← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Γεώργιου Κακουλλή, Αρ. Υπόθεσης: 24974/05, 20 Νοεμβρίου 2007

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Γεώργιου Κακουλλή, Αρ. Υπόθεσης: 24974/05, 20 Νοεμβρίου 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:B56 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Ν. Σταύρου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 24974/05 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν Γεώργιου Κακουλλή Κατηγορουμένου ------------- 20 Νοεμβρίου 2007 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Αβρααμίδου. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Μηχανικός. Ο Κατηγορούμενος είναι παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τέσσερεις κατηγορίες. Η 1η κατηγορία αφορά το αδίκημα της καταδίωξης θηράματος με τη χρήση μηχανοκίνητου μέσου. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας αυτής, ο κατηγορούμενος στις 3 Ιουνίου του 2005 στο δρόμο Δένειας-Κοκκινοτριμιθιάς καταδίωξε θήραμα με τη χρήση του οχήματος με αρ. εγγραφής YW 771. Η 2η κατηγορία αφορά το αδίκημα της σύλληψης και θανάτωσης θηράματος με τη χρήση μηχανοκινήτου μέσου. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας αυτής, ο κατηγορούμενος στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία συνέλαβε και φόνευσε θήραμα, δηλαδή φόνευσε ένα λαγό και συνέλαβε τρία περδίκια με τη χρήση του προαναφερθέντος οχήματος. Η 3η κατηγορία αφορά το αδίκημα της σύλληψης και θανάτωσης θηράματος κατά τη διάρκεια κλειστής περιόδου για το κυνήγι. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειας αυτής της κατηγορίας, καθ' ον χρόνο ο κατηγορούμενος προέβαινε στις πράξεις που αναφέρονται στη 2η κατηγορία ήταν κλειστή περίοδος για το κυνήγι. Τέλος, η 4η κατηγορία αφορά το αδίκημα της κατοχής φονευθέντος θηράματος κατά τη διάρκεια κλειστής περιόδου για το κυνήγι. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες τούτης της κατηγορίας ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, είχε στην κατοχή του φονευμένο θήραμα κατά τη διάρκεια κλειστής περιόδου για το κυνήγι, δηλαδή τον λαγό που αναφέρεται στις προηγούμενες κατηγορίες. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ενοχή σε όλες τις κατηγορίες και έτσι η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Κλήθηκαν από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής τέσσερις μάρτυρες. Οι αστ. 4828 Γιάννος Μαυρίκιου (Μ.Κ.1), αστ. 1441 Γιώργος Τσίγκης (Μ.Κ.2), θυροφύλακας Μιχάλης Βιολάρης (Μ.Κ.3) και ο κτηνιατρικός λειτουργός Ιωάννης Ιωάννου (Μ.Κ.4). Μετά το πέρας της μαρτυρίας από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής υπήρξε εισήγηση από πλευράς Υπεράσπισης πως δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση, ειδικά σε ότι αφορά τις πρώτες τρεις κατηγορίες. Ο ευπαίδευτος συνήγορος Υπεράσπισης κ. Μηχανικός επιχειρηματολογώντας επί του προκειμένου επισήμανε ιδιαιτέρως το γεγονός ότι ο Μ.Κ.4 που διενήργησε νεκροψία στη σορό του φονευθέντος λαγού απεφάνθη ότι ο θάνατος επήλθε συνεπεία σφαιριδίων από πυροβολισμό. Η κατάληξη αυτή, υπέδειξε ο συνήγορος, σε συνάρτηση με το γεγονός ότι δεν βρέθηκε οποιοδήποτε πυροβόλο όπλο είτε στην κατοχή, είτε στην οικία του κατηγορουμένου απογυμνώνει τα όσα του καταλογίζονται με τις πρώτες τρεις κατηγορίες. Πέραν τούτου ο κ. Μηχανικός αναφέρθηκε και σε κάποιες αντιφάσεις, ως τις χαρακτήρισε, που προκύπτουν από τη δοθείσα μαρτυρία, χωρίς ωστόσο να ξεκαθαρίσει αν τις θεωρεί τέτοιας υφής και έκτασης που να δικαιολογούν για τον λόγο και μόνο τούτο τη μη κλήση του κατηγορουμένου σε απολογία. Στον αντίποδα, η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής κα Αβρααμίδου υπέδειξε πως ο κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση προβάλλει ισχυρισμούς οι οποίοι αντιτίθενται στα όσα ανέφερε ο Μ.Κ.4 σε σχέση με τον θάνατο του λαγού. Πέραν τούτου εισηγήθηκε όπως το δικαστήριο προχωρήσει αυτεπάγγελτα στην τροποποίηση του κατηγορητηρίου προσθέτοντας κατηγορίες όπου θα αντικαθίσταται η φράση "με τη χρήση μηχανοκινήτου μέσου μεταφοράς" και επόμενα, με τη φράση "με τη χρήση πυροβόλου όπλου". Μετά τη μεταβολή αυτή κατέληξε, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε απολογία. Σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, ο κατηγορούμενος σ΄ αυτό το ενδιάμεσο στάδιο της διαδικασίας καλείται σε απολογία μόνο όταν η προσαχθείσα από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής μαρτυρία στο απόγειο της, κρινόμενη αντικειμενικά, δημιουργεί εκ πρώτης όψεως ενοχή του κατηγορουμένου. Σε τούτο το στάδιο, η μαρτυρία δεν αξιολογείται υποκειμενικά ούτε και εξάγονται συμπεράσματα. Αυτά αφήνονται για το τέλος νοουμένου βέβαια ότι θα δοθεί συνέχεια στη δίκη. Από την άλλη όταν (α) η μαρτυρία που έχει προσκομιστεί από την Κατηγορούσα Αρχή δεν στοιχειοθετεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή (β) η μαρτυρία έχει κλονισθεί σε τέτοιο μεγάλο βαθμό ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης ή είναι τόσο έκδηλα αβάσιμη που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να καταλήξει σε εύρημα ενοχής στηριζόμενη σ' αυτή, η δίκη διακόπτεται και ο κατηγορούμενος, χωρίς άλλο, αθωώνεται (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1992)2 Α.Α.Δ. 133, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρίστου, Ποινική Έφεση 7077, ημερ. 21.6.2001, Αποστόλου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 7123, ημερ. 20.12.2002 και Νικολαίδης ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 7217, ημερ. 27.6.2003). Στη δοσμένη περίπτωση με κάθε εκτίμηση προς την επιμέρους υπόδειξη του ευπαιδεύτου συνηγόρου Υπεράσπισης δεν θεωρώ ότι προκύπτει ζήτημα για εξέταση που να αφορά την ποιότητα της προσαχθείσας μαρτυρίας. Η προσαχθείσα μαρτυρία δεν είναι ούτε αντινομική ούτε έκδηλα αβάσιμη, ώστε να επιβάλλεται για αυτό τον λόγο να διακοπεί η δίκη. Εκείνο που εν προκειμένω ενδιαφέρει και που χρήζει πράγματι εξέτασης είναι η νομική θεμελίωση των αδικημάτων. Σε ότι αφορά την 1η κατηγορία σχετικό είναι το άρθρο 44
(1)(ε) του Περί Προστασίας και Διαχείρισης Άγριων Πτηνών και Θηραμάτων Νόμου 152(Ι)/
  1. Το άρθρο αυτό στον βαθμό που ενδιαφέρει διαλαμβάνει ως εξής: "......κανένα πρόσωπο δεν πυροβολεί, φονεύει, συλλαμβάνει, καταδιώκει παρενοχλεί ή παραπλανεί οποιοδήποτε θήραμα με τη χρήση: ........................... Οποιασδήποτε κατηγορίας χερσαίων μηχανοκίνητων μέσων μεταφοράς.........................." Ως προκύπτει από το πιο πάνω λεκτικό αλλά και από τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, το μέσον που φέρεται να χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος για καταδίωξη του επίμαχου λαγού είναι πολύ συγκεκριμένο, πρόκειται για το όχημα με αρ.εγγ. YW
  2. Μετά δε την εισήγηση της Κατηγορούσας Αρχής για τροποποίηση του κατηγορητηρίου, προκύπτει κατ' ουσία πως και η ίδια δέχεται ότι το συγκεκριμένο αδίκημα ως είναι διατυπωμένο δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί. Τούτο εξάλλου προκύπτει διάχυτα και από τα όσα ανέφερε επί του προκειμένου, ο κατά γενική ομολογία ειδήμονας επί του ζητήματος, Μ.Κ.
  3. Ο μάρτυρας αυτός ανέφερε ξεκάθαρα πως ο θάνατος του λαγού επήλθε από σφαιρίδια από πυροβολισμό και ήταν μάλιστα ακαριαίος. Εξήγησε και τον όρο "ακαριαίος" λέγοντας πως αυτό σημαίνει πως μόνο κάποιες ακούσιες κινήσεις των μυών μπορεί να έγιναν και όχι οποιαδήποτε περαιτέρω κίνηση του ζώου. Αυτή η μαρτυρία, ακόμα και χωρίς αξιολόγηση, σε συνάρτηση βεβαίως και με την απουσία οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας που να καταδεικνύει καταδίωξη από μέρους του κατηγορουμένου και μάλιστα με το προαναφερθέν όχημα αφήνει την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη. Παρενθετικά να σημειώσω πως δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι στην ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου (τεκμήριο 1) υπάρχει αναφορά από τον ίδιο τον κατηγορούμενο ότι ο λαγός έτρεχε και κτύπησε στο όχημα του. Η αξιολόγηση της κατάθεσης ενός κατηγορουμένου είναι θέμα που ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου (βλ. Κωνσταντινίδης v. Αστυνομίας
(1991)2 CLR 190). Στην υπόθεση αυτή τονίστηκε ότι το δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί κάποια μέρη της κατάθεσης για την αλήθεια του περιεχομένου τους και να απορρίψει κάποια άλλα. Ειδικά, κατ' εξαίρεση του τότε κανόνα που απέκλειε την εξ ακoής μαρτυρία, τονίστηκε πως μπορούσε να γίνει δεκτό για την αλήθεια του περιεχομένου του, μέρος κατάθεσης που συνιστούσε άμεσα ή έμμεσα παραδοχή ή δήλωση κατά του συμφέροντος του κατηγορουμένου (βλ. Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ.109 και Duncan 73 Cr.App.Rep. 359). Στη δοσμένη περίπτωση όμως θα ήταν τουλάχιστον παράδοξο, ίσως και αντινομικό για σκοπούς κλήσης σε απολογία, το δικαστήριο να απομονώσει και να κρατήσει τη συγκεκριμένη αναφορά του κατηγορουμένου για τρέξιμο του λαγού και να αγνοήσει την υπόλοιπη του φράση για κτύπημα στο όχημα καθώς και την αντίθετη επί του προκειμένου θέση του Μ.Κ.4 αλλά και τη γενικότερη αναδίπλωση της Κατηγορούσας Αρχής που ζήτησε επ' αυτού τροποποίηση του κατηγορητηρίου. Κρίνω έτσι πως δεν μπορεί σε κανένα στάδιο να προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στη συγκεκριμένη αναφορά. Όσον αφορά την εισήγηση για τροποποίηση του κατηγορητηρίου από μέρους του δικαστηρίου, θα επισημάνω απλώς ότι δεν υπάρχει καμία μαρτυρία, είτε άμεση είτε περιστατική που να τείνει να καταδείξει ότι ο κατηγορούμενος καταδίωξε τον λαγό με πυροβόλο όπλο. Για να καταλήξει κανείς σε ένα τέτοιο συμπέρασμα με βάση την υπάρχουσα μαρτυρία θα πρέπει να προβεί σε εικασίες και συνειρμούς. Είναι νομολογιακά γνωστό ότι οι εικασίες όσον εύλογες και να είναι δε μπορεί να αποτελέσουν το υπόβαθρο για ποινική καταδίκη. Συνεπώς δεν αρκούν ούτε για κλήση σε απολογία Σε σχέση με την 2η και 3η κατηγορία, πέραν των όσων ανέφερα πιο πάνω που ισχύουν κατ' αναλογία και στο βαθμό που γίνεται αναφορά στη θανάτωση του λαγού με τη χρήση μηχανοκίνητου μέσου, με το ίδιο βεβαίως απορριπτικό αποτέλεσμα, έχω να παρατηρήσω επιπροσθέτως και τα εξής: Στις λεπτομέρειες αδικήματος αμφοτέρων των προαναφερθεισών κατηγοριών γίνεται λόγος για θανάτωση του λαγού και για σύλληψη των περδικιών. Δηλαδή σε κάθε κατηγορία αποδίδονται δύο διακριτές, διαφορετικές πράξεις στον κατηγορούμενο. Δεν μπορεί η κατ' ισχυρισμό θανάτωση του λαγού με τον τρόπο που φέρεται να επιτεύχθηκε να θεωρηθεί ως μέρος μιας συνεχούς πράξης και άρα μέρος ενός ενιαίου αδικήματος με την κατ' ισχυρισμό σύλληψη των τριών περδικιών. Δεν έχει σημασία ότι τα αδικήματα είναι παρόμοιας φύσεως ή ότι αποτελούν μέρος ενός κοινού σχεδιασμού (βλ. Panteli v. District Labour Offices Famagusta
(1983)2 C.L.R. 205). Πρόκειται για δύο ξεχωριστά αδικήματα που θα έπρεπε να αποτελέσουν το αντικείμενο δύο διαφορετικών κατηγοριών. Ο δε συνωστισμός τους σε μια κατηγορία ισοδυναμεί με πολλαπλότητα. Η πολλαπλότητα είναι θέμα τύπου και όχι ουσίας. Άλλοτε η πολλαπλότητα μπορεί να θεραπευθεί με τροποποίηση του κατηγορητηρίου και άλλοτε όχι. Στη δοσμένη περίπτωση λαμβάνοντας υπόψη μου το γεγονός πως δεν έχει προηγηθεί αίτημα για τροποποίηση σε σχέση με το ζήτημα τούτο σε συνάρτηση και με το προχωρημένο στάδιο στο οποίο βρίσκεται η δίκη αλλά και με δεδομένο της εγγενούς αδυναμίας των κατηγοριών αυτών σε σχέση με τον διατυπωθέντα τρόπο θανάτωσης του λαγού, κρίνω αβίαστα πως η συγκεκριμένη πολλαπλότητα δεν μπορεί με κανένα τρόπο να θεραπευθεί. Οπόταν και για αυτό το λόγο οι κατηγορίες 2 και 3 θα πρέπει να απορριφθούν. Σε ότι αφορά την 4η κατηγορία τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά. Υπάρχει μαρτυρία, στην οποία δεν θα ενδιατρίψω σε αυτό το στάδιο, η οποία στοιχειοθετεί για σκοπούς κλήσης σε απολογία όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Στη βάση λοιπόν όλων των προαναφερθέντων ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στη 1η, 2η και 3η κατηγορία αλλά καλείται σε απολογία στην 4η κατηγορία. (Υπ.) ............ Στ. Ν. Σταύρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.