους ανακριτές και τα εξής τα οποία κατεγράφησαν στην κατάθεση της: «Τώρα έτσι που εμιλήσαμε λίον θέλω να σου πω ούλλη την αλήθκεια γιατί δεν είναι έτσι τα πράγματα. Ο λόγος που δεν εμίλησα ως τωρά ήταν επειδή εφοούμουν τιζιαι εν έβρισκα έναν άνθρωπο που να μπορώ να του τα πω τζιαι να ξαλαφρώσω γιατί εν θέλω να το μάθουν τα παιδκιά μου τζιαι ο άνδρας μου. Η αλήθκεια ούλλη είναι ότι που τες αρκές μετά που άλλαξα τες πρώτες επιταγές του Ρένου είπε μου να τους τες αλλάσσω τζιαι άφηνε μου τζιαι κάποια λεφτά για μένα. Εγώ τούτα τα λεφτά εν τα έπιανα γι' αυτό αν κάμουν έλεγχο στη συνεργατική τωρά εν να βρουν περίσσευμα καμιά εικοσαρκά με τριανταρκά χιλιάδες λίρες, λεφτά που μου άφηνε ο Ρένος τζαμέ που τες επιταγές που του άλλασσα. Τούτα τα λεφτά εγώ άφηνα τα τζαμέ γιατί εφοούμουν να τα πιάσω τζιαι εσκέφτουμουν ότι δεν είναι δικά μου. Τούτος εν τζιαι ο λόγος που δεν εκατάθετα τες επιταγές που μου έφερνε μετά ο Ρένος, του Λοϊζου Λοϊζου γιατί είπε μου το ότι εν είχαν μέσα αλλά ελάλε μου ότι θα τες εκανόνιζε τζιαι για την ευκολία που του έκαμνα θα μου εδύαν τζιαί άλλα λεφτά». Όπως ανάφερε περαιτέρω η κατηγορούμενη, για να την πείσει ο Ευθυμίου να ενεργεί όπως περιέγραψε πιο πάνω, σε μια περίπτωση της έδειξε μια επιταγή της Κεντρικής Τράπεζας για ποσό Λ.Κ.950.000 και δικαιούχο τον ίδιο ενώ μέσα στο Μάιο την είχε επισκεφθεί κάποιος ο οποίος της συστήθηκε ως Γιώργος Κωνσταντίνου, χρηματιστής του Ευθυμίου και της είπε ότι πώλησαν κάποια κτήματα του Ευθυμίου στην Κάτω Δευτερά για Λ.Κ.370.000 και ότι θα της "τα έπαιρναν". Στη συνέχεια ανάφερε ότι σε κάποιες περιπτώσεις έδινε λεφτά του Ευθυμίου χωρίς να της δίνει επιταγή. Το τι γινόταν στις περιπτώσεις αυτές, πρόσθετε ο Ευθυμίου κάποιο αριθμό σε επιταγή του Λοϊζου που της είχε δώσει προηγουμένως αυξάνοντας έτσι το ποσό που ήταν ήδη αναγραμμένο σ΄αυτή και του έδινε το επιπλέον ποσό που προέκυπτε από την παραποίηση της. Όπως η κατηγορούμενη επίσης ενθυμείτο, σε μια περίπτωση ο Ευθυμίου της είχε συστηθεί ως αδελφός του Υπουργού Τίμη Ευθυμίου ενώ σε μια άλλη περίπτωση την επισκέφθηκε κάποιος ο οποίος της συστήθηκε ως Ιωάννου, συνέταιρος του Παρασκευαϊδη και συνεργάτης του Ρένου. Μάλιστα την είχε ρωτήσει αν μπορούσε να ανοίξει λογαριασμό στη ΣΠΕ με βιβλιάριο επιταγών διότι, όπως της είπε, σκόπευαν να καταθέσουν πολλά χρήματα τα οποία θα χρησιμοποιούσαν για την ανέγερση ξενοδοχείου στην περιοχή των Καμπιών κοντά στους Καπέδες. Και κατέληξε η κατηγορούμενη λέγοντας ότι με όλα αυτά που της έλεγαν την ξεγέλασαν και έκαμε τα όσα αφηγήθηκε προηγουμένως. Στις 29.11.2003, πριν από τη σύλληψη της ως ύποπτης σε σχέση με τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης, η κατηγορούμενη είχε μεταβεί στο Αρχηγείο Αστυνομίας συνοδευόμενη από το σύζυγο και το δικηγόρο της όπου προέβη σε καταγγελία προς την υπαστυνόμο Σοφοκλέους και τον αστυφύλακα Πογιατζή εναντίον του κατηγορούμενου Ρένου Ευθυμίου. Όπως αναφέρθηκε και από τους δύο πιο πάνω μάρτυρες, πλην από τους προφορικούς ισχυρισμούς της, η κατηγορούμενη δεν τους έδωσε οποιαδήποτε άλλη χειροπιαστή μαρτυρία για τεκμηρίωση τους. Γι΄αυτό και τα όσα τους έλεγε τότε τα κατέγραφε, υπό μορφή σημειώσεων, η κα Σοφοκλέους σε ημερολόγιο του αστυφύλακα Πογιατζή, που είναι το τεκμήριο 35, και ακολούθως τα κατέγραψε στο ημερολόγιο ενεργείας, τεκμήριο
- Στο ημερολόγιο αυτό καταγράφονται τα όσα ανάφερε αργότερα η κατηγορούμενη στην κατάθεση της, τεκμήριο 6, σε σχέση με τις συνθήκες εξαργύρωσης των επιταγών που της παρουσίαζε ο Ευθυμίου, αρχικά διαφόρων εκδοτών και με δικαιούχο τον ίδιο και στη συνέχεια εκείνων του Λοϊζου που ήσαν πληρωτέες «self». Δεν καταγράφεται μόνο ο ισχυρισμός της ότι ο κατηγορούμενος της έδινε προμήθεια για την εξαργύρωση των επιταγών, προφανώς γιατί δεν τους το ανάφερε τότε αυτό. Πολύ αργότερα, στις 14.4.2006 και στις 3.5.2006, αντίστοιχα, λήφθηκαν από την κατηγορούμενη ακόμα δύο καταθέσεις, ανακριτικές αυτή τη φορά, τεκμήρια 14 και
- Στην πρώτη από τις δύο δήλωσε ότι αυτά που είχε πει στην κατάθεση της, ημερομηνίας 4.12.2003, τεκμήριο 6, ήταν η αλήθεια και επίσης ότι τα είχε πει με τη θέληση της. Ενώ σε άλλο σημείο αναγνώρισε και τις χειρόγραφες σημειώσεις της, σε αντίγραφο, τεκμήρια 11Α και 11Β. Εδώ να σημειωθεί ότι οι προαναφερθείσες σημειώσεις περιέχοντο σε ημερολόγιο το οποίο είχε εντοπίσει στις 13.12.2002 στο γραφείο της ΣΠΕ ο ελεγκτής συνεργατικών εταιρειών Ανδρέας Χατζηχριστοδούλου (ΜΚ13) και το παράδωσε στο γιο της κατηγορούμενης ο οποίος είχε έρθει σε αναζήτηση του αφού προηγουμένως φωτοτύπησε τις σχετικές σελίδες που είναι τα προαναφερθέντα τεκμήρια. Το πιο πάνω περιστατικό είχε περιέλθει και στη γνώση της νέας γραμματέας της ΣΠΕ Καπέδων Κυριακής Καψάλη (ΜΚ15). Κατά τα άλλα και στις δύο προαναφερθείσες καταθέσεις της, η κατηγορούμενη απαντούσε με το στερεότυπο «ό,τι έχω να πω θα το πω στο δικαστήριο». Τις καταθέσεις αυτές, όπως και άλλες από άλλα ενεχόμενα πρόσωπα, τις είχε λάβει ο εκ των ανακριτών της υπόθεσης αστυφύλακας Πανίκος Μοδέστου (ΜΚ6). Μια άλλη μάρτυρας η οποία κατάθεσε για την κατηγορούσα αρχή είναι η γραμματέας της ΣΠΕ Καμπιών Μάρω Τζιωνή (ΜΚ19). Η κα Τζιωνή ανάφερε ότι γνωρίζει την Ουρανία εδώ και δέκα χρόνια και ότι τη βοηθούσε στη διακίνηση της επειδή η τελευταία δεν οδηγούσε. Το καλοκαίρι του 2003 η Ουρανία την πληροφόρησε τηλεφωνικώς και το Νοέμβριο του ίδιου έτους και σε κατ΄ιδία συνάντηση που είχαν στη ΣΠΕ Καπέδων ότι είχε πρόβλημα με επιταγές για ποσό ύψους £500.000, περίπου, τις οποίες είχε εξαργυρώσει σε κάποιο Ρένο Ευθυμίου, αδελφό κάποιου υπουργού. Αυτή τότε τη συνεβούλεψε να το αναφέρει στο σύζυγο της. Από την Αστυνομική Δύναμη Κύπρου προέρχεται και ο ΜΚ22 αστυφύλακας Γιώργιος Χρυσάνθου ο οποίος είναι εμπειρογνώμονας γραφολόγος. Στην έκθεση που ετοίμασε κατόπιν σχετικής μελέτης και την υιοθέτησε ως μέρος της μαρτυρίας του, Ε21, αναφέρει μεταξύ άλλων ότι όλες οι επιταγές του Λοϊζου, τεκμήρια 1Α και 2Α, φέρουν την υπογραφή του μπροστά και πίσω και ότι σε έντεκα από τις επιταγές αυτές είχε συμπληρώσει το ποσό ολογράφως η Ουρανία και σε άλλες τρεις ο Ευθυμίου. Ο κ.Χρυσάνθου ανάφερε, επίσης, στην προφορική του μαρτυρία ότι κατόπιν ειδικής εξέτασης στην οποία υπέβαλε αριθμό επιταγών του Λοϊζου διαπίστωσε ότι σε κάποιες από αυτές υπάρχει διαχωρισμός μελάνης. Δηλαδή μετά την αρχική αναγραφή κάποιος έγραψε ξανά σ΄αυτές με διαφορετική μελάνη, αλλοιώνοντας τους αριθμούς των χρηματικών ποσών. Τα αποτελέσματα της εξέτασης αυτής φαίνονται στον πίνακα που ετοίμασε, τεκμήριο
- Τέλος, ως μάρτυρας στην υπόθεση κατάθεσε και η Πρωτοκολλητής του Ποινικού Τμήματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας κα Αντριάνα Μαλεκκίδου (ΜΚ16). Η μαρτυρία της περιορίστηκε στην κατάθεση των πρωτοτύπων ορισμένων τεκμηρίων τα οποία είχαν κατατεθεί στην ποινική υπόθεση 4062/2006 εναντίον του Λοϊζου Λοϊζου καθώς επίσης και στην κατάθεση του κατηγορητηρίου και της τελικής απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου στην προαναφερθείσα υπόθεση, δηλαδή τα τεκμήρια 25 και 26, αντίστοιχα. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο ο Λοϊζου αντιμετώπιζε τις ίδιες, περίπου, κατηγορίες που αντιμετωπίζουν και οι κατηγορούμενοι στην παρούσα υπόθεση και στηρίζονται στα ίδια περιστατικά. Ενώ όπως προκύπτει από την απόφαση του δικαστηρίου, τεκμήριο 26, στην υπόθεση εκείνη ο Λοϊζου είχε αθωωθεί σε όλες τις κατηγορίες. Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή, κληθείσα η κατηγορούμενη να προβάλει την υπεράσπιση της επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Το πρώτο πράγμα που είπε είναι ότι υιοθετεί το περιεχόμενο της κατάθεσης της προς την αστυνομία ημερομηνίας 4.12.2003, τεκμήριο 6, καθιστώντας το έτσι μέρος της κυρίως εξέτασης της. Παρεμπιπτόντως, να σημειωθεί ότι μια επιστολή ημερομηνίας 10.12.2003, τεκμήριο 7, την οποία η κατηγορούμενη είχε αποστείλει στο ΤΑΕ Λευκωσίας και στην οποία δήλωνε ότι η προαναφερθείσα κατάθεση της είχε ληφθεί παρά τη θέληση της, κατέστη άνευ σημασίας εν όψει της πιο πάνω δήλωσης της. Καταθέτοντας προφορικά η κατηγορούμενη επανέλαβε τη θέση της ότι τον κατηγορούμενο το γνώρισε όταν του άλλαξε την πρώτη επιταγή για £350 ενώ το Λοϊζου δεν τον γνωρίζει και δεν τον είδε ποτέ. ΄Οσον αφορά την επιταγή του Τσουρή για £35.830 ανάφερε ότι μετά που αυτή επιστράφηκε απλήρωτη, ο Ευθυμίου της είπε να την κρατήσει κοντά της και θα την εκανόνιζε. Και συνέχισε λέγοντας ότι στο μεταξύ ο Ευθυμίου της έφερνε και άλλες επιταγές και του τις άλλαζε. Μέχρι το Μάρτιο του 2003 της είχε πάρει επιταγές του Λοϊζου για συνολικό ποσό £70.000 με τις οποίες κάλυψε το ποσό της επιταγής του Τσουρή και το υπόλοιπο του το έδωσε σε μετρητά. Όπως είπε, αυτές ήταν οι πρώτες δέκα επιταγές του Λοϊζου τις οποίες κατάθεσε και ήρθαν πίσω απλήρωτες. Τότε ανησύχησε και είπε στον Ευθυμίου να της φέρει τα χρήματα, ισχυριζόμενη ότι του τα είχε δώσει δείχνοντας του εμπιστοσύνη και για κανένα άλλο λόγο, όμως αυτός τη ξεγέλασε. Τέλος, η κατηγορούμενη ανάφερε ότι στις 29.11.2003 πήγε η ίδια στην αστυνομία και κατάγγειλε το Ρένο Ευθυμίου ότι έκλεψε από τη ΣΠΕ Καπέδων μέσω της ποσό £453.140 καθώς και ότι δε γνώριζε τι απέγιναν τα χρήματα που του είχε δώσει. Κατά την αντεξέταση της, αρχικά από το συνήγορο του Ευθυμίου, η κατηγορούμενη διευκρίνισε ότι η δεύτερη επιταγή που του εξαργύρωσε ήταν για £1.000 και δίδοντας πίστη σ΄αυτόν του έδωσε £650 μετρητά και με το υπόλοιπο καλύφθηκε το ποσό της πρώτης επιταγής για £350 την οποία του έδωσε πίσω. Όταν ακολούθως υπεδείχθη στην κατηγορούμενη η διαφορά μεταξύ του ποσού των £453.140 που, όπως επανέλαβε είχε δώσει στον Ευθυμίου, και του ποσού των £402.150 που είχε διαπιστώσει ως έλλειμμα η Ελεγκτική Υπηρεσία, εξήγησε ότι αντιπροσώπευε το ποσό που της είχε δώσει ως προμήθεια ο Ευθυμίου, προσθέτοντας ότι το ποσό αυτό δεν το πήρε από το ταμείο. Ενώ στη συνέχεια επανέλαβε τη θέση της ότι σε σχέση με τις επιταγές του Λοϊζου αυτή γνώριζε μόνο τον Ευθυμίου διότι με αυτό μόνο είχε δοσοληψίες. Ακολούθως, τεθείσα η κατηγορούμενη αντιμέτωπη με τους ισχυρισμούς του Λοϊζου στη χειρόγραφη επιστολή του ημερομηνίας 8.12.2003, τεκμήριο 8, όπου αναφέρει ότι είχε κάμει συμφωνία με την κατηγορούμενη να του δάνειζε μισό εκατομμύριο λίρες και ότι γνώριζε ότι οι επιταγές του δεν ήταν δυνατό να εξαργυρωθούν, επανέλαβε τον ισχυρισμό της ότι δε γνώριζε το Λοϊζου και ούτε συμφωνία έκανε ποτέ μαζί του. Ερωτηθείσα γιατί εξαργύρωσε τις επιταγές, τεκμήριο 2Α, χωρίς να τις καταθέσει καν, το απέδωσε στην εμπιστοσύνη που είχε δείξει στον Ευθυμίου ότι θα της έφερνε τα χρήματα, μετά μάλιστα που της είχε δείξει και μια επιταγή της Κεντρικής Τράπεζας στο όνομα του για £950.
- Κάτι άλλο που ανάφερε στο στάδιο αυτό η κατηγορούμενη είναι ότι ο μισθός της κατά το 2002 ήταν £300 μηνιαίως και ότι κατά το έτος αυτό καθώς και κατά το προηγούμενο έτος είχαν παρουσιαστεί ελλείμματα στη ΣΠΕ της τάξης των £5.500 και £8.000, αντίστοιχα, τα οποία πλήρωσε η ίδια. Στη συνέχεια, αντεξεταζόμενη η κατηγορούμενη από τη συνήγορο της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι το ποσό στην κάθε μια από τις πρώτες εννέα επιταγές, τεκμήριο 1Α, που έκανε κατάθεση, το συμπλήρωσε η ίδια ενώ κάποιες τις είχε συμπληρώσει ο Ευθυμίου, όμως δε θυμόταν ποιος είχε αποφασίσει για το ποσό που θα αναγραφόταν στην κάθε επιταγή παρά μόνο ότι ο Ευθυμίου της είχε πει ότι θα κατάθετε £70.000 στο λογαριασμό και ακολούθως αυτή να προέβαινε στην κατάθεση των επιταγών. Ενώ, όπως είπε, συμπλήρωσε και τις επιταγές που δεν έγιναν κατάθεση, τεκμήριο 2Α, την ημέρα που θα τις παρουσίαζε στους ελεγκτές. ΄Οσο αφορά τις αλλοιώσεις του ποσού σε κάποιες από αυτές ανάφερε ότι τις έκανε ο Ευθυμίου. Επρόκειτο για επιταγές τις οποίες είχε ήδη στην κατοχή της και του έδινε τη διαφορά σε μετρητά. Αρνούμενη συγχρόνως ότι κατέγραφε κάπου τα ποσά που της άφηνε ο Ευθυμίου. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης της η κατηγορούμενη ανάφερε ότι τις πρώτες δέκα επιταγές ο κατηγορούμενος τις επήρε σε μια ημερομηνία ενώ τις υπόλοιπες τις επήρε σταδιακά μέχρι το Σεπτέμβριο του
- Για να ισχυριστεί και πάλιν ότι τις εξαργύρωσε διότι του είχε δείξει εμπιστοσύνη, όμως αυτός τη ξεγέλασε. Ερωτηθείσα περαιτέρω η κατηγορούμενη αναφορικά με το χρόνο που ο κατηγορούμενος της είχε παρουσιάσει τις διάφορες επιταγές στις οποίες δικαιούχος ήταν ο ίδιος επέμενε ότι ήταν μεταξύ των μηνών Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2002 και ότι είχε πάρει την επιταγή του Τσουρή σε αντικατάσταση όλων των προηγούμενων επιταγών. Ενώ σε άλλο σημείο κοιτάζοντας τον κατάλογο επιστραφεισών επιταγών, τεκμήριο 9, τον οποίο κατέθεσε ο λειτουργός της Κεντρικής Συνεργατικής Τράπεζας Μιχαλάκης Ηρακλέους (ΜΚ14), συμφώνησε ότι οι δύο επιταγές της Εscizara Trading επί της Ελληνικής Τράπεζας είχαν κατατεθεί μετά την επιταγή του Τσουρή. Ακολούθως, σε ερώτηση από πότε ο Ευθυμίου της άφηνε κάποιο ποσό για τις επιταγές που του εξαργύρωνε, η κατηγορούμενη άρχισε με τη φράση «να σας πω την αλήθεια» και συνέχισε λέγοντας ότι όταν ο Ευθυμίου της έφερε τη δεύτερη επιταγή μέσα στο Νοέμβριο του 2002 της είπε να της αφήσει ένα ποσό για την ευκολία που του έκανε. Όπως είπε, το ποσό που της έδινε κάθε φορά το καθόριζε ο ίδιος και συμφώνησε ότι ανήλθε, συνολικά, στο ποσό που αποτελεί τη διαφορά μεταξύ του ποσού των £453.140 και του ποσού που βρήκε η Ελεγκτική Υπηρεσία ότι αντιπροσωπεύει το πραγματικό έλλειμμα. Κάτι άλλο που ανάφερε στο σημείο αυτό η κατηγορούμενη είναι ότι ο Ευθυμίου κρατούσε το βιβλιάριο επιταγών του Λοϊζου και οι πλείστες επιταγές ήσαν υπογραμμένες, εννοώντας εν λευκώ. Επίσης, ανάφερε ότι τα χρήματα που άφηνε για την ίδια ο Ευθυμίου δεν τα έβαζε σε διαφορετικό συρτάρι. Ενώ όταν της υποβλήθηκε ότι γνώριζε από την αρχή ότι δεν είχαν αντίκρισμα οι επιταγές που εξαργύρωνε στον Ευθυμίου ισχυρίστηκε ότι ο Ευθυμίου της είχε πει ότι θα έβαζε χρήματα στο λογαριασμό ο Λοϊζου διότι του χρωστούσε. Τέλος, η κατηγορούμενη αρνήθηκε ότι συμφώνησε με τον Ευθυμίου και το Λοϊζου να κλέψουν το ποσό των £453.140 από τη ΣΠΕ Καπέδων. Στο στάδιο που ολοκληρώθηκε η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, κλήθηκε και ο κατηγορούμενος Ρένος Ευθυμίου να προβάλει την υπεράσπιση του. Καταθέτοντας ενόρκως ανάφερε ότι μέσω της γνωριμίας που είχε με το Λοϊζο Λοϊζου γνώρισε το Φθινόπωρο του 2002 την κατηγορούμενη. Συγκεκριμένα, όπως ανάφερε, με τη μεσολάβηση του Λοϊζου η κατηγορούμενη του είχε εξαργυρώσει μια μεταχρονολογημένη επιταγή. Αντιλήφθηκε από την πιο πάνω συμπεριφορά της ότι η κατηγορούμενη είχε φιλικές σχέσεις με το Λοϊζο ο οποίος μεσολάβησε ξανά προς την κατηγορούμενη και του εξαργύρωσε και άλλες μεταχρονολογημένες επιταγές. Όπως είπε, κάποιες από αυτές επιστράφηκαν απλήρωτες και τότε η κατηγορούμενη του τις επέστρεψε και της έδωσε άλλες ή της έδωσε το ποσό στο οποίο αντιστοιχούσαν σε μετρητά. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι μετά τον Ιανουάριο του 2003 ο Λοϊζος, κατόπιν συνεννόησης που είχε κάνει με την κατηγορούμενη, τον παρακάλεσε να πάει στους Καπέδες να του εξαργυρώσει η κατηγορούμενη μια δική του επιταγή, δηλαδή του Λοϊζου. Η κατηγορούμενη του εξαργύρωσε την επιταγή με μεγάλη προθυμία, δίνοντας του το χρηματικό ποσό που αυτή αντιπροσώπευε οπότε αντιλήφθηκε ότι υπήρχε κάποια συνεννόηση μεταξύ του Λοϊζου και της κατηγορούμενης. Ακολούθως, ο Λοϊζος του έδωσε και άλλες δικές του επιταγές τις οποίες παρέδιδε στην κατηγορούμενη και αυτή του τις εξαργύρωνε. Όταν ρώτησε το Λοίζο γιατί δεν πήγαινε αυτός στη ΣΠΕ, του απάντησε ότι «δεν ήθελε ρεζιλίκια». Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι για κάθε ποσό που του έδινε η κατηγορούμενη εκδίδετο και η αντίστοιχη επιταγή του Λοϊζου, υπογραμμένη και οπισθογραφημένη από αυτόν. Όλα δε τα χρήματα που είχε λάβει από την κατηγορούμενη με τον πιο πάνω τρόπο τα έδωσε στο Λοϊζο. Καταθέτοντας περαιτέρω ο κατηγορούμενος, ανάφερε ότι μέχρι το Σεπτέμβριο του 2003 ουδέποτε του είπε η κατηγορούμενη ότι υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα με τις επιταγές του Λοϊζου και ο ίδιος πίστευε ότι οι επιταγές αυτές καταθέτονταν και πληρώνονταν κανονικά. Όμως, αρχές Οκτωβρίου 2003 η κατηγορούμενη του ανάφερε ότι θα της έκαναν έλεγχο και ότι είχε πρόβλημα. Γι΄αυτό τον παρακάλεσε να ειδοποιήσει το Λοϊζο να επικοινωνήσει μαζί της και επίσης να του πει να φροντίσει να της στείλει τουλάχιστον £70.
- Μίλησε, όπως είπε, τηλεφωνικώς με το Λοϊζο ο οποίος του είπε ότι είχε μιλήσει με την κατηγορούμενη και της είπε ότι προσπαθούσε να διευθετήσει κάποιο έμβασμα. Προσθέτοντας, ότι στη προσπάθεια του να βοηθήσει και ο ίδιος είχε συνάντηση με το σύζυγο της κατηγορούμενης και επίσης παρευρέθηκε σε κοινή συνάντηση τους στο γραφείο του κ.Χλωρακιώτη. Ενώ ακολούθως αφού ενημέρωσε και την αστυνομία, πήγε στη Ρουμανία όπου συναντήθηκε με το Λοϊζο. Εξ όσων δε γνώριζε ο Λοϊζος είχε στείλει επιστολή στο Διοικητή Συνεργατισμού όσο και στη ΣΠΕ Καπέδων και στον Αρχηγό Αστυνομίας με την οποία αναλάμβανε όλη την ευθύνη. Με την επιστολή αυτή ο Λοίζος αναγνώριζε ότι είχε πάρει ο ίδιος όλο το ποσό και το όφειλε στην κατηγορούμενη διότι είχε κάνει συμφωνία δανείου με αυτή και προτίθετο να την τιμήσει. Για να συμπληρώσει ο κατηγορούμενος ότι από την όλη ανάμειξη του στην υπόθεση ο ίδιος δεν είχε οποιοδήποτε οικονομικό ή άλλο όφελος. Απλά αναμείχθηκε για να εξυπηρετήσει το γνωστό και φίλο του Λοϊζο. Κατά την αντεξέταση του ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι πήγε στη ΣΠΕ Καπέδων με το Λοϊζο μόνο σε δύο περιπτώσεις. Η πρώτη ήταν αυτή που του είχε συστήσει ο Λοϊζος την Ουρανία και του εξαργύρωσε την επιταγή των £
- Ενώ σε άλλο σημείο συμφώνησε με ό,τι είπε στην κατάθεση του προς την αστυνομία, ημερομηνίας 12.12.2003, τεκμήριο 13, ότι είχε πάει και άλλες φορές στη ΣΠΕ με το Λοϊζο σε διάστημα τριών με τεσσάρων μηνών, μέχρι το τέλος Ιανουαρίου 2003 και του εξαργύρωσε και άλλες επιταγές η Ουρανία. Για να επανέλθει σε λίγο στην αρχική του θέση ότι στην πραγματικότητα είχε πάει στη ΣΠΕ μαζί με το Λοϊζο μόνο δύο φορές. Ακολούθως, ανάφερε ότι η τελευταία φορά που πήγε στη ΣΠΕ ήταν μέσα στον Ιανουάριο του 2003 όταν πήρε στην Ουρανία την επιταγή του Γιώργου Τσουρή για £35.
- Για να προσθέσει ότι δε νομίζει να πήγε ξανά στη ΣΠΕ για εξαργύρωση δικών του επιταγών. Συναφώς προς την εν λόγω επιταγή ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι την έδωσε στην Ουρανία για αντικατάσταση όλων των άλλων επιταγών που της είχε δώσει και επιστράφηκαν απλήρωτες και αντιπροσώπευαν όλα τα χρέη του προς τη ΣΠΕ. Ο λόγος δε που την έδωσε ήταν ως εγγύηση διότι την περίοδο εκείνη η Ουρανία θα είχε έλεγχο μετρητών. Για να συμπληρώσει ότι η εν λόγω επιταγή εδόθη πολύ πριν την 28.12.2002 και όχι για αντικατάσταση όλων των υπολοίπων διότι είχε πει στην Ουρανία ότι κάποιες επιταγές δε θα έπρεπε να τις καταθέσει. Λέγοντας όμως στη συνέχεια, πως, όταν ακολούθως εξόφλησε την επιταγή Τσουρή σε μετρητά, η πληρωμή αυτή αφορούσε όλες τις επιταγές στην κατοχή της Ουρανίας, περιλαμβανομένων και των επιταγών της Escizara Trading για τις οποίες διαφώνησε ότι τις είχε λάβει από το Γεώργιο Αριστοτέλους αρχές Ιανουαρίου
- Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του ερωτηθείς o κατηγορούμενος εάν συμφωνεί με αυτά που αναφέρονται στη κατάθεση του, τεκμήριο 13, στη σελίδα 3 και ειδικά σε σχέση με ό,τι αναφέρει για το θέμα των ακάλυπτων επιταγών που είχε δώσει στην Ουρανία καθώς και για την επιταγή Τσουρή, απάντησε καταφατικά. Αυτά δε που αναφέρει σχετικά είναι ότι η Ουρανία του είχε εξαργυρώσει περί τις δέκα επιταγές που είχαν εκδοθεί σε διάφορες τράπεζες με δικαιούχο τον ίδιο και ήσαν για συνολικό ποσό £20.000 με £30.
- Θυμόταν δε ότι οι μισές από αυτές τις επιταγές είχαν επιστραφεί απλήρωτες και τότε πήρε στην Ουρανία την επιταγή του φίλου του Γιώργου Τσουρή ο οποίος του χρωστούσε χρήματα και ήταν για ποσό £30.000 με £40.
- Εν όψει της διευθέτησης αυτής η Ουρανία του επέστρεψε όλες τις ακάλυπτες επιταγές και όταν μετά επιστράφηκε απλήρωτη και η επιταγή του Τσουρή την πλήρωσε σε μετρητά οπότε η Ουρανία του επέστρεψε αυτή την επιταγή. Ερωτηθείς ακολούθως ο κατηγορούμενος σε σχέση με τις 39 επιταγές του Λοϊζου, τεκμήρια 1Α και 2Α, ισχυρίστηκε αρχικά ότι αρκετές από τις επιταγές αυτές τις είχε εξαργυρώσει ο ίδιος ο Λοϊζου. Όμως εξέφρασε άγνοια γιατί αυτές ήσαν όλες οπισθογραφημένες από τον τελευταίο ανκαι γνώριζε ότι υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, δηλαδή ότι πήγαινε ο Λοϊζου και τις εξαργύρωνε, κάτι τέτοιο δεν ήταν αναγκαίο. Ενώ λίγο αργότερα ερωτηθείς αν είχε αυτός στην κατοχή του το βιβλιάριο των συγκεκριμένων επιταγών αρνήθηκε, συμπληρώνοντας ότι με εξαίρεση κάποιες από τις πρώτες επιταγές τις οποίες εξαργύρωσε ο ίδιος, αρκετές από τις επιταγές του Λοϊζου ήσαν στην κατοχή της Ουρανίας υπογραμμένες και οπισθογραφημένες από το Λοϊζο. Όταν μετά ερωτήθηκε ξανά για το ίδιο θέμα ανάφερε ότι πήγε στην ΣΠΕ και εξαργύρωσε επιταγές του Λοϊζου, περί τις 20 με 30 φορές. Στην κατάθεση του, τεκμηρίου 13, αναφέρει στη σελίδα 5 ότι πήγε «μέχρι το Μάϊο 2003 στην Ουρανία καμιά τριανταρκά φορές» και της έπαιρνε επιταγές του Λοϊζου. Ενώ προς το τέλος της αντεξέτασης του ανάφερε ότι πήγαινε καθημερινά στους Καπέδες διότι του το είχε ζητήσει ο φίλος του ο Λοϊζος. Αναφορικά με το θέμα της συμπλήρωσης των υπό αναφορά επιταγών ο κατηγορούμενος συμφώνησε με την έκθεση του γραφολόγου, Ε21, αστυφύλακα Γεώργιου Χρυσάνθου (ΜΚ22), λέγοντας ότι δύο ή τρεις επιταγές, στη δέσμη επιταγών τεκμήριο 1Α, τις συμπλήρωσε ολογράφως ο ίδιος, ισχυριζόμενος συγχρόνως ότι δεν έγραψε οτιδήποτε σ΄αυτές της δέσμης, τεκμήριο 2Α. Όμως, όταν ακολούθως του ετέθη ότι έγραψε ο ίδιος το ποσό και σε άλλες επιταγές των δύο δεσμίδων, τεκμήρια 1Α και 2Α, δεν απέκλεισε ότι ίσως, όπως το έθεσε, να το έγραψε σε αρκετές από αυτές. Τεθείς δε αντιμέτωπος με δήλωση στη κατάθεση του, τεκμήριο 13, στη σελίδα 14 όπου είχε πει ότι συμπλήρωσε το ποσό σε 32 συνολικά επιταγές, απάντησε ότι το είπε αυτό τότε στις 12.12.2003, όμως δεν ήταν σίγουρος, ευθυγραμμίζοντας έτσι τη μαρτυρία του για την εν λόγω πτυχή με αυτή του γραφολόγου ο οποίος αναφέρει στην έκθεση του ότι δεν μπορεί να εκφέρει άποψη για το ποιου γραφή ήσαν οι αριθμοί στις επιταγές. Για να προσθέσει ότι μεγάλος αριθμός επιταγών του Λοϊζου βρίσκονταν στην κατοχή της Ουρανίας συμπληρωμένες, πιθανόν, από το Λοϊζο. Συναφείς προς την πιο πάνω πτυχή είναι και οι αναφορές του κατηγορούμενου, κατά την αντεξέταση του πάντοτε, ότι το ποσό των επιταγών του Λοϊζου που εξαργύρωσε ο ίδιος στη ΣΠΕ ανέρχετο στις £130.000 με £170.000 όχι περισσότερο και ότι παρέδωσε το ποσό αυτό στο Λοϊζο. Όμως, δεν μπορούσε να πει ποιες συγκεκριμένες επιταγές αντιπροσώπευαν το πιο πάνω ποσό διότι τις επιταγές τις συμπλήρωνε η Ουρανία, στην παρουσία του, και αυτός έπαιρνε τα χρήματα και έφευγε. Αργότερα, ερωτηθείς για το ίδιο θέμα και με δεδομένο ότι είχε προηγουμένως παραδεκτεί ότι ίσως να είχε συμπληρώσει το ποσό σε 32 από τις υπό αναφορά επιταγές, παραδέχθηκε επίσης ότι το έκανε αυτό στην παρουσία της Ουρανίας, λέγοντας, συγκεκριμένα, ότι αφού έπαιρνε το χρηματικό ποσό έγραφε τον αριθμό στην επιταγή. Τεθείς ακολούθως αντιμέτωπος και πάλι με συγκεκριμένο ισχυρισμό στην κατάθεση του, τεκμήριο 13 στην σελίδα 6 όπου λέει ότι «Η Ουρανία συνολικά μου άλλαξε επιταγές του Λοϊζου για £300.000 με £350.000 περίπου» και όλα τα λεφτά τα έπαιρνε ο Λοϊζος, ισχυρίστηκε ότι σε κάθε περίπτωση είχε μιλήσει κατά προσέγγιση. Κάποια άλλα πράγματα που ανάφερε κατά την αντεξέταση του ο κατηγορούμενος είναι ότι διαφωνεί με το περιεχόμενο της κατάθεσης του Λοϊζου, ημερομηνίας 11.4.2006, τεκμήριο 37, η οποία τον ενοχοποιεί, και αντίθετα εξέφρασε τη συμφωνία του με το περιεχόμενο της επιστολής του ημερομηνίας 8.12.2003, τεκμήριο 8, την οποία ο Λοϊζος συνέγραψε όταν ήταν και αυτός μαζί του στη Ρουμανία, και την απέστειλε στη ΣΠΕ Καπέδων και στο κ. Ερωτόκριτο Χλωρακιώτη. Με την επιστολή αυτή ο Λοϊζος αναλάμβανε πλήρη ευθύνη για την εξαργύρωση των επιταγών του στην εν λόγω ΣΠΕ. ΄Οσο για το ύψος του φερόμενου ως κλαπέντος ποσού ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι το πληροφορήθηκε μετά τον έλεγχο που διενεργήθηκε στη ΣΠΕ και ότι η συνάντηση που είχε με τον κ. Χλωρακιώτη ήταν για να τον πληροφορήσει για το τι είχε συμβεί. Τέλος, ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι κατά διαστήματα είχε στείλει στο Λοϊζο στη Ρουμανία μέσω της Western Union, ποσό 8.000 ευρώ, περίπου, διότι του το είχε ζητήσει ο Λοϊζος για το λόγο ότι αντιμετώπιζε οικονομικό πρόβλημα. Ο κατηγορούμενος πρόσθετα με τη δική του μαρτυρία, πρόσφερε και αυτή του Λοϊζου Λοϊζου. Ο μάρτυρας αυτός άρχισε την κατάθεση του λέγοντας ότι ασχολείται με γενικό εμπόριο, με κτηματομεσιτικά και με ανάπτυξη γης εκτός Κύπρου. Την κατηγορούμενη, Ουρανία Χαραλάμπους, ισχυρίστηκε ότι τη γνωρίζει από το 1998 ενώ τον κατηγορούμενο Ρένο Ευθυμίου από το
- Ακολούθως, ανάφερε ότι περί το τέλος του 2002 όταν ο Ευθυμίου του ζήτησε να του αλλάξει μια επιταγή, δεν κρατούσε ο ίδιος χρήματα και μεσολάβησε στην Ουρανία η οποία του εξαργύρωσε την επιταγή. Συνέχισε, όπως είπε, να έχει τηλεφωνική επαφή μαζί της ενώ περί τον Απρίλιο του 2003 αποτάθηκε σ΄αυτή για να πάρει δάνειο από τη ΣΠΕ Καπέδων ύψους μισού εκατομμυρίου λιρών διότι θα αγόραζε ξενοδοχείο στη Ρουμανία. Η Ουρανία του είπε ότι δεν μπορούσε να του παραχωρήσει τέτοιο δάνειο η ΣΠΕ αλλά ίσως να μπορούσε η ίδια. Θα μιλούσε με το σύζυγο της και θα του απαντούσε. Τελικά, του είπε ότι μπορούσε να του δίνει η ίδια χρήματα σταδιακά μέχρι τη συμπλήρωση του πιο πάνω ποσού με τόκο 10%. Συμφώνησαν να της δίνει επιταγές δικές του σαν απόδειξη και αυτή θα του έδινε μετρητά. Όπως είπε, η Ουρανία γνώριζε ότι δεν υπήρχαν χρήματα κατατεθειμένα στο λογαριασμό του. Όταν άρχισε η υλοποίηση της συμφωνίας τους, ορισμένες επιταγές τις εξαργύρωσε στην Ουρανία ο ίδιος και ορισμένες ο Ευθυμίου. Τελικά, του έδωσε £408.000 και παρέμεινε να του δώσει ακόμα ένα ποσό £100.
- Διευκρινίζοντας περαιτέρω, ότι η Ουρανία του είχε παραδώσει του ιδίου προσωπικά στη Λευκωσία γύρω στις £200.000 με £250.000 ενώ τα άλλα του τα έδωσε μέσω του Ευθυμίου. Στο σημείο αυτό ο μάρτυρας αναγνώρισε στις επιταγές, τεκμήρια 1Α και 2Α, την υπογραφή του. Ακολούθως, ο Λοϊζου ανάφερε ότι έφυγε από την Κύπρο στις 31.5.2003, όμως, πριν φύγει είχε δώσει στην Ουρανία πέντε επιταγές προκειμένου να του έδινε και το υπόλοιπο ποσό για να συμπληρωθεί μισό εκατομμύριο. Όμως, όταν του είπε ότι δεν μπορούσε να του δώσει άλλα χρήματα, της είπε να τις σχίσει. Περαιτέρω, ανάφερε ότι τα χρήματα που πήρε από την Ουρανία τα έστειλε στη Ρουμανία όπου αγόρασε ξενοδοχείο. ΄Οσον αφορά την τύχη των επιταγών του ισχυρίστηκε ότι σε κάποιο στάδιο πληροφορήθηκε από την Τράπεζα του ότι κατατέθηκαν επιταγές του για £70.000 και ότι η Ουρανία ήθελε επειγόντως το ανάλογο ποσό. Αυτό, όπως είπε, συνέβηκε μέσα στο Νοέμβριο του 2003, όμως δεν μπορούσε να τη βοηθήσει εκείνη τη στιγμή. Μάλιστα την περίοδο εκείνη είχε πάει και ο Ευθυμίου στη Ρουμανία και τον παρακάλεσε να κανονίσει τις υποχρεώσεις του προς την Ουρανία η οποία είχε κάνει καταγγελία σχετικά στην αστυνομία. Το αποτέλεσμα της παρέμβασης του Ευθυμίου ήταν να στείλει την επιστολή ημερομηνίας 8.12.2003, τεκμήριο 8 προς τη ΣΠΕ Καπέδων και προς το Διοικητή Συνεργατικής Τράπεζας Ερωτόκριτο Χλωρακιώτη. Σ΄αυτήν ο Λοϊζου ανάφερε ό,τι και στην προφορική του μαρτυρία, δηλαδή τα περί συνάψεως από τον ίδιο και την Ουρανία συμφωνίας δανειοδότησης του από την τελευταία για ποσό μισού εκατομμυρίου λιρών για την αγορά ξενοδοχείου στη Ρουμανία και ότι το δάνειο αυτό θα το εξοφλούσε το αργότερο μέχρι τέλος Ιουνίου
- Επίσης, ανάφερε ότι στο πλαίσιο της εν λόγω συμφωνίας έδινε στην Ουρανία επιταγές του ως απόδειξη της παραλαβής των χρημάτων. Ότι στο αρχικό στάδιο πήγαινε ο ίδιος προσωπικά στο γραφείο της ΣΠΕ ενώ μεταγενέστερα μεγάλος αριθμός επιταγών του παραδόθηκαν στην Ουρανία από τον Ευθυμίου ο οποίος παραλάμβανε και τα χρήματα εκ μέρους του. Και τελειώνει η επιστολή με αναγνώριση από το Λοϊζο ότι παρέλαβε ο ίδιος ολόκληρο το ποσό των επιταγών του που εξαργύρωσε η Ουρανία και ότι θα της το εξοφλούσε το αργότερο μέχρι τέλος Ιουνίου
- Ερωτηθείς ο Λοϊζου εάν έχει ξεπληρώσει οποιοδήποτε μέρος αυτού του ποσού απάντησε αρνητικά. Στη συνέχεια ο Λοϊζου αναφέρθηκε στη σύλληψη του στη Ρουμανία στις 5.7.2005 με διεθνές ένταλμα σύλληψης και τη μεταφορά του στις 7.4.2006 στην Κύπρο. Ισχυρίστηκε ότι ενώ βρισκόταν εδώ με απειλές και πιέσεις του ζητούσε η αστυνομία να δώσει κατάθεση και πως με υποσχέσεις ότι θα αφήνετο ελεύθερος και ότι θα τιμωρείτο με φυλάκιση δώδεκα μηνών μόνο, αποφάσισε να ακολουθήσει, όπως είπε, αυτή τη γραμμή και στις 11.4.2006 έδωσε την κατάθεση η οποία κατατέθηκε αργότερα και σημειώθηκε τεκμήριο
- Και όπως εξηγεί, στην κατάθεση αυτή ανάφερε ότι ο Ευθυμίου έπαιρνε τα χρήματα και ότι ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με την υπόθεση. Επίσης, όπως ισχυρίστηκε, του υποσχέθηκαν ότι θα δικάζετο από το Επαρχιακό Δικαστήριο. Όμως, όταν άρχισε η δίκη του, αποφάσισε να πει στο δικαστήριο την αλήθεια και έτσι αμφισβήτησε τη θεληματικότητα της προαναφερθείσας κατάθεσης του. Δεν έγινε δεκτή η ένσταση του και όταν ακολούθως κατάθετε προφορικά στο δικαστήριο, προκειμένου να παραμείνει ελεύθερος μετά από έντεκα μήνες κράτησης, με υπόδειξη του αστυνομικού ανακριτή απέρριψε ως αναληθή αυτά που αναφέρονται στην επιστολή του, τεκμήριο
- Και αφού κατάθεσε όπως του υποδείχθηκε αφέθηκε ελεύθερος με εγγύηση. Προσθέτοντας ότι την προφορική μαρτυρία του στο δικαστήριο την έδωσε κατόπιν απειλών, πιέσεων και υποδείξεων της αστυνομίας. ΄Οσον αφορά την παρούσα δίκη ήθελε να έρθει να πει την αλήθεια διότι, όπως είπε, ένοιωθε τύψεις έναντι των κατηγορουμένων. Ο Λοϊζου αντεξετάστηκε επί μακρώ σε σχέση με τις διάφορες πτυχές της εκδοχής που πρόβαλε κατά την κυρίως εξέταση του και με την οποία ανέλαβε ο ίδιος προσωπικά την ευθύνη για την εξαργύρωση των επιταγών του από την κατηγορούμενη και την κάρπωση του προϊόντος τους. Βασικά, απαλλάσσοντας πλήρως τον κατηγορούμενο Ευθυμίου από οποιαδήποτε ευθύνη, και επαναλαμβάνοντας τη θέση ότι ο Ευθυμίου είχε ενεργήσει σε ορισμένες περιπτώσεις με οδηγίες του προβαίνοντας στην εξαργύρωση μερικών μόνο από τις επιταγές. Συναφώς προς το θέμα αυτό, ισχυρίστηκε ότι ο Ευθυμίου δεν πρέπει να πήγε στη ΣΠΕ για τον πιο πάνω σκοπό περισσότερες από είκοσι φορές. Ενώ ο ίδιος πήγε, όπως είπε, και εξαργύρωσε μέρος των υπό αναφορά επιταγών πέντε φορές. Για να μειώσει τις φορές, απαντώντας σε άλλη σχετική ερώτηση, σε τέσσερις περίπου, ενώ σε άλλο σημείο ισχυρίστηκε ότι στις πέντε φορές που πήγε περιλαμβάνονταν και οι δύο που είχε πάει προηγουμένως με τον Ευθυμίου. Κατά τις επισκέψεις του δε αυτές είπε αρχικά ότι είχε δώσει στην Ουρανία πέντε επιταγές. Μετά σε άλλη ερώτηση απάντησε ότι δε θυμόταν πόσες επιταγές της είχε δώσει για να προσθέσει ότι έτυχε φορές που της έδωσε περισσότερες από μια επιταγή διότι, όπως είπε, του το είχε ζητήσει η Ουρανία. Όπως διευκρίνισε, δεν της ζήτησε εξηγήσεις γι΄αυτό αλλά και δέκα και είκοσι να του ζητούσε θα τις έδινε διότι της είχε εμπιστοσύνη. Σε σχέση με την ίδια πτυχή ο Λοϊζου ισχυρίστηκε, επίσης, ότι κατά τους μήνες Απρίλιο και Μάϊο του 2003 είχε συναντηθεί με την Ουρανία στη Λευκωσία γύρω στις δεκαπέντε φορές και ότι κατά τις συναντήσεις τους αυτές της είχε δώσει και τις περισσότερες επιταγές. Της έδινε επιταγές για να κρατά, όπως είπε, διότι μπορούσε να τύχει περίπτωση να του τηλεφωνήσει για να του παραδώσει χρήματα στη Λευκωσία και αυτός να μην είχε το βιβλιάριο επιταγών μαζί του. Τέλος, για το θέμα αυτό ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος παρέλαβε από την Ουρανία περί τις £200.000 και θα της έδωσε για το ποσό αυτό είκοσι επιταγές. Ενώ άλλες £200.000 τις πήρε μέσω του Ευθυμίου. Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του ερωτηθείς ο μάρτυρας να πει ποιες επιταγές συμπλήρωσε αυτός και ποιες ο Ευθυμίου, ισχυρίστηκε βασικά ότι δεν ήταν σε θέση να ξεχωρίσει το γραφικό του χαρακτήρα, επικαλούμενος προς επιβεβαίωση της θέσης του αυτής την αδυναμία που διατύπωσε και ο γραφολόγος Γεώργιος Χρυσάνθου (ΜΚ22) να εκφράσει άποψη ως προς τα πρόσωπα στα οποία ανήκει ορισμένη γραφή στις υπό αναφορά επιταγές. Περαιτέρω, ερωτηθείς γιατί έγραφε να πληρωθούν «self» οι επιταγές τη στιγμή που σε αρκετές περιπτώσεις είχε παρουσιαστεί ο ίδιος, προσωπικά, για την εξαργύρωση τους, έδωσε την απάντηση ότι έτσι του είχε πει να γράφει η Ουρανία. Για να επαναλάβει στη συνέχεια ότι της είχε δώσει τις επιταγές για εγγύηση και η συμφωνία τους ήταν ότι δε θα τις χρησιμοποιούσε. Ο Λοίζου αναχώρησε, όπως είπε, για τη Ρουμανία στις 31.5.2003 συνοδευόμενος από την πρώην σύζυγο του ΄Αννα, το παιδί της και την μητέρα της. Μεταφέρθηκε πίσω στην Κύπρο στις 7.4.2006 εκδοθείς από τις Ρουμανικές αρχές κατόπιν σχετικού αιτήματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και αφού παρέμεινε υπό κράτηση στη Ρουμανία, μέχρι να αποφασιστεί η έκδοση του, για έντεκα μήνες, περίπου. Αναφερόμενος ο μάρτυρας στις δραστηριότητες του κατά τον πρώτον καιρό που βρισκόταν εκεί ισχυρίστηκε ότι χρησιμοποιώντας μέρος των χρημάτων τα οποία είχε πάρει από την Ουρανία, και συγκεκριμένα 300.000 ευρώ, αγόρασε ένα ξενοδοχείο ενώ με το υπόλοιπο ποσό αγόρασε γη. Αυτό συνέβηκε, όπως είπε, τον Ιούνιο του
- Προηγουμένως, αλλάζοντας άρδην προηγούμενη δήλωση του σχετικά, ισχυρίστηκε ότι ολόκληρο το ποσό που του είχε δώσει η Ουρανία το έδωσε σε ένα κύπριο επιχειρηματία στην Κύπρο ο οποίος είχε επιχειρήσεις στη Ρουμανία και εκείνος του έδωσε το αντίστοιχο ποσό στη χώρα εκείνη. Ακολούθως, ισχυρίστηκε ότι πώλησε το ξενοδοχείο το Νοέμβριο του ίδιου χρόνου για το ποσό των 380.000 ευρώ. Στο στάδιο αυτό υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι δεν έλεγε την αλήθεια και ότι δεν ήταν αυτός που είχε πάρει τα χρήματα από την Ουρανία αλλά ο Ευθυμίου. Διαφώνησε με τη θέση αυτή της κατηγορούσας αρχής. Όμως, συμφώνησε ότι κατά το 2003 και ενώ βρισκόταν μαζί με την οικογένεια του στη Ρουμανία του έστελλε κατά καιρούς χρήματα μέσω της Western Union ο Ευθυμίου. Θα του έστειλε γύρω στις 8.000 ευρώ. Στο γεγονός αυτό έχουν αναφερθεί ο Ευθυμίου, τα δύο πρόσωπα που ενεργούσαν για λογαριασμό του τελευταίου ήτοι ο Σπύρος Φλουρέντζου (ΜΚ20) και ο Δημήτρης Νικολάου (ΜΚ24) καθώς και η πρώην σύζυγος του Λοϊζου, ΄Αννα (MK18). Κατά το Λοϊζου ο λόγος που είχε ζητήσει από τον Ευθυμίου τα χρήματα αυτά ως «δανεικά» ήταν διότι είχε χρησιμοποιήσει όλα τα χρήματα που είχε εξασφαλίσει από την Κύπρο για τις προαναφερθείσες αγορές που πραγματοποίησε. Μάλιστα ισχυρίστηκε ότι είχε ζητήσει και από άλλους την περίοδο εκείνη δανεικά. Παρά τη θέση του αυτή ο μάρτυρας τεθείς αντιμέτωπος με τον ισχυρισμό της πρώην συζύγου του ΄Αννας ότι πολλές φορές δεν είχαν χρήματα ούτε για φαγητό, διατύπωσε τη θέση ότι η ΄Αννα δεν έλεγε την αλήθεια και ότι μάλιστα είχε βοηθήσει οικονομικά και την οικογένεια της ενώ και η δική του οικογένεια ζούσε χωρίς οποιεσδήποτε στερήσεις. Ακολούθως, όταν υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι η αλήθεια ήταν αυτά που είχε πει στην κατάθεση του προς την αστυνομία στις 11.4.2006, τεκμήριο 37, διαφώνησε λέγοντας, κατ΄αρχάς, ότι η κατάθεση αυτή ήταν προϊόν απειλών και πιέσεων που άσκησε προς αυτόν η αστυνομία ενώ αμέσως μετά ισχυρίστηκε ότι ήταν το προϊόν υποσχέσεων που του είχαν δώσει οι αστυνομικοί ότι θα αφήνετο ελεύθερος. Τελικά, ο Λοϊζου αφέθηκε ελεύθερος διαρκούσης της δίκης, με απόφαση του δικαστηρίου, μετά από δικό του αίτημα, στο οποίο ο δημόσιος κατήγορος είχε φέρει ένσταση. Για να ισχυριστεί σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του ότι ουσιαστικά την κατάθεση αυτή την έγραψε μόνος του ο αστυνομικός ανακριτής Μόδεστος Πογιατζής. Στη σημείο αυτό να αναφερθεί ότι στην εν λόγω κατάθεση ο Λοϊζου αποποιείται κάθε ευθύνης σε σχέση με την εξαργύρωση προς όφελος του των υπό αναφορά επιταγών από την Ουρανία, ισχυριζόμενος ότι η όλη υπόθεση ήταν επινόηση του κατηγορούμενου Ρένου Ευθυμίου ο οποίος καρπώθηκε και ολόκληρο το χρηματικό ποσό. Επίσης, δικής του επινόησης, δηλαδή του κατηγορούμενου, ήταν, όπως ανάφερε, και η επιστολή ημερομηνίας 8.12.2003, τεκμήριο 8, την οποία είχε στείλει με προτροπή του κατηγορούμενου από τη Ρουμανία προς τη ΣΠΕ Καπέδων και προς τον κ.Χλωρακιώτη. Αυτή είναι όλη η μαρτυρία. Δε χρειάζεται πιστεύουμε στο στάδιο αυτό της αξιολόγησης να ασχοληθούμε ιδιαίτερα με τη μαρτυρία οποιουδήποτε των μαρτύρων κατηγορίας δηλαδή των λειτουργών του Συνεργατισμού και των διαφόρων εμπορικών τραπεζών, των ανθρώπων του περίγυρου του κατηγορούμενου Ευθυμίου, των μελών της αστυνομικής δύναμης που ασχολήθηκαν με την υπόθεση και της πρώην συζύγου του Λοϊζου Claudia Anna Ionesco. ΄Εχουμε παραθέσει τη μαρτυρία καθ΄ενός από αυτούς με τη μεγαλύτερη δυνατή συντομία και στο βαθμό που αυτή κρίθηκε σχετική. Διαπιστώνουμε ότι κανείς από τους μάρτυρες αυτούς έχει σε οποιοδήποτε βαθμό ή και ουσιωδώς αμφισβητηθεί ή ότι η μαρτυρία του περιέχει οποιεσδήποτε ασάφειες ή αντιφάσεις. Ό,τι δε παρατίθεται πιο πάνω από τη μαρτυρία των εν λόγω μαρτύρων γίνεται αποδεκτό ως αληθές και αποτελεί μέρος των ευρημάτων μας σε σχέση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. ΄Οσον αφορά τους βασικούς συνεισφορείς μαρτυρίας στην υπόθεση, αυτοί είναι οι δύο κατηγορούμενοι και ο μάρτυρας υπεράσπισης Λοϊζος Λοϊζου ο οποίος κατάθεσε τελευταίος στη δίκη. Θα εξετάσουμε τη μαρτυρία του πρώτα. Σε κάποιο στάδιο ενώ κατάθετε προφορικά, ο Λοϊζου διατύπωσε τη θέση ότι ήθελε πολύ να έρθει στο δικαστήριο να πει την αλήθεια γιατί ένιωθε τύψεις που ο Ευθυμίου και η Ουρανία είναι σήμερα κατηγορούμενοι. Βέβαια, η επιθυμία αυτή του Λοϊζου από μόνη της δε βοηθά στο να γίνει η εκδοχή του πιστευτή αφού η κρίση του δικαστηρίου επί οποιασδήποτε μαρτυρίας θα πρέπει να είναι το αποτέλεσμα εφαρμογής αντικειμενικών κριτηρίων. Είμαστε δε της γνώμης ότι η μαρτυρία του Λοίζου δεν ικανοποιεί ούτε κατά το ελάχιστο την προϋπόθεση αυτή. Όπως εκτίθεται πιο πάνω είναι πασιφανές ότι πάσχει εγγενώς. Και η μεγαλύτερη αδυναμία της είναι σε σχέση με ό,τι βρίσκεται στο επίκεντρο της. Συγκεκριμένα, σε διαφορετικούς χρόνους ο Λοϊζου πρόβαλε διαφορετική εκδοχή για το ρόλο που διαδραμάτισε ο ίδιος και ο Ευθυμίου στην υπόθεση. Αρχικά ανέλαβε ο ίδιος όλη την ευθύνη, μέσω της εκδοχής για σύναψη συμφωνίας δανειοδότησης του με την Ουρανία. Αναφερόμαστε στο περιεχόμενο της επιστολής του ημερομηνίας 8.12.2003, τεκμήριο 8, την οποία είχε στείλει από τη Ρουμανία ενώ μαζί του στην χώρα εκείνη βρισκόταν τότε και ο Ρένος Ευθυμίου. Όταν αργότερα τον Απρίλιο του 2006 μεταφέρθηκε στην Κύπρο από την αστυνομία, έδωσε στις 11.4.2007 κατάθεση προς τους ανακριτές, τεκμήριο 37, με την οποία αναιρεί πλήρως τα όσα ανάφερε στην προαναφερθείσα επιστολή, τεκμήριο 8, και ουσιαστικά επιρρίπτει όλη την ευθύνη στον Ευθυμίου λέγοντας μάλιστα ότι η εκδοχή την οποία είχε προβάλει στην εν λόγω επιστολή ήταν επινόηση δική του. Ακολούθως, κατά τη διάρκεια της δίκης του ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου στην υπόθεση 4062/2006 προσέβαλε τη θεληματικότητα της προαναφερθείσας κατάθεσης γιατί, όπως ισχυρίστηκε ενώπιον μας, ήθελε να πει την αλήθεια. Εντούτοις όταν στη συνέχεια κατέθετε σε υπεράσπιση του, υποστήριξε την εκδοχή που προβάλλει στην εν λόγω κατάθεση, τεκμήριο 37, όπως και πάλι ανάφερε στην παρούσα δίκη. Μάλιστα, προβάλλοντας ένα ισχυρισμό πασιφανώς ψεύτικο. Ισχυρίστηκε ότι του είχε υποσχεθεί η αστυνομία ότι αν έλεγε αυτά που είπε και στην κατάθεση, τεκμήριο 37, θα αφήνετο ελεύθερος ενώ με δική του παραδοχή η αστυνομία είχε προβάλει ένσταση στο σχετικό αίτημα του, το οποίο όμως το εκδικάζον δικαστήριο αποδέχθηκε. Ο Λοίζου τελικώς αθωώθηκε στην εν λόγω ποινική υπόθεση στην οποία αντιμετώπισε ίδιες κατηγορίες όπως και οι κατηγορούμενοι στην παρούσα υπόθεση. Δεν είναι δυνατό να δικαστεί ξανά για τα ίδια αδικήματα. Στη συνέχεια ενώ κατάθετε ενώπιον μας ως μάρτυρας υπεράσπισης του Ευθυμίου αποκήρυξε την εκδοχή που προβάλλει στην κατάθεση του, τεκμήριο 37 και υποστήριξε ότι η αλήθεια είναι τα όσα ανάφερε στην προναναφερθείσα επιστολή του, τεκμήριο
- Με βάση δε τα όσα εξετάζονται πιο πάνω τίθεται, πιστεύουμε, εύλογα το ερώτημα πότε τελικά ο μάρτυρας αυτός λέει την αλήθεια. Κατ΄αρχάς να παρατηρήσουμε ότι ο Λοϊζου δεν μας έχει πείσει για τη γνησιότητα των λόγων που τον οδήγησαν να αλλάζει κάθε φορά την εκδοχή του. Ειδικά οι λόγοι που πρόβαλε για τη μη θεληματικότητα της κατάθεσης του, τεκμήριο 37, όπως εκτίθενται πιο πάνω είναι αντιφατικοί μεταξύ τους ενώ η υποστήριξη της ακολούθως με την προφορική μαρτυρία που έδωσε ενώπιον του δικαστηρίου καταρρίπτει πλήρως τον πιο πάνω ισχυρισμό του. Πρόσθετα, είναι πασιφανές ότι οι δύο βασικές εκδοχές, όσον αφορά το ρόλο του ιδίου και του Ευθυμίου που πρόβαλε κατά καιρούς, είναι άκρως αντιφατικές μεταξύ τους. Κατά συνέπεια δεν είναι δυνατό με βάση τα όσα σχετικά διαπιστώνουμε πιο πάνω να γίνει πιστευτή οποιαδήποτε από αυτές τις εκδοχές. Ο μάρτυρας Λοϊζου κάθε άλλο παρά φιλαλήθης μπορεί να χαρακτηριστεί αφού με δική του ομολογία άλλαζε την εκδοχή του ανάλογα με το τι έκρινε ότι ήταν συμφέρον να πει στην κάθε συγκεκριμένη στιγμή. Η διαπίστωση αυτή πιστεύουμε είναι αρκετή για να απορρίψουμε ως αναξιόπιστη τη μαρτυρία του Λοϊζου στο σύνολο της, μη εξαιρουμένων και των άλλων πτυχών της όπου επίσης διαπιστώνουμε να υπάρχουν σοβαρές αντιφάσεις και ανακρίβειες. Θα περιοριστούμε σε σχέση με αυτές, στο να επισημάνουμε, κατ΄αρχάς το εξωπραγματικό της ιστορίας για δήθεν συμφωνία δανειοδότησης του από την υπάλληλο της ΣΠΕ Καπέδων, όπως ήταν η κατηγορούμενη έχοντας ένα πενιχρό εισόδημα, με ποσό ύψους μισού εκατομμυρίου λιρών αφού όπως αφέθηκε σαφώς να νοηθεί το δάνειο θα ήταν από δικά της χρήματα. Επίσης, επισημαίνουμε το παράλογο και αντιφατικό του ισχυρισμού του ότι ενώ ήταν επιχειρηματίας, δεν μπορούσε να εξαργυρώσει μια επιταγή για £350 του φίλου του Ευθυμίου και περαιτέρω ενώ βρισκόταν στη Ρουμανία όπου είχε μεταφέρει και τα χρήματα που του είχε δώσει η Ουρανία, δεν μπορούσε να ικανοποιήσει ούτε και τις καθημερινές ανάγκες διαβίωσης της οικογένειας του. Επιπλέον, ανκαι το Νοέμβριο του 2003 είχε πωλήσει, όπως ισχυρίστηκε, το ξενοδοχείο που είχε αγοράσει προηγουμένως, για 380.000 ευρώ, συνέχισε η δυσπραγία του καθώς και η εξάρτηση του από την οικονομική βοήθεια που του παρείχε ο Ευθυμίου ενώ δεν είχε και ποσό £70.000 για να στείλει στην Ουρανία ώστε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα που αντιμετώπιζε σε σχέση με την εξαργύρωση των επιταγών του. Ως εξίσου αν όχι και πιο σημαντικές επισημαίνουμε τις αντιφάσεις στις οποίες έχει υποπέσει ο Λοϊζου σε σχέση με τις φορές που μετέβη ο ίδιος και ο Ευθυμίου στη ΣΠΕ για εξαργύρωση επιταγών, τον αριθμό των επιταγών που εξαργύρωσαν και τα χρήματα που πήραν από τη ΣΠΕ αυτός και ο Ευθυμίου καθώς και ως προς τον τρόπο που πήρε τα χρήματα στη Ρουμανία. Πρόκειται για σημαντικές επιμέρους πτυχές της εκδοχής που υποστήριξε ενώπιον του δικαστηρίου δεδομένου ότι αφορούν τις ενέργειες του κατά τον ουσιώδη χρόνο πλην όμως τίποτε από τα όσα ανάφερε έχουν σχέση με την ακρίβεια και τη συνέπεια που χαρακτηρίζει την εξιστόρηση της αλήθειας την οποία ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι είχε ο ίδιος ζήσει. Ο κατηγορούμενος Ρένος Ευθυμίου με τη δική του μαρτυρία ουσιαστικά επιχειρεί να κάνει το ίδιο που έκανε και ο Λοϊζου, δηλαδή να εμπλέξει όσο περισσότερο μπορούσε στην υπόθεση τον τελευταίο, παρουσιάζοντας συγχρόνως τον εαυτό του ως απλώς τον κομιστή των επιταγών στην Ουρανία και των χρημάτων που αυτή του έδινε στο Λοϊζου. Η μαρτυρία του η οποία παρατίθεται σε κάποια έκταση προηγουμένως, προσπαθεί, ακριβώς, να παρουσιάσει τις δύο πτυχές που αναφέρονται πιο πάνω αυτής της εκδοχής πλην όμως είναι η διαπίστωση μας ότι το περιεχόμενο της βρίθει από αντιφάσεις στις διάφορες επιμέρους αναφορές του σχετικά. Τις αντιφάσεις αυτές τις επισημαίνουμε συγχρόνως με την παράθεση της μαρτυρίας ώστε να μη χρειάζεται να τις επαναλάβουμε. Συγκρίνοντας μεταξύ των διαφόρων ισχυρισμών του κατηγορούμενου τους οποίους πρόβαλε κατά την προφορική του μαρτυρία αλλά και με τα όσα ισχυρίστηκε στην κατάθεση του προς την αστυνομία, τεκμήριο 13, παρατηρούμε ότι σε σχέση με καμιά πτυχή ο κατηγορούμενος ήταν ακριβής και συνεπής, όπως θα αναμένετο από κάποιο ο οποίος βίωσε τα γεγονότα που αφηγείται. Ας σημειωθεί δε ότι σε σχέση με την προαναφερθείσα κατάθεση του την οποία έδωσε στις 12.12.2003, υιοθέτησε πλήρως το περιεχόμενο της όταν κατάθετε ενώπιον μας ενόρκως. Πολύ σύντομα παρατηρούμε ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν ακριβής και συνεπής ούτε σε σχέση με τις φορές που μετέβη ο ίδιος με το Λοϊζου στη ΣΠΕ Καπέδων, ούτε για το χρόνο που είχε εξαργυρώσει τις διάφορες επιταγές που τον έφεραν ως δικαιούχο και ιδιαίτερα αυτές του Αριστοτέλους και του Τσουρή. Ενώ η μαρτυρία του σε σχέση με το τελευταίο θέμα είναι και αντίθετη με αδιαμφισβήτητη μαρτυρία που έδωσαν σχετικά μάρτυρες κατηγορίας. Επίσης, αντιφατικές ήσαν και οι αναφορές του κατηγορούμενου σε σχέση με τον αριθμό των επιταγών που εξαργύρωσε ο ίδιος και αυτών που εξαργύρωσε ο Λοϊζου καθώς και σε σχέση με το ποσό των χρημάτων που είχε πάρει από την Ουρανία και το παρέδωσε δήθεν στον τελευταίο. Σε σχέση με το θέμα των επιταγών, και ανεξάρτητα από το ποσό που αντιπροσώπευαν, ταύτισε τη θέση του με αυτή του γραφολόγου ο οποίος εφαρμόζοντας επιστημονική μέθοδο εντούτοις δεν ήταν δυνατό να πει ποιος είχε γράψει τα ποσά αριθμητικά σ΄αυτές. Αφελώς, παραγνωρίζοντας ο κατηγορούμενος το γεγονός ότι ο ίδιος μιλούσε για γεγονότα τα οποία υποτίθεται ότι είχε βιώσει. ΄Επειτα, μας φαίνεται παράξενο και εξωπραγματικό ένας που δεν είχε καθόλου συμφέρον ο ίδιος, όπως ο Ευθυμίου ισχυρίστηκε, να πηγαίνει καθημερινώς και για αρκετό χρόνο, στους Καπέδες και συγκεκριμένα στο γραφείο της ΣΠΕ για να εξαργυρώσει δήθεν επιταγές του φίλου και γνωστού του υπό τέτοιες ύποπτες συνθήκες που αποκαλύπτουν τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα. Και μετά όταν αποκαλύφθηκε η ατασθαλία στη ΣΠΕ να πηγαίνει αυτή τη φορά υποβαλλόμενος, προφανώς, και σε σοβαρές δαπάνες, στη Ρουμανία απλώς και μόνο για να παρακαλέσει το φίλο του Λοϊζου να μην αφήσει εκτεθειμένη την Ουρανία. Ενώ πρόσθετα έστελλε και χρήματα στο Λοϊζου για να ανταπεξέλθει στην καθημερινή διαβίωση του, μάλιστα τη στιγμή που γνώριζε ότι κατά την ίδια περίοδο του εξαργύρωσε, όπως είναι ο ισχυρισμός του, επιταγές για σχεδόν μισό εκατομμύριο λίρες και του έδωσε το ποσό αυτό. Ας σημειωθεί ότι το ίδιο ενδιαφέρο ήτοι να μεσολαβήσει στο φίλο του Λοϊζο για να βοηθήσει, δήθεν, την κατηγορούμενη είχε δείξει και ενώπιον των συνεργατικών λειτουργών καθώς και του κ.Χλωρακιώτη. Δεν έχουμε πραγματικά πεισθεί για το γνήσιο του ενδιαφέροντος του, είτε για το Λοϊζου είτε για την κατηγορούμενη. Η εμπλοκή του ήταν για να εξυπηρετήσει και να προστατεύσει τα δικά του αλλότρια συμφέροντα και η μετάβαση του στη Ρουμανία είχε ακριβώς ως σκοπό να βεβαιωθεί ότι ο Λοϊζου θα έστελλε, όπως και έγινε, την επιστολή, τεκμήριο 8, με την οποία αναλάμβανε όλη την ευθύνη για την υπόθεση αυτή. Επομένως, καταλήγουμε ότι ούτε και τη μαρτυρία του κατηγορούμενου είναι δυνατό να την κάνουμε αποδεκτή. Πασιφανώς, ο κατηγορούμενος εκ προθέσεως απέφυγε να πει την αλήθεια σε σχέση με ουσιώδεις πτυχές της υπόθεσης που αφορούν το ρόλο που διαδραμάτισε στα γεγονότα, όπως και ο Λοϊζου. Ουσιαστικά προσπάθησαν και οι δύο να εξυπηρετήσουν τον ίδιο σκοπό, δηλαδή την αποενοχοποίηση του κατηγορούμενου Ευθυμίου, μετά από τα όσα ανάφερε η Ουρανία στην κατάθεση της, τεκμήριο 6, και κατά τη δίκη. Η μαρτυρία της Ουρανίας είναι και η μόνη η οποία εμπλέκει τον κατηγορούμενο στη διάπραξη των υπό εξέταση αδικημάτων και σίγουρα είναι αντίθετη με τα όσα ο ίδιος και ο Λοϊζου έχουν ισχυριστεί. Βέβαια, η μαρτυρία και των δύο αυτών έχει ήδη απορριφθεί ως αναξιόπιστη εξεταζόμενη αποκλειστικά και μόνο με βάση το περιεχόμενο της. Όμως, η κατάληξη αυτή δεν καθιστά χωρίς άλλο τη μαρτυρία της κατηγορούμενης αποδεκτή. Θα πρέπει πρώτα να κριθεί αξιόπιστη υπό το φως και της υπόλοιπης μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής. Στο πλαίσιο αυτό ένα σημαντικό στοιχείο το οποίο θα πρέπει να συνεκτιμηθεί, αφορά στο γεγονός ότι η Ουρανία είναι συναυτουργός και συγκατηγορούμενη του Ευθυμίου. Πρόκειται για καθαρή περίπτωση συναυτουργού δεδομένου ότι με τη μαρτυρία της εμπλέκει άμεσα και τον εαυτό της στη διάπραξη των υπό εξέταση αδικημάτων και ιδιαίτερα του αδικήματος της κλοπής υπό υπαλλήλου. Ο νόμος είναι ότι αν το δικαστήριο αξιολογώντας τη μαρτυρία συναυτουργού, υπό το φως του συνόλου της μαρτυρίας και έχοντας και τον παράγοντα αυτό κατά νου, την κρίνει αξιόπιστη, τότε μπορεί να βασιστεί σ΄αυτή και να καταδικάσει τον κατηγορούμενο έστω και στην απουσία ενισχυτικής μαρτυρίας. Όμως, σε τέτοια περίπτωση οφείλει, όπως και πάλιν ο νόμος ορίζει, να προειδοποιήσει εαυτό εάν θα προχωρήσει χωρίς ενίσχυση, για τους εγγενείς κινδύνους που εμπεριέχει τέτοια μαρτυρία από το γεγονός ότι εμπλέκεται και ο ίδιος στη διάπραξη του αδικήματος (βλ. R. v. Βaskerville (1916-17) Αll ER Repr.38). Αναφερόμενος στον πιο πάνω κανόνα του δικαίου της απόδειξης ο Βασιλειάδης Πρ. στην υπόθεση Peristianis v. The Police
(1969)2 CLR 137, έθεσε το θέμα ως εξής, στη σελίδα 143: «No question of corroboration arises when the trial Court (or Judge) at the end of the trial, assessing the credibility of an accomplice-witness whom they heard and saw in the witness-box, feel in their judicial conscience, after duly warning themselves according to law, that they can safely act on his evidence in determining the crucial issue in the case. (See Zacharia v. The Republic, 1962, C.L.R. 52). The whole evidence adduced by all concerned, is already before them; and the Court have considered it in the light of comment and argument from all parties. If at that stage the Court felt that the accomplice's evidence on the crucial issue is true and substantially correct, no question of corroboration arises». Αν όμως η πίστη του δικαστηρίου προς αυτή τη μαρτυρία του συναυτουργού δεν ικανοποιείται στο βαθμό που απαιτείται σε μια ποινική υπόθεση, τότε μπορεί και πρέπει να αναζητήσει ανεξάρτητη ενισχυτική μαρτυρία η οποία να τείνει προς την ενοχοποίηση του κατηγορούμενου. Εκτός βέβαια και αν εκ προοιμίου τη θεωρεί αναξιόπιστη οπότε δεν είναι δυνατό υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις να βασιστεί σ΄αυτή. Σε σχέση με το πιο πάνω θέμα έχουμε υπόψη ότι σχετικές είναι και οι υποθέσεις Zacharia v. The Republic
(1962)CLR 52, Ευαγγέλου v. Αστυνομίας (Αρ.7)
(1999)2 ΑΑΔ 24, σελίδα 34, Χριστοδούλου v. Δημοκρατίας (Αρ.2)
(2000)2 ΑΑΔ 628, σελίδα 658 και Χατζημάρκου v. Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 482. Προχωρώντας λοιπόν στο επόμενο στάδιο, αυτό της αξιολόγησης της μαρτυρίας της κατηγορούμενης έχουμε πλήρη επίγνωση και λαμβάνουμε υπόψη το γεγονός ότι στην παρούσα υπόθεση κατηγορείται από κοινού με το Ρένο Ευθυμίου, τον άλλο κατηγορούμενο στην υπόθεση, ουσιαστικά για διάπραξη των ιδίων αδικημάτων. Είναι συναυτουργοί και συνάμα συγκατηγορούμενοι στην ίδια ποινική υπόθεση και λαμβάνουμε και τον παράγοντα αυτό υπόψη κατά την εξέταση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας της κατηγορούμενης. Η αρχή που εκτίθεται πιο πάνω μπορεί να χαρακτηριστεί ως προέκταση του κανόνα του δικαίου της απόδειξης ότι η κατάθεση ενός αυτουργού προς την αστυνομία δεν είναι αποδεκτή μαρτυρία εναντίον του συναυτουργού του (βλ. Κύτας v. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 209 και Καττής v. Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 262). Στην προκειμένη περίπτωση τέτοια είναι η κατάθεση της κατηγορούμενης ημερομηνίας 4.12.2003, τεκμήριο 6, στο στάδιο που είχε κατατεθεί από τον ανακριτή της υπόθεσης ως μαρτυρία για την κατηγορούσα αρχή. Όμως, αργότερα καταθέτοντας η κατηγορούμενη προς υπεράσπιση της, υιοθέτησε το περιεχόμενο της εν λόγω κατάθεσης ως μέρος της μαρτυρίας της στην κυρίως εξέταση. Η δυνατότητα αυτή παρέχεται σε κάθε μάρτυρα με βάση το άρθρο 25 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, το οποίο έχει εισαχθεί στο βασικό νόμο με τον τροποποιητικό Νόμο 32(Ι)/
- Ακολούθως, αντεξετάστηκε τόσο από το συνήγορο του συγκατηγορούμενου της όσο και από τη συνήγορο για την κατηγορούσα αρχή. ΄Εχοντας λοιπόν κατ΄αρχάς, υπόψη το περιεχόμενο του ημερολογίου ενεργείας της υπαστυνόμου Σοφοκλέους, τεκμήριο 34 διαπιστώνουμε ότι διενεργώντας η κατηγορούμενη στις 29.11.2003 την καταγγελία της εναντίον του κατηγορούμενου υπήρξε διστακτική. Η έμφαση δόθηκε στο να παρουσιάσει τον εαυτό της ως θύμα εκμετάλλευσης της εμπιστοσύνης που είχε δείξει στον κατηγορούμενο, αφού όπως ισχυρίστηκε την είχε πείσει με διάφορα που της είχε πει κατά καιρούς να του εξαργυρώσει επιταγές με δικαιούχο τον ίδιο οι οποίες δεν είχαν αντίκρισμα. Βέβαια, οι περιστάσεις που τους αφηγήθηκε ήσαν τέτοιες που δεν εξέλειπε και τότε το στοιχείο της υποψίας ότι η κατηγορούμενη πιθανό να ενέχετο στη διάπραξη του αδικήματος της κλοπής. Είναι φανερό ότι το αντιλαμβανόταν αυτό και η ίδια δεδομένων των όσων είχε εκμυστηρευθεί σχετικά στη φίλη της Μάρω Τζιωνή, νωρίτερα τον ίδια μήνα και αναφέρονται στη μαρτυρία της τελευταίας που παραθέσαμε προηγουμένως. Τις περιστάσεις αυτές τις ανάφερε η κατηγορούμενη και αργότερα, στις 4.12.2003, στην κατάθεση της προς την αστυνομία, τεκμήριο
- Όμως, από κάποιο στάδιο και μετά ενώ αφηγείτο άρχισε να γίνεται ακόμα πιο αποκαλυπτική. Αφού διατύπωσε την ανάγκη που ένοιωθε να πει την αλήθεια, άρχισε να περιγράφει ό,τι μπορεί να χαρακτηριστεί ως η ουσία του πράγματος. Πασιφανώς της το επέβαλλε η συνείδηση της. Αυτό διαφαίνεται μέσα από τα λεγόμενα της αλλά και από τη λογική των πραγμάτων. Στη φάση εκείνη ετίθετο αμείλικτο το ερώτημα, για ποιο λόγο συνέχιζε να εξαργυρώνει στον κατηγορούμενο επιταγές τη στιγμή που όταν αρχικά τις κατάθετε επέστρεφαν απλήρωτες. Την απάντηση την έδωσε η ίδια συνεχίζοντας την αφήγηση της μετά το ξέσπασμα συνείδησης που αναφέρεται πιο πάνω. ΄Ηταν επειδή ο κατηγορούμενος της έδινε και ένα ποσό αυτής για κάθε επιταγή που του εξαργύρωνε. Όπως χαρακτηριστικά είπε, για την ευκολία που του έκανε. ΄Ετσι το θεωρούσαν και οι δύο. Σε μια περίπτωση η κατηγορούμενη περιέγραψε το ποσό αυτό ως «προμήθεια». Το άλλο συναφές ερώτημα είναι ως προς τη φύση της ευκολίας που έκανε στον κατηγορούμενο. Συνεχίζοντας την αφήγηση της η κατηγορούμενη, έδωσε και γι΄αυτό απάντηση. Γνώριζε, όπως είπε, ευθύς εξαρχής, δηλαδή από τη στιγμή που άρχισε να δέχεται την «προμήθεια» ότι τουλάχιστο στο στάδιο της εξαργύρωσης από την ίδια των επιταγών που της παρουσίαζε ο κατηγορούμενος αυτές δεν είχαν αντίκρισμα. Ενώ όσον αφορά τις 39 επιταγές του Λοϊζου που της παρουσίασε ο κατηγορούμενος αργότερα, το γνώριζε αυτό από το στάδιο της παράδοσης τους προς αυτή. Και αν κατάθεσε σε κάποιο στάδιο τις πρώτες εννέα επιταγές, τεκμήριο 1Α ήταν διότι της είχε πει ο κατηγορούμενος ότι θα κατάθετε στο λογαριασμό στον οποίο είχαν εκδοθεί £70.
- Συγκεκριμένα, για όλες τις επιταγές του Λοϊζου ο κατηγορούμενος της έλεγε ότι θα τις κανόνιζε σε κάποιο στάδιο, όμως δεν της είχε πει το χρόνο που θα το έκανε αυτό. Εν πάση περιπτώσει, τις υπόλοιπες τριάντα επιταγές που της έδωσε, δεν τις κατάθεσε καθότι οι επιταγές αυτές δεν ήσαν καν συμπληρωμένες όταν τις παρέλαβε από τον κατηγορούμενο. Τα πιο πάνω στοιχεία μαρτυρίας είναι στο επίκεντρο των όσων ανάφερε η κατηγορούμενη ενώπιον μας. Παραδέχθηκε επίσης ότι το ποσό της «προμήθειας» που της έδωσε ο κατηγορούμενος είναι η διαφορά που διαπίστωσε η Ελεγκτική Υπηρεσία μεταξύ του ταμειακού ελλείμματος που ήταν £402.150 και του συνόλου του ποσού των 39 επιταγών που είναι £453.
- Η εν λόγω διαφορά υπολογίζεται στις £51.000, περίπου. Με τα όσα αναφέρονται πιο πάνω η κατηγορούμενη, βασικά, ενέπλεξε πλήρως τον εαυτό της στη διάπραξη των υπό εξέταση αδικημάτων. Στον ίδιο ή και σε μεγαλύτερο βαθμό ενέπλεξε, συγχρόνως, και τον κατηγορούμενο, για τον οποίο ανάφερε πρόσθετα ότι μόνο αυτός και κανένας άλλος δεν της παρουσίασε τις 39 επιταγές του Λοϊζου. Επί του προκειμένου σχετική είναι και η μαρτυρία της κας Τσολάκη καθώς και του κ.Χλωρακιώτη ενώπιον των οποίων και στην παρουσία του κατηγορούμενου είχε λεχθεί ότι ήταν αυτός που παρουσίαζε τις επιταγές του Λοϊζου στην Ουρανία, όμως ο ίδιος σε κανένα στάδιο της υπόθεσης δεν αμφισβήτησε τις μαρτυρίες αυτές. Συγκεκριμένα, στον κ.Χλωρακιώτη το είχε αναφέρει ο ίδιος. ΄Οσον αφορά το Λοϊζου, η κατηγορούμενη ήταν πάντα σταθερή στη θέση της ότι δεν το γνωρίζει και δεν τον είδε ποτέ. Η υπόλοιπη μαρτυρία της κατηγορούμενης που ουσιαστικά θέτει το πλαίσιο ή και αναφέρεται σε πτυχές της πιο πάνω βασικής εκδοχής της, δεν παρεκκλίνει και ούτε αντιφατική είναι με αυτή. Μπορεί να περιέχει αριθμητικές ανακρίβειες ή ανακρίβειες όσον αφορά το χρόνο που μπορεί να συνέβηκαν κάποια πράγματα που ανάφερε. Όμως, ο πυρήνας της εκδοχής της παραμένει αναλλοίωτος σε αντίθεση με ό,τι έχει διαπιστωθεί σε σχέση με τη βασική εκδοχή του κατηγορούμενου και του Λοϊζου. Συνεπώς, αποδεχόμαστε ως αληθή τα όσα ανάφερε η κατηγορούμενη σε σχέση με τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες εξαργύρωνε στον κατηγορούμενο τις επιταγές που αυτός κατά καιρούς της παρουσίαζε. Είτε αυτές είναι οι επιταγές διαφόρων εκδοτών με δικαιούχο τον κατηγορούμενο είτε είναι οι 39 επιταγές που είχαν ως εκδότη τους το Λοϊζου και ήσαν πληρωτέες «self». ΄Εχουμε καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό αφού κρίναμε ως αξιόπιστη μάρτυρα την κατηγορούμενη και αφού προειδοποιήσαμε συγχρόνως τους εαυτούς μας για το αναμφισβήτητο γεγονός ότι η κατηγορούμενη είναι συναυτουργός. Συγκεκριμένα, για το τελευταίο αυτό θέμα, θέλουμε να παρατηρήσουμε ότι είμαστε ικανοποιημένοι ότι στο τέλος της ημέρας η κατηγορούμενη είπε την πραγματική αλήθεια και δε διαπιστώνουμε ούτε μας υπεδείχθη γιατί να ήθελε να ενοχοποιήσει τον κατηγορούμενο και όχι για παράδειγμα το Λοϊζου που ήταν και ο εκδότης των επιταγών, ειδικότερα αν το γνώριζε, όπως ήταν ο ισχυρισμός και των δύο αντρών. ΄Η να ενοχοποιήσει και τους δύο συγχρόνως. Ενοχοποίησε όμως μόνο τον κατηγορούμενο διότι έτσι είχαν τα γεγονότα, όπως ακριβώς τα αφηγήθηκε. ΄Επειτα, με τα όσα ανάφερε δεν εξαίρεσε ούτε επιβάρυνε λιγότερο την θέση της, και η στερεότυπη δήλωση της ότι ήταν παλαβή και εμπιστεύτηκε τον κατηγορούμενο επιβεβαιώνει την εμπλοκή της στην υπόθεση παρά οτιδήποτε άλλο. Μετά από την ανάλυση και την αποδοχή της πιο πάνω μαρτυρίας οδηγούμαστε στα ακόλουθα ευρήματα, πρόσθετα με τα ευρήματα στα οποία έχουμε προβεί προηγουμένως. Κατά το Νοέμβριο του 2002 ο κατηγορούμενος μετέβη πρώτη φορά στη ΣΠΕ Καπέδων και χωρίς να είναι μέλος ή να διατηρεί κάποιο λογαριασμό σ΄αυτή, η γραμματέας, κατηγορούμενη Ουρανία Χαραλάμπους, του εξαργύρωσε μια επιταγή της Τράπεζας Κύπρου στην οποία εμφανίζετο ως ο δικαιούχος, για ποσό £
- Η επιταγή αυτή όταν κατατέθηκε για εκκαθάριση επιστράφηκε απλήρωτη. Κληθείς ο κατηγορούμενος από την Ουρανία να διευθετήσει το ποσό της εν λόγω επιταγής, της προσκόμισε δεύτερη επιταγή για ποσό £1.
- Η κατηγορούμενη την έλαβε προς εξόφληση της πρώτης επιταγής ενώ το υπόλοιπο το κατέβαλε στον κατηγορούμενο σε μετρητά. Στην πορεία επιστράφηκε και αυτή η επιταγή απλήρωτη. Όμως, από το σημείο εκείνο και μετά οι κατηγορούμενοι συμφώνησαν, αφού ο κατηγορούμενος πρότεινε και η κατηγορούμενη απεδέχθη, όπως για κάθε επιταγή που του εξαργύρωνε να της έδινε κάποιο ποσό το οποίο ο ίδιος θα καθόριζε, για τη διευκόλυνση που θα του έκανε. Στο στάδιο εκείνο ο κατηγορούμενος οπωσδήποτε γνώριζε ότι για καμιά επιταγή που είχε εκδοθεί στο όνομα του και την εξαργύρωσε η Ουρανία δεν είχε χρήματα μέσα ο αντίστοιχος τραπεζικός λογαριασμός. Το διαπίστωσε αυτό και η κατηγορούμενη, σχετικά νωρίς, αφού οι επιταγές που του εξαργύρωνε διεφάνη ότι δεν είχαν αντίκρισμα όταν τις κατέθετε για εκκαθάριση. ΄Αλλωστε αυτή ήταν και η διευκόλυνση που συμφώνησε να παρέχει στον κατηγορούμενο, έναντι «προμήθειας». Διαφορετικά, δεν υπήρχε λόγος για την καταβολή από τον κατηγορούμενο της εν λόγω «προμήθειας» η οποία στο τέλος της ημέρας ανήλθε στο ποσό των £51.000, περίπου, που είναι πολύ μεγάλο προκειμένου να ήταν για οποιασδήποτε άλλης μορφής διευκόλυνση. Μέχρι το τέλος του 2002 μαζεύτηκε ένα ποσό από εξαργυρωθείσες αλλά μη εκκαθαρισθείσες επιταγές της τάξης των £35.
- Επειδή δε πλησίαζε ο χρόνος που θα διενεργείτο έλεγχος στη ΣΠΕ από αρμόδια υπηρεσία του Συνεργατισμού, η κατηγορούμενη κάλεσε τον Ευθυμίου να της διευθετήσει το πιο πάνω ποσό. Τότε ο κατηγορούμενος της έδωσε την επιταγή κάποιου Γιώργου Τσουρή στην οποία συμπλήρωσε ο ίδιος το προαναφερθέν ποσό. Λίγο αργότερα της έδωσε και τις δύο επιταγές της Escizara Trading για συνολικό ποσό £8.
- Στην πορεία αποδείχθηκε ότι ούτε και οι επιταγές αυτές είχαν αντίκρισμα. Όμως, προφανώς με αυτές είχε αποσοβηθεί, τουλάχιστο προσωρινά, ο κίνδυνος να φανεί το έλλειμμα στο ταμείο της ΣΠΕ. Στο μεταξύ η κατηγορούμενη είχε πεισθεί και συναίνεσε στη διευθέτηση που αναφέρεται πιο πάνω με τον κατηγορούμενο δεδομένου ότι θα απεκόμιζε και η ίδια οικονομικό όφελος όταν αυτός θα της κατέβαλλε σε κάποιο στάδιο, στο ακαθόριστο μέλλον, το ποσό των εξαργυρωθεισών από αυτή επιταγών το οποίο θα περιλάμβανε και την «προμήθεια» της. Ενώ συγχρόνως, ο κατηγορούμενος φρόντιζε συνεχώς ώστε να ενισχύει την πεποίθηση της αυτή παρουσιάζοντας, βασικά, τον εαυτό του ως εύπορο επιχειρηματία ο οποίος είχε εξίσου αξιόλογους, οικονομικά, συνεργάτες και διασυνδέσεις. Σε μια περίπτωση της παρουσίασε μια επιταγή της Κεντρικής Τράπεζας με δικαιούχο τον ίδιο και για ποσό £950.
- Ενώ σε άλλες περιπτώσεις της έστελλε, δήθεν, συνεργάτες του οι οποίοι της μιλούσαν για επιχειρήσεις που θα έκαναν από κοινού με τον κατηγορούμενο στην περιοχή και για μεγάλα χρηματικά ποσά τα οποία θα κατέθεταν στη ΣΠΕ. Τέλος, ο κατηγορούμενος δεν παρέλειψε να της πει ότι ήταν και αδελφός κάποιου υπουργού, εκμεταλλευόμενος τη συνωνυμία που είχαν όσον αφορά το επίθετο τους. ΄Ησαν όλα ψέματα, πλην όμως, η κατηγορούμενη έδινε πίστη εφορμούμενη από το αλλότριο κίνητρο της που ήταν η αποκόμιση προσωπικού οικονομικού οφέλους. Ο κατηγορούμενος αφού κατάφερε, με τον πιο πάνω τρόπο, να δημιουργήσει, όπως απεδείχθη, το κατάλληλο πρόσφορο έδαφος, επανήλθε κατά τους πρώτους μήνες του 2003 παρουσιάζοντας νέες επιταγές στην Ουρανία τις οποίες αυτή του εξαργύρωνε με προθυμία. Οι επιταγές αυτές προέρχονταν όλες από συγκεκριμένο εκδότη, το Λοϊζο Λοϊζου, ήσαν πληρωτέες «self» και ήσαν οπισθογραφημένες από τον ίδιο που υπόγραψε για την έκδοση τους. Η κατηγορούμενη δε γνώριζε και ούτε συνάντησε ποτέ το Λοϊζου. ΄Ολες τις επιταγές που συναποτελούν τα τεκμήρια 1Α και 2Α, τις παρουσίασε σταδιακά ο κατηγορούμενος, αρχίζοντας από τα μέσα Απριλίου του 2003 αφού τότε, περίπου, είχε ανοιχθεί και ο σχετικός λογαριασμός στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) από το Λοϊζου και εκδόθηκε και το βιβλιάριο επιταγών. Το είχε στη κατοχή του ο κατηγορούμενος, με τις επιταγές συμπληρωμένες μόνο με το «self», και κατά τα άλλα υπογραμμένες και οπισθογραφημένες εν λευκώ. Μέχρι τον Σεπτέμβριο, περίπου, του 2003 ο κατηγορούμενος παρουσίασε στην κατηγορούμενη συνολικά 39 επιταγές του Λοϊζου γνωρίζοντας και οι δύο από την αρχή ότι ο λογαριασμός στον οποίο είχαν εκδοθεί δεν είχε χρήματα οπότε και να κατατίθεντο δε θα ήταν δυνατό να εξαργυρωθούν. Για τις πρώτες εννέα που αντιπροσώπευαν ποσό £69.020, της είχε πει ότι θα κατέθετε £70.000 στο λογαριασμό, χωρίς να της πει πότε θα το έκανε αυτό. Για τις υπόλοιπες της έλεγε συνεχώς ότι θα τις κανόνιζε. Βέβαια, η προηγούμενη εμπειρία σαφώς δεν άφηνε οποιοδήποτε περιθώριο ελπίδας και όντως όταν τις κατάθεσε επιστράφηκαν απλήρωτες. Σημασία έχει ότι κατά το χρόνο που ο κατηγορούμενος παρέδιδε τις εν λόγω επιταγές στην Ουρανία και αυτή τις εξαργύρωνε γνώριζαν και οι δυο θετικά ότι δεν υπήρχαν χρήματα στο λογαριασμό του Λοϊζου. Δεν ήταν κανενός ο σκοπός να προωθηθούν οι επιταγές κατά το χρόνο της υποτιθέμενης εξαργύρωσης τους, μέσω του τραπεζικού συστήματος για εκκαθάριση. Και αν η κατηγορούμενη τις κατάθεσε δεν ήταν αυτός ο σκοπός της, κάτι που φαίνεται και από τη στάση που τήρησε όταν σταδιακά ο κατηγορούμενος της παρουσίασε και τις άλλες τριάντα επιταγές. Τις εξαργύρωσε και αυτές, όμως δεν τις προώθησε για εκκαθάριση. Τις κράτησε στο ταμείο μαζί με τις εννέα που επιστράφηκαν, στο μεταξύ, απλήρωτες και δεν τις κατάθεσε εκ νέου, μέχρι που τις παρέδωσε στους λειτουργούς του Συνεργατισμού στις 21.11.
- Με τις 39 επιταγές η κατηγορούμενη παρέδωσε στον Ευθυμίου, κατά διαστήματα, συνολικό ποσό £453.140 και της επέστρεψε πίσω υπό μορφή «προμήθειας» ποσό £51.000, περίπου το οποίο η κατηγορούμενη επανατοποθέτησε στο ταμείο με σκοπό να το πάρει σε κατοπινό στάδιο. Στο ποσό των £453.140 περιλαμβάνεται και το συνολικό ποσό των επιταγών που είχε εξαργυρώσει προηγουμένως στον κατηγορούμενο και επιστράφηκαν απλήρωτες. Όπως έχουν δε τα γεγονότα το ποσό αυτό περιορίζεται σε ό,τι αφορούσε η επιταγή Τσουρή δηλαδή £35.850 και οι δύο επιταγές της Escizara Τrading για £8.000, σύνολο. Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων θα προχωρήσουμε να εξετάσουμε κατά πόσο αποδεικνύονται ή όχι, κατ΄αρχάς, τα αδικήματα της κλοπής που αντιμετωπίζει ο κάθε ένας από τους κατηγορούμενους. Η μόνη κατηγορία της φύσης αυτής που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη είναι η δεύτερη κατηγορία η οποία αφορά, συγκεκριμένα, κλοπή υπό υπαλλήλου κατά παράβαση του άρθρου 268 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Σύμφωνα με το πιο πάνω άρθρο: «Αν ο υπαίτιος κλοπής είναι γραμματέας ή υπηρέτης, αυτό που κλάπηκε είναι περιουσία του εργοδότη του ή πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του υπαίτιου για λογαριασμό του εργοδότη του αυτός υπόκειται σε φυλάκιση δέκα χρόνων.» Ο βασικός σκοπός της πιο πάνω πρόνοιας είναι να καταστήσει το αδίκημα της κλοπής υπό υπαλλήλου αυτοτελές αδίκημα, τιμωρούμενο με πιο σοβαρή ποινή φυλάκισης ήτοι δεκαετή, σε αντίθεση με το αδίκημα της απλής κλοπής το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 262 και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι τρία χρόνια. Όμως, κανένα από τα πιο πάνω άρθρα προνοεί για την έννοια της «κλοπής» ανκαι με τη συμπερίληψη στη διατύπωση τους του εν λόγω όρου παραπέμπουν ευθέως στον ορισμό που δίδεται σχετικά στο άρθρο 255
(1)ο οποίος περιλαμβάνει τα συστατικά στοιχεία της κλοπής (βλ. Χαραλάμπους v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 14, σελίδα 24). Αναφέρει το συγκεκριμένο αυτό άρθρο: «'Οποιος κλέβει χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη που γίνεται με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος, με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει οτιδήποτε μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτητης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό». Με δεδομένο το γεγονός ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η κατηγορούμενη ήταν η γραμματέας της ΣΠΕ Καπέδων, θα πρέπει, περαιτέρω, να εξετάσουμε αν τα γεγονότα που έχουμε διαπιστώσει προηγουμένως ως αντιπροσωπευτικά της αλήθειας εμπίπτουν ή όχι στον πιο πάνω ορισμό. Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει καθιερώσει ότι η φράση «χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη...αποκτά κατοχή και αποκομίζει» περιουσία του ιδιοκτήτη, περιλαμβάνει και την περίπτωση στην οποία ο δράστης έχει στη νόμιμη κατοχή του την περιουσία αυτή (βλ. Soteriou v. The Republic
(1962)CLR 188). Το επισημαίνουμε αυτό λόγω των δεδομένων της υπόθεσης αν και δεν εθίγη κατά τις αγορεύσεις των συνηγόρων. Η προσοχή τους επικεντρώθηκε στον αν κατά το χρόνο της απόκτησης κατοχής η κατηγορούμενη, ειδικά, είχε σκοπό να αποστερήσει μόνιμα την περιουσία από τον ιδιοκτήτη, δηλαδή τη ΣΠΕ Καπέδων. Ο συσχετισμός με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης παραπέμπει στη λήψη των χρημάτων που βρίσκονταν στο ταμείο από την κατηγορούμενη και την παράδοση τους στον Ευθυμίου κάθε φορά που του εξαργύρωνε μια επιταγή του Λοϊζου, γνωρίζοντας ότι αυτή δεν επρόκειτο να τιμηθεί ακόμα και αν προωθείτο για εκκαθάριση μέσω του τραπεζικού συστήματος, που δεν ήταν ο σκοπός τους, λόγω ανυπαρξίας χρημάτων στο λογαριασμό στον οποίο είχε εκδοθεί. Σίγουρα όταν συνέβαινε αυτό, η κατηγορούμενη αποξένωνε συγκεκριμένα χαρτονομίσματα προς τον Ευθυμίου τα οποία ουδέποτε επιστράφηκαν πίσω. Αλλά, στο τέλος της ημέρας ούτε και το αντίστοιχο ποσό σε άλλα χαρτονομίσματα αποκαταστάθηκε. Ακόμα και για το ποσό που ο κατηγορούμενος είχε σταδιακά επιστρέψει στην Ουρανία ως «προμήθεια», η κλοπή του από την τελευταία είχε συντελεστεί κατά το στάδιο που το παρέδιδε στον κατηγορούμενο και η επιστροφή προς αυτή δεν συνιστούσε επιστροφή στον ιδιοκτήτη καθ΄ότι η επανατοποθέτηση του στο ταμείο ήταν προσωρινή για να το πάρει και πάλι η κατηγορούμενη στην κατάλληλη στιγμή (βλ. R. v. Managhan
(1979)Crim.LR 637) Το θέμα εξετάζεται υπό το φως του ευρήματος ότι η κατηγορούμενη δίδοντας τα χρήματα στον Ευθυμίου ήλπιζε ότι αυτός θα της τα επέστρεφε στο σύντομο μέλλο ώστε να τα έβαζε πίσω στο ταμείο της ΣΠΕ. Και άρα, είναι η θέση της, δεν ήταν ο σκοπός της, κατά το χρόνο που τα έπαιρνε, να αποστερήσει μόνιμα τη ΣΠΕ από αυτά. Η απάντηση σε παρόμοιο επιχείρημα που προβλήθηκε στη υπόθεση Platritis v. Police
(1967)2 CLR 174 ήρθε από το Βασιλειάδη Πρ. στη σελίδα 188 ως εξής: «Βy taking the money in order to use it for a purpose other than that for which it was entrusted to him, the appellant did deprive the owner permanently of the property in certain particular bank-notes or bills, notwithstanding his intention to replace them later, with other notes or bills of equivalent value. And he did so «fraudulently» in order to derive the advantage of their use, knowing that he had no such right; nor did he have the consent of the owner to make such use of his money.» Παρόμοια υπήρξε και η αντιμετώπιση του Αγγλικού Ποινικού Εφετείου στην υπόθεση R. v. Williams
(1953)1 All ER 1068. Εκεί η κατηγορούμενη κατηγορείτο μαζί με το σύζυγο της για την κλοπή χρημάτων από το ταχυδρομείο όπου αυτή εργαζόταν ως υπεύθυνη. Mεταξύ των ευρημάτων του εκδικάσαντος δικαστηρίου ήταν και το εύρημα πως η πρόθεση και των δύο κατηγορουμένων ήταν να επιστρέψουν (repay) τα χρήματα και ότι έντιμα πίστευαν πως μπορούσαν να το πράξουν. Εξετάστηκε στο ίδιο πλαίσιο, όπως και στην πιο πάνω υπόθεση, το περιεχόμενο της «κλοπής» όπως προνοείται στο άρθρο 1
(1)της Larceny Act 1916 που είναι πανομοιότυπο με το άρθρο 255
(1)του Νόμου, Κεφ. 154. Το απόσπασμα από την απόφαση του Λόρδου Goddard C.J. που πραγματεύεται το θέμα, στη σελίδα 1071, έχει ως εξής: «Τherefore, it seems to the court that, by taking the actual coins and notes and using them for their own purposes, the appellants intended to deprive the Post-master-General of the property in those notes and coins, and in so doing they acted without a claim of right and fraudulently because they knew they had no right to take the money which they knew was not theirs. The fact that they may have had a hope or expectation in the future of repaying that money is a matter which at most can go to mitigation. It does not amount to a defence. Τherefore, the appellants own evidence show that they were guilty of the larcenies with which they were charged.» Παρόμοιο σχόλιο για όμοιας φύσεως υπόθεση με την πιο πάνω, απαντάται και στην υπόθεση R. v. Cockburn
(1968)1 All ER 466, στις σελίδες 468 εως 469 της απόφασης του Αγγλικού Ποινικού Εφετείου την οποία έδωσε ο Winn LJ. ΄Οσον αφορά δε την παρούσα υπόθεση καταλήγουμε ακριβώς στο ίδιο συμπέρασμα, ότι κατά το χρόνο που η κατηγορούμενη έπαιρνε τα χρήματα από το ταμείο της ΣΠΕ Καπέδων και τα παρέδιδε στον κατηγορούμενο, υπό τις περιστάσεις που αναφέρονται πιο πάνω, ήταν ο σκοπός της να τα αποστερήσει μόνιμα από τη ΣΠΕ. Η διαπίστωση αυτή καλύπτει πλήρως και την άλλη απαίτηση του άρθρου 255
(1)ήτοι η κλοπή να έχει γίνει «με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη». Bασικά, και τα στοιχεία αυτά εμπεριέχονται στη συζήτηση η οποία έχει προηγηθεί δεδομένου ότι ο «δόλιος τρόπος» δεν έχει την έννοια της απάτης αλλά ότι η περιουσία έχει αποκτηθεί από το δράστη σκοπίμως. Ενώ, σαφώς, δεν υπήρχε ποτέ με βάση τα γεγονότα οποιοδήποτε αξίωση δικαιώματος επί της συγκεκριμένης περιουσίας από την κατηγορούμενη (βλ. R. v. Williams, ανωτέρω). Τέλος, όπως και την τελευταία αυτή υπόθεση η κατάληξη μας, ανωτέρω, βασίζεται στην μαρτυρία της ίδιας της κατηγορούμενης. ΄Οσον αφορά τον κατηγορούμενο, Ρένο Ευθυμίου, αυτός αντιμετωπίζει, μεταξύ άλλων, την τρίτη κατηγορία για κλοπή κατά παράβαση του άρθρου 262 καθώς επίσης και την τέταρτη κατηγορία για παροχή βοήθειας σε άλλο πρόσωπο για τη διάπραξη αδικήματος κατά παράβαση των άρθρων 20 και
- Όπως γίνεται αντιληπτό το αδίκημα στην τελευταία κατηγορία είναι ένας συνδυασμός των προνοιών του άρθρου 20 και του άρθρου
- Οι λεπτομέρειες γι΄αυτό, όπως φαίνονται στο κατηγορητήριο, είναι ότι ο κατηγορούμενος παρείχε βοήθεια στην κατηγορούμενη για διάπραξη του αδικήματος που προβλέπει το άρθρο 268, ήτοι κλοπή υπό υπαλλήλου, εξηγώντας ότι της παρέδωσε τις διάφορες επιταγές τις οποίες αυτή του εξαργύρωσε για να αποκομίσει τελικώς το συνολικό ποσό των £453.
- Η σημασία όσον αφορά το συνδυασμό των εν λόγω προνοιών, έγκειται στο ότι αν ο κατηγορούμενος κριθεί ένοχος για το αδίκημα αυτό θα υπόκειται στην ποινή που προβλέπει το άρθρο 268, δηλαδή ποινή φυλάκισης δέκα χρόνων, κατ΄ ανώτατο όριο, αντί τριών χρόνων που προβλέπει το άρθρο 262 το οποίο προνοεί για την απλή κλοπή. Η υπόθεση Iacovou v. The Republic
(1976)2 C.L.R. 114 ήταν από, πολλές απόψεις, παρόμοια με την παρούσα. Οι δυο εκ των τριών κατηγορουμένων είχαν κριθεί ένοχοι στη βάση του συνδυασμού των προαναφερθέντων άρθρων ενώ η πρώτη κατηγορούμενη, επί του κατηγορητηρίου, είχε κριθεί ένοχη για το αδίκημα κλοπής υπό υπαλλήλου. Δεν αμφισβητήθηκε η καταδίκη των πρώτων δύο, όμως, ετέθη θέμα ως προς τη βάση ποιου άρθρου θα έπρεπε να τιμωρηθούν, δηλαδή του άρθρου 262 ή του άρθρου 268. Στο πλαίσιο αυτό εξετάστηκε η εφαρμογή των άρθρων 20 και 268 σε συνδυασμό. Δίδοντας επί του προκειμένου την απόφαση του Εφετείου ο Τριανταφυλλίδης Πρ. αναφέρει στη σελίδα 125: «Ιn our opinion, when section 20 is read together with section 268, and it is borne, also, in mind that section 268 creates a separate offence, it is clear that those who aid and abet or counsel or procure, as the case may be, the commission of the offence under section 268, are liable to be convicted and punished under it in the same manner as the principal offender. The findings of the trial Court leave no room for doubt that the appellants did actually, aid and abet, as well as procured and counseled, the commission of the offence under section 268; so, they were quite properly deemed in law, by virtue of section 20, to have committed the offence under section 268 and they were rightly sentenced under it, and not under section 262; and this, in our view, accords with the proper object of the law which is to discourage anyone from aiding or procuring another person who is in a fiduciary position, such as that of accused 1, to commit an offence contrary to section 268.» Σύμφωνα με τα ευρήματα μας, ανωτέρω ο κατηγορούμενος είχε ουσιαστική συμμετοχή στη διάπραξη της κλοπής από την κατηγορούμενη σε βάρος της ΣΠΕ. Σε βαθμό τέτοιο που οπωσδήποτε ξεπερνά τα όρια της απλής παροχής βοήθειας. ΄Ηταν αυτός που παρακίνησε αρχικά και στη συνέχεια συμβούλευε και προήγε την κατηγορούμενη στο να παίρνει τα χρήματα από το ταμείο της ΣΠΕ και να του τα δίνει. Η εν λόγω συμβολή του κατηγορούμενου στη διάπραξη του αδικήματος προβλέπεται στο άρθρο 20 (δ). Όπως δε αναφέρεται περαιτέρω στο ίδιο άρθρο με αναφορά τη συγκεκριμένη παράγραφο - «Στη τέταρτη περίπτωση ο υπαίτιος δύναται να διωχθεί είτε ως αυτουργός του ποινικού αδικήματος είτε σε ποινικό αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη τέτοιου αδικήματος». Κατά συνέπεια, διαδραματίζοντας ο κατηγορούμενος το ρόλο που του αποδίδεται από τα γεγονότα, διέπραξε το αδίκημα που αναφέρεται στην τέταρτη κατηγορία. Εδώ θα θέλαμε να παρατηρήσουμε ότι στην έκθεση αδικήματος της τέταρτης κατηγορίας αναφέρεται μόνο το άρθρο 20 χωρίς αναφορά στη συγκεκριμένη παράγραφο του στην οποία βασίζεται η κατηγορία. Όμως, είμαστε της άποψης ότι οι λεπτομέρειες που ακολούθως εκτίθενται, ομολογουμένως, σε κάποια έκταση προσδιορίζουν κατά τρόπο σαφή και ικανοποιητικό τη συγκεκριμένη φύση του αδικήματος το οποίο είχε να αντιμετωπίσει ο κατηγορούμενος. Συγχρόνως, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το αδίκημα της απλής κλοπής δυνάμει του άρθρου 262 με βάση την τρίτη κατηγορία. Εν ολίγοις, κατηγορείται ότι έκλεψε ο ίδιος προσωπικά το ποσό των £453.140, περιουσία της ΣΠΕ Καπέδων. Η συμβολή του κατηγορούμενου στη διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 268, όπως εξηγείται πιο πάνω, δεν εμποδίζει και τη διάπραξη αυτού του αδικήματος, όπως ορίζεται στο άρθρο 255
(1). Στη διαπίστωση αυτή μας οδηγεί, αναπόφευκτα, η επεξηγηματική πρόνοια του άρθρου 20 που μόλις έχουμε παραθέσει και προνοεί ότι στην περίπτωση της παραγράφου (δ) «ο υπαίτιος δύναται να διωχθεί και ως αυτουργός του ποινικού αδικήματος». Ο διαζευκτικός τρόπος που τίθεται το θέμα, δηλαδή να μπορεί να διωχθεί ένας δράστης είτε ως αυτουργός είτε για παροχή συμβουλής και για προαγωγή, αφορά το δημόσιο κατήγορο κατά το χρόνο διατύπωσης του κατηγορητηρίου, χωρίς όμως να τον εμποδίζει να περιλάβει σ΄αυτό και τις δύο κατηγορίες. Και το δικαστήριο, μετά το πέρας της δίκης, θα αποφασίσει με βάση την μαρτυρία αν έχουν αποδειχθεί οι κατηγορίες ή οποιαδήποτε από τις δύο. Η εν λόγω πρόνοια δεν αποκλείει να βρεθεί ο κατηγορούμενος ένοχος συγχρόνως και για τα δύο αδικήματα, όπως συνέβηκε και στην Iacovou v. The Republic, ανωτέρω. Είναι βασικά θέμα μαρτυρίας και τελικών ευρημάτων, σχετικά, του δικαστηρίου. Τα ευρήματα μας όσον αφορά τα διαδραματισθέντα γεγονότα στα οποία αναφερθήκαμε προηγουμένως, δεν αφήνουν την παραμικρή αμφιβολία ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε, κατά τον ίδιο χρόνο, και το αδίκημα της κλοπής που προβλέπει το άρθρο 262. Η πρόνοια του άρθρου αυτού η οποία είναι άμεσα σχετική με την υπό εξέταση πτυχή αναφέρει: «Αυτός που κλέβει οτιδήποτε το οποίο δύναται να κλαπεί είναι ένοχος του κακουργήματος της κλοπής», βασικά, παραπέμποντας για την έννοια του όρου στο άρθρο 255
(1), όπως διαπιστώσαμε και προηγουμένως. Τα διάφορα συστατικά της κλοπής τα εξετάσαμε ήδη και δεν κρίνουμε αναγκαίο να τα επαναλάβουμε ξανά. Ισχύουν τα όσα έχουμε αναφέρει, σχετικά, προηγουμένως. Από τα γεγονότα προκύπτει ότι στο πλαίσιο της συνεννόησης στην οποία ο κατηγορούμενος είχε προβεί με την Ουρανία, η τελευταία του εξαργύρωνε επιταγές οι οποίες αρχικά είχαν ως δικαιούχο τον ίδιο και αργότερα τις 39 επιταγές που είχε εκδώσει ο Λοϊζου «self», γνωρίζοντας και οι δύο ότι οι εν λόγω επιταγές δεν επρόκειτο να εκκαθαριστούν μέσω του τραπεζικού συστήματος και ούτε ήταν ποτέ αυτός ο σκοπός τους. Ειδικά το γνώριζαν αυτό σε σχέση με τις 39 επιταγές του Λοϊζου και συγκεκριμένα ότι δεν υπήρχαν χρήματα στο λογαριασμό στον οποίο είχαν εκδοθεί, αλλά και για τις προηγούμενες που έφεραν ως δικαιούχο τον κατηγορούμενο. Εν ολίγοις η Ουρανία κάθε φορά που της παρουσίαζε ο κατηγορούμενος μια επιταγή του Λοϊζου ή τροποποιούσε το ποσό σε τέτοια επιταγή που ήταν ήδη στην κατοχή της, έπαιρνε από το ταμείο της ΣΠΕ το αντίστοιχο ποσό και του το παρέδιδε. Οι εν λόγω επιταγές ως τέτοιες δεν εξυπηρετούσαν οποιοδήποτε σκοπό. Απλώς καθόριζαν το ύψος του ποσού, το οποίο, στο πλαίσιο της διευθέτησης που είχαν κάνει μεταξύ τους οι κατηγορούμενοι, θα μπορούσε να δοθεί και χωρίς αυτές. ΄Ισως να παρείχαν μια ψευδεπίπλαστη ασφάλεια στην Ουρανία, αλλά ως εκεί. Με την παράδοση κάθε χρηματικού ποσού, ο κατηγορούμενος επέστρεφε στην Ουρανία μέρος υπό μορφή «προμήθειας» για τη διευκόλυνση που του έκανε. Υπήρχε, μόνο από πλευράς της Ουρανίας, και η ψευδαίσθηση ότι σε κάποιο στάδιο ο κατηγορούμενος θα της επέστρεφε το σύνολο του ποσού που αναγράφετο στις 39 επιταγές, οπότε θα αποκόμιζε και η ίδια το ανάλογο κέρδος. Στο μεταξύ η παραλαβή από τον κατηγορούμενο των χρημάτων που του παρέδιδε κάθε φορά η Ουρανία και πάντα με τον ίδιο τρόπο, χωρίς τη συγκατάθεση της ΣΠΕ και με πρόθεση να το αποστερήσει μονίμως από αυτή, συνιστούσε κλοπή και από την πλευρά του κατηγορούμενου. Πρόσθετα με τις κατηγορίες που εξετάζονται προηγουμένως, οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν, επίσης, αυτή τη φορά από κοινού, την πέμπτη και έκτη κατηγορίες οι οποίες βασίζονται σε σχετικές πρόνοιες του περί Συγκάλυψης ΄Ερευνας και Δήμευσης Εσόδων από Ορισμένες Εγκληματικές Πράξεις Νόμου 61 (Ι)/1996, όπως έχει τροποποιηθεί. Ένα αδίκημα συγκάλυψης διαπράττεται αν σύμφωνα με το άρθρο 4
(1)του Νόμου: «Κάθε πρόσωπο το οποίο ενώ (α) γνωρίζει ή (β) οφείλει να γνωρίζει ότι οποιασδήποτε μορφής περιουσία αποτελεί έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος, προβαίνει σε οποιαδήποτε από τις πιο κάτω ενέργειες». Αναφέρονται δε στη συνέχεια σειρά ενεργειών, μεταξύ των οποίων είναι η απόκτηση περιουσίας, στην παράγραφο (ιιι) και η συνεργασία για το σκοπό αυτό, στην παράγραφο (iv) οι οποίες ενέργειες εφόσον συντρέχουν και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 4
(1), ανωτέρω, συνιστούν ξεχωριστό ποινικό αδίκημα η κάθε μια. Στο μεταξύ «έσοδα» σύμφωνα με το άρθρο 2
(1)«σημαίνει οποιασδήποτε μορφής περιουσία που προήλθε από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος που είναι κατά το άρθρο 5 «τα ποινικά αδικήματα τα τιμωρούμενα με ποινή φυλάκισης κατ΄ανώτατο όριο άνω του ενός έτους, ως αποτέλεσμα των οποίων προήλθαν έσοδα τα οποία δύνανται να αποτελέσουν το αντικείμενο αδικήματος συγκάλυψης όπως ορίζεται στο άρθρο 4». Για τη συμπλήρωση της εικόνας στο στάδιο αυτό, αναφορικά με τη φύση και το περιεχόμενο των αδικημάτων συγκάλυψης, αναφέρουμε και την πρόνοια στο άρθρο 4
(2)(β) ότι «τα αδικήματα συγκάλυψης δύνανται να διαπραχθούν και από τους δράστες γενεσιουργών αδικημάτων». Μετά την κατάληξη μας προηγουμένως, σαφώς, οι κατηγορούμενοι εμπίπτουν στην πιο πάνω κατηγορία, ήτοι των δραστών που διέπραξαν γενεσιουργό αδίκημα και συγκεκριμένα αυτό της κλοπής. Συναφώς, αντιμετωπίζουν στην πέμπτη κατηγορία το αδίκημα συγκάλυψης που συνίσταται σε απόκτηση περιουσίας, ήτοι του ποσού των £453.140 που αποτελεί έσοδο από τη διάπραξη του προαναφερθέντος γενεσιουργού αδικήματος. Κατά τη διενέργεια της κλοπής το πιο πάνω ποσό περιήλθε διαδοχικά στην κατοχή των κατηγορουμένων οι οποίοι ασφαλώς γνώριζαν ότι αποτελούσε έσοδο από τη διάπραξη του εν λόγω γενεσιουργού αδικήματος. Με δεδομένα τα ευρήματα αυτά καταλήγουμε ότι έχει αποδειχθεί στο δέοντα βαθμό η υπό εξέταση κατηγορία. Δεν θα λέγαμε όμως ότι το ίδιο συμβαίνει και με την έκτη κατηγορία. Για τη διαπίστωση ενοχής σε σχέση με το αδίκημα αυτό θα πρέπει να αποδεικτεί ότι για τη διάπραξη του προαναφερθέντος γενεσιουργού αδικήματος της κλοπής, οι κατηγορούμενοι συνεργάστηκαν με το Λοϊζο Λοϊζου. Τα ευρήματα επί των γεγονότων όπως εκτίθενται πιο πάνω δεν αποκαλύπτουν να υπήρξε τέτοια συνεργασία. ΄Ο,τι προκύπτει από αυτά είναι ότι οι κατηγορούμενοι είχαν συνεργαστεί μεταξύ τους. Στην πραγματικότητα είχαν προβεί σε συμφωνία να πάρουν παράνομα χρήματα από το ταμείο της ΣΠΕ Καπέδων και τελικώς πήραν το συνολικό ποσό των £453.140, υπό τις συνθήκες που διαπιστώσαμε προηγουμένως, διαπράττοντας το αδίκημα της κλοπής, στη διαφορετική του μορφή που αφορά τον κάθε κατηγορούμενο. Όταν δε δύο ή περισσότερα πρόσωπα συμφωνούν να προβούν σε μια παράνομη πράξη, όπως στην προκειμένη περίπτωση ή να προβούν σε μια νόμιμη πράξη με παράνομα μέσα, τότε θεωρείται ότι έχουν συνωμοτήσει κατά το ποινικό δίκαιο (βλ. Tabrizi v. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 421, σελίδα 427). Με βάση τον Ποινικό Κώδικα θεωρείται ότι έχουν διαπράξει το αδίκημα της συνωμοσίας που προβλέπεται στο άρθρο 371 και τιμωρείται κατά ανώτατο όριο με ποινή φυλάκισης επτά χρόνων. Οι κατηγορούμενοι εν όψει των όσων αναφέραμε μόλις προηγουμένως κρίνονται ένοχοι για συνωμοσία για την οποία κατηγορούνται με βάση την πρώτη κατηγορία. Όμως, τα γεγονότα που έχουμε διαπιστώσει δεν εμπλέκουν το Λοϊζο Λοϊζου στο αδίκημα αυτό. Ότι δηλαδή οι κατηγορούμενοι συνωμότησαν μαζί του, όπως αναφέρεται στις λεπτομέρειες της προαναφερθείσας κατηγορίας. Αλλά μόνο ότι συνωμότησαν οι δύο κατηγορούμενοι μεταξύ τους. Η διαφορά αυτή που διαπιστώνεται σε σχέση με τις λεπτομέρειες της πρώτης κατηγορίας, σύμφωνα με το άρθρο 85
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, δεν απαιτεί μεταβολή της εν λόγω κατηγορίας εφόσον οι κατηγορούμενοι έχουν ουσιαστικά κριθεί ένοχοι για το ίδιο ακριβώς αδίκημα, χωρίς όμως τη συμμετοχή και του Λοϊζου. Κατά συνέπεια η κατηγορία παραμένει ως έχει και οι κατηγορούμενοι κρίνονται ένοχοι και σ΄αυτή. Στο σημείο αυτό με αφορμή την τελευταία πιο πάνω παρατήρηση δραττόμεθα της ευκαιρίας να παρατηρήσουμε ότι δεδομένων των ευρημάτων μας επί των γεγονότων υπάρχουν ανακρίβειες και στις λεπτομέρειες των υπολοίπων κατηγοριών. Συγκεκριμένα, καθίσταται ανακριβής πλέον η αναφορά σε εμπλοκή του Λοϊζου Λοϊζου στην διάπραξη των αδικημάτων της τέταρτης και πέμπτης κατηγοριών, ενώ ούτε το ποσό που αφορούσαν οι επιταγές επ΄ονόματι του κατηγορούμενου ήταν αυτό που αναγράφεται στις λεπτομέρειες αδικήματος της δεύτερης, τρίτης και τέταρτης κατηγορίας. Για την ακρίβεια ήταν μικρότερο. Όμως, κατά τον ίδιο τρόπο που έχουμε ήδη εξηγήσει σε σχέση με την πρώτη κατηγορία, πιστεύουμε ότι οι εν λόγω ανακρίβειες δεν απαιτούν και πάλι την οποιαδήποτε μεταβολή των εν λόγω κατηγοριών δεδομένης της σχετικής πρόνοιας του άρθρου 85
(1)του Νόμου, Κεφ. 155. Ο κ.Παυλίδης πέραν της εισήγησης του ότι δεν υπήρξε ένοχη σκέψη από μέρους της κατηγορούμενης, την οποία έχουμε εξετάσει προηγουμένως και απορρίψει, εισηγήθηκε επίσης ότι η παραπομπή της στο Κακουργιοδικείο και η εκδίκαση της από αυτό συνιστά άνιση και άδικη μεταχείριση. Συγκρίνει με το γεγονός ότι ο Λοϊζος Λοϊζου ο οποίος αντιμετώπισε πανομοιότυπες κατηγορίες οι οποίες βασίστηκαν στα ίδια περιστατικά στα οποία βασίστηκε και η παρούσα υπόθεση, εκδικάστηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο. Ασφαλώς και θα μπορούσε η υπόθεση του Λοϊζου να είχε εκδικαστεί από το Κακουργιοδικείο. Μάλιστα η καλύτερη επιλογή θα ήταν να περιληφθεί και αυτός στο ίδιο κατηγορητήριο, μαζί με τους παρόντες κατηγορούμενους. Σε μια επιστολή ημερομηνίας 26.9.2006, τεκμήριο 36, προς το δικηγόρο του Λοϊζου ο οποίος του εισηγείτο αυτή την πορεία, με επιστολή του, τεκμήριο 40, ο Γενικός Εισαγγελέας φαίνεται να συμφωνεί. Όμως, επισημαίνει συγχρόνως, ότι δεν ήταν πλέον δυνατό να γίνει κάτι τέτοιο διότι είχε ήδη αρχίσει η δίκη του Λοϊζου ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Ανεξάρτητα με το τι θα ήταν ορθότερο να γίνει στην περίπτωση του Λοϊζου, για να δεχθούμε την εισήγηση του κ.Παυλίδη και μάλιστα ως υπεράσπιση στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει η πελάτιδα του θα πρέπει να ικανοποιηθούμε ότι στην προκειμένη περίπτωση αυτή έτυχε άνισης και άδικης μεταχείρισης σε βαθμό ώστε η δίκη η οποία διεξήχθη για τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει να είναι άδικη. Παρεμπιπτόντως, παρατηρούμε ότι το δίκαιο ή μη της δίκης η οποία έχει διεξαχθεί διαπιστώνεται, μεταξύ άλλων και μέσα από τα γεγονότα που στο μεταξύ έχουν διαπιστωθεί ως αντιπροσωπευτικά της αλήθειας με την ολοκλήρωση της. Στην προκειμένη περίπτωση δεν έγινε αναφορά σε οποιαδήποτε μαρτυρία από την οποία θα μπορούσαμε να συνάξουμε κάτι τέτοιο. Ούτε διαπιστώνουμε να υπάρχει μαρτυρία ενώπιον μας η οποία να εγείρει έστω και υποψία για ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Περαιτέρω, δεν υπεδείχθη να υπήρξε οποιαδήποτε αδυναμία στη δίκη από το γεγονός ότι ο Λοϊζου δεν ήταν και αυτός κατηγορούμενος στην ίδια υπόθεση. Να αναφέρουμε εδώ ότι κατά το στάδιο που εξετάζαμε τη μαρτυρία του, είχαμε κατά νου ότι ήταν συναυτουργός και οπωσδήποτε ως τέτοια θα αντικριζόταν με βάση τους κανόνες που παραθέτουμε προηγουμένως, σε σχέση με τη μαρτυρία της κατηγορούμενης. Πλην, όμως, η μαρτυρία του κρίθηκε ως αναξιόπιστη με βάση τους δικούς της όρους. Ενώ πάλι, το γεγονός ότι η υπόθεση του Λοϊζου εκδικάστηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο και το ότι αν κρινόταν ένοχος δε θα μπορούσε να του επιβληθεί ποινή φυλάκισης πέραν των πέντε χρόνων, οπωσδήποτε δεν προσφερόταν ως υπόβαθρο για εξέταση αν η δίκη στη παρούσα υπόθεση ήταν δίκαιη σε συνάρτηση και με τη διαπίστωση της ποινικής ευθύνης της κατηγορούμενης που ήταν το ζητούμενο στο πλαίσιο της διεξαχθείσας ακροαματικής διαδικασίας. Επομένως, παραμένει μόνο το γεγονός της μη συμπερίληψης του Λοϊζου στο ίδιο κατηγορητήριο χωρίς να πλαισιώνεται από οποιοδήποτε πραγματικό υπόβαθρο σε συνάρτηση με το οποίο να κριθεί αν το γεγονός αυτό από μόνο του συνιστά άνιση μεταχείριση της κατηγορούμενης, συνεπεία της οποίας θα πρέπει να αθωωθεί. Πιστεύουμε ότι το εγερθέν ζήτημα απαντάται στην ολότητα του από το ακόλουθο απόσπασμα στην υπόθεση Καύκαρος v. Δημοκρατίας
(1995)2 ΑΑΔ 51, στις σελίδες 63 εως 64: «Η αρχή της ίσης μεταχείρισης των παραβατών κατοχυρώνεται από τις πρόνοιες του ΄Αρθρου 28.1 του Συντάγματος που θεμελιώνει την ισότητα των πολιτών ενώπιον του νόμου, της διοίκησης και της δικαιοσύνης. Στην Κάττου & ΄Άλλος v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 498 κρίθηκε ότι η μη δίωξη συναυτουργού που αποφασίζεται στο πλαίσιο της ενάσκησης της εξουσίας που παρέχεται στο Γενικό Εισαγγελέα, παρ΄όλο που δεν ελέγχεται δικαστικά (βλ. μεταξύ άλλων Police v. Athienitis
(1983)2 C.L.R. 194) άπτεται της μεταχείρισης των παραβατών και λαμβάνεται υπόψη ως παράγοντας που δικαιολογεί τον μετριασμό της ποινής. Το ακόλουθο απόσπασμα κατοπτρίζει την προσέγγιση του δικαστηρίου, στο θέμα: «Η μη δίωξη ή αναστολή της δίωξης ενός των συνεργών δεν αναιρεί το έγκλημα ούτε απαλλάσει το δικαστήριο από την υποχρέωση επιβολής της πρέπουσας ποινής στους συνεργούς που καταδικάζονται. Επενεργεί όμως (η μη δίωξη) ως παράγοντας μετριαστικός της ποινής, ώστε με την απάμβλυνση της ανισοσκέλειας στη μεταχείριση των παραβατών, να μετριάζεται το αίσθημα αδικίας το οποίο αναπόφευκτα προκαλεί η άνιση μεταχείριση. Η ισότητα στη μεταχείριση έχει ως λόγο την προσαγωγή ενώπιον της δικαιοσύνης και την τιμωρία όλων που συνήργησαν στο έγκλημα. Εφόσον η δίωξη των παραβατών είναι εκτός του ελέγχου των δικαστικών αρχών, η παράλειψη δίωξης ενός από αυτούς λαμβάνεται υπόψη ως παράγοντας μετριαστικός της ποινής των υπολοίπων προς απάμβλυνση του αισθήματος αδικίας που δημιουργεί η άνιση μεταχείριση και προστασία του κοινού περί δικαίου αισθήματος». (Σελ. 513, γραμμές 7-23). (βλ. επίσης Georgiou & Others v. Republic
(1986)2 C.L.R. 109 και Παναγή v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 115).» Ο Λοϊζου έχει αθωωθεί. Όμως, θεωρητικά ομιλούντες, με βάση την πιο πάνω νομολογία, η άνιση μεταχείριση συναυτουργού είναι ένας παράγοντας ο οποίος θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη σε σχέση με την ποινή που θα επιβληθεί στη κατηγορούμενη, κατά το επόμενο στάδιο το οποίο θα διέλθει η παρούσα υπόθεση. Επομένως, η σχετική εισήγηση εκ μέρους της κατηγορούμενης κρίνεται ανεδαφική και απορρίπτεται. Σημειώνουμε δε ότι δεν έγινε παρόμοια εισήγηση εκ μέρους του κατηγορούμενου αν και είχε εκδηλωθεί τέτοια πρόθεση από το συνήγορο του κατά την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης. Εν όψει λοιπόν όλων των ανωτέρω οι κατηγορούμενοι κρίνονται ένοχοι σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν πλην της έκτης κατηγορίας σε σχέση με την οποία αθωώνονται και απαλλάσσονται. (Υπ.) ............... Γ. Ν. Γιασεμής, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Λ Δημητριάδου-Ανδρέου,.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Ε. Εφραίμ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Η cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο