← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Κύπρος Σοφρωνίου, Αρ. Υπόθεσης: 28445/06, 16 Νοεμβρίου, 2007

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Κύπρος Σοφρωνίου, Αρ. Υπόθεσης: 28445/06, 16 Νοεμβρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:B53 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕYΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 28445/06 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν Κύπρος Σοφρωνίου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 16 Νοεμβρίου,

  1. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Κακούρη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Καζαντζής Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος μετά από δική του παραδοχή, βρέθηκε ένοχος στις ακόλουθες Κατηγορίες: 1η Κατηγορία: Πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα ΚΕΦ. 154, και συγκεκριμένα ότι, την 6.2.2002 στην Λεωφ. Καντάρας στο Καϊμακλί ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής VP 353 επί οδού λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς που δεν αναγόταν σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επέφερε τον θάνατο του Κυριάκου Ιωάννου Νεάρχου από την Παλλουριώτισσα. 2η Κατηγορία: Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος με φθαρμένα ελαστικά. Τα γεγονότα, όπως εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή και δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση, έχουν ως ακολούθως: Ο Κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη για την παρούσα υπόθεση χρόνο ήταν ηλικίας 71 ετών, και το θύμα ο Κυριάκος Ιωάννου ήταν ηλικίας 18 ετών και μαθητής στην τελευταία τάξη της Β' Tεχνικής Σχολής Λευκωσίας. Το θύμα ήταν εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης της μοτοσυκλέτας με αριθμούς εγγραφής ΕΡΗ 658 και κάτοχος μαθητικής άδειας οδήγησης κατηγορίας «Ι». Την 6.2.2002 και περί ώρα 13.25 ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο του με αριθμούς εγγραφής VP 353 στην Λεωφ. Καντάρας με δυτική κατεύθυνση. Την ίδια μέρα και ώρα το θύμα οδηγούσε την πιο πάνω αναφερόμενη αγωνιστική μοτοσυκλέτα στον ίδιο δρόμο με ανατολική κατεύθυνση. Σε ένα σημείο του δρόμου, παρά την πάροδο της οδού Πραξάνδρου, ο Κατηγορούμενος έστριψε δεξιά με σκοπό να εισέλθει στην εν λόγω πάροδο, και ανέκοψε την ελευθέρα πορεία του θύματος. Τα δύο οχήματα συγκρούστηκαν και το θύμα τραυματίστηκε. Μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας όπου ο Δρας Μ. Ηροδότου πιστοποίησε τον θάνατο του. Ο Αστ. 2473 Π. Τομπάζος ετοίμασε πρόχειρο σχεδιάγραμμα, στην σκηνή λήφθηκαν φωτογραφίες, ενώ ο Κατηγορούμενος υποβλήθηκε σε άλκοτεστ με ένδειξη «0». Ο δρόμος στο σημείο του ατυχήματος ήταν ασφάλτινος και επίπεδος, και ήταν διπλής κατεύθυνσης με τέσσερεις λωρίδες κυκλοφορίας. Ο καιρός ήταν αίθριος, το όριο ταχύτητας 50 χ.α.ω και η ορατότητα σύμφωνα και με τις δύο πορείες απεριόριστη. Η μοτοσυκλέτα δεν έφερε αριθμούς εγγραφής, ενώ στην σκηνή δεν ανευρέθη κράνος. Ο Μ.9 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο, συνέλαβε αυτόν και τον μετέφερε στα κρατητήρια του Αστυνομικού Σταθμού Λυκαβητού. Την 7.2.2002 η ιατροδικαστής Ελένη Αντωνίου διενήργησε την νενομισμένη νεκροψία επί της σορού του θύματος, και διαπίστωσε ότι ο θάνατος οφείλετο σε βαρειά κρανιοεγκεφαλική κάκωση συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος. Ο Μ.7 εξέτασε μηχανικά τα δύο οχήματα και διαπίστωσε ότι το αριστερό μπροστινό ελαστικό του αυτοκινήτου του Κατηγορουμένου ήταν σε μη χρησιμοποιήσιμη κατάσταση. Σε μη χρησιμοποιήσιμη κατπάσταση ήταν και το μπροστινό φρένο και πισινό ελαστικό της μοτοσυκλέτας. Κανένα, όμως, εκ των δύο οχημάτων δεν είχε οποιαδήποτε μηχανική βλάβη πριν το δυστύχημα. Διαπιστώθηκε ότι το θύμα οδηγούσε την εν λόγω μοτοσυκλέτα χωρίς άδεια οδηγού, χωρίς ασφάλεια, χωρίς κράνος, χωρίς πινακίδες εγγραφής και με φθαρμένο πισινό ελαστικό. Ο Κατηγορούμενος την 13.8.2002 κατηγορήθηκε γραπτώς και αρνήθηκε ενοχή. Δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες, και δεν έχει βαθμούς ποινής. Ερωτηθείσα ως προς τον λόγο για την καθυστέρηση που παρουσίαζει η παρούσα υπόθεση, η ευπαίδευτος συνήγορος για την Κατηγορούσα Αρχή ανέφερε ότι αρχικά καταχωρίστηκε η υπόθεση με αριθμό 27469/02 η οποία ανεστάλη λόγω μη επίδοσης την 23.5.
  2. Ακολούθως καταχωρίστηκε την 15.11.2006 η παρούσα υπόθεση. Ο κ. Καζαντζής, σε μία εμπεριστατωμένη αγόρευση προς μετριασμό της ποινής, έκανε εκτεταμένη αναφορά στην καθυστέρηση προώθησης της υπόθεσης, και επεσήμανε ότι το αδίκημα διαπράχθηκε την 6.2.2002, ενώ το παρών Κατηγορητήριο καταχωρίστηκε 4 χρόνια και 9 μήνες αργότερα. Παρήλθαν δε 6 μήνες από την διάπραξη του αδικήματος απλά και μόνο για να κατηγορηθεί ο Κατηγορούμενος. Ο δε Κατηγορούμενος τον Οκτώβριο 2002 μετέβη στην θυγατέρα του στην Νότιο Αφρική, απ' όπου επέστρεψε τον Οκτώβριο
  3. Μόλις επέστρεψε ενημέρωσε ο ίδιος την Αστυνομία περί της άφιξης του, αλλά αντί να επισπευθεί η καταχώριση της υπόθεσης, η Κατηγορούσα Αρχή άφησε να παρέλθουν άλλα 3 και πλέον χρόνια. Τα πιο πάνω, ανέφερε ο συνήγορος, πρέπει να αποτελέσουν σημαντικό ελαφρυντικό παράγοντα, με αποτέλεσμα την μετατροπή της ποινής, ειδικά σε συνάρτηση με το Συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα για δίκη εντός ευλόγου χρόνου. Όπως ανέφερε ο κ. Καζαντζής, ο Κατηγορούμενος μετέβη στην Νότιο Αφρική για να βοηθηθεί για τις τύψεις που ένοιωθε συνεπεία του ατυχήματος. Δεν μπορεί, ανέφερε, να ξεπεράσει το γεγονός ότι ο ίδιος είναι ένας ηλικιωμένος άνθρωπος, ενώ ο θανόντας ένα παιδί 18 χρονών. Ζει δε με το άγχος της εκκρεμοδικίας εδώ και τόσα χρόνια. Ήταν η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου ότι η παρούσα περίπτωση δεν είναι τέτοια που να επιβάλλει όπως δωθεί ευρύτερο μήνυμα στην κοινωνία, αφού δεν είναι π.χ. αυτή ενός επιπόλαιου νεαρού που οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα. Ο Κατηγορούμενος απλά δεν έκανε καλό υπολογισμό και συγκρούστηκε με το θύμα. Η σύγκρουση δεν ήταν βίαια, αλλά το θύμα απεβίωσε λόγω κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης, παράγοντας ο οποίος, εισηγήθηκε, πρέπει να εξεταστεί σε συνάρτηση με το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος δεν έφερε κράνος. Είναι, συνεπώς, η περίπτωση όπου πρέπει να δωθεί περισσότερη βαρύτητα στην εξατομίκευση της ποινής. Σε σχέση με τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου, ο ευπαίδευτος συνήγορος ανέφερε ότι πρόκειται για ένα ηλικιωμένο άνθρωπο 77 ετών σήμερα, ο οποίος είναι και ασθενής, Συγκεκριμένα αυτός πάσχει από ρευματοειδή αρθρίτιδα, υπέρταση και υποθυροειδισμό. Τυχόν φυλάκιση του θα προκαλέσει ταλαιπωρία ασυνήθιστου βαθμού σε αυτόν, λόγω των συνθηκών αυτών. Τελειώνοντας, ο συνήγορος έκανε αναφορά στο λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου παρά την ηλικία του και το γεγονός ότι αυτός υπήρξε επαγγελματίας οδηγός για πολλά χρόνια. Εξέφρασε προς το Δικαστήριο την μεταμέλεια, την θλίψη και τον συγκλονισμό του, αναφέροντας ενδεικτικά ότι ο Κατηγορούμενος δεν έχει οδηγήσει έκτοτε. Ήταν η περαιτέρω εισήγηση του συνηγόρου ότι, σε περίπτωση που το Δικαστήριο αποφασίσει την επιβολή ποινής φυλακίσεως, αυτή θα πρέπει να ανασταλεί. Το Γραφείο Ευημερίας ετοίμασε Έκθεση σε σχέση με τον Κατηγορούμενο, στην οποία γίνεται εκτενής αναφορά στις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του. Όπως αναφέρεται σε αυτήν, ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 77 ετών και είναι συνταξιούχος, ενώ διαμένει με την επίσης συνταξιούχο σύζυγο του. Συντηρείται από την σύνταξη του και επίδομα ειδικής χορηγίας. Εργάστηκε κυρίως ως μεταφορέας λουλουδιών σε ανθοπωλεία. Υποφέρει από σοβαρά προβλήματα υγείας, με αποτέλεσμα να παρουσίαζει δυσκολίες στην αυτομέριμνα του, σε σχέση με την οποία λαμβάνει φροντίδα από την σύζυγο του. Το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 αναφέρει τα ακόλουθα: «Όποιος λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδεις πεντακόσιες λίρες». Πέραν των προνοιών του πιο πάνω άρθρου, τα άρθρα 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου παρέχουν εξουσία στο Δικαστήριο να στερήσει από τον καταδικασθέντα το δικαίωμα να κατέχει άδεια οδήγησης για όσο χρονικό διάστημα ήθελε αποφασίσει, καθώς και την επιβολή βαθμών ποινής. Όπως προκύπτει και από την ισχύουσα Νομολογία, τα θανατηφόρα ατυχήματα αποτελούν πλέον μάστιγα για την Κυπριακή κοινωνία, γεγονός που δεν αφήνει αδιάφορα τα Δικαστήρια. Όπως αναφέρθηκε στην Ανδρέας Μενελάου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 6550, ημερ. 21.7.1998: «Συμφωνούμε με το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι τα τροχαία δυστυχήματα έχουν προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, διαπίστωση που άπτεται τόσο της επιλογής των τιμωρητικών μέσων όσο και του ύψους της ποινής, μέσα στο πλαίσιο που επιλέγεται. Τα οδικά δυστυχήματα έχουν αποβεί χαίνουσα πληγή για την κυπριακή κοινωνία. Οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, τραυματισμούς και υλική ζημιά είναι τεράστιες. Δεν μπορεί το Δικαστήριο να αδιαφορήσει μπροστά στο καταστροφικό αυτό φαινόμενο. Αυτό επιβάλλει το καθήκον του Δικαστηρίου για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, που έχει ως λόγο την καθήλωση, μέσω της τιμωρίας, της παράνομης συμπεριφοράς, που, στην περίπτωση της οδικής αμέλειας, χαρακτηρίζει ο έντονος αντικοινωνικός χαρακτήρας». (βλ. επίσης Charalambous v. Police 1986) 2 C.L.R. 128, Pamporis v. Police

(1985)2 C.L.R. 85, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109, Σταύρος Δημητρίου Τσιολής ν. Αστυνομίας
(1992)Α.Α.Δ. 66). Η σοβαρότητα του αδικήματος διαφαίνεται και από τις προβλεπόμενες στον Νόμο ποινές (βλ. Βραχίμης ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 6879, ημερ. 4.10.2000). Από την Νομολογία προκύπτει ότι, η ποινή που επιβάλλεται σε περιπτώσεις καταδίκης δυνάμει του άρθρου 210, είναι άρρηκτα συνυφασμένη με τα περιστατικά της υπόθεσης, την υφή της αμέλειας που προκάλεσε τον θάνατο, την έκταση της ευθύνης του Κατηγορουμένου, τα σοβαρά επακόλουθα της αλόγιστης, επικίνδυνης ή απερίσκεπτης πράξης, καθώς και τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Σωτηρίου, Ποιν. Εφ. 7457, ημερ. 9.7.2003, Παμπακάς ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 487, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109). Καθοριστiκός παράγοντας στην απόφαση του Δικαστηρίου ως προς το είδος της ποινής, είναι το κατά πόσο πρόκειται για περίπτωση στιγμιαίας αβλεψίας, ή εγωϊστικής παραγνώρισης της ασφάλειας άλλων προσώπων, και αδιαφορίας περί αυτής. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355: «Στις περιπτώσεις όπου το ατύχημα οφείλεται σε στιγμιαία αβλεψία ή απροσεξία και ο κατηγορούμενος έχει καλό ποινικό μητρώο, η ποινή πρέπει να περιορίζεται σε χρηματική και στέρηση της άδειας οδηγού, η έκταση της οποίας να είναι ανάλογη με τις ειδικές συνθήκες της κάθε υπόθεσης, εκτός αν υπάρχουν ειδικοί λόγοι για να μην επιβληθεί στέρηση της άδειας. Σε περίπτώσεις που το θανατηφόρο ατύχημα προξενείται από εγωϊστική παραγνώριση της ασφάλειας των άλλων προσώπων ή πεζών, ή από επικίνδυνη ή απερίσκεπτη οδήγηση του κατηγορούμενου, ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης και στέρησης της άδειας οδηγού». (βλ. επίσης Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (πιο πάνω), Στέλιος Σάββα ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 6753, ημερ. 23.2.2000, Νίκος Χ'Ιωάννου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 7747, ημερ. 22.7.2004). Η επιβολή ποινής είναι ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου αφού απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης από την μία, και η εξατομίκευση της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη από την άλλη. Το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής ώστε να αρμόζει στις συνθήκες του συγκεκριμένου παραβάτη δεν ατονεί, ακόμη και όταν επιβάλλεται η πρόσδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή (βλ. Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 245). Η εξατομίκευση αυτή, όμως, δεν πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής, ειδικά σε περιπτώσεις όπως και τα θανατηφόρα ατυχήματα, τα οποία βρίσκονται, δυστυχώς, σε έξαρση. Υπάρχει επιπλέον και η ανάγκη να δοθεί μήνυμα, ότι απερίσκεπτες συμπεριφορές που στοιχίζουν ζωές, πόνο και χρήματα, δεν μπορούν πλέον να γίνονται ανεκτές (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Σωτηρίου (πιο πάνω)). Οι συνθήκες υπό τις οποίες διαπράχθη το υπό εξέταση αδίκημα, φανερώνουν ένα, μοιραίο δυστυχώς, λάθος υπολογισμό του Κατηγορούμενου. Δεν υπολόγισε ορθά, και έστριψε δεξιά, με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία του θύματος. Η συμπεριφορά, όμως, αυτή, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ήταν το αποτέλεσμα εγωϊστικής οδήγησης, ή παντελούς αδιαφορίας για την ασφάλεια των άλλων. Ο θάνατος του θύματος προήλθε ως αποτέλεσμα στιγμιαίας αβλεψίας του Κατηγορούμενου. Τα πιο πάνω αναφέρω και σε συνάρτηση με το γεγονός ότι το θύμα δεν έφερε προστατευτικό κράνος, ενώ ο θάνατος του προκλήθηκε από κρανιοεγκεφαλική κάκωση. Προς τούτο παραπέμπω σε απόσπασμα από την απόφαση Νίκος Χ' Ιωάννου ν. Αστυνομίας, (πιο πάνω), όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Εν τοιαύτη περιπτώσει όμως, ο βαθμός της ευθύνης του κατηγορουμένου για την πρόκληση του θανάτου δεν μπορεί να παραγνωρισθεί. Στην υπόθεση αυτή είναι αποδεκτό γεγονός ότι ο θανών δεν έφερε προστατευτικό κράνος και ότι ο θάνατος του οφείλετο σε σοβαρά κατάγματα του κρανίου. Χωρίς βεβαίως να λέγουμε ότι αν έφερε κράνος δεν θα ετραυματίζετο θανάσιμα, αφού ούτε τέτοια μαρτυρία υπάρχει ούτε το θέμα ήταν επίδικο ή ηγέρθη στην έφεση, με δεδομένη, μάλιστα, πλέον την αποδοχή της καταδίκης, εν τούτοις δεν μπορεί να παραβλεφθεί ότι το προστατευτικό κράνος έχει συνάρτηση προς τη φύση και τη σοβαρότητα των τραυμάτων του κρανίου, και έτσι και με το μέγεθος της ευθύνης για την πρόκληση του θανάτου... Η ευπαίδευτη Δικαστής έκανε μια γενική αναφορά σε αυτά ως παράγοντες που ελήφθησαν υπ΄όψη, κρίνεται όμως ότι οι παράγοντες αυτοί, και ιδιαίτερα ο πρώτος, θα έπρεπε να είχαν μεγαλύτερο αντίκρισμα στην ποινή.....». Δεν μπορώ επίσης να παραγνωρίσω το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος είναι ένας άνθρωπος 77 ετών, ο οποίος δεν έχει απασχολήσει ξανά την δικαιοσύνη. Προς τούτο παραπέμπω στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκά
(1992)2 Α.Α.Δ. 241 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Επιπλέον το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε ενώπιόν του ένα άνθρωπο 64 ετών, οικογενειάρχη ο οποίος υπήρξε οδηγός σαράντα χρόνια χωρίς κανένα προηγούμενο, πράγμα που δείχνει ότι σε ολόκληρη τη ζωή του είχε σεβασμό προς τους νόμους και τους κανόνες που διέπουν τα θέματα της τροχαίας. Η νομοταγής ζωή ενός ανθρώπου έχει παρομοιασθεί με τη ζωή του νοικοκυρεμένου ανθρώπου ο οποίος μια ολόκληρη ζωή εξοικονομεί για να βρει τις οικονομίες του στις δύσκολες μέρες. Και η νομοταγής ζωή του εφεσίβλητου αποτέλεσε, είναι φανερό από την προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστή, τις αποταμιεύσεις του στη ζωή από τις οποίες επήρε για να αντιμετωπίσει μια τραγική και θλιβερή κατάσταση που αντιμετώπισε στο τέλος σχεδόν της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας». Ιδιαίτερα σημαντικό παράγοντα στην απόφαση μου ως προς το είδος της ποινής που θα επιβληθεί στον Κατηγορούμενο, θεωρώ την σημαντική, θα μπορούσε να λεχθεί και υπέρμετρη καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην προώθηση της υπόθεσης από την Κατηγορούσα Αρχή. Και αν ήθελε γίνει δεκτή ως λογική η απόσυρση της υπόθεσης με αριθμό 27469/02, δεν έχει δοθεί καμία εξήγηση ως προς το γιατί η Κατηγορούσα Αρχή άφησε να παρέλθει χρόνος από την 23.5.2003 μέχρι και την 15.11.2006 ώστε να επανακαταχωριστεί η υπόθεση. Η πιο πάνω απραξία δε καθίσταται εντονότερη αν ληφθεί υπ' όψιν και το γεγονός ότι ο ίδιος ο Κατηγορούμενος επικοινώνησε με την Αστυνομία κατά την άφιξη του στην Κύπρο τον Οκτώβριο 2003. Αποτέλεσμα της καθυστέρησης είναι να καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή στην υπόθεση αυτή σχεδόν 6 χρόνια μετά την διάπραξη του αδικήματος. Παραπέμπω σε απόσπασμα από την απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη (πιο πάνω), όπου αναφέρθησαν τα ακόλουθα: «Έχει νομολογηθεί ότι η πάροδος αρκετού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο, είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος - (βλ. Μεταξύ άλλων, Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 Α.Α.Δ. 5, σελ. 10 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 71, σελ. 77)». Προς μετριασμό της ποινής λαμβάνω υπ' όψιν μου την παραδοχή του Κατηγορούμενου, έστω και στο στάδιο αυτό. Όπως έχει νομολογηθεί, η παραδοχή ενοχής πρέπει να αμοίβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή, ενθαρρύνοντας έτσι τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή ώστε να μην σπαταλάται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28). Λαμβάνω επίσης υπ' όψιν μου το λευκό του ποινικό μητρώο. Των πιο πάνω δεδομένων, θεωρώ ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου πρέπει να ασκηθεί ώστε να μην επιβληθεί ποινή στερητική της ελευθερίας του Κατηγορούμενου. Τούτων δεδομένων επιβάλλεται στον Κατηγορούμενο στην 1η Κατηγορία ποινή προστίμου Λ.Κ.1.000,00 και 5 βαθμοί ποινής. Ο Κατηγορούμενος αποστερείται, περαιτέρω, του δικαιώματος να κατέχει ή λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 18 μηνών από σήμερα. Στην 2η Κατηγορία δεν επιβάλλεται καμία ποινή δεδομένου ότι απορρέει από τα ίδια γεγονότα με την 1η Κατηγορία. ....................................... Μαρίνα Παπαδοπούλου Επαρχιακός Δικαστής Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.