Η Δημοκρατία ν. Ουρανία Χαραλάμπους, Αρ. Υπόθεσης: 4090/2006, 22 Νοεμβρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2007:13 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Σύνθεση: Γ. Ν. Γιασεμής, Π.Ε.Δ. Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Ε. Εφραίμ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4090/2006 Η Δημοκρατία - - ν - -
- Ουρανία Χαραλάμπους
- Ρένου Ευθυμίου Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 22 Νοεμβρίου,
- Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: Η κα Π.Ευθυβούλου-Ευθυμίου Για την Κατηγορούμενη 1: Ο κ. Δ. Παυλίδης. Για τον Κατηγορούμενο 2: Ο κ. Χρ.Κιτρομηλίδης. Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες. ----------------------------------------- Π Ο Ι Ν Η Μετά την καταδίκη των κατηγορουμένων, κατόπιν ακροάσεως, εξετάζεται στο παρόν στάδιο ποια είναι η αρμόζουσα ποινή που θα πρέπει να τους επιβληθεί, για τα αδικήματα στα οποία ο καθένας κρίθηκε ένοχος. Τόσο τα αδικήματα όσο και τα γεγονότα με βάση τα οποία αυτά έχουν αποδειχθεί αναφέρονται στην αιτιολογημένη απόφαση μας. Η κατηγορούμενη κρίθηκε ένοχη για τα αδικήματα της συνομωσίας, της κλοπής υπό υπαλλήλου και της απόκτησηςσυγκάλυψης, διαά της κατοχήαπόκτησης, πρώτη, δεύτερη και πέμπτη κατηγορία, αντίστοιχα. Ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος για τα αδικήματα της συνομωσίας, της απλής κλοπής, της συνέργειας σε κλοπή υπό υπαλλήλου και της συγκάλυψης διαά της απόκτησης, πρώτη, τρίτη, τέταρτη και πέμπτη κατηγορία, αντίστοιχα. Κατά τον ουσιώδη χρόνο που είναι η περίοδος 2002, 2003, η κατηγορούμενη εργοδοτείτο ως γραμματέας της ΣΠΕ Καπέδων. Κατά το Νοέμβριο του 2002 την επισκέφθηκε στο κατάστημα της εν λόγω ΣΠΕ ο κατηγορούμενος και την έπεισε να του εξαργυρώσει μια επιταγή για £350 η οποία στην πορεία διαπιστώθηκε ότι δεν είχε αντίκρισμα. Εντούτοις, στη συνέχεια επαναλήφθηκε το ίδιο σε σχέση και με άλλες επιταγές τις οποίες ο κατηγορούμενος της παρουσίαζε με δικαιούχο τον ίδιο, και η κατηγορούμενη τις εξαργύρωνε γνωρίζοντας πλέον και οι δύο ότι δεν υπήρχε περίπτωση να εκκαθαριστούν, προωθούμενες μέσω των κατάλληλων διαδικασιών του τραπεζικού συστήματος, όπως και συνέβηκε. Κατά την περίοδο εκείνη συνέβησαν ακόμα δύο πράγματα τα οποία συνέβαλαν αποφασιστικά στην εδραίωση της συμφωνίας των κατηγορουμένων για πραγμάτωση του άνομου σκοπού τους που ήταν η κλοπή χρημάτων από τη ΣΠΕ Καπέδων. Το πρώτο ήταν ότι η κατηγορούμενη άρχισε να δέχεται «προμήθεια» από τον κατηγορούμενο για την ευκολία που του έκανε, ήτοι να του εξαργυρώνει ακάλυπτες επιταγές. Συγκεκριμένα, με την εξαργύρωση της κάθε επιταγής ο κατηγορούμενος της επέστρεφε κάποιο ποσό το οποίο ο ίδιος έκρινε ικανοποιητικό, ως «προμήθεια». Το άλλο αφορούσε παραστάσεις στις οποίες προέβαινε ο κατηγορούμενος κατά καιρούς προς την κατηγορούμενη, με αποτέλεσμα να της δημιουργήσει την πεπλανημένη εντύπωση ότι ήταν επιχειρηματίας και είχε σεβαστά οικονομικά μέσα και συνεργάτες. Εμπεδώνοντας της έτσι την πεποίθηση, όπως της έλεγε και ρητώς, ότι σύντομα θα της επέστρεφε ολόκληρο το ποσό που τελικά του έδωσε σταδιακά μέσα στο 2003, με την εξαργύρωση προς αυτόν των 39 επιταγών του Λοίζου. Το ποσό αυτό ανήλθε, συνολικά, στις £453.
- Το έλαβε ολόκληρο στην κατοχή του ο κατηγορούμενος και επέστρεψε στην κατηγορούμενη, υπό μορφή «προμήθειας», γύρω στις £51.
- Ας σημειωθεί ότι αυτό είναι και το μόνο οναδικό ποσό που, τελικώς, ανεβρέθη δεδομένου ότι η κατηγορούμενη το τοποθετούσε πίσω στο ταμείο. Προφανώς, με σκοπό να το έπαιρνε αργότερα όταν ο κατηγορούμενος θα της επέστρεφε ολόκληρο το ποσό που θα του είχε δώσει, δηλαδή τις £453.140 . Το υπόλοιπο, το οποίο ο κατηγορούμενος κράτησε για τον εαυτό του, ουδέποτε ανευρέθη ή επεστράφη, με αποτέλεσμα η ΣΠΕ Καπέδων να υποστεί απώλεια για ισάξιο ποσό. Ανέρχεται δε στις £402.
- Τα πιο πάνω γεγονότα αφορούν τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες οι δύο κατηγορούμενοι έδρασαν διαπράττοντας τα αδικήματα για τα οποία κρίθηκαν ένοχοι. Κάτι το οποίο είναι σχετικό να αναφερθεί στο στάδιο αυτό είναι ότι ο Λοϊζος Λοϊζου δε διαπιστώθηκε, τελικώς, με βάση τα γεγονότα, να είχε οποιαδήποτε συμμετοχή στη διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων, όπως αναφέρετο στο κατηγορητήριο. Η διαπίστωση αυτή δεν είναι μόνο δική μας, αλλά και του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ενώπιον του οποίου ο Λοϊζου αντιμετώπισε, μόνος, παρόμοιας φύσεως κατηγορίες οι οποίες στηρίζονταν στις ίδιες ακριβώς περιστάσεις, όπως και οι κατηγορίες στην παρούσα υπόθεση, και αθωώθηκε σε όλες. Τα τελευταία γεγονότα τα αναφέρουμε διότι σ΄αυτά στήριξαν την εισήγηση τους, για άνιση μεταχείριση, οι συνήγοροι των κατηγορουμένων. Όταν προς το τέλος του 2003, που θα διενεργείτο έλεγχος στη ΣΠΕ από την Ελεγκτική Υπηρεσία του Συνεργατισμού, ο κατηγορούμενος δεν επέστρεψε τα χρήματα τα οποία η κατηγορούμενη του είχε δώσει, η τελευταία αποφάσισε να τον καταγγείλει στην αστυνομία. Αυτό συνέβηκε στις 29.11.2003 και η κατηγορούμενη παρουσιάστηκε ως καταγγέλουσα τον κατηγορούμενο για κλοπή την οποία, όπως έλεγε, αυτός διενήργησε μέσω της ,από τη ΣΠΕ Καπέδων. Οι πληροφορίες που έδωσε στην αστυνομία ήσαν και τότε ενοχοποιητικές για την ίδια. Εν πάση περιπτώσει, αποτέλεσαν την αρχή για τη διεξαγωγή περαιτέρω ερευνών από την αστυνομία, που οδήγησαν λίγες μέρες αργότερα στη σύλληψη της καθώς και στη σύλληψη του κατηγορούμενου. Στο πλαίσιο των ερευνών αυτών η κατηγορούμενη έδωσε στις 6.12.2003 κατάθεση στην αστυνομία στην οποία παράθετε με λεπτομέρεια τις περιστάσεις διάπραξης των εν λόγω αδικημάτων από την ίδια και τον κατηγορούμενο, όπως αναφέρονται πιο πάνω. Στη κατάθεση της αυτή στήριξε, κυρίως, τα ευρήματα του το δικαστήριο για καταδίκη και των δύο κατηγορουμένων. Ο κατηγορούμενος έδωσε και αυτός κατάθεση στην αστυνομία, στις 13.12.2003, στην οποία αποποιείτο κάθε ευθύνης. Παρά την πιο πάνω μαρτυρία την οποία η αστυνομία είχε από τότε στην κατοχή της και προερχόταν από την κατηγορούμενη, εντούτοις δεν προχώρησε να τους κατηγορήσει. Αναμφίβολα ο λόγος ήταν διότι ο κατηγορούμενος είχε προβάλει στην κατάθεση του μια διαφορετική εκδοχή. Κατονόμαζε ως το πρόσωπο που είχε πάρει ολόκληρο το χρηματικό ποσό από την εξαργύρωση των 39 επιταγών, τον εκδότη τους, δηλαδή το Λοϊζο Λοϊζου. Βασικά, παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως εντελώς αμέτοχο στην όλη υπόθεση η οποία, όπως έλεγε, ήταν το αποτέλεσμα συμφωνίας την οποία είχαν κάνει μεταξύ τους, η κατηγορούμενη και ο Λοϊζου. Στο μεταξύ, στις 8.12.2003 ο Λοϊζου απέστειλε από την Ρουμανία, όπου ήταν εγκατεστημένος, προς τη ΣΠΕ Καπέδων και προς τον ΄Εφορο Εποπτείας και Συνεργατικής Ανάπτυξης, κ.Χλωρακιώτη, ένα τηλεομοιότυπο στο οποίο έλεγε ό,τι περίπου, και ο κατηγορούμενος στη μεταγενέστερη κατάθεση του προς την αστυνομία. Ενόψει και των πληροφοριών αυτών η αστυνομία, όπως ήταν λογικό, έστρεψε τις έρευνες της και προς το Λοϊζου. Εκδόθηκε εναντίον του διεθνές ένταλμα σύλληψης και έγιναν ενέργειες για έκδοση του από τις Ρουμανικές αρχές ώστε να μεταφερθεί στην Κύπρο. Οι ενέργειες αυτές τελεσφόρησαν μετά από δυόμιση χρόνια, περίπου, και συγκεκριμένα τον Απρίλιο του
- Μεταφερθείς, ο Λοϊζου στην Κύπρο, ανακρίθηκε από την αστυνομία και τελικώς κατηγορήθηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου με τις ίδιες περίπου κατηγορίες όπως και οι κατηγορούμενοι. Το αποτέλεσμα της υπόθεσης αυτής το αναφέραμε προηγουμένως. Στα γεγονότα στα οποία μόλις έχουμε αναφερθεί στήριξαν μια άλλη εισήγηση τους οι συνήγοροι των κατηγορουμένων, ότι υπήρξε υπέρμετρη καθυστέρηση στην προσαγωγή της υπόθεσης τους ενώπιον της δικαιοσύνης. Αναφέραμε τα πιο πάνω γεγονότα, τα οποία πήραμε από την αιτιολογημένη απόφαση μας, καθ΄ότι θεωρούμε ότι είναι σχετικά στο στάδιο αυτό που εξετάζεται η ποινή η οποία θα πρέπει να επιβληθεί στους κατηγορούμενους και επίσης διότι μας παρέπεμψαν σ' αυτά, για τον ίδιο λόγο, οι συνήγοροι τους. Παρατηρούμε δε ότι ο κ.Παυλίδης, αγορεύοντας εκ μέρους της κατηγορούμενης, τόνισε ιδιαίτερα αυτά που αφορούν στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων καθώς και αυτά που αφορούν στις ενέργειες και στη στάση, ακολούθως, της πελάτιδας του που είχαν σαν αποτέλεσμα την εξιχνίαση τους από την αστυνομία και, τελικώς, την καταδίκη των δύο κατηγορουμένων από το δικαστήριο. Εισηγήθηκε δε, συναφώς, ότι όλα αυτά θα πρέπει να επενεργήσουν προς μετριασμό και διαφοροποίηση προς το επιεικέστερο της ποινής η οποία θα επιβληθεί στην κατηγορούμενη, από την οποιαδήποτε ποινή επιβληθεί στον κατηγορούμενο. Περαιτέρω, προβαίνοντας ο κ.Παυλίδης σε αναφορά στις προσωπικές συνθήκες της κατηγορούμενης ανάφερε ότι αυτή είναι σήμερα ηλικίας 46 χρόνων, είναι παντρεμένη και έχει πέντε παιδιά, όλα ενήλικες, τα οποία μένουν μαζί της και με το σύζυγο της στο χωριό Καπέδες. Μάλιστα δυο από αυτά σπουδάζουν, με ετήσιο κόστος £4.
- Μετά δε που η ίδια παρέμεινε χωρίς εργασία, αφότου επαύθη πριν τέσσερα χρόνια από τη ΣΠΕ, ολόκληρο το βάρος για τη συντήρηση της οικογένειας τους την ανέλαβε ο σύζυγος της. Ο οποίος πρέπει συγχρόνως να υπηρετεί και κάποια δάνεια που έχει προς διάφορες τράπεζες, ανερχόμενα στο συνολικό ποσό των £100.000, περίπου. Όσον αφορά την κατηγορούμενη τόνισε, επίσης, το γεγονός ότι αυτή είναι λευκού ποινικού μητρώου. Ο κ. Κιτρομηλίδης, αγορεύοντας εκ μέρους του κατηγορούμενου, έδωσε ιδιαίτερη έμφαση, όπως άλλωστε και ο κ.Παυλίδης προηγουμένως, σε ό,τι χαρακτήρισε ως άνιση μεταχείριση του κατηγορούμενου, συγκρίνοντας με την πορεία που είχε πάρει η υπόθεση του Λοϊζου Λοϊζου καθώς επίσης και στην καθυστέρηση που σημειώθηκε στην προσαγωγή του πελάτη του ενώπιον του δικαστηρίου. Ενώ δεν παρέλειψε να χαρακτηρίσει και ως ανορθόδοξο τον τρόπο χειρισμού, από την κατηγορούσα αρχή, της περίπτωσης του Λοϊζου, σε σύγκριση με το ότι η υπόθεση των κατηγορουμένων ετέθη τελικώς ενώπιον του Κακουργιοδικείου. Παρέπεμψε και ο κ.Κιτρομηλίδης, για όλες τις εισηγήσεις του, στα γεγονότα που αναφέραμε προηγουμένως. Αγορεύοντας περαιτέρω, εισηγήθηκε ότι θα πρέπει, επίσης, να λάβουμε υπόψη προς μετριασμό της ποινής που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο και τις προσωπικές του περιστάσεις. Όπως ανάφερε, συναφώς, ο κατηγορούμενος είναι σήμερα ηλικίας 48 χρόνων, είναι οικογενειάρχης και πατέρας τριών παιδιών τα οποία βρίσκονται σε κρίσιμη ηλικία. Μάλιστα το ένα από αυτά φοιτά σε πανεπιστήμιο και λόγω οικονομικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει η οικογένεια, έχει περιέλθει σε οικονομική ανέχεια. Για να διευκρινίσει, όμως περαιτέρω, ότι ο κατηγορούμενος, ο μόνος προστάτης της οικογένειας του, μέσω της εργασίας του, τελεί σε πτώχευση. Τέλος, επισημαίνοντας την ηλικία του κατηγορούμενου και το λευκό ποινικό του μητρώο εισηγήθηκε ότι μακρόχρονη ποινή φυλάκισης θα είναι καταστροφική ιδιαίτερα για τα παιδιά και τη σύζυγο του ενώ δε θα παραδειγματίσει και οποιοδήποτε, και ειδικά τον ίδιο, αφού δεν είναι πρόσωπο με ροπή στο έγκλημα. ΄Εχουμε ακούσει με προσοχή τους συνήγορους υπεράσπισης. Αντιλαμβανόμαστε ότι συμμερίζονται την άποψη, όπως και το δικαστήριο, ότι τα αδικήματα που διέπραξαν οι κατηγορούμενοι είναι σοβαρά. Ενδεικτικό του παράγοντα αυτού είναι το γεγονός ότι το αδίκημα της κλοπής υπό υπαλλήλου στο οποίο κρίθηκε ένοχη η κατηγορούμενη, τιμωρείται κατ'ανώτατο όριο με ποινή φυλάκισης δέκα χρόνων. Αυτό προβλέπεται στο άρθρο 268 του Ποινικού Κώδικα το οποίο δημιουργεί το εν λόγω αδίκημα. Ενώ όπως κατέδειξε η υπόθεση Iacovou v. The Republic
(1976)2 CLR 114, το αδίκημα που δημιουργείται από το συνδυασμό του άρθρου αυτού με το άρθρο 20, στο οποίο κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, επιτρέπει την τιμωρία του με βάση το άρθρο
- Επίσης παρατηρούμε ότι τα γεγονότα τα οποία συνιστούν το αδίκημα της κλοπής που αντιμετώπισε μόνος ο κατηγορούμενος και το αδίκημα της συγκάλυψης που αντιμετώπισαν και οι δύο και το οποίο τιμωρείται κατ'ανώτατο όριο με ποινή φυλάκισης δεκατεσσάρων χρόνων, είναι ακριβώς τα ίδια με αυτά στα οποία στηρίχθηκε η καταδίκη τους με βάση το άρθρο
- Το δικαστήριο επιμετρώντας την ποινή θα πρέπει να έχει πάντοτε υπόψη τον πιο πάνω παράγοντα ο οποίος ασφαλώς συνδέεται άμεσα με τη φύση του αδικήματος, και οπωσδήποτε τον έχουμε υπόψη στην προκειμένη περίπτωση. Όμως με δεδομένο τον παράγοντα αυτό δεν παραβλέπουμε, επίσης, αλλά αντίθετα δίδουμε ιδιαίτερη σημασία και στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, ιδιαίτερα αυτών που προέκυψαν από το άρθρο 268, και το ρόλο που διαδραμάτισε ο κάθε κατηγορούμενος. Στο πλαίσιο λοιπόν αυτό, σημειώνουμε ιδιαίτερα τον πρωταρχικό ρόλο του κατηγορούμενου στην επινόηση και διενέργεια των πράξεων από τις οποίες προέκυψαν τα αδικήματα. Ήταν αυτός που προσέγγισε την κατηγορούμενη, και όχι το αντίθετο, και αυτός επινόησε και επέβαλε και τον τρόπο δράσης τους, όπως αναφέρεται πιο πάνω. Η διάπραξη των αδικημάτων έγινε κατορθωτή λόγω του δέλεαρ το οποίο ο κατηγορούμενος προσέφερε στην κατηγορούμενη με την «προμήθεια» που της έδινε για την εξαργύρωση των επιταγών που της παρουσίαζε και την πεποίθηση που της δημιούργησε και φρόντιζε να συντηρεί με ψευδείς παραστάσεις όσον αφορά την οικονομική του κατάσταση, ότι σύντομα θα της επέστρεφε ολόκληρο το ποσό που σταδιακά θα του έδινε. Ο κατηγορούμενος εκμεταλλεύτηκε την αφέλεια και την απληστία της κατηγορούμενης η οποία πείσθηκε ότι με τον πιο πάνω τρόπο θα μπορούσε να αποκομίσει γρήγορο και εύκολο οικονομικό όφελος. Βέβαια, σημειώνουμε ότι και η ίδια η κατηγορούμενη, με γνώμονα το προσωπικό της όφελος δε δίστασε να οικειοποιηθεί την περιουσία της ΣΠΕ και να τη δώσει στον κατηγορούμενο. Ο διαφορετικός ρόλος, από απόψεως βαθμού συμμετοχής δύο ή περισσότερων κατηγορουμένων στη διάπραξη ενός αδικήματος αποτελεί κατά κανόνα παράγοντα ο οποίος επιτρέπει στο δικαστήριο διαφοροποίηση της ποινής τοην οποίοα επιβάλλει στον καθένα (βλ. Μεϊτανής v. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 177, Hassan v. Αστυνομίας
(2006)2 ΑΑΔ 356 και Rangajeeva v. Αστυνομίας
(2006)2ΑΑΔ 486). Στην προκειμένη περίπτωση τα γεγονότα σε σχέση με τον τρόπο και τις περιστάσεις υπό τις οποίες ενεργούσε ο κάθε κατηγορούμενος στη διάπραξη των αδικημάτων, όπως τα αναλύσαμε πιο πάνω, πιστεύουμε, πως οδηγούν αβίαστα, για την ακρίβεια επιβάλλουν, τη διαφοροποίηση της ποινής που θα πρέπει να επιβληθεί στον καθένα απ'αυτούς. Ειδικότερα, καταλήγουμε ότι η ποινή η οποία θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο θα πρέπει να είναι αρκετά πιο αυστηρή. Την άποψη αυτή ενισχύουν και τα ακόλουθα, τα οποία αναφέραμε και προηγουμένως, ως μέρος των γεγονότων της υπόθεσης. Κατ'αρχάς, σημειώνουμε ό,τι αποτελεί επιβαρυντικό στοιχείο και για τους δύο κατηγορούμενους, ότι αυτοί κρίθηκαν ένοχοι για την κλοπή του σχετικά μεγάλου χρηματικού ποσού των £453.140. (βλ. Sydenham v. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 210). Όμως, το τι συνέβηκε ακολούθως με το κλαπέν ποσό είναι ένας εξίσου σημαντικός παράγοντας ο οποίος λαμβάνεται σοβαρά υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής. Στην προκειμένη περίπτωση έχουμε από τη μια την κατηγορούμενη η οποία, τελικώς, δεν ωφελήθηκε με οποιοδήποτε ποσό. Ακόμα και αυτό που της έδωσε σταδιακά ο κατηγορούμενος ύψους £51.000, περίπου, δεν το έλαβε περιμένοντας προφανώς, την επιστροφή από τον τελευταίο του μεγαλύτερου ποσού. Ενώ από την άλλη είναι ο κατηγορούμενος ο οποίος οικειοποιήθηκε ποσό της τάξης των £402.150 και δεν υπάρχει τίποτε πέραν τούτου για το τι απέγινε το ποσό αυτό. Ο κατηγορούμενος αντί να το επιστρέψει ώστε να ληφθεί αυτό υπόψη προς μετριασμό της ποινής, προτίμησε να το κρατήσει και να υποστεί τις συνέπειες της παράνομης πράξης του. Αναμφίβολα, αυτός ήταν και ο σκοπός του ευθύς εξ αρχής όταν αποφάσισε να λάβει τη διακινδύνευση αυτή, και εμμένει μέχρι τέλους. Ενώ δεν παραβλέπουμε ότι η κατηγορούμενη έστω και μετά τη καταδίκη της απολογήθηκε στο δικαστήριο για το αδίκημα που διέπραξε σε βάρος της ΣΠΕ. Επίσης, να παρατηρήσουμε συναφώς ότι η κατηγορούμενη παραδέκτηκε από την αρχή για τη συμμετοχή της στη διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων. Μάλιστα από τις 29.11.2003, που είχε προβεί με δική της πρωτοβουλία σε σχετική καταγγελία στην αστυνομία. Ακολούθως, παραδέκτηκε ενοχή, δίνοντας πλήρεις λεπτομέρειες στην κατάθεση της προς την αστυνομία, στις 6.12.
- Ενώ, τελικώς, προέβη στην ίδια ομολογία και όταν κατέθετε αργότερα ενώπιον μας, κατά τη δίκη. Σημειώνουμε ότι, τόσο η καταδίκη της ιδίας όσο και η καταδίκη του κατηγορούμενου στηρίχθηκαν στη δική της μαρτυρία. Η στάση της μη παραδοχής που επίσης τήρησε και οδήγησε την υπόθεση σε δίκη και για τη ίδια, ομολογουμένως ξενίζει. Δεν χρειάζεται πιστεύουμε να αναζητηθούν οι λόγοι, όμως, συγχρόνως δε μπορούμε να μη λάβουμε υπόψη μας ως σοβαρό μετριαστικό στοιχείο τη στάση παραδοχής που τήρησε από την αρχή μέχρι το τέλος της υπόθεσης. Ενώ αντίθετα ο κατηγορούμενος παρέμεινε αμετανόητος μέχρι τέλους. Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο που μπορεί να ληφθεί υπόψη προς μετριασμό της ποινής είναι η καθυστέρηση που μπορεί να υπήρξε από τη στιγμή που ήλθε στο φως η διάπραξη των αδικημάτων μέχρι την καταχώρηση ποινικής υπόθεσης γι' αυτά στις 5.5.
- Η επίδραση που μπορεί να έχει στην επιμέτρηση της ποινής είναι ανάλογη με τις περιστάσεις οι οποίες σχετίζονται με την καθυστέρηση. (βλ. Χαραλαμπίδης v. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 330). Όταν αυτή έχει προκληθεί χωρίς οποιαδήποτε ευθύνη του κατηγορούμενου η πίστωση που λαμβάνει γι΄αυτή, στην επιμέτρηση της ποινής, σαφώς είναι μεγάλη. Ελαττώνεται, όμως, ανάλογα όταν έχει και ο ίδιος μερίδιο ευθύνης γι' αυτή. Ενώ όταν υπάρχει πράγματι μεγάλη καθυστέρηση πάντοτε λαμβάνεται υπόψη ως στοιχείο μετριασμού, ανεξάρτητα πως έχει προκληθεί. ΄Εχει σημασία πλέον για να καταδειχθεί ότι η απόδοση δικαιοσύνης είναι ουσιαστική και όχι πλασματική κάτι που μπορεί να συμβεί όταν είναι δυσανάλογα μεγάλη η καθυστέρηση και οι συνακόλουθες συνέπειες σε βάρος του κατηγορούμενου παραβιάζοντας έτσι και το ΄Αρθρο 30.2 του Συντάγματος. (βλ. Ευσταθίου v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 294 και Αβραάμ v. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 364). Την ύπαρξη του πιο πάνω παράγοντα την εισηγήθηκαν και οι δύο συνήγοροι, ο καθένας για τον κατηγορούμενο που εκπροσωπεί. Να παρατηρήσουμε, σχετικά, ότι από το Δεκέμβριο του 2003 που αποκαλύφθηκαν τα αδικήματα μέχρι και την καταχώρηση του κατηγορητηρίου αρχές Μαϊου 2006, μεσολάβησαν δυόμιση χρόνια, περίπου. Η κατηγορούμενη είχε αναφέρει τα γεγονότα, όπως αργότερα τα αποδέκτηκε το δικαστήριο, από την αρχή. Εντούτοις, δεν καταχωρήθηκε τότε η υπόθεση για το λόγο ότι ο κατηγορούμενος και ο Λοϊζου είχαν προβάλει μια διαφορετική εκδοχή από αυτή που πρόβαλε η κατηγορούμενη. Για να διερευνηθεί πλήρως και η εκδοχή αυτή θα έπρεπε να έρθει ο Λοϊζου από τη Ρουμανία. Λόγω της άρνησης του να το πράξει οικιοθελώς, έπρεπε να γίνει διαδικασία έκδοσης του που τελικώς τελεσφόρησε τον Απρίλιο του 2006. ΄Ηταν πλήρως δικαιολογημένες οι αστυνομικές αρχές ως προς τον τρόπο που ενήργησαν για την εξιχνίαση των αδικημάτων. Ο δε χρόνος που χρειάστηκε για τον σκοπό αυτό ήταν υπό τις περιστάσεις αναγκαίος προκειμένου να εξετάσουν την όμοια εκδοχή του κατηγορούμενου και του Λοϊζου. Θεωρούμε δε ότι ο χρόνος αυτός δεν ήταν ούτε και μεγάλος προκειμένου να ολοκληρωθούν οι έρευνες της αστυνομίας και καταλήγουμε ότι δεν υπήρξε σε οποιοδήποτε βαθμό παραβίαση της συνταγματικής επιταγής που αναφέραμε πιο πάνω. Το θέμα της άνισης μεταχείρισης το προώθησε η πλευρά της κατηγορούμενης από την αρχή της υπόθεσης, ακόμα και ως υπεράσπιση στις κατηγορίες που αυτή αντιμετώπισε στη δίκη. Εκ μέρους του κατηγορούμενου το θέμα αυτό, τελικώς ηγέρθη μόνο στο στάδιο της ποινής. Όπως υποδείξαμε στην απόφαση μας, στην οποία κρίθηκε η ποινική ευθύνη των κατηγορουμένων, το θέμα αυτό δεν θα μπορούσε νομικά να εγερθεί στο στάδιο εκείνο. Εν πάση περιπτώσει, και στο στάδιο αυτό, προς το σκοπό να καταδείξουν την άνιση μεταχείριση που, όπως εισηγήθηκαν, υπήρξε μεταξύ των κατηγορουμένων και του Λοϊζου, οι συνήγοροι επικαλέσθηκαν το γεγονός της ποινικής δίωξης του για τα ίδια αδικήματα ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου όπου η ποινή φυλάκισης που μπορεί να επιβληθεί σε ένα κατηγορούμενο δεν υπερβαίνει τα πέντε χρόνια ενώ η υπόθεση των κατηγορουμένων τελικώς εκδικάστηκε από το Κακουργιοδικείο. Για το Λοϊζου, εάν όντως καταδικάζετο ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου, το γεγονός ότι με απόφαση του Γενικού Εισαγγελέα δικάστηκε συνοπτικώς δε θα αποτελούσε αυτό μετριαστικό παράγοντα για τον ίδιο, όσον αφορά την επιμέτρηση της ποινής του. (βλ. Κyrill v. Aστυνομίας
(2006)2 ΑΑΔ 479). Όμως, αν η μεταχείριση αυτή του Λοϊζου θα συνιστούσε συγχρόνως και άνιση μεταχείριση των κατηγορουμένων, είναι θέμα γεγονότων παρά οτιδήποτε άλλο. Η παρούσα περίπτωση δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με περιστατικά που θα μπορούσαν, λογικά, να οδηγούσαν σε τέτοιο συμπέρασμα. Ανκαι η ποινική δίωξη του Λοϊζου ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου μπορεί να χαρακτηριστεί ως λανθασμένη εντούτοις το αποτέλεσμα της υπόθεσης εκείνης που ήταν η αθώωση του τελευταίου, δεν αποκαλύπτει πως ο χειρισμός αυτός από την κατηγορούσα αρχή μπορεί να έχει αποβεί άδικος για τους κατηγορούμενους. Η αθώωση του Λοϊζου από το Επαρχιακό Δικαστήριο είναι καταλυτικής σημασίας ως προς το θέμα της ίσης μεταχείρισης και διαπιστώνουμε ότι υπό αυτές τις περιστάσεις κάτι τέτοιο δεν έχει συμβεί στην προκειμένη περίπτωση. Ως τελευταίο θέμα παρέμειναν οι προσωπικές περιστάσεις καθενός των κατηγορουμένων. Είναι και οι δύο περίπου της ίδιας ηλικίας, είναι παντρεμένοι και έχουν παιδιά, σχετικά μεγάλης ηλικίας. Μάλιστα της κατηγορούμενης που είναι 5 τα παιδιά της, είναι όλοι ενήλικες. Θεωρούμε ότι είναι φυσιολογικό πως και των δύο οι οικογένειες θα αισθανθούν το ελάχιστο την δυσφορία της κοινωνίας και θα νοιώθουν άβολα για το τι έχει συμβεί στην μητέρα και στον πατέρα τους, αντίστοιχα. Ενώ περαιτέρω, σημειώνουμε ότι και των δύο οικογενειών οι οικονομικές συνθήκες είναι άσχημες και πιθανόν να αντιμετωπίσουν οικονομικά προβλήματα στο άμεσο μέλλον. Λαμβάνουμε λοιπόν και αυτά τα δεδομένα υπόψη προς μετριασμό της ποινής, επισημαίνοντας συγχρόνως ότι μικρή μόνο σημασία μπορεί να τους δοθεί σύμφωνα με τη νομολογία (βλ. Αναστασίου v. Γενικού Εισαγγελέα
(2005)2 ΑΑΔ 492) αλλά και τα περιστατικά των ίδιων των κατηγορουμένων. Τέλος, σημειώνουμε ότι και οι δύο κατηγορούμενοι είναι λευκού ποινικού μητρώου. Ο κ.Παυλίδης, τέλος, εισηγήθηκε όπως η ποινή φυλάκισης που τυχόν επιβληθεί στην κατηγορούμενη ανασταλεί λόγω της καθυστέρησης που υπήρξε στην προσαγωγή της στη δικαιοσύνη. ΄Εχουμε ήδη αποφασίσει ότι δεν συντρέχει λόγος καθυστέρησης στην προκειμένη περίπτωση και συνεπώς η εισήγηση του αυτή δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να τύχει περαιτέρω εξέτασης. Παρεπιπτόντως, το ίδιο θα λέγαμε παρά το γεγονός ότι δεν υπάρχει ανάλογη εισήγηση, σε σχέση και με τις υπόλοιπες περιστάσεις που αφορούν τόσο την διάπραξη των αδικημάτων από την κατηγορούμενη όσο και τις προσωπικές της περιστάσεις. Πιστεύουμε πως δεν δικαιολογούν την τέτοια μεταχείριση της. ΄ Ενόψει όλων των ανωτέρω επιβάλλουμε τις ακόλουθες ποινές: Στην κατηγορούμενη Ουρανία Χαραλάμπους Στην πρώτη κατηγορία 2 χρόνια φυλάκιση Στην δεύτερη κατηγορία 3 χρόνια φυλάκιση Στην πέμπτη κατηγορία 3 χρόνια φυλάκιση Στον κατηγορούμενο Ρένο Ευθυμίου Στην πρώτη κατηγορία 4 χρόνια φυλάκιση Στη τρίτη κατηγορία 2 χρόνια φυλάκιση Στη τέταρτη κατηγορία 6 χρόνια φυλάκιση Στη πέμπτη κατηγορία 6 χρόνια φυλάκιση Οι ποινές σε κάθε περίπτωση να συντρέχουν. Τα έξοδα να καταβληθούν από την Δημοκρατία. Τα τεκμήρια να επιστραφούν στους νόμιμους δικαιούχους. (Υπ.) ............... Γ. Ν. Γιασεμής, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Λ Δημητριάδου-Ανδρέου,.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Ε. Εφραίμ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Η cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο