Δημοκρατία ν. Αντρέα Παύλου Ευσταθίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 17179/06, 20 Νοεμβρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2007:12 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ, ΛΕΥΚΩΣΙΑ Σύνθεση: Γ. Ν. Γιασεμής, Π.Ε.Δ. Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Ε. Εφραίμ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 17179/06 Δημοκρατία - ν -
- Αντρέα Παύλου Ευσταθίου κ.α. --------------------------- Ημερομηνία: 20 Νοεμβρίου,
- Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Σ. Μάτσας με κ. Ν. Κέκκο. Για Κατηγορούμενο 1: Ο κ. Μ. Γεωργίου. Για Κατηγορούμενους 2, 3, 4, 9: Ο κ. Γ. Παπαϊωάννου με κα. Ελ. Γεωργίου για κ. Γ. Γεωργίου. Για Κατηγορούμενο 5: Ο κ. Γ. Παπαϊωάννου. Για Κατηγορούμενο 6: Ο κ. Μ. Κυπριανού με κα Ελισάβετ Νικολάου. Για Κατηγορούμενο 7: Ο κ. Δ. Θεοδώρου. Για Κατηγορούμενους 8, 10: Ο κ. Σ. Χαραλάμπους. Κατηγορούμενοι παρόντες ---------------------------------------- Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης άρχισε εδώ και μέρες και συνεχίζεται. Στο εδώλιο του μάρτυρα βρίσκεται ο κ. Πέτρος Κληρίδης, ΜΚ34, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας. Σε κάποιο στάδιο ενώ κατέθετε, του υπεδείχθη μια βιντεοκασέτα την οποία αφού αναγνώρισε, του ζητήθηκε να την καταθέσει ως μέρος της μαρτυρίας του. Όσον αφορά την αναγνώριση της, δηλώθηκε από όλους τους συνηγόρους, και σημειώθηκε ως παραδεκτό γεγονός, ότι η εν λόγω βιντεοκασέτα είναι η ίδια την οποία ο κ. Κληρίδης είχε δει, με την έννοια ότι την είχε παρακολουθήσει, στις 28.12.2005 μαζί με τον κ. Σάββα Νικολαϊδη, το μοναδικό τότε ποινικό ανακριτή στην υπόθεση. Υποβλήθηκε ένσταση στην κατάθεση της, στη βάση ότι δεν είναι αποδεκτή μαρτυρία, εκ μέρους των ιδίων κατηγορουμένων οι οποίοι είχαν προβάλει και προηγουμένως ένσταση στο να καταθέσει ο Γενικός Εισαγγελέας ως μάρτυρας στην υπόθεση αυτή. Προβλήθηκαν διάφοροι λόγοι προς υποστήριξη της, με τους οποίους όλοι οι συνήγοροι των κατηγορουμένων εκ μέρους των οποίων υπεβλήθη, συμφωνούν. Για να καταστεί δυνατή η εξέταση της ένστασης είναι αναγκαίο να παραθέσουμε πρώτα κάποια μαρτυρία την οποία θεωρούμε άμεσα σχετική. Προήλθε αποκλειστικά από τον κ. Κληρίδη και οι δύο πλευρές την επικαλέστηκαν ως παρέχουσα το πραγματικό υπόβαθρο για τις αντίστοιχες τοποθετήσεις τους. Καταθέτοντας ο κ. Κληρίδης ενώπιον μας ανάφερε ότι στις 20.12.2005 συνέβηκε ένα επεισόδιο κατά το οποίο μέλη της αστυνομικής δύναμης φέρεται να είχαν κακοποιήσει δύο πολίτες. Στις 21.12.2005 διόρισε τον κ. Σάββα Νικολαϊδη ως ποινικό ανακριτή, με εντολή να προβεί στη διερεύνηση του. Μετά το διορισμό αυτό, του τηλεφώνησε γνωστός δικηγόρος και τον πληροφόρησε ότι κάποιο πρόσωπο είχε βιντεογραφήσει το εν λόγω επεισόδιο και ότι ήταν πρόθυμος να του παραδώσει την ταινία, όμως, υπό τον όρο ότι δε θα διέρρεε το περιεχόμενο της σε οποιονδήποτε. Αφού πέρασαν οι εορτές των Χριστουγέννων, στις 27.12.2005 το εν λόγω πρόσωπο τον επισκέφτηκε στο γραφείο του, συνοδευόμενο από κάποιο δικηγόρο, και του παρέδωσε μια βιντεοκασέτα λέγοντας του ότι ήταν ακριβές αντίγραφο του πρωτοτύπου. Τότε, ο κ. Κληρίδης του επανέλαβε την υπόσχεση που του είχε δώσει και προηγουμένως, όταν τον είχε επισκεφθεί στο γραφείο του στις 22 ή 23.12.2005, ότι εκτός από τον ποινικό ανακριτή και τον ίδιο δε θα έβλεπε άλλο πρόσωπο τη βιντεοκασέτα. Ο κ. Κληρίδης κράτησε, όπως είπε, την εν λόγω βιντεοκασέτα κλειδωμένη στο γραφείο του και την είδε την επομένη ημέρα, 28.12.2005, μαζί με τον κ. Νικολαϊδη. Κατά την παρακολούθηση της είδε ένστολους αστυνομικούς να κακοποιούν δύο πολίτες ενώ αυτοί έφεραν χειροπέδες και βρίσκονταν στο έδαφος. Τους κτυπούσαν επανειλημμένα και για χρονικό διάστημα 43 λεπτών. Όπως επίσης ανάφερε, τη βιντεοκασέτα αυτή την παρέδωσε στις 18.1.2006 στον κ. Νικολαϊδη και δε γνώριζε σε ποιου την κατοχή βρισκόταν έκτοτε. Στο σημείο αυτό να αναφέρουμε ότι στην παρουσία μας, διεξαγομένης της δίκης, η βιντεοκασέτα παραδόθηκε στον κ. Κληρίδη από τον κ. Ονησίφορο Ιωάννου, εκ των ποινικών ανακριτών στην υπόθεση, προκειμένου να την καταθέσει. Δεν ηγέρθη οποιαδήποτε ένσταση σε σχέση με την κατοχή της. Συμπληρωματικά, σε σχέση με την πτυχή αυτή, ο κ. Κληρίδης ανάφερε ότι μερίμνησε ώστε στις 13.4.2006 να τους παραδοθεί από το πρόσωπο που φέρεται να βιντεογράφησε το επεισόδιο και το πρωτότυπο της βιντεοκασέτας καθώς επίσης και η μηχανή με την οποία είχε παραχθεί και τα διάφορα εξαρτήματα της. Παραδίδοντας την, το εν λόγω πρόσωπο, τους διαβεβαίωσε ότι ήταν το πρωτότυπο. Κάτι άλλο που ανάφερε στη μαρτυρία του ο κ. Κληρίδης είναι ότι το πρόσωπο που του παρέδωσε τη βιντεοκασέτα δεν ήθελε, σε καμιά περίπτωση, να δώσει κατάθεση ή να γίνει γνωστό το όνομα του. Όταν δε αρχές Σεπτεμβρίου 2007 το συνάντησε τελευταία φορά στο γραφείο του, σε μια προσπάθεια να τον πείσει να έρθει στο δικαστήριο να δώσει μαρτυρία, ήταν ανένδοτος, κατά την έκφραση του, ως και επιθετικός, λόγω της προσπάθειας που κατέβαλλε, όπως του έλεγε, για να το μεταπείσει ενώ του είχε υποσχεθεί ότι δε θα εκαλείτο στο δικαστήριο ως μάρτυρας κατηγορίας. Όπως ο ίδιος αντελήφθη, το πρόσωπο αυτό φοβόταν πως αν κατέθετε εναντίον των αστυνομικών θα τύγχανε της ίδιας μεταχείρισης όπως και οι δύο πολίτες, και δεν μπορούσε να ξεπεράσει τις φοβίες του αυτές, παρά τις διαβεβαιώσεις που του είχε δώσει ότι θα τύγχανε της απαραίτητης προστασίας από την πολιτεία. Εμμένοντας δε στη θέση του αυτή, του δήλωσε κατηγορηματικά ότι δεν ήθελε να καταθέσει. Μάλιστα, μετά το Σεπτέμβριο έστειλε και μια προσβλητική επιστολή τόσο στον ίδιο όσο και στο δικηγόρο του στην οποία τους έλεγε ότι δεν τήρησαν τις υποσχέσεις που του είχαν δώσει. Στη συνέχεια της μαρτυρίας του, ο κ. Κληρίδης, ανάφερε ότι σε κάποιο στάδιο, που προσδιορίστηκε από τους συνηγόρους ότι ήταν περί το τέλος Μαρτίου 2006, το περιεχόμενο της βιντεοκασέτας διέρρευσε, άγνωστο γι' αυτόν πως, στη δημοσιότητα και προβάλλετο από τηλεοπτικούς σταθμούς. Τότε θεώρησε ότι δε δεσμευόταν πλέον από την υπόσχεση που είχε δώσει στο πρόσωπο που του παρέδωσε τη βιντεοκασέτα και διόρισε και άλλους ποινικούς ανακριτές για την ταχεία διερεύνηση της υπόθεσης. Επίσης, κάτι άλλο που ανάφερε ο κ. Κληρίδης είναι ότι σε κάποια φάση το εν λόγω πρόσωπο του είχε πει ότι, όπως διαπίστωσε εκ των υστέρων, ένας από τους κακοποιηθέντες ήταν γνωστός του και του κατονόμασε το Μάρκο Παπαγεωργίου. Πρόσθετα, του εξήγησε ότι κατά τη συγκεκριμένη νύκτα ξύπνησε από κάποια φασαρία που άκουσε στο δρόμο, είδε τα όσα συνέβαιναν και πήρε τη φορητή κάμερα που είχε και άρχισε, από το σπίτι του, να βιντεογραφεί τη σκηνή του επεισοδίου. Ήταν μετά που αναφέρθηκαν από τον κ. Κληρίδη τα όσα παραθέτουμε πιο πάνω και, επίσης, αφού είδε και αναγνώρισε τη βιντεοκασέτα, που επιχειρήθηκε η κατάθεση της ως μαρτυρία, με αποτέλεσμα να προβληθεί η υπό εξέταση ένσταση. Όσον αφορά τον πρώτο λόγο αυτής, διαπιστώνεται, κατ' αρχάς, ότι οι δύο πλευρές συμμερίζονται τη νομική θέση ότι η προτεινόμενη για κατάθεση βιντεοκασέτα συνιστά πραγματική μαρτυρία (real evidence). Με δεδομένη τη θέση αυτή, υποβλήθηκε, εκ μέρους των ενιστάμενων κατηγορουμένων, ότι δεν υπάρχει απόδειξη της γνησιότητας της βιντεοκασέτας και ως εκ τούτου δεν είναι αποδεκτή. Αναπτύσσοντας το λόγο αυτό ο κ. Μ. Γεωργίου, εισηγήθηκε, συναφώς, ότι η κατάθεση του αντιγράφου του πρωτοτύπου, που επιχειρείται στην προκειμένη περίπτωση, προσκρούει στον κανόνα απόδειξης που θέλει να κατατίθεται στο δικαστήριο η καλύτερη δυνατή μαρτυρία (the best evidence rule). Εκφράζοντας την αντίθετη άποψη του ο κ. Μάτσας, εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία την οποία έχει καταθέσει μέχρι στιγμής ο κ. Κληρίδης, ιδωμένη υπό το φως και κάποιας μαρτυρίας η οποία έχει κατατεθεί προηγουμένως από άλλους μάρτυρες κατηγορίας, προσφέρει ικανοποιητική απόδειξη της γνησιότητας της συγκεκριμένης βιντεοκασέτας. Κατ' αρχάς, μας βρίσκει σύμφωνους η κοινή τοποθέτηση των συνηγόρων των δύο πλευρών. Όντως, η προτεινόμενη για κατάθεση βιντεοκασέτα είναι ως εκ της φύσεως της πραγματική μαρτυρία (real evidence). Δεδομένου του στοιχείου αυτού, η κατάθεση της ως τέτοια, σκοπεί στο να αποδείξει την κινούμενη εικόνα και τον ήχο, αν υπάρχει, που έχουν αποτυπωθεί στην ταινία, η οποία είναι ενσωματωμένη σ' αυτή, σαν αποτέλεσμα της βιντεοσκόπησης του ισχυριζόμενου επεισοδίου. Αυτό το περιεχόμενο της συνιστά αυθυπόστατο και συνάμα αυταπόδεικτο στοιχείο μαρτυρίας. Όπως εύστοχα παρατηρείται στο Phipson on Evidence, 15η έκδοση, σελίδα 3, παράγραφο 1-07, δεδομένου ότι μια βιντεοκασέτα είναι αυθεντική, τότε, "the thing speaks for itself", το πράγμα μιλά από μόνο του. Ως τέτοια, η πραγματική μαρτυρία δεν έχει να κάνει οτιδήποτε με τον εξ ακοής κανόνα και σύμφωνα με το δίκαιο της απόδειξης συνιστά πρωτογενή μαρτυρία (βλ. The Statute of Liberty
(1968)2 All E.R. 195). Μπορεί δε να κατατεθεί από πρόσωπο άλλο από εκείνο που έχει προβεί στη βιντεοσκόπηση του επεισοδίου που αποτυπώνεται σ' αυτή και το οποίο στην πορεία των πραγμάτων έτυχε να την έχει στη νόμιμη κατοχή του (βλ. Kajala v. Noble
(1982)75 Cr. App. R. 149). Η αποδοχή, ως μαρτυρία, μέσων απόδειξης που αποτελούν προϊόν των επιτευγμάτων της επιστήμης είχε, φυσιολογικά, μια εξελικτική πορεία στο δίκαιο της απόδειξης, όπως και η ίδια η επιστήμη. Βέβαια, όπως είναι λογικό, η εξέλιξη του δικαίου έπετο της επιστήμης. Στον τομέα της εικόνας και του ήχου, προηγήθηκε, ως αποδεικτικό μέσο, η φωτογραφία, ακολούθησε η ηχογραφημένη ομιλία και τελευταία, όχι με την έννοια του πρόσφατου, ήρθε η βιντεοταινία, όταν η τεχνολογία αυτή κατέστη διαδεδομένη και σε όλους προσιτή, που περιλαμβάνει και τα δύο προηγούμενα μέσα. Ως θέμα αρχής, το δίκαιο της απόδειξης δεν αναγνωρίζει οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ τους, ως αποδεικτικών μέσων (βλ. R v. Maqsud Ali
(1965)2 All E.R. 464 και R. v. Fowden
(1982)Crim. L.R. 588). Στην υπόθεση R v. Maqsud Ali, ανωτέρω, επισημαίνονται από το Αγγλικό Ποινικό Εφετείο, στο απόσπασμα που ακολουθεί από τη σελίδα 469, τα πλεονεκτήματα που θα προέκυπταν από την προσαρμογή του δικαίου της απόδειξης στα νέα επιστημονικά δεδομένα προς ίδιον όφελος καθώς επίσης και οι προϋποθέσεις για την αποδοχή μαρτυρίας προερχομένης από τα μέσα που αναφέρονται προηγουμένως. Αναφέρει το απόσπασμα αυτό: "We can see no difference in principle between a tape recording and a photograph. In saying this we must not be taken as saying that such recordings are admissible whatever the circumstances, but it does appear to this court wrong to deny to the law of evidence advantages to be gained by new techniques and new devices, provided the accuracy of the recording can be proved and the voices recorded properly identified; provided also that the evidence is relevant and otherwise admissible, we are satisfied that a tape recording is admissible in evidence." Αυτό που συνήθως προβληματίζει σε τέτοιες περιπτώσεις είναι η φύση και η έκταση της εξέτασης που θα πρέπει να διενεργηθεί από το δικαστήριο για τη διαπίστωση της γνησιότητας, για σκοπούς αποδεκτότητας, είτε μιας μαγνητοταινίας είτε μιας βιντεοταινίας· τα πράγματα φαίνεται να είναι πιο εύκολα όταν πρόκειται για φωτογραφίες. Ενώ καθοριστικής σημασίας είναι και το είδος του βάρους απόδειξης που θα πρέπει να τύχει εφαρμογής όταν αναλαμβάνεται τέτοια εξέταση, το οποίο βάρος, ασφαλώς, φέρει η πλευρά της κατηγορούσας αρχής. Στην υπόθεση R v. Robson
(1972)2 All E.R. 699, το εκδικάζον δικαστήριο αναπτύσσοντας τον προβληματισμό του επί των πιο πάνω θεμάτων, κατέληξε, στη σελίδα 701, στα εξής: "In the first stage, when the question is solely that of admissibility - i.e. is the evidence competent to be considered by the jury at all? - the judge, it seems to me, would be usurping their function if he purported to deal with not merely the primary issue of admissibility but with what is the ultimate issue of cogency. My own view is that in considering that limited question the judge is required to do no more than to satisfy himself that a prima facie case of originality has been made out by evidence which defines and describes the provenance and history of the recordings up to the moment of production in court. If that evidence appears to remain intact after cross-examination it is not incumbent on him to hear and weigh other evidence which might controvert the prima facie case. To embark on such an enquiry seems to me to trespass on the ultimate function of the jury." Και συνεχίζοντας περαιτέρω, διαβάζουμε, στη σελίδα 703, και τα ακόλουθα: "It is difficult, if not impossible, to draw the philosophical or theoretical boundary between matters going to admissibility and matters going properly to weight and cogency; but, as I have already said, it is simple enough to make a practical demarcation and set practical limits to an enquiry as to admissibility if the correct principle is that the prosecution are required to do no more than set up a prima facie case in favour of it. If they should do so, the questioned evidence remains subject to the more stringent test the jury must apply in the context of the whole case, namely, that they must be sure of the authenticity of that evidence before they take any account of its content." Ως προς το περιεχόμενο της εξέτασης που διεξάγεται για διαπίστωση της γνησιότητας του αποδεικτικού μέσου που αναφέρεται πιο πάνω, σχετική είναι, επίσης, η υπόθεση R v. Maqsud Ali, ανωτέρω, με την αναφορά που γίνεται στην απόφαση ότι μια μαγνητοταινία είναι αποδεκτή νοουμένου ότι αποδεικνύεται η ακρίβεια (accuracy) της μαγνητοσκόπησης και αναγνωρίζονται οι φωνές που ακούγονται σ' αυτή. Ειδικά το απόσπασμα στην τελευταία υπόθεση όπου αναφέρονται αυτά, υιοθετήθηκε αργότερα στην υπόθεση Taylor v. Chief Constable of Cheshire
(1987)1 All E.R. 225. Όσον αφορά το βάρος απόδειξης που εφαρμόζεται, αναγνωρίστηκε και στην υπόθεση R. v. Dodson
(1984)1 W.L.R. 971, χωρίς ενδοιασμό, ότι είναι το εκ πρώτης όψεως. Στην υπόθεση εκείνη είχε τεθεί θέμα αποδεκτότητας φωτογραφιών οι οποίες είχαν ληφθεί από αυτόματη φωτογραφική μηχανή ασφαλείας. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Αγγλικού Ποινικού Εφετείου, στη σελίδα 978, είναι διαφωτιστικό ως προς την αντιμετώπιση της ένστασης για μη αποδοχή τους: "We entertain no doubt that photographs taken by the process installed and operated in the branch office of the building society are admissible in evidence. They are relevant to the issues as to (
- a)whether an offence was committed and (
- b)who committed it. What is relevant is, subject to any rule of exclusion - we know of none which is applicable to this situation, prima facie admissible." Οι ίδιες, βασικά, κατευθυντήριες αρχές εφαρμόζονται και όταν το προτεινόμενο για κατάθεση αποδεικτικό μέσο, είτε πρόκειται για μαγνητοταινία είτε για βιντεοταινία, αποτελεί αντίγραφο του πρωτοτύπου. Ειδικά, όταν το αντίγραφο επιδιώκεται να κατατεθεί και ως αυτόνομη μαρτυρία, ανεξάρτητα δηλαδή από το πρωτότυπο. Αυτό συμβαίνει όταν για κάποιο πρακτικό, συνήθως, λόγο δεν είναι δυνατή η κατάθεση του πρωτοτύπου. Ή, όπως μας έχει λεχθεί στην προκειμένη περίπτωση, αυτή είναι η λογική σειρά που επιθυμεί να ακολουθήσει η κατηγορούσα αρχή στην προσαγωγή της μαρτυρίας αφού έτσι εξυπηρετείται και συγκεκριμένος σκοπός που έχει υπόψη της ενώ έχει συγχρόνως δηλωθεί ότι στη συνέχεια θα προταθεί για κατάθεση και το πρωτότυπο της εν λόγω βιντεοκασέτας. Να υπενθυμίσουμε ότι η μη κατάθεση στο στάδιο αυτό του πρωτοτύπου της βιντεοκασέτας συνιστά μέρος του πρώτου λόγου ένστασης που υποβλήθηκε εκ μέρους των κατηγορουμένων με την έννοια ότι το προτεινόμενο για κατάθεση αντίγραφο δεν αποτελεί την καλύτερη δυνατή μαρτυρία (the best evidence) για απόδειξη αυτού που σκοπείται να αποδειχθεί. Στο κοινοδίκαιο, όπως ισχύει στην Αγγλία, έχει αποφασιστεί ότι δεν εφαρμόζεται ο πιο πάνω κανόνας όταν αυτό που προτείνεται για κατάθεση είναι αντίγραφο βιντεοταινίας. Η υπόθεση που το έχει κρίνει αυτό είναι η Kajala v. Noble (ανωτέρω) υιοθετώντας σχετική αναφορά σε προηγούμενη νομολογία. Το σχετικό απόσπασμα, από τη σελίδα 152, έχει ως εξής: "We cannot agree. The old rule, that a party must produce the best evidence that the nature of the case will allow, and that any less good evidence is to be excluded, has gone by the board long ago. The only remaining instance of it is that, if an original document is available in one's hands, one must produce it; that one cannot give secondary evidence by producing a copy. Nowadays we do not confine ourselves to the best evidence. We admit all relevant evidence. The goodness or badness of it goes only to weight, and not to admissibility: GARTON v. HUNTER [1969] 1 All E.R. 451, per Lord Denning M.R. at 453e; see also Archbold, Criminal Pleading, Evidence and Practice (40th ed.), para. 1001. In our judgment, the old rule is limited and confined to written documents in the strict sense of the term, and has no relevance to tapes or films." Με σεβασμό, μας βρίσκει πλήρως σύμφωνους η πιο πάνω διατύπωση. Όμως, και στην περίπτωση του αντιγράφου, για να γίνει αποδεκτό ως μαρτυρία, θα πρέπει να αποδειχθεί η γνησιότητα του με κάποιας μορφής αποδεκτή μαρτυρία, στο βαθμό απόδειξης που απαιτείται για το στάδιο αυτό. Υιοθετώντας, λοιπόν, την αρχή που παραθέτουμε πιο πάνω, καταλήγουμε ότι ο επιμέρους λόγος ένστασης που αναφέρεται σε παράβαση του κανόνα για μη προσαγωγή της καλύτερης δυνατής μαρτυρίας, στερείται νομικού ερείσματος. Αν και δεν έγινε οποιαδήποτε αναφορά στο άρθρο 34
(1)του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, όπως έχει τροποποιηθεί, και ειδικά από τον τροποποιητικό Νόμο 32(Ι)/2004, εντούτοις μας προβλημάτισαν οι πρόνοιες του. Θεωρούμε ορθό, όπως, στο πλαίσιο που διεξήχθη και η προηγηθείσα συζήτηση, διατυπώσουμε την άποψη μας, σχετικά, με συντομία. Το άρθρο 34
(1)προνοεί τα ακόλουθα: "Δήλωση που περιέχεται σε έγγραφο και είναι αποδεκτή μαρτυρία, είναι δυνατό να αποδειχθεί ως προς το περιεχόμενο της - (α) Με την προσαγωγή του πρωτότυπου εγγράφου, ή (β) ανεξάρτητα από το κατά πόσο το πρωτότυπο έγγραφο εξακολουθεί να υφίσταται ή όχι, με την προσαγωγή αντιγράφου του πρωτότυπου εγγράφου, νοουμένου ότι δίδεται επαρκής δικαιολογία για τη μη προσαγωγή του πρωτότυπου." Είναι πρόδηλο ότι με την πιο πάνω πρόνοια, ουσιαστικά, διασώζεται ο κανόνας για προσκόμιση της καλύτερης δυνατής μαρτυρίας, σε σχέση με δήλωση που περιέχεται σε έγγραφο το οποίο κατατίθεται προς απόδειξη του περιεχομένου της. Σε τέτοια περίπτωση το έγγραφο που κατατίθεται θα πρέπει να είναι το πρωτότυπο. Αν, όμως, είναι αντίγραφο που προτείνεται για κατάθεση, τότε, θα πρέπει να δοθεί επαρκής δικαιολογία για τη μη προσαγωγή του πρωτοτύπου. Περαιτέρω, σύμφωνα με το ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου, η βιντεοκασέτα εμπίπτει στον ορισμό του "εγγράφου" και η παράσταση η οποία είναι αποτυπωμένη σ' αυτή εμπίπτει στον ορισμό της "δήλωσης" η οποία γίνεται σε έγγραφο. Συναφώς προς την πρόνοια του εδαφίου
(1)(β) του άρθρου 34, ανωτέρω, σημειώνουμε ότι δεν αναφέρεται στη μαρτυρία του κ. Κληρίδη οποιαδήποτε δικαιολογία για τη μη προσαγωγή του πρωτοτύπου. Όμως, παρά την αρχική εντύπωση που δυνατό να μπορεί να αποκομίσει κανείς έχοντας υπόψη του τις πιο πάνω πρόνοιες του άρθρου 34
(1), είμαστε της άποψης ότι αυτές δεν εφαρμόζονται όταν ο λόγος για τον οποίο κατατίθεται μια βιντεοκασέτα δεν είναι η απόδειξη του περιεχομένου της με την έννοια του εν λόγω άρθρου, αλλά του ίδιου του εαυτού της. Όπως δε αναφέραμε και προηγουμένως, αυτό είναι που επιδιώκεται συνήθως, αλλά και στην προκειμένη περίπτωση, με την κατάθεση της βιντεοκασέτας ως πραγματικής μαρτυρίας η οποία ως τέτοια είναι αυταπόδεικτη. Όμως, η περαιτέρω ανάπτυξη στη συνέχεια του πρώτου λόγου ένστασης και οι εισηγήσεις οι οποίες έγιναν σχετικά από τους κ.κ. Μ. Γεωργίου και Κυπριανού, θα πρέπει να εξεταστούν υπό το φως της γενικότερης απαίτησης ότι για να γίνει αποδεκτή η κατάθεση μιας βιντεοκασέτας, ακόμα και όταν πρόκειται για αντίγραφο, πρέπει να αποδειχθεί η γνησιότητα του. Η γενική παρατήρηση μας είναι ότι εφαρμόζονται οι αρχές που έχουμε ήδη αναφέρει προηγουμένως. Ενώ η κατηγορούσα αρχή φέρει το βάρος να αποδείξει την αποδεκτότητα της προτεινόμενης για κατάθεση βιντεοκασέτας στο βαθμό του εκ πρώτης όψεως. Πριν εξετάσουμε την εισήγηση, σχετικά, του ευπαίδευτου κατήγορου θα πρέπει να επισημάνουμε ότι η εισήγηση του κ. Γεωργίου πως μπορεί να έγιναν επεμβάσεις στη βιντεοκασέτα, με το σκεπτικό και μόνο ότι κάτι τέτοιο είναι δυνατό να συμβεί, δε διαφωτίζει προς τα που ακριβώς θα πρέπει να στρέψει την προσοχή του το δικαστήριο. Η διατύπωση τέτοιων ανησυχιών δεν τις καθιστά συγχρόνως και αντικείμενο εξέτασης από το δικαστήριο. Η εισήγηση θα πρέπει να είναι συγκεκριμένη και θετική, βασιζόμενη σε κάποια υποψία, έστω, ότι κάτι τέτοιο μπορεί να έχει συμβεί. Και οπωσδήποτε, δεν καθίσταται a priori μη αποδεκτή η βιντεοκασέτα επειδή δεν υπάρχει στο στάδιο αυτό μαρτυρία από τον ίδιο τον παραγωγό της. Το ζητούμενο είναι η γνησιότητα της, και η μαρτυρία του παραγωγού δεν είναι αναντικατάστατη ως προς το ζήτημα αυτό, όπως προκύπτει από τα γεγονότα της υπόθεσης Kajala v. Noble, ανωτέρω. Στην περίπτωση εκείνη η βιντεοκασέτα δεν ήταν δυνατό να κατατεθεί από τα πρόσωπα που είχαν κάνει τη βιντεοσκόπηση και έτσι κατατέθηκε αντίγραφο από αρμόδιο υπάλληλο του ενεχόμενου τηλεοπτικού σταθμού. Μας προβλημάτισαν, το ίδιο σοβαρά, και οι εισηγήσεις του κ. Κυπριανού για το ίδιο θέμα. Μερικώς τις έχουμε ήδη καλύψει με ό,τι παρατηρήσαμε μόλις προηγουμένως. Ενώ θέματα, όπως ότι δεν προσήλθε ο ίδιος ο παραγωγός της βιντεοκασέτας να την καταθέσει, προκειμένου να εξηγήσει και τις συνθήκες λήψης της ταινίας και ότι πιθανόν να μην προσέλθει ποτέ για να καταθέσει ως μάρτυρας στη δίκη είναι, θεωρούμε, θέματα που άπτονται της βαρύτητας που θα πρέπει να αποδοθεί στη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, στο κατάλληλο στάδιο της δίκης. Στο ίδιο πλαίσιο πιστεύουμε θα πρέπει να εξεταστούν και η σχέση του άγνωστου παραγωγού με το Μάρκο Παπαγεωργίου, όπως επίσης και οι υποσχέσεις του Γενικού Εισαγγελέα για μη αποκάλυψη της ταυτότητας του. Βέβαια, θα πρέπει συγχρόνως να παρατηρήσουμε ότι συμφωνούμε με τη θέση ότι η γνησιότητα της βιντεοκασέτας θα πρέπει να αποδειχθεί, για σκοπούς αποδεκτότητας της, με θετική μαρτυρία. Στο θέμα αυτό στρέφουμε αμέσως την προσοχή μας έχοντας κατά νου και τις σχετικές εισηγήσεις του κ. Μάτσα. Μας παρέπεμψε τόσο στη μαρτυρία του κ. Κληρίδη στην οποία αναφερθήκαμε προηγουμένως όσο και στη μαρτυρία άλλων μαρτύρων η κατάθεση της οποίας έχει προηγηθεί. Η γενική εικόνα που αποκομίζεται από τη μελέτη της μαρτυρίας αυτής είναι ότι το βράδυ προς το πρωί της 20.12.2005 σημειώθηκε ένα επεισόδιο κατά το οποίο μέλη της αστυνομίας φέρεται να κακοποίησαν δύο πολίτες κτυπώντας τους ενώ αυτοί έφεραν χειροπέδες και βρίσκονταν στο έδαφος. Σαν αποτέλεσμα της κακοποίησης τους οι δύο πολίτες υπέστησαν τραύματα για τα οποία έτυχαν περίθαλψης στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Προς το σκοπό διερεύνησης του εν λόγω επεισοδίου ο Γενικός Εισαγγελέας διόρισε στις 21.12.2005 ποινικό ανακριτή. Ένας από τους δύο πολίτες που φέρεται να είχαν κακοποιηθεί κατά το εν λόγω επεισόδιο είναι ο Μάρκος Παπαγεωργίου. Να σημειώσουμε εδώ ότι δεν υπήρξε διαφωνία ότι η μέχρι στιγμής προσφερθείσα μαρτυρία, στην οποία ο κ. Μάτσας αναφέρθηκε με λεπτομέρεια κατά την αγόρευση του, παρουσιάζει, εκ πρώτης όψεως, την πιο πάνω γενική εικόνα. Κατά το στάδιο αμέσως πριν την προσπάθεια για κατάθεση της εν λόγω βιντεοκασέτας, καταθέτοντας ενώπιον μας ο κ. Κληρίδης ανάφερε ότι μετά το διορισμό από τον ίδιο, στις 21.12.2005, ποινικού ανακριτή για διερεύνηση επεισοδίου που συνέβηκε στις 20.12.2005, κατά το οποίο φέρεται να κακοποιήθηκαν δύο πολίτες από μέλη της αστυνομίας, του τηλεφώνησε κάποιος δικηγόρος και τον πληροφόρησε ότι κάποιο πρόσωπο είχε βιντεοσκοπήσει το εν λόγω επεισόδιο. Ακολούθως, στις 27.12.2005 σε συνάντηση που είχε με το εν λόγω πρόσωπο ο τελευταίος του παρέδωσε μια βιντεοκασέτα λέγοντας του ότι είναι αντίγραφο του πρωτοτύπου στο οποίο είχε βιντεοσκοπήσει το προαναφερθέν επεισόδιο. Ο κ. Κληρίδης την παρέλαβε και την επόμενη ημέρα την παρακολούθησε μαζί με τον κ. Σάββα Νικολαϊδη. Την κράτησε στο γραφείο του και του την παρέδωσε στις 18.1.
- Όταν κατά τη διάρκεια της δίκης παρεδόθη στον κ. Κληρίδη μια βιντεοκασέτα για να την καταθέσει ως μαρτυρία, πέραν της αναγνώρισης της, στην οποία ο ίδιος προέβη, δηλώθηκε και ως παραδεκτό γεγονός ότι η βιντεοκασέτα αυτή είναι η ίδια την οποία ο κ. Κληρίδης είχε παρακολουθήσει στις 28.12.2005 μαζί με τον κ. Νικολαϊδη. Ο κ. Κληρίδης ανάφερε στη μαρτυρία του ότι κατά την παρακολούθηση της βιντεοκασέτας είδε σκηνές διάρκειας 43 λεπτών οι οποίες έδειχναν την κακοποίηση δύο πολιτών οι οποίοι έφεραν χειροπέδες και βρίσκονταν στο έδαφος, από ένστολους αστυνομικούς. Επίσης, ανάφερε ότι ο άγνωστος παραγωγός της εν λόγω βιντεοκασέτας του είχε πει ότι βιντεοσκόπησε το επεισόδιο το οποίο αποτυπώνεται σ' αυτή κατά τη διάρκεια της νύχτας από το σπίτι του έχοντας ξυπνήσει από τη φασαρία που γινόταν στο δρόμο και ότι εκ των υστέρων διαπίστωσε πως ένας από τους κατ' ισχυρισμό κακοποιηθέντες πολίτες ήταν γνωστός του, και του κατονόμασε το Μάρκο Παπαγεωργίου. Αργότερα, στις 13.4.2006 το άγνωστο πρόσωπο του παρέδωσε ό,τι το διαβεβαίωσε πως ήταν το πρωτότυπο της βιντεοκασέτας που του είχε παραδώσει προηγουμένως. Η κατάθεση της εν λόγω βιντεοκασέτας ως μαρτυρία δεν μπορεί παρά να έχει ως σκοπό να αποδείξει ότι πράγματι συνέβηκε το επεισόδιο που φέρεται να αποτυπώνεται σ' αυτή. Εξ ου και η κατάθεση της ως πραγματικής μαρτυρίας. Ενώ όπως ανάφερε ο κ. Μάτσας κατά την αγόρευση του, θα χρησιμοποιηθεί και για αναγνώριση των προσώπων που φέρεται να είχαν εμπλακεί σ' αυτό, ήτοι των αστυνομικών καθώς και των δύο πολιτών. Από την παρατεθείσα πιο πάνω, μαρτυρία, διαπιστώνουμε ότι έχει εκ πρώτης όψεως αποδειχθεί πως ό,τι αποτυπώνεται στη βιντεοκασέτα είναι το επεισόδιο που περιγράφεται πιο πάνω ότι διαδραματίστηκε τις πρωινές ώρες της 20ης Δεκεμβρίου 2005 κατά το οποίο δύο πολίτες φέρεται να είχαν κακοποιηθεί από μέλη της αστυνομίας. Και κατά συνέπεια ικανοποιείται το κριτήριο για διαπίστωση της γνησιότητας της, με τις επιμέρους πτυχές του. Από τις διαπιστώσεις στις οποίες προβαίνουμε προηγουμένως, ακολουθεί ότι είναι πρόωρο να αποφανθούμε για τις συνέπειες που μπορεί να υπάρξουν στο ακριβοδίκαιο της δίκης από το ενδεχόμενο μη προσέλευσης του παραγωγού της βιντεοκασέτας στο δικαστήριο για να δώσει μαρτυρία. Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, το θέμα αυτό άπτεται της βαρύτητας που θα αποδοθεί στη μαρτυρία που θα προσκομίσει η κατηγορούσα αρχή. Άλλωστε, δεν είναι νομικά ορθό να εκλάβουμε το εν λόγω ενδεχόμενο ως γεγονός πριν έρθει το πλήρωμα του χρόνου για να το επιβεβαιώσει. Οι παρατηρήσεις αυτές αποτελούν την απάντηση μας στο λόγο ένστασης ότι δε θα είναι δίκαιη η δίκη των κατηγορουμένων αν δεν προσέλθει ως μάρτυρας σ' αυτή ο παραγωγός της βιντεοκασέτας ώστε να δοθεί η ευκαιρία στην υπεράσπιση για να τον αντεξετάσει. Ο επόμενος και τελευταίος λόγος ένστασης έχει ως νομικό υπόβαθρό τον περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμο 138(Ι)/
- Τον ανέπτυξαν οι κ.κ. Παπαϊωάννου και Θεοδώρου και τις εισηγήσεις τους τις υιοθέτησαν και οι υπόλοιποι συνήγοροι που λαμβάνουν μέρος στην ένσταση αυτή. Αναφερόμενοι και αναπτύσσοντας τις διάφορες πρόνοιες του εν λόγω Νόμου, εισηγήθηκαν ότι η βιντεοσκόπηση του επεισοδίου από τον άγνωστο, η παράδοση ακολούθως της βιντεοκασέτας στο Γενικό Εισαγγελέα, η διατήρηση και παράδοση της στη συνέχεια από τον τελευταίο στον ποινικό ανακριτή, όπως φαίνονται όλα αυτά στη μαρτυρία, συνέβαλαν στην πρόκληση σειράς παραβάσεων σε σχέση με τις πρόνοιες του. Και κατά συνέπεια στη διάπραξη ποινικών αδικημάτων που προβλέπει και τιμωρεί ο Νόμος αυτός. Πρόκειται για σχετικά νέο Νόμο ο οποίος, βασικά, αποβλέπει στη διαφύλαξη του αναφαίρετου δικαιώματος το οποίο κατοχυρώνει το Σύνταγμα στο Άρθρο 15.1 αυτού, με την πρόνοια ότι "Έκαστος έχει το δικαίωμα όπως η ιδιωτική και οικογενειακή αυτού ζωή τυγχάνη σεβασμού". Στο Νόμο αυτό η διαφύλαξη του εν λόγω δικαιώματος επιτυγχάνεται μέσω των συγκεκριμένων περιορισμών που θέτει ρητώς όσον αφορά τη συλλογή και επεξεργασία "δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα". Σύμφωνα με το ερμηνευτικό άρθρο 2 τέτοια είναι "κάθε πληροφορία που αναφέρεται σε υποκείμενο των δεδομένων που βρίσκεται εν ζωή". Περαιτέρω, το καθ' ύλην πλαίσιο εφαρμογής του Νόμου καθορίζεται με τις πρόνοιες του άρθρου 3
(1)και
(2), ως ακολούθως: "3.-
(1)Οι διατάξεις του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται στην αυτοματοποιημένη εν όλω ή εν μέρει επεξεργασία καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο.
(2)Οι διατάξεις του παρόντος Νόμου δεν εφαρμόζονται στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η οποία πραγματοποιείται από φυσικό πρόσωπο για την άσκηση δραστηριοτήτων αποκλειστικά προσωπικών ή οικιακών." Ακολουθεί από τις πιο πάνω πρόνοιες ότι άμεσα σχετικός με την εφαρμογή του Νόμου είναι ο ορισμός των όρων "αρχείο" και "επεξεργασία". Δίδεται στο άρθρο 2 ως εξής: "2. ............................ "αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ή "αρχείο" σημαίνει το διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία αποτελούν ή δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας, και τα οποία είναι προσιτά με βάση συγκεκριμένα κριτήρια. ............................. "επεξεργασία" ή "επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" σημαίνει κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται από οποιοδήποτε πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και που εφαρμόζεται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και περιλαμβάνει τη συλλογή, καταχώριση, οργάνωση, διατήρηση, αποθήκευση, τροποποίηση, εξαγωγή, χρήση, διαβίβαση, διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, τη συσχέτιση ή το συνδυασμό, τη διασύνδεση, το κλείδωμα, τη διαγραφή ή την καταστροφή, ............................" Επίσης, σχετικός είναι και ο ορισμός που δίδεται στο ίδιο άρθρο, του όρου "υπεύθυνος επεξεργασίας" που "σημαίνει οποιοδήποτε πρόσωπο που καθορίζει το σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα". Έχοντας κατά νου τις πρόνοιες του άρθρου 3
(1), ανωτέρω, παρατηρούμε ότι δεν έχουμε σε μαρτυρία την πρόθεση του άγνωστου εικονολήπτη του επεισοδίου, όταν αυτός προέβαινε στη βιντεοσκόπηση του, ώστε να γνωρίζουμε κατά πόσο το προϊόν της επεξεργασίας αυτής επρόκειτο να περιληφθεί σε αρχείο. Εν πάση περιπτώσει, με την εν λόγω ενέργεια του, ουσιαστικά, κατέστησε τον εαυτό του "υπεύθυνο επεξεργασίας" προσωπικών δεδομένων, η δε επεξεργασία πραγματοποιήθηκε με αυτοματοποιημένο τρόπο, ήτοι με τη χρήση της βιντεοκάμερας. Επίσης, είναι, εκ πρώτης όψεως, η εντύπωση μας ότι όταν η βιντεοκασέτα βρισκόταν ακόμα στην κατοχή του αγνώστου προσώπου δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι περιλαμβανόταν σε αρχείο με την έννοια του διαρθρωμένου συνόλου δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Εκτός, βέβαια, αν η αποτύπωση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε βιντεοκασέτα συνιστά, χωρίς άλλο, "αρχείο" μέσα στην έννοια του Νόμου. Δεν χρειάζεται να αποφασίσουμε το σημείο αυτό οριστικά, το οποίο και αφήνουμε ανοικτό για κρίση εάν και όταν προκύψει, θεωρώντας, όμως, για σκοπούς της συζήτησης που ακολουθεί, ότι και η βιντεοκασέτα συνιστά τέτοιο αρχείο. Με δεδομένο αυτό, είμαστε, περαιτέρω, της άποψης ότι η διαβίβαση, ακολούθως, της βιντεοκασέτας από το άγνωστο πρόσωπο προς το Γενικό Εισαγγελέα ισοδυναμεί με μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία των δεδομένων που αποτυπώνονται στην ταινία. Μετά την παράδοση της θα συμπεριλαμβάνετο σε αρχείο, δηλαδή, θα τοποθετείτο στον ποινικό φάκελο που άρχισε να δημιουργείται την περίοδο εκείνη στο πλαίσιο διερεύνησης του υπό αναφορά επεισοδίου. Οπότε, εμπίπτει η περίπτωση στο άρθρο 3
(1)και έτσι τυγχάνει εφαρμογής ο Νόμος. Συναφώς, παρατηρούμε ότι δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση η πρόνοια στο άρθρο 3
(2)καθ' ότι η εν λόγω διαβίβαση (επεξεργασία) δεν ήταν "για την άσκηση δραστηριοτήτων αποκλειστικά προσωπικών ή οικιακών". Η κρίσιμη καμπή που κατά τη γνώμη μας έθεσε τις ενέργειες του αγνώστου προσώπου και ακολούθως και του Γενικού Εισαγγελέα κάτω από τις πρόνοιες του Νόμου ήταν, σε κάθε περίπτωση, η διαβίβαση της βιντεοκασέτας αρχικά από το άγνωστο πρόσωπο στο Γενικό Εισαγγελέα και ακολούθως από το Γενικό Εισαγγελέα στον κ. Νικολαϊδη, ποινικό ανακριτή στην υπόθεση. Ήταν σε εκείνα τα στάδια, πιστεύουμε, που διενεργήθηκε επεξεργασία, με την έννοια της διαβίβασης, και όταν συνέβαινε αυτό η βιντεοκασέτα επρόκειτο να περιληφθεί σε αρχείο. Με τον όρο αυτό εννοούμε στην προκειμένη περίπτωση τον ποινικό φάκελο, όπως αναφέραμε και προηγουμένως. Το επόμενο στάδιο το οποίο θα πρέπει να εξετάσουμε είναι κατά πόσο η προαναφερθείσα επεξεργασία προσωπικών δεδομένων ικανοποιεί τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 4
(1)του Νόμου ώστε να είναι νόμιμη. Σύμφωνα με αυτό: "4.-
(1)Ο υπεύθυνος επεξεργασίας διασφαλίζει ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα- (α) Υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία· (β) συλλέγονται για προσδιορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και δεν υφίστανται μεταγενέστερη επεξεργασία ασυμβίβαστη με τους σκοπούς αυτούς· (γ) είναι συναφή, πρόσφορα και όχι περισσότερα από τι κάθε φορά απαιτείται ενόψει των σκοπών της επεξεργασίας· (δ) είναι ακριβή και, εφόσον χρειάζεται, υποβάλλονται σε ενημέρωση· (ε) διατηρούνται σε μορφή που να επιτρέπει τον προσδιορισμό της ταυτότητας των υποκειμένων τους μόνο κατά τη διάρκεια της περιόδου που απαιτείται, κατά την κρίση του Επιτρόπου, για την πραγματοποίηση των σκοπών της συλλογής τους και της επεξεργασίας τους. Μετά την παρέλευση της περιόδου αυτής ο Επίτροπος δύναται με αιτιολογημένη απόφαση του, να επιτρέπει τη διατήρηση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για ιστορικούς, επιστημονικούς ή στατιστικούς σκοπούς, εφόσον κρίνει ότι δε θίγονται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση τα δικαιώματα των υποκειμένων τους ή τρίτων." Πιστεύουμε ότι οι πιο πάνω προϋποθέσεις θα πρέπει να συντρέχουν, σε κάθε περίπτωση, και μάλιστα σωρευτικά, και αυτό ισχύει και στην προκειμένη περίπτωση, στο βαθμό που είναι δυνατό να διακριβωθεί από τη μαρτυρία. Θέτουμε την επιφύλαξη αυτή καθ' ότι δεν είναι γνωστό σε μας, στο παρόν στάδιο, το περιεχόμενο της βιντεοκασέτας και ούτε μας έχει ζητηθεί να το δούμε. Αναφερόμαστε στις υποπαραγράφους (γ), (δ) και (ε) και, συνεπώς, περιορίζουμε την εξέταση μας στις υποπαραγράφους (α) και (β), θεωρώντας ότι η επεξεργασία στην προκειμένη περίπτωση των προσωπικών δεδομένων ήταν μέχρι στιγμής, στο βαθμό που μπορούμε να γνωρίζουμε, και θεμιτή και νόμιμη. Ενώ η συλλογή της έγινε για περιορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς. Επίσης θεωρούμε ότι οι πιο πάνω προϋποθέσεις θα πρέπει να έχουν ικανοποιηθεί όταν ακολούθως εξετάζεται αν η επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων είναι νόμιμη δυνάμει του άρθρου 5, ανεξάρτητα σε ποια από τις δύο περιπτώσεις του άρθρου αυτού εμπίπτει η τέτοια επεξεργασία. Παραθέτουμε τις πρόνοιες του άρθρου 5 στο βαθμό που είναι σχετικές, έχοντας υπόψη και τις εισηγήσεις επί του θέματος των συνηγόρων: "5.-
(1)Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη ρητή συγκατάθεση του.
(2)Επεξεργασία δεδομένων επιτρέπεται και χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων όταν- .................................. (δ) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για την εκτέλεση έργου δημοσίου συμφέροντος ή έργου που εμπίπτει στην άσκηση δημόσιας εξουσίας και έχει ανατεθεί είτε στον υπεύθυνο επεξεργασίας είτε σε τρίτο, στον οποίο ανακοινώνονται τα δεδομένα· (ε) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για την ικανοποίηση του έννομου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος στον οποίο ανακοινώνονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει των δικαιωμάτων, συμφερόντων και θεμελιωδών ελευθεριών των υποκειμένων των δεδομένων." Οπωσδήποτε η πρόνοια στο άρθρο 5
(1), ανωτέρω, δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση. Όμως, είναι σε όλους γνωστό πως με βάση το Άρθρο 113.2 του Συντάγματος, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας έχει εξουσία, την οποία ασκεί κατά την κρίση του προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος, να διατάσσει τη διεξαγωγή ποινικών ανακρίσεων καθώς επίσης και την ποινική δίωξη οποιουδήποτε προσώπου για οποιοδήποτε αδίκημα. Συνεπώς, η επεξεργασία στην προκειμένη περίπτωση από το Γενικό Εισαγγελέα εμπίπτει στην υποπαράγραφο (δ), δηλαδή η διατήρηση αρχικά της βιντεοκασέτας στην κατοχή του και η διαβίβαση της ακολούθως στον ποινικό ανακριτή ήσαν απαραίτητα για την εκτέλεση από τον ίδιο, ως υπεύθυνο επεξεργασίας, έργου που εμπίπτει στην άσκηση δημόσιας εξουσίας. Όσον αφορά την επεξεργασία από το άγνωστο πρόσωπο πιστεύουμε πως καλύπτεται από τις πρόνοιες της υποπαραγράφου (ε). Δεν υπάρχει κατά το νόμο υποχρέωση σε οποιοδήποτε πρόσωπο να προβεί, υπό την ιδιωτική του ιδιότητα, σε καταγγελία σε σχέση με τη διάπραξη κάποιου ποινικού αδικήματος. Εναπόκειται στη συνείδηση του καθενός. Όμως, ο καθένας έχει έννομο συμφέρον στην πάταξη του εγκλήματος και στην εδραίωση της έννομης τάξης. Και αν κάποιο πρόσωπο καταγγείλει τη διάπραξη συγκεκριμένου εγκλήματος και με οποιοδήποτε τρόπο δώσει πληροφορίες στο Γενικό Εισαγγελέα ή στις αστυνομικές αρχές που αφορούν προσωπικά δεδομένα υποκειμένου που φέρεται να σχετίζεται με αυτό, τότε, όπως και ο Γενικός Εισαγγελέας όταν διαβιβάζει τις εν λόγω πληροφορίες στον υπεύθυνο ποινικό ανακριτή, καλύπτεται από τις πρόνοιες του άρθρου 5
(2)(ε). Η δε καταγγελία στην οποία προβαίνει, σαφώς, υπερέχει του δικαιώματος του υπόπτου προσώπου που κατοχυρώνεται από το Άρθρο 15.1 του Συντάγματος, ανωτέρω. Εν ολίγοις σε τέτοια περίπτωση δε χρειάζεται η συγκατάθεση του υποκείμενου για την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων που τον αφορούν. Στο σημείο αυτό θα θέλαμε να παρατηρήσουμε και το εξής σχετικό. Προβαίνοντας σε ανάλογη εισήγηση ο κ. Παπαϊωάννου εξέλαβε ως δεδομένο ότι ο περιορισμός τον οποίο είχε θέσει το άγνωστο πρόσωπο στο Γενικό Εισαγγελέα για μη διαρροή του περιεχομένου της βιντεοκασέτας θα είχε ως αποτέλεσμα αυτή να μην περιληφθεί στον ανακριτικό φάκελο τον οποίο χαρακτήρισε και ο ίδιος ως αρχείο και κατά συνέπεια η οποιαδήποτε επεξεργασία της, υπό αυτές τις συνθήκες, θα παραβίαζε το Νόμο. Διαφωνούμε με τη θέση αυτή. Κατ' αρχάς, δεν ετέθη τέτοιος απόλυτος περιορισμός από το άγνωστο πρόσωπο όσον αφορά τη χρήση της βιντεοκασέτας. Αλλά, αντίθετα, συμφώνησε να τη δει και ο ποινικός ανακριτής ο οποίος, ασφαλώς, θα μπορούσε να αντλήσει και πιθανόν να άντλησε κάποιες πληροφορίες από την παρακολούθηση της σε σχέση με την ανάκριση που διενεργούσε. Πρόσθετα, είναι γεγονός ότι, τελικώς, η βιντεοκασέτα συμπεριλήφθηκε στον ανακριτικό φάκελο, ανεξάρτητα και με τις επιθυμίες του αγνώστου προσώπου. Ένα τελευταίο θέμα είναι σε σχέση με την πρόνοια στο άρθρο 6. Το αναφέρουμε για να παρατηρήσουμε ότι δεν ισχύει το άρθρο αυτό καθ' ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν τίθεται θέμα επεξεργασίας "ευαίσθητων δεδομένων" για το λόγο ότι στο στάδιο εκείνο δεν υπήρχε ακόμα ποινική δίωξη. Καταλήγουμε, λοιπόν, ότι κανένας από τους λόγους ένστασης που έχουν προβληθεί ευσταθεί και συνεπώς γίνεται αποδεκτή η κατάθεση της βιντεοκασέτας. (Υπ.) .................. Γ. Ν. Γιασεμής, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .................. Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .................. Ε. Εφραίμ, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κ.π. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο