← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. AHMEDOV ALISHER κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 132/07, 27 Νοεμβρίου, 2007

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. AHMEDOV ALISHER κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 132/07, 27 Νοεμβρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:B63 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Ν. Σταύρου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 132/07 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν.

  1. AHMEDOV ALISHER
  2. Ηλίας Χαραλάμπους
  3. Palazzo Construction Ltd Κατηγορουμένων _______________________ 27 Νοεμβρίου,
  4. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Μ. Κουτσόφτας. Για τους Κατηγορούμενους 2 και 3: κα Τ. Μιλτιάδους. Ο Κατηγορούμενος 2 είναι παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η (EX TEMPORE) Οι κατηγορούμενοι 2 και 3 αντιμετωπίζουν από κοινού τη 2η κατηγορία που αφορά το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, οι κατηγορούμενοι 2 και 3 μεταξύ 8.1.2007 - 10.1.2007 σε υπό επιδιόρθωση οικοδομή στην οδό Πινδάρου 17 στη Λευκωσία εργοδοτούσαν παράνομα τον αλλοδαπό κατηγορούμενο
  5. Ο κατηγορούμενος 1 που αντιμετώπιζε κατηγορία για παράνομη απασχόληση παραδέχθηκε ενοχή σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας και του επιβλήθηκε ποινή. Προς στοιχειοθέτηση της υπό εξέταση κατηγορίας κλήθηκαν από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής τρεις μάρτυρες, ο Λοχίας 1207 της ΥΑΜ Αρχηγείου Θ. Χριστοδούλου (Μ.Κ.1), ο Αστ. 2598 Μ. Ανδρέου (Μ.Κ.2) και ο κατηγορούμενος 1, Ahmedov Alisher (Μ.Κ.3). Η εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής ως προκύπτει από τη δοθείσα μαρτυρία είναι πως στις 10.1.2007 και ενώ ο Μ.Κ.1 βρισκόταν σε μηχανοκίνητη περιπολία με συνάδελφο του στην οδό Πινδάρου στη Λευκωσία, είδε τον αλλοδαπό (Μ.Κ.3) έξω από την κατοικία με αρ. 17 να ασχολείται με οικοδομική εργασία και συγκεκριμένα να τροφοδοτεί με άμμο, μηχανή κατασκευής τσιμέντου. Κατέβη, πλησίασε τον αλλοδαπό, του ζήτησε χωρίς ανταπόκριση άδεια εργασίας και έτσι τον έθεσε υπό σύλληψη. Διαπίστωσε δε ότι στο συγκεκριμένο σημείο υπήρχε αναρτημένη πινακίδα στην οποία αναγραφόταν το όνομα της κατηγορούμενης 3 εταιρείας. Δέον να σημειωθεί ότι ο Μ.Κ.3 ενώπιον του Δικαστηρίου δεν ήταν σε θέση να αποσαφηνίσει ποιος ήταν ο εργοδότης του τη δεδομένη στιγμή. Τους κατηγορούμενους 2 και 3 πάντως, ως ανέφερε, δεν τους γνωρίζει καν. Ο Μ.Κ.2 ως εξεταστής της υπόθεσης έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 2 και τον κατηγόρησε γραπτώς. Πέραν τούτου, ως ανάφερε "είδε από το computer της αστυνομίας πως ο κατηγορούμενος 2 ήταν διευθυντής της κατηγορούμενης 3 εταιρείας", πράγμα που τον οδήγησε στο να προσάψει κατηγορία εναντίον και του κατηγορουμένου
  6. Πέραν της προαναφερθείσας μαρτυρίας έχει γίνει παραδεκτό γεγονός ότι ο Μ.Κ.3 κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν αιτητής πολιτικού ασύλου και όντως δεν είχε άδεια εργασίας. Ομοίως έγινε παραδεκτό γεγονός ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο κατηγορούμενος 2 ήταν ένας εκ των διευθυντών της κατηγορούμενης 3 εταιρείας. Αυτή εν συντομία είναι η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Μετά δε το πέρας της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής υπήρξε εισήγηση από πλευράς Υπεράσπισης για τη μη στοιχειοθέτηση εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, η οποία συναρτήθηκε επαρκώς με την παρουσιασθείσα μαρτυρία και πλαισιώθηκε με αναφορά στις εφαρμοστέες νομικές αρχές. Στον αντίποδα η Κατηγορούσα Αρχή υποστήριξε την επάρκεια της προσκομισθείσας μαρτυρίας και ζήτησε την κλήση των κατηγορουμένων σε απολογία. Το στάδιο στο οποίο έχει φτάσει η υπόθεση, γνωστό ως "το εκ πρώτης όψεως" είναι κορυφαίας σημασίας για την περαιτέρω πορεία των πραγμάτων αφού το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει κατά πόσο θα δοθεί ή όχι συνέχεια στη δίκη. Το πράττει στη βάση του άρθρου 74

(1)(β) και (γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, είτε αυτεπάγγελτα είτε κατόπιν εισήγησης της Υπεράσπισης. Αν το Δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα πως δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση, τότε η δίκη διακόπτεται και ο κατηγορούμενος, χωρίς άλλο, αθωώνεται και απαλλάσσεται. Αν από την άλλη καταλήξει στο συμπέρασμα πως υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση, τότε η δίκη συνεχίζεται και ο κατηγορούμενος καλείται σε απολογία. Για να καταλήξει σε συμπέρασμα το Δικαστήριο αποτιμά κατά τρόπο αντικειμενικό την προσαχθείσα μαρτυρία στον μέγιστο της βαθμό. Αν από αυτή την αποτίμηση διαφανεί (α) πως δεν στοιχειοθετείται ένα ή περισσότερα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή (β) πως έχει κλονισθεί σε τόσο μεγάλο βαθμό ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης ή είναι τόσο έκδηλα αβάσιμη ή αντινομική που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να καταλήξει σε εύρημα ενοχής στηριζόμενη σ' αυτή, τότε δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1992)2 Α.Α.Δ. 133, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρίστου,
(2001)2 Α.Α.Δ. 456, Αποστόλου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 7123, ημερ. 20.12.2002 και Νικολαΐδης ν. Αστυνομίας,
(2003)2 Α.Α.Δ. 271). Με αυτά κατά νου προχωρώ στην εξέταση του υπό συζήτηση αδικήματος κάνοντας αρχή από το ίδιο το λεκτικό του άρθρου 14(β) του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου Κεφ. 105, στο οποίο εδράζεται κατά κύριο λόγο η κατηγορία. Το άρθρο αυτό αναφέρει τα εξής: "14Β.-
(1)Η εργοδότηση αλλοδαπού χωρίς την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια ή η εργοδότηση κατά παράβαση των όρων άδειας εργοδότησης ή η εργοδότηση κατά παράβαση οποιουδήποτε άλλου νόμου ή κανονισμού, συνιστά αδίκημα τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης μέχρι τρία χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο αυτές ποινές. ...................................." Από τα πιο πάνω προκύπτει πως είναι τρία τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Πρώτον, να υφίσταται από μέρους του κατηγορουμένου εργοδότηση, δεύτερον ο εργαζόμενος να είναι αλλοδαπός και τρίτον ο αλλοδαπός να μην κατείχε άδεια εργασίας. Το δεύτερο και τρίτο συστατικό έχουν γίνει παραδεκτά και έτσι δεν θα με απασχολήσουν περαιτέρω. Θα επικεντρωθώ έτσι αποκλειστικά στο πρώτο συστατικό στοιχείο. Η εργοδότηση καλύπτει μια ευρύτατη κατάσταση δεδομένων και όχι μόνο τις περιπτώσεις που κατά το αστικό δίκαιο συνιστούν σχέση εργοδότου-εργοδούτουμενου. Στις πλείστες περιπτώσεις η εργοδότηση αλλοδαπών χωρίς άδεια γίνεται υπό πρόχειρες και περιστασιακές συνθήκες όπου ελλείπουν ακόμα και τα στοιχειώδη που θα πρέπει να διέπουν μια υγιή σχέση εργοδότη-εργοδοτούμενου. Συνεπώς αν απαιτείτο από την Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει ότι υφίστατο υπό τη στενή έννοια σχέση εργοδότη-εργοδοτούμενου, το βάρος στους ώμους της θα ήταν δυσβάστακτο αφού συνήθως τέτοια σχέση δεν υπάρχει. Θα καταστρατηγείτο δε και ο όλος σκοπός του αδικήματος που δεν είναι άλλος από την πάταξη της ιδιοτελούς εκμετάλλευσης αλλοδαπών. Με τη σχετική διάταξη του Νόμου επιχειρείται η άσκηση αυστηρού ελέγχου. Έτσι το μόνο που πρέπει να αποδειχθεί είναι πως ο αλλοδαπός, για λογαριασμό του κατηγορούμενου, προέβαινε σε πράξεις οι οποίες αποτελούν εργασία. Δεν χρειάζεται να αποδειχθεί συμφωνία εργοδότησης, στενός έλεγχος από τον εργοδότη ή η καταβολή ημερομισθίου (βλ. κατ' αναλογία Seraphim v. The Police
(1981)2 C.L.R. 227 και Karaoglian v. The Police
(1984)2 C.L.R. 161, που αφορούσαν τον Καν. 38 των Κανονισμών του 1972). Τούτων λεχθέντων θα πρέπει απαρέγκλιτα να αποδεικνύεται ότι εργοδότης ήταν όντως ο κατηγορούμενος. Εδώ δεν υπάρχει τέτοια μαρτυρία. Το Δικαστήριο καλείται βασικά να καλέσει τους κατηγορούμενους σε απολογία, την μεν κατηγορούμενη 3 διότι στο μέρος υπήρχε πινακίδα με το όνομα της αναγραμμένο και τον δε κατηγορούμενο 2 διότι ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο διευθυντής της κατηγορούμενης
  1. Έχω την άποψη πως η ύπαρξη και μόνο της πινακίδας στο χώρο της οικοδομής, πόρρω απέχει από το να αποδεικνύει ότι είναι αυτή που εργοδοτούσε τον αλλοδαπό. Στην καλύτερη των περιπτώσεων, η ύπαρξη της πινακίδας αποτελεί απλά ένα στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας το οποίο έδιδε κατεύθυνση για περαιτέρω έρευνες. Είναι πραγματικά εκπληκτικό που οι εξεταστές της υπόθεσης εφησυχάστικαν και αρκέστηκαν στην ύπαρξη και μόνο της πινακίδας χωρίς να προβούν σε περαιτέρω εξετάσεις και ενέργειες. Εκπληκτική επίσης η σπουδή με την οποία ο Μ.Κ.1, χωρίς καν να εισέλθει στον εσωτερικό χώρο της οικοδομής, χωρίς να αναζητήσει τον ιδιοκτήτη και χωρίς να κάμει οποιεσδήποτε εξετάσεις για το πώς, πότε και από ποιον τοποθετήθηκε η εν λόγω πινακίδα εκεί, εξήγαγε το (αυθαίρετο) συμπέρασμα πως η κατηγορούμενη 3 είναι η εργοδότρια του αλλοδαπού. Η ανάγκη για περαιτέρω ενέργειες και εξετάσεις ήταν ιδιαιτέρως έντονη δοθέντος της στάσης άγνοιας που τήρησε ο αλλοδαπός. Σε ότι αφορά τον κατηγορούμενο 2, φρονώ ότι τα πράγματα είναι εξίσου ξεκάθαρα. Ουδείς εκ της ιδιότητας του και μόνο είτε πρόκειται για αξιωματούχο είτε για μέτοχο εταιρείας, δεν καταδικάζεται για ποινικό αδίκημα που διαπράττει η εταιρεία εκτός των περιπτώσεων όπου ρητά προβλέπεται κάτι τέτοιο στον ίδιο τον Νόμο. Τουναντίον θα πρέπει να καταδειχθεί άμεση σχέση και εμπλοκή ή συνέργεια του προσώπου με το αδίκημα. Εδώ, πέραν του ότι ο κατηγορούμενος 2 ήταν διευθυντής της κατηγορούμενης 3 δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να καταδεικνύει έστω και αμυδρώς πως είχε οποιανδήποτε σχέση ή εμπλοκή στην κατ' ισχυρισμό εργοδότηση του αλλοδαπού. Αν κληθούν οι κατηγορούμενοι σε απολογία με βάση την υπάρχουσα μαρτυρία φρονώ πως θα τους ζητηθεί κατ' ουσία να συμπληρώσουν οι ίδιοι τα κενά και τα ρήγματα που υπάρχουν στην υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής. Ασφαλώς κάτι τέτοιο είναι ανεπίτρεπτο. Ενόψει λοιπόν των πιο πάνω κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων 2 και
  2. Αμφότεροι συνεπώς αθωώνονται και απαλλάσσονται στη 2η κατηγορία που αντιμετωπίζουν. £55 έξοδα να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.) ............ Στ. Ν. Σταύρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /νχ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.