Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Βαρνάβας Ειρήναρχος, Αρ. Υπόθεσης: 13926/07, 13 Νοεμβρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:B52 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13926/07 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν Βαρνάβας Ειρήναρχος Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 13 Νοεμβρίου,
- Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Κακούρη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Παπαϊωάννου Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο υπόθεση αντιμετωπίζει την Κατηγορία της παράλειψης συμμόρφωσης σε σήμα τροχαίας, και συγκεκριμένα ότι την 12.1.2006 στην Λεωφ. ΡΙΚ ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚΒΒ 229 παραβίασε συνεχή άσπρη γραμμή. Ο Κατηγορούμενος κατηγορήθηκε και παραδέχθηκε την Κατηγορία. Μετά από την εξέλιξη αυτή η συνήγορος για την Κατηγορούσα Αρχή ανέφερε ότι τα γεγονότα έχουν ως το Κατηγορητήριο, και ότι ο Κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες, αλλά έχει 5 βαθμούς ποινής. Ο κ. Παπαϊωάννου, αγορεύοντας προς το Δικαστήριο, ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος παραδέχεται μεν, αλλά ζήτησε την πλήρη απαλλαγή του Κατηγορούμενου λόγω εκτροχιασμού της δίκης. Συγκεκριμένα, ο ευπαίδευτος συνήγορος εισηγήθηκε ότι η όλη πορεία της υπόθεσης αυτής είναι αντίθετη στις πρόνοιες του άρθρου 30 του Συντάγματος, αφού το αδίκημα διαπράχθηκε στις 12.1.2006, η καταγγελία από την Αστυνομία προωθήθηκε στις 28.7.2006 και η καταχώριση δίωξης εγκρίθηκε από Αξιωματικό στις 10.8.
- Κατόπιν της εγκρίσεως αυτής, η υπόθεση καταχωρίστηκε τελικά την 17.5.2007 ενώ ορίστηκε για πρώτη φορά ενώπιον Δικαστηρίου στις 31.10.2007 με αποτέλεσμα να έχουν παρέλεθει ήδη 22 μήνες από την διάπραξη του αδικήματος, η δε Κατηγορία αφορά σε ένα πολύ απλό αδίκημα. Παραπέμποντας σε Νομολογία, ο ευπάιδευτος συνήγορος εισηγήθηκε ότι λόγω της καθυστέρησης αυτής η διαδικασία είναι ήδη άκυρη. Όσον αφορά στο στάδιο στο οποίο εγείρεται το θέμα της παραβίασης Συνταγματικών δικαιωμάτων, ο κ. Παπαϊωάννου ανέφερε ότι η παραδοχή γίνεται ακριβώς λόγω του ότι κατά την 12.1.2006 ο Κατηγορούμενος όντως παραβίασε την άσπρη γραμμή, αλλά παρά το γεγονός αυτό, το Δικαστήριο θα πρέπει να τον απαλλάξει λόγω ακυρότητας της διαδικασίας. Το άρθρο 30
(2)του Συντάγματος αναφέρει ότι έκαστος κατά την διάγνωση οιασδήποτε ποινικής κατηγορίας εναντίον του δικαιούται σε ανεπηρέαστη, δημόσια ακροαματική διαδικασία εντός ευλόγου χρόνου ενώπιον ανεξάρτητου, αμερόληπτου και αρμοδίου Δικαστηρίου. Η διασφάλιση του Συνταγματικού αυτού δικαιώματος του Κατηγορούμενου είναι πρωταρχική ευθύνη του Δικαστηρίου (βλ. Γαβριηλίδης ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 7469, ημερ. 22.9.2003). Όπως έχει λεχθεί και στην απόφαση Ευσταθίου ν. Αστυνομίας
(1990)2 C.L.R. 294, παραβίαση των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στο άρθρο 30
(2)καθιστά την δίκη άκυρη στην ολότητα της. Σκοπός της Συνταγματικής πρόνοιας είναι η προστασία του Κατηγορούμενου από τις υπερβολικές καθυστερήσεις (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Καψού
(2004)2 Α.Α.Δ. 127). Το τι συνιστά όμως εύλογο χρόνο εξαρτάται από τα συγκεκριμένα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, και προς τον σκοπό αυτό λαμβάνονται υπ' όψιν η φύση και το περίπλοκο της υπόθεσης, η συμπεριφορά των διαδίκων καθώς και τα χρονικά πλαίσια τα οποία παρέχονται από το Δικαστήριο και ο χρόνος μέσα στον οποίο ολοκληρώνεται η δίκη (βλ. Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203). (βλ. επίσης Δημήτρης Μερχή ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 147, Χριστόπουλος ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 100, Procurator Fiscal v. Watson
(2002)4 All E.R. 1, Porter v. Maggil
(2002)2 W.L.R. 37, Mills v. Her Majesty's Advocate
(2002)3 W.L.R. 1597). Όπως αναφέρθηκε και στην απόφαση Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 5974, ημερ. 5.7.1996, υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής είναι να προσαγάγει τους παραβάτες ενώπιον του Δικαστηρίου ευθύς μετά την ολοκλήρωση των ανακρίσεων, εκτός εάν συντρέχει βάσιμος λόγος περί του αντιθέτου. Έχει νομολογηθεί (βλ. Δημήτρης Μερχή ν. Αστυνομίας (πιο πάνω)), ότι είναι εύλογος ο διαχωρισμός της καθυστέρησης σε δύο μέρη, ήτοι την καθυστέρηση μέχρι την καταχώρηση της υπόθεσης, και την καθυστέρηση από την καταχώρηση της υπόθεσης μέχρι και την εκδίκαση της. Το στάδιο στο οποίο μπορεί να εγερθεί θέμα για παραβίαση Συνταγματικών δικαιωμάτων πρέπει επίσης να εξεταστεί. Στην απόφαση Κ.Δ. ν. Ηρακλέους
(1994)2 Α.Α.Δ. 225 αναφέρθηκε ότι δεν υπάρχουν περιορισμοί στην εξουσία του Δικαστηρίου να εξετάζει, εφόσον το κρίνει αναγκαίο, παράπονα για παραβιάσεις των δικαιωμάτων που κατοχυρώνει το άρθρο 30
(2)του Συντάγματος, σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης το κρίνει επιβεβλημένο. Έχει, όμως, αναφερθεί στα Νομικά Ερωτήματα στην Δημοκρατία ν. Alan Carl Ford, Νομικά Ερωτήματα 305 και 306 ημερ. 11.7.1995, ότι τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται από το Σύνταγμα είναι συνυφασμένα με την διεξαγωγή της δίκης και όχι με την κατάργηση της. Παραθέτω απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση : «Η προάσπιση των δικαιωμάτων του Κατηγορούμενου βάσει του άρθρου 30
(3)(δ) συναρτάται με τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης και όχι με τον αποκλεισμό της δίκης ως του μέσου για τη διαπίστωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο κατηγορείται». Σημαντική διαπίστωση του Ανωτάτου Δικαστηρίου θεωρώ την επισήμανση ότι το αντικείμενο του άρθρου 30.2 δεν είναι η παραγραφή των αστικών δικαιωμάτων των διαδίκων στην πολιτική δίκη ή της ποινικής ευθύνης του Κατηγορούμενου, αλλά ο καθορισμός του πλαισίου για την έγκυρη διαπίστωση τους. Συγκεκριμένα δε, κρίθηκε ως παράδοξη η αντιμετώπιση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου με την οποία κρίθηκε ότι εάν δεν καταρριφθούν οι προβληθέντες ισχυρισμοί περί παραβίασης δικαιωμάτων, αποκλείεται η διεξαγωγή δίκης για την διαπίστωση της ποινικής ευθύνης των Κατηγορουμένων. Όπως αναφέρεται στην πιο πάνω απόφαση: «Προέκταση αυτού του αποτελέσματος είναι ότι, οποτεδήποτε εγείρονται ισχυρισμοί για την παραβίαση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, τα οποία κατοχυρώνονται από τα Άρθρα 30.3 και 12.5 του Συντάγματος, καθίσταται αδύνατη η διεξαγωγή δίκης, εκτός αν οι ισχυρισμοί αυτοί αποκλειστούν ως ανεδαφικοί και, μάλιστα, ανεξάρτητα από τις επιπτώσεις της παραβίασης στην αποτελεσματική προβολή της υπεράσπισης του κατηγορουμένου». Σημειώνω επίσης το ότι στην απόφαση Χαραλαμπίδης ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 330 κρίθηκε ότι η καθυστέρηση στην εκδίκαση υπόθεσης αποτελεί ελαφρυντικό παράγοντα. Στην παρούσα περίπτωση είναι γεγονός ότι υπήρξε μία καθυστέρηση στην προώθηση της υπόθεσης από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής, την οποία όμως δεν θεωρώ υπέρμετρη, λαμβανομένου υπ' όψιν και του όγκου που παρατηρείται στις υποθέσεις Τροχαίων παραβάσεων. Δεν έχει, όμως, καταδειχθεί πως η καθυστέρηση αυτή επηρέασε το Συνταγματικό δικαίωμα του Κατηγορούμένου για δίκαιη δίκη, ειδικά αφού αυτός παραδέχεται ότι έχει διαπράξει το αδίκημα. Θεωρώ, συνεπώς ότι ο χρόνος που έχει παρέλθει από την διάπραξη του αδικήματος μέχρι σήμερα είναι τέτοιος που πρέπει να ληφθεί υπ' όψιν ως μετριαστικός παράγοντας σε σχέση με την ποινή, αλλά δεν συμφωνώ με τον ευπαίδευτο συνήγορο για τον Κατηγορούμενο ότι πρέπει να αποτελέσει λόγω για την πλήρη απαλλαγή του Κατηγορούμενου. Λαμβάνω επίσης υπ' όψιν μου προς μετριασμό της ποινής το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου και την άμεση του παραδοχή. Δεν μπορώ, όμως, να παραγνωρίσω και την σοβαρότητα του αδικήματος, την συχνότητα που τέτοια αδικήματα διαπράττονται και την ανάγκη για αποτροπή. Συναφώς, επιβάλλεται στον Κατηγορούμενο ποινή προστίμου Λ.Κ.80,00 και 2 βαθμοί ποινής. ....................................... Μαρίνα Παπαδοπούλου Επαρχιακός Δικαστής Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο