Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Αντώνη Χατζηαποστόλου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 11234/05, 27 Νοεμβρίου 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:B64 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Ν. Σταύρου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11234/05 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν
- Αντώνη Χατζηαποστόλου
- HADJIAPOSTOLOU BROS LTD Κατηγορουμένων ------------- 27 Νοεμβρίου 2007 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Κουτσόφτας. Για τους Κατηγορούμενους: κ. Παυλίδης. Ο Κατηγορούμενος 1 είναι παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι κλήθηκαν σε απολογία σε δύο από τις τέσσερις κατηγορίες που τους προσάφθηκαν αρχικά. Πρόκειται για τις κατηγορίες 1 και 3 στο κατηγορητήριο που αφορούν το αδίκημα της κυκλοφορίας φαρμακευτικού προϊόντος χωρίς άδεια κυκλοφορίας. Στην 1η κατηγορία τους καταλογίζεται ότι στις 4.3.2005 κυκλοφόρησαν το φαρμακευτικό προϊόν Bactroban Krem 2% για το οποίο δεν είχε εκδοθεί άδεια κυκλοφορίας, ενώ στην 3η κατηγορία τους καταλογίζεται ότι στις 8.3.2005 κυκλοφόρησαν τα φαρμακευτικά προϊόντα Dicitel 50mg, Digoxin-Sandoz 0.25mg, Dostinex 0.5mg, Fucidin-H 15g, Inderal Tablets 40mg, Salopyrine 500mg, Stelazine 2mg, Spansule, Tielid 250mg και Xanical 120mg σκληρά καψάκια για τα οποία επίσης δεν είχε εκδοθεί άδεια κυκλοφορίας. Προς στοιχειοθέτηση των πιο πάνω κατηγοριών υπάρχει ενώπιον του δικαστηρίου η μαρτυρία πέντε μαρτύρων κατηγορίας. Πρόκειται για τους αστ. 2634 Ηλία Φραντζή (Μ.Κ.1), Παντελίτσα Κουπεπίδου (Μ.Κ.2), Αρετή Παντελίδου (Μ.Κ.3), Σοφία Πετρίδου (Μ.Κ.4) και Ανθούλλα Κιτηρή (Μ.Κ.5). Ενώπιον του δικαστηρίου υπάρχει και η μαρτυρία του κατηγορουμένου 1, Αντώνη Χατζηαποστόλου, ο οποίος μετά την κλήση του σε απολογία στις προαναφερθείσες κατηγορίες και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του επέλεξε να καταθέσει ενόρκως από το εδώλιο του μάρτυρος. Δεν θα καταπιαστώ με το αχρείαστο και εν πολλοίς αντιπαραγωγικό έργο της εκτενούς καταγραφής της δοθείσας μαρτυρίας. Αντ' αυτού θα προχωρήσω απευθείας στις ουσιώδεις ενότητες της παρούσας απόφασης ξεκινώντας από την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Νοείται βέβαια πως η δοθείσα προφορική μαρτυρία σε όλη της την έκταση, όπως και τα κατατεθέντα τεκμήρια εξετάσθηκαν ενδελεχώς και αξιολογήθηκαν πλήρως από το δικαστήριο παρά την απουσία ρητής αναφοράς (βλ. Al Watani κ.α v. Παπαδόπουλου
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1924, 1937). Η αξιολόγηση, γενικά ομιλούντες, είναι εγχείρημα λεπτό και δύσκολο. Για να καταλήξει σε συμπεράσματα επί του προκειμένου, το δικαστήριο επιστρατεύει τις εμπειρίες και την πείρα του και εφαρμόζει καθιερωμένες από τη Νομολογία, αρχές αξιολόγησης. Ενδείξεις αληθείας αποτελούν η εν γένει λογικότητα, η φυσικότητα, η συνοχή, η σταθερότητα, η απουσία αντιφάσεων και υπεκφυγών και γενικά η πειστικότητα και καλή συμπεριφορά στο εδώλιο του μάρτυρα. Υπόψη λαμβάνονται επίσης η επαφή και η σχέση του μάρτυρα με το αντικείμενο, τυχόν κίνητρα ή διακυβευόμενα συμφέροντα και γενικά οι λόγοι που είχε να ξέρει ή να θυμάται αυτά τα οποία κατέθεσε. Πέραν του ατομικού λόγου υπέχει σημασία και η ύπαρξη ή μη συνάφειας, αλληλουχίας και συνοχής γενικότερα στους κόλπους μιας προβαλλόμενης εκδοχής (βλ. Στυλιανίδης v. Χ"Πιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ.1056). Με αυτά κατά νου επισημαίνω ότι ο αστυφύλακας Μ.Κ.1 κατάθεσε με σταθερότητα και ευθύτητα, δημιουργώντας μου έτσι θετική εντύπωση. Του έγιναν κάποιες αποσπασματικές υποβολές από την Υπεράσπιση, αλλά εν τέλει δεν φάνηκε η μαρτυρία του να αμφισβητείται, τουλάχιστον με την αναγκαία συγκρότηση και διάρκεια που να δημιουργούν ερωτήματα ως προς την αξιοπιστία του. Έτσι και αλλιώς η θετική εντύπωση που μου προξένησε με οδηγεί στο να αποδεχθώ πλήρως τη μαρτυρία του. Από τη μαρτυρία του ξεχωρίζει ιδιαιτέρως η κατάθεση της ανακριτικής κατάθεσης και γραπτής κατηγορίας του κατηγορουμένου 1 (τεκμήρια 1 και 2) όπως και η κατάθεση του συνόλου των επίμαχων σκευασμάτων (τεκμήρια 3Α - 12). Πολύ καλή εντύπωση μου προξένησε και η Ανώτερη Φαρμακοποιός των Φαρμακευτικών Υπηρεσιών Μ.Κ.
- Με σταθερές και σαφείς αναφορές έπεισε ότι επρόκειτο για μάρτυρα της αλήθειας. Αντεξετάστηκε επί μακρόν και με ιδιαίτερη επιμονή από τον συνήγορο Υπεράσπισης αλλά δεν διαπίστωσε να υποπέσει σε καμία αντίφαση ουσίας. Ούτε και απέφυγε να απαντήσει ευθέως και με επάρκεια την όποια ερώτηση της υποβλήθηκε. Έτσι κρίνω ανενδοίαστα ότι η Μ.Κ.3 είναι αξιόπιστη μάρτυρας της αλήθειας. Από τη σημαντική μαρτυρία της ξεχωρίζω ιδιαιτέρως την αναγνώριση των σκευασμάτων (τεκμήρια 3Α -12) ως εκείνων που κατάσχανε από το φαρμακείο των κατηγορουμένων και παρέδωσε στον Μ.Κ.
- Την αναντίλεκτη και επαναλαμβανόμενη θέση ότι τα σκευάσματα είναι φάρμακα. Την περιγραφή των σημείων εντός του φαρμακείου (συρτάρια, πάγκοι, ράφια) όπου βρέθηκαν τα φάρμακα και την κατάθεση των εγγράφων (τεκμήρια 13 και 14). Εξίσου καλή ήταν η εντύπωση που μου προξένησε και η Φαρμακοποιός 'Α' των Φαρμακευτικών Υπηρεσιών Μ.Κ.
- Συνόδευε τη Μ.Κ.2 κατά την έρευνα στο φαρμακείο στις 8.3.2005 και επιβεβαίωσε κατά τρόπο πειστικό τα όσα επί του προκειμένου είχε ισχυριστεί και η Μ.Κ.
- Η μαρτυρία της δοκιμάστηκε δια της μακράς αντεξέτασης που υπέστη από τον συνήγορο Υπεράσπισης, αλλά χωρίς υπεκφυγές και αντιφάσεις ουσίας εξήλθε απολύτως αλώβητη της δοκιμασίας αυτής. Δέχομαι επομένως πλήρως τη μαρτυρία της. Από τη μαρτυρία της κρατώ ιδιαιτέρως τη διευκρίνηση ότι κάποια σκευάσματα βρέθηκαν στο πατάρι, ότι ιδιοκτήτρια του φαρμακείου κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν η κατηγορούμενη 2 εταιρεία και ότι διευθυντής της ήταν και ο κατηγορούμενος
- Το στοιχείο τούτο υπενθυμίζω έγινε και παραδεκτό γεγονός. Θετική εντύπωση απεκόμισα και από την Μ.Κ.
- Η μαρτυρία της σκοπούσε περισσότερο στο να καταδείξει ότι τα επίμαχα σκευάσματα δεν καλύπτονταν από άδεια κυκλοφορίας, στοιχείο το οποίο ως θα εξηγήσω στη συνέχεια, δεν είχε καν υποχρέωση να αποδείξει η Κατηγορούσα Αρχή. Όπως και να έχουν τα πράγματα δέχομαι τη μαρτυρία της. Οι διάφορες υποβολές που της έγιναν σε σχέση με τους τιμοκαταλόγους των φαρμάκων εκτός από μη σχετικές παρέμειναν και ατεκμηρίωτες. Από τη μαρτυρία της πρωτίστως κρατώ την κατάθεση του καταλόγου (τεκμήριο 15), ο οποίος ως έγινε παραδεκτό περιλαμβάνει και τα σκευάσματα που αναφέρονται στο κατηγορητήριο. Η Μ.Κ.5 ήταν από τις πιο πηγαίες, αυθόρμητες και φυσικές μάρτυρες που έχω δει. Ο αυθορμητισμός της ήταν τέτοιου βαθμού που σε κάποιες περιπτώσεις χρειάστηκε να παρέμβει και το ίδιο το δικαστήριο έτσι ώστε να τηρηθούν οι στοιχειώδεις κανόνες ευταξίας και συνοχής που εφαρμόζονται στις δίκες. Δεν έχω καμία απολύτως αμφιβολία ότι η μαρτυρία της είναι αυθεντική και πέρα για πέρα αληθινή. Πέραν του πλαισιωτικού ρόλου της μαρτυρίας της, ξεχωρίζω την αναφορά πως δεν παραλήφθηκε κανένα φαρμακευτικό σκεύασμα κατά τη χρονική περίοδο που αναπλήρωνε τον κατηγορούμενο 1 στο φαρμακείο του. Το σύνολο της μαρτυρίας των προαναφερθέντων μαρτύρων, προεξάρχοντος των σημείων που σχολίασα ιδιαιτέρως τα αναγάγω σε δεδομένα και ας θεωρηθεί έτσι ότι αποτελούν και τα ευρήματα του δικαστηρίου. Στον αντίποδα ο κατηγορούμενος 1 δεν μου προξένησε καθόλου καλή εντύπωση. Ήταν έκδηλη η προσπάθεια του να απαλλαγεί ευθύνης. Για να το πετύχει κατέφυγε σε αρκετές περιπτώσεις σε ακραίες και απίστευτες αναφορές που τελικώς επέδρασαν σε βάρος της αξιοπιστίας του. Έκδηλα ακραία και απίστευτη ήταν η θέση ότι ο αδελφός του, Γιώργος Χατζηαποστόλου, που κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν φοιτητής Φαρμακευτικής στη Μάλτα (έστω και αν περνούσε αρκετό καιρό στην Κύπρο), είχε την απόλυτη ευθύνη για τις παραγγελίες και την παραλαβή των φαρμάκων. Δεν είναι καθόλου λογικό, ούτε και πιστευτό ότι ένας απλός φοιτητής που τότε δεν ήταν καν μέτοχος ή αξιωματούχος της κατηγορούμενης 2 εταιρείας είχε αυτή την βαρύνουσα από πλευράς ενδεχόμενων νομικών συνεπειών, ευθύνη αντί του κατηγορούμενου 1 που κατείχε και τις δύο πιο πάνω ιδιότητες και επιπροσθέτως ήταν ο υπεύθυνος φαρμακοποιός, έχοντας τη συνήθη διαμονή του στην Κύπρο. Στην ίδια ακραία ενότητα κατατάσσω και τον ισχυρισμό του ότι τα σκευάσματα πριν φύγει για το εξωτερικό δεν τα είδε καν στο φαρμακείο του. Στο πλαίσιο αυτό ανέφερε πως δεν ξέρει αν τα πήρε εκεί ένας από τους άλλους δύο, δηλαδή ο αδελφός του ή η Μ.Κ.
- Με δεδομένο δηλαδή ότι τα φάρμακα βρέθηκαν και κατασχέθηκαν από το φαρμακείο των κατηγορουμένων, γεγονός για το οποίο υπάρχει η αδιάσειστη μαρτυρία των Μ.Κ.2, 3 και 4, η προέκταση της θέσης του είναι ότι μπορεί να τα πήρε εκεί είτε ο φοιτητής που δεν συμμετείχε καν στην κατηγορούμενη 2 εταιρεία είτε η συνάδελφος του που καμία σχέση δεν είχε με το φαρμακείο πλην του γεγονότος ότι προθυμοποιήθηκε να τον αντικαταστήσει κατά την ολιγοήμερη απουσία του στο εξωτερικό. Η θέση αυτή, για να χρησιμοποιήσω επιεική χαρακτηρισμό, είναι τουλάχιστον ασυμβίβαστη με τη λογική. Χωρίς επιφυλάξεις λοιπόν απορρίπτω τη μαρτυρία του κατηγορουμένου
- Η επόμενη ενότητα με την οποία θα ασχολούμουν στο σημείο τούτο θα ήταν η νομική πτυχή. Προτού το πράξω όμως υπάρχει ένα καίριο ζήτημα ουσίας που άπτεται της 1ης κατηγορίας και το οποίο θα πρέπει να ξεκαθαρίσει από τώρα. Στις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας το αδίκημα που καταλογίζεται στους κατηγορούμενους αφορά την παράνομη κυκλοφορία της κρέμας Bactroban στις 4 Μαρτίου
- Ωστόσο η επίσκεψη των Μ.Κ.2 και 3 στο φαρμακείο των κατηγορουμένων και τα όσα συνακόλουθα κατατέθηκαν επ' αυτού έλαβε χώρα στις 8 Μαρτίου του
- Στις 4 Μαρτίου 2005 φέρεται να επισκέφθηκε το φαρμακείο κάποια δημοσιογράφος επ' ονόματι Τώνια Σταυρινού της εφημερίδας "Φιλελεύθερος" και να αγόρασε μια κρέμα Bactroban με τουρκική σήμανση. Το γεγονός τούτο το κατήγγειλε στις Φαρμακευτικές Υπηρεσίες με αποτέλεσμα να ακολουθήσει η επίσκεψη στις 8.3.2005 όπου και πάλι βρέθηκε και κατασχέθηκε κρέμα Bactroban με τουρκική σήμανση. Οπόταν το ερώτημα που ξεπροβάλλει είναι για ποιο από τα δύο περιστατικά κατηγορήθηκαν οι κατηγορούμενοι; Από τη γραπτή κατηγορία (τεκμήριο 2) αλλά και από την ίδια τη διατύπωση της 1ης κατηγορίας επί του κατηγορητηρίου προκύπτει ότι, τελικώς κατηγορήθηκαν για το περιστατικό με τη δημοσιογράφο. Ωστόσο για το περιστατικό τούτο δεν δόθηκε καμία μαρτυρία. Παρέμεινε εντελώς άγνωστο από ποιον και υπό ποιες συνθήκες πραγματοποιήθηκε αυτή η πώληση. Ούτε η δημοσιογράφος κατέθεσε στο δικαστήριο ούτε οποιοσδήποτε άλλος που θα μπορούσε ενδεχομένως να διαφωτίσει επί του προκειμένου. Ούτε καν η κατ' ισχυρισμό αγορασθείσα κρέμα Bactroban δεν παρουσιάστηκε. Αντ' αυτού όλη η μαρτυρία περιστράφηκε γύρω από τα τεκταινόμενα της 8.3.
- Ακόμα και η Bactroban κρέμα που παρουσιάστηκε ως τεκμήριο 3Α είναι αυτή που κατάσχε η Μ.Κ.2 στις 8.3.
- Αυτό το επιβεβαίωσε και η ίδια με σαφή αναγνώριση του σκευάσματος ενώπιον του δικαστηρίου. Το παράδοξο αποτέλεσμα του πιο πάνω χειρισμού είναι πως τελικώς δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας για στοιχειοθέτηση της 1ης κατηγορίας. Παρενθετικά να σημειώσω πως με προβλημάτισε το ενδεχόμενο να προχωρήσω αυτεπάγγελτα σε διόρθωση της ημερομηνίας, ενεργοποιώντας σχετική επ' αυτού πρόνοια του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου. Τελικώς όμως απεφάσισα να μη το πράξω καθ' ότι το ζήτημα είναι ουσιαστικό και όχι τυπικό. Δεν μπορεί να θεωρηθεί απλώς ως περίπτωση καταγραφής εσφαλμένης ημερομηνίας. Σε κάθε ημερομηνία συνέβη ένα διαφορετικό και διακριτό συμβάν που διέπετο από τα δικά του χαρακτηριστικά και δεδομένα, τα οποία οι κατηγορούμενοι γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν εξ αρχής με αποτέλεσμα να είναι νομίζω άδικο, τώρα, στο τέλος της υπόθεσης να τους προσαφθεί, πολύ δε περισσότερο να καταδικαστούν για το άλλο συμβάν. Έρχομαι τώρα στη νομική πτυχή της υπόθεσης με "ζωντανή" πλέον μόνο την 3η κατηγορία. Το νομικό υπόβαθρο της κατηγορίας αυτής είναι το άρθρο 9 του Περί Φαρμάκων Ανθρώπινης Χρήσης (έλεγχος ποιότητας, προμήθειας και τιμών) Νόμου 70
(1)/2001. Το άρθρο 9 στο βαθμό που ενδιαφέρει διαλαμβάνει ως εξής: "
(1)......κανένα φαρμακευτικό προϊόν δεν μπορεί να κυκλοφορήσει στην επικράτεια της δημοκρατίας, εκτός αν για το συγκεκριμένο φαρμακευτικό προϊόν έχει εκδοθεί και είναι σε ισχύ άδεια κυκλοφορίας από- (α)Το Συμβούλιο Φαρμάκων ύστερα από σχετική αίτηση του ενδιαφερομένου." Από το πιο πάνω λεκτικό προκύπτει πως είναι δύο τα συστατικά στοιχεία που οφείλει να αποδείξει η Κατηγορούσα Αρχή, πρώτον ότι το επίμαχο σκεύασμα (ή σκευάσματα) αποτελεί φαρμακευτικό προϊόν συμφώνως του Νόμου και δεύτερο ότι ο κατηγορούμενος κυκλοφόρησε το εν λόγω φαρμακευτικό προϊόν. Αν η Κατηγορούσα αρχή καταφέρει να αποδείξει τα πιο πάνω συστατικά στοιχεία εναπόκειται πλέον στον κατηγορούμενο ως ο καθ' ύλη εκ της θέσεως του ενήμερο και ενδιαφερόμενο επί του ζητήματος να αποδείξει ότι η κυκλοφορία καλυπτόταν από σχετική άδεια. Με άλλα λόγια εφαρμόζεται κατ' αναλογία η αρχή που ισχύει σε υποθέσεις τροχαίας όπου ο κατηγορούμενος που κατηγορείται για οδήγηση χωρίς άδεια οδήγησης, κυκλοφορίας ή πιστοποιητικό ασφάλισης, αφού αποδειχθεί το συστατικό στοιχείο της οδήγησης, οφείλει ο ίδιος να αποδείξει ότι κατείχε την ανάλογη άδεια ή πιστοποιητικό (βλ. John v. Humphreys [1955] 1 All. E.R. 793, Ζυπιτής v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 220 και το σύγγραμμα του Τάκη Ηλιάδη, Το Δίκαιο της Απόδειξης, σελ.72). Η πιο πάνω επισήμανση δεν πρέπει να παρερμηνευθεί ως κατάληξη ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πως δεν υπήρχε άδεια κυκλοφορίας. Εκ του περισσού το απέδειξε με μεγάλη ευκρίνεια θα έλεγα δια της μαρτυρίας των Μ.Κ.2, 3 και κυρίως της Μ.Κ.4. Ο όρος φαρμακευτικό προϊόν ερμηνεύεται στο άρθρο 2 του σχετικού Νόμου ως εξής: "φαρμακευτικό προϊόν" ή "φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα" σημαίνει κάθε φάρμακο παρασκευασμένο εκ των προτέρων, που τίθεται στην κυκλοφορία υπό ειδική ονομασία και σε ειδική συσκευασία". Ο όρος "φάρμακο" ερμηνεύεται ως εξής: "φάρμακο" σημαίνει κάθε ουσία ή σύνθεση ουσιών, που χαρακτηρίζεται ως έχουσα θεραπευτικές ή προληπτικές ιδιότητες έναντι ασθενειών ανθρώπων ή ζώων ή που δύναται να χορηγηθεί σε άνθρωπο ή ζώο, για σκοπούς ιατρικής διάγνωσης ή αποκατάστασης ή βελτίωσης ή τροποποίησης οργανικών λειτουργιών στον άνθρωπο ή στο ζώο. περιλαμβάνει τα ραδιοφαρμακευτικά προϊόντα, τα φαρμακευτικά προϊόντα με βάση το ανθρώπινο αίμα ή το πλάσμα ανθρώπινου αίματος, τα ανοσολογικά προϊόντα τα οποία συνίστανται σε εμβόλια τοξίνες ορούς ή αλλεργιογόνα προϊόντα, τα ομοιοπαθητικά φαρμακευτικά προϊόντα." Είναι γεγονός πως στην προκειμένη περίπτωση δεν δόθηκε μαρτυρία από Χημικό σε σχέση με τις ουσίες που συναποτελούν τα σκευάσματα αντικείμενο της κατηγορίας, έτσι ώστε να καταδειχθεί με τον τρόπο τούτο ότι τα σκευάσματα είναι φάρμακα υπό την έννοια του Νόμου. Θεωρώ ωστόσο πως υπό τις περιστάσεις κάτι τέτοιο ήταν εντελώς αχρείαστο αφού υπάρχει εναλλακτική αλλά εξίσου αποτελεσματική μαρτυρία ότι τα σκευάσματα είναι φάρμακα. Η μαρτυρία αυτή προήλθε δια στόματος όχι ενός αλλά τριών φαρμακοποιών, ήτοι των Μ.Κ.2, 3 και 5 και είναι πραγματικά καταπέλτης. Πλαισιώθηκε δε και από τη μαρτυρία της Μ.Κ.4 αλλά κι από το τεκμήριο 15, το οποίο υπενθυμίζω, ως έγινε παραδεκτό, περιλαμβάνει και τα σκευάσματα, αντικείμενο της κατηγορίας. Η μαρτυρία αυτή όχι απλώς δεν αντικρούστηκε αλλά σε μεγάλο βαθμό πλαισιώθηκε και από την Υπεράσπιση. Να υπενθυμίσω απλώς τις αυτόβουλες αλλά επαναλαμβανόμενες αναφορές του κατηγορούμενου σε "φάρμακα" όταν ερωτάτο σε σχέση με τα επίμαχα σκευάσματα. Ομοίως να υπενθυμίσω τις υποβολές, κυρίως προς τη Μ.Κ.4 ότι τα σκευάσματα ή τουλάχιστον πλείστα εξ αυτών περιλαμβάνονται στους τιμοκαταλόγους του 2005 και κυκλοφορούν έτσι νόμιμα στην Κύπρο. Δεν μπορεί αυτές οι υποβολές να συμβιβασθούν με ισχυρισμό ή ακόμα και με επιχείρημα ότι τα σκευάσματα δεν είναι φάρμακα υπό την έννοια του Νόμου. Βρίσκω έτσι ότι το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος έχει αποδειχθεί. Το δεύτερο συστατικό που αφορά την κυκλοφορία των φαρμάκων, αμφισβητήθηκε με ιδιαίτερη επίταση από την Υπεράσπιση, στηριζόμενη ως διαφάνηκε, στο γεγονός ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο κατηγορούμενος 1 βρισκόταν στο εξωτερικό. Προτού ασχοληθώ με τις επιμέρους λεπτομέρειες του ζητήματος τούτου να κάμω τρεις σημαντικές υποδείξεις. Πρώτον, σύμφωνα με το ερμηνευτικό άρθρο 2 η κυκλοφορία φαρμακευτικού προϊόντος σημαίνει "κάθε δραστηριότητα που συνίσταται στην κατοχή, προσφορά, διανομή ή διάθεση στην αγορά". Δεύτερον, το άρθρο 99 που θεσμοθετεί το υπό εκδίκαση αδίκημα προβλέπει πως μπορεί να διαπραχθεί "αυτοπροσώπως ή δια υπαλλήλου ή δια άλλου εκπρόσωπου" και τρίτον το άρθρο 100 που αναφέρεται στη διάπραξη του αδικήματος από νομικό πρόσωπο ή από πρόσωπο που ενεργεί εκ μέρους νομικού προσώπου προβλέπει πως όταν αποδειχθεί ότι έχει διαπραχθεί "με τη συγκατάθεση, συνενοχή ή έγκριση ή έχει διευκολυνθεί από την επιδειχθείσα αμέλεια συμβούλου, διευθυντή, γραμματέα ή οποιουδήποτε άλλου φυσικού προσώπου που φαίνεται να ενεργεί υπό τέτοια ιδιότητα, το φυσικό αυτό πρόσωπο είναι επίσης ένοχο του προαναφερθέντος αδικήματος". Στην δοσμένη περίπτωση προκύπτει πως ο κατηγορούμενος 1 έχει διωχθεί υπό διπλή ιδιότητα, την προσωπική του, ως του συνήθους υπευθύνου φαρμακοποιού στο εν λόγω φαρμακείο και την αντιπροσωπευτική του ως αξιωματούχου της κατηγορουμένης 2 εταιρείας. Έχω την άποψη πως ποινική ευθύνη προκύπτει υπό αμφότερες τις ιδιότητες του. (Ευθύνη κατηγορουμένης 2 και αντιπροσωπευτική ευθύνη κατηγορουμένου 1). Έχοντας ως δεδομένο ότι η κυκλοφορία αποδεικνύεται ακόμα και με την απλή κατοχή καταλήγει κανείς στα εξής συμπεράσματα: Από τη στιγμή που τα φάρμακα βρέθηκαν στο φαρμακείο (γεγονός που αποτελεί και εύρημα του δικαστηρίου), ασχέτως του ακριβούς σημείου και από τη στιγμή που το φαρμακείο ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο ιδιοκτησία της κατηγορουμένης 2 εταιρείας, προκύπτει αβίαστα η δική της ποινική ευθύνη για το συμβάν. Το γεγονός τούτο σε συνάρτηση και με το ότι ο κατηγορούμενος 1 πέραν από αξιωματούχος ήταν και ο συνήθης και μόνος υπεύθυνος φαρμακοποιός του φαρμακείου (υπέγραψε ως προς τούτο λίγες ημέρες αργότερα και το τεκμήριο 14) προκύπτει ξεκάθαρα από τις περιβάλλουσες συνθήκες και η δική του συνενοχή. (Ευθύνη κατηγορουμένου 1 υπό την προσωπική του ιδιότητα). Έχοντας ως δεδομένο ότι το αδίκημα του άρθρου 99 διαπράττεται ακόμα και δια εκπροσώπου, η φυσική και μόνο απουσία του κατηγορουμένου 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο ουδόλως τον απαλλάσσει ευθύνης. Ακόμα και αν γινόταν δεκτή η εκδοχή του ότι ο ίδιος δεν ήταν ενήμερος για την παρουσία των φαρμάκων, γεγονός παραμένει ότι τα φάρμακα βρέθηκαν στο φαρμακείο του. Αν έτσι καταλογιζόταν η ευθύνη στην παρούσα κατά τον έλεγχο Μ.Κ.5 (ή στον αδελφό του κατηγορουμένου 1), η δική της ευθύνη θα αντανακλούσε και πάλι στον κατηγορούμενο 1 αφού αναμφίβολα τη δεδομένη στιγμή ενεργούσε ως εκπρόσωπος του, αντικαθιστώντας τον κατά τη διάρκεια της ολιγοήμερης απουσίας του στο εξωτερικό. Πόσο μάλλον υπό τις παρούσες συνθήκες όπου η εκδοχή περί άγνοιας έχει απορριφθεί. Στο σημείο τούτο ξεκαθαρίζω ότι η "κατοχή" υπό την έννοια του Νόμου δεν ταυτίζεται κατ' ανάγκη με την πραγματική κατοχή (tangible possession) ούτε και χρειάζεται απαρέγκλιτα να είναι κανείς παρών για να κατέχει κάτι. Κατοχή υπάρχει κι όταν κάποιος έχει τον φυσικό έλεγχο του πράγματος, δηλαδή τη δυνατότητα επέμβασης, αποκλειστική ή από κοινού με άλλα πρόσωπα. Σε πολλές περιπτώσεις, κυρίως σε υποθέσεις ναρκωτικών, έχει κριθεί πως αντικείμενα κρυμμένα είτε σε υποστατικά τρίτων (βλ. Χριστάκης Ιωάννου "Τίτος" v. Δημοκρατίας,
(2000)2. Α.Α.Δ. 409) ή ακόμα και σε δημόσιους ανοικτούς χώρους ήταν στην "κατοχή" του κατηγορουμένου. Συναρτημένο βεβαίως με το στοιχείο της κατοχής είναι το στοιχείο της γνώσης. Η γνώση μπορεί να αποδειχθεί είτε με άμεση είτε με περιστατική μαρτυρία. Κατά κανόνα συμπεραίνεται από τα ίδια τα περιστατικά της υπόθεσης (βλ. Ιακώβου v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211, 218-219). Στην υπόθεση Ιωάννου v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 7128, ημερ. 28.6.02, ο κατηγορούμενος θεάθηκε να προσεγγίζει ερημική περιοχή όπου υπήρχε φυτεία με 97 φυτά κάνναβης, να παίρνει ένα φυτό και να κατευθύνεται προς το αυτοκίνητο του. Τα γεγονότα αυτά μετά την απόρριψη της δικαιολογίας που έδωσε, συνιστούσαν ικανοποιητική περιστατική μαρτυρία για την κατοχή και γνώση της κατοχής. Κατά κάποιο τρόπο το ίδιο συμβαίνει και εδώ. Τα φάρμακα βρέθηκαν στο φαρμακείο των κατηγορουμένων. Αναμφίβολα δηλαδή προκύπτει εξ αντικειμένου στοιχείο κατοχής. Μετά δε και την απόρριψη της εκδοχής του κατηγορουμένου 1 ότι δεν γνώριζε περί της εκεί παρουσίας τους, ανακύπτει με απόλυτη βεβαιότητα η αναγκαία γνώση της κατοχής. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι έχουν τεθεί και κάποια άλλα επιμέρους ζητήματα από την Υπεράσπιση που αφορούν διάφορα ζητήματα, όπως για παράδειγμα την παράλειψη αναφοράς όλων των τροποποιητικών Νόμων στο κατηγορητήριο. Έχω ήδη καταπιαστεί με τα ζητήματα αυτά στην ενδιάμεση απόφαση που εκδόθηκε κατόπιν της εισήγησης για τη μη απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Ας θεωρηθεί λοιπόν για σκοπούς σύντμησης ότι τα όσα αναφέρονται εκεί υιοθετούνται και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της παρούσας απόφασης. Ως εκ των ανωτέρω οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αθωώνονται και απαλλάσσονται στην 1η κατηγορία αλλά κρίνονται ένοχοι στην 3η κατηγορία. (Υπ.) ............ Στ. Ν. Σταύρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο