Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ανδρέα Πετρίδη, Αρ. Υπόθεσης: 4/07, 29 Νοεμβρίου 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:B65 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αμπίζα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4/07 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας - εναντίον -
- Ανδρέα Πετρίδη
- Θεόδωρου Θεοδωρίδη
- Μιχάλη Μιχαήλ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 29 Νοεμβρίου 2007 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Χατζηκωνσταντή Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Κιτρομηλίδης Κατηγορούμενος 2: παρών Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ex Tempore Η παρούσα υπόθεση παραμένει στρεφόμενη εναντίον του κατηγορούμενου 2 μόνον αφού έχει στο παρελθόν ολοκληρωθεί αναφορικά με τους κατηγορούμενους 1 και
- Με βάση το κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει τις κατηγορίες 4 και
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της κατηγορίας 4 ο κατηγορούμενος 2 είχε υπό τον έλεγχο και κατοχή του τρεις μηχανές υχερού παιγνιδιού. Σύμφωνα δε με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της κατηγορίας 5, ο κατηγορούμενος 2 παρείχε βοήθεια στον κατηγορούμενο 1 για τη διάπραξη του ποινικού αδικήματος της κατοχής μηχανής τυχερού παιγνιδιού, δηλαδή ενώ ήταν ιδιοκτήτης των μηχανών παιγνιδιού που περιγράφονται στην πρώτη κατηγορία παρείχε βοήθεια στον κατηγορούμενο 1 να έχει τις εν λόγω μηχανές υπό τον έλεγχο και κατοχή του. Ο κατηγορούμενος 2 δεν παραδέχθηκε ενοχή στις προσαπτόμενες κατηγορίες 4 και
- Προς απόδειξη της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή κατατέθηκαν εκ συμφώνου τα Τεκμήρια 1 - 8 και με την έγκριση του Δικαστηρίου το περιεχόμενό τους κατέστη παραδεκτό γεγονός με την επιφύλαξη από την υπεράσπιση ότι δεν είναι παραδεκτό ότι επρόκειτο για μηχανές τυχερού παιγνιδιού, κάτι το οποίο παραμένει για το Δικαστήριο να αποφασίσει. Περαιτέρω και πάλι με την έγκριση του Δικαστηρίου, δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός η λήψη από την αστυνομία συγκεκριμένων Τεκμηρίων. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή ο συνήγορος του κατηγορούμενου 2 εισηγήθηκε στο Δικαστήριο ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου 2, και ζήτησε την απόρριψη των προσαπτόμενων κατηγοριών. Παρουσίασε προς τούτο την επιχειρηματολογία του σε συντομία. Σύντομη αλλά προς την αντίθετη εισήγηση ήταν και η αναφορά της κυρίας Χατζηκωνσταντή. Εισηγήθηκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου
- Για την οριοθέτηση του πλαισίου της διαπίστωσης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης υιοθετήθηκε στην Κύπρο η Αγγλική Πρακτική του 1962 (Practice Direction
(1962)1 All E.R. 448) (Βλέπε Azinas & Another v. The Police
(1981)2 CLR 9, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Κόκου Αριστοτέλους & άλλων
(1992)2 ΑΑΔ 356). Η απαλλαγή ενός κατηγορούμενου με βάση την έλλειψη στοιχειοθετήσεως εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δικαιολογείται μόνο όταν: (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ΄ αυτήν την καταδίκη του κατηγορουμένου. Ο Δικαστής δεν προβαίνει στο στάδιο της δίκης κατά το οποίο κλείνει η υπόθεση για την Κατηγορούσα Αρχή σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σ΄ αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και το κριτήριο ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα. (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Κόκου Αριστοτέλους & άλλων, ανωτέρω). Είχα την ευκαιρία, κατά το διάλειμμα να μελετήσω το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν κρίνω σκόπιμη την επανάληψη της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Από την ανάλυση όμως που ακολουθεί μπορεί να αποκαλυφθεί το σκεπτικό του Δικαστηρίου. Οι κατηγορίες που αποδίδονται στον κατηγορούμενο 2 περιλαμβάνουν στη βάση τους το άρθρο 4
(1)(β) και
(2)του Ν.32
(1)/96 ως αυτό τροποποιήθηκε. Το εν λόγω άρθρο καθιστά παράνομη, μεταξύ άλλων, την κατοχή ή έλεγχο μηχανής τυχερού παιγνιδιού. Αναφορικά και με τις δύο κατηγορίες βασικό συστατικό στοιχείο αποτελεί το να επρόκειτο για μηχανές τυχερού παιγνιδιού. Σύμφωνα με το εδάφιο 2 «μηχανή τυχερού παιγνιδιού σημαίνει μηχανή που αποβλέπει σε παροχή κέρδους ή άλλου ανταλλάγματος, ανεξάρτητα από το αν παρέχει ταυτόχρονα δυνατότητες παιγνιδιού ή ψυχαγωγίας ή όχι, και που δεν είναι μηχανή παιγνιδιού ή μηχανή ψυχαγωγίας .». Με ειδική αναφορά περιλαμβάνονται στο εν λόγω εδάφιο συγκεκριμένου τύπου μηχανές. Από την εν λόγω νομοθετική πρόνοια η οποία είναι ερμηνευτικής φύσης καθίσταται εμφανές ότι το ουσιαστικό στοιχείο για να καταστεί μια μηχανή μηχανή τυχερού παιγνιδιού, σε αντιπαραβολή με μηχανή παιγνιδιού ή ψυχαγωγίας, είναι το να αποβλέπει σε παροχή κέρδους ή άλλου ανταλλάγματος και να μην περιορίζεται σε παιγνίδι ή ψυχαγωγία (που επίσης ερμηνεύονται στο σχετικό νόμο). Με άλλα λόγια αν μηχανή που εμπίπτει στις αναφερόμενες στα (α)-(θ) στο εν λόγω εδάφιο παραμένει στο επίπεδο ψυχαγωγίας χωρίς να αποβλέπει σε παροχή κέρδους ή άλλου ανταλλάγματος τότε δεν μπορεί να αποτελεί μηχανή τυχερού παιγνιδιού απλά και μόνο λόγω του συγκεκριμένου τύπου παιγνιδιού. Έχοντας αναφέρει αυτά, και στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση, από την προσκομισθείσα μαρτυρία διαπιστώνεται η παντελής απουσία μαρτυρίας για το στοιχείο της παροχής κέρδους ή άλλου ανταλλάγματος με τη λειτουργία των εν λόγω μηχανών. Υφίσταται μαρτυρία αναφορικά με τον τρόπο λειτουργίας των μηχανών όμως ελλείπει οποιοδήποτε στοιχείο κέρδους ή άλλου ανταλλάγματος ώστε να υφίσταται μαρτυρία που να υποστηρίζει ότι επρόκειτο για μηχανές τυχερού παιγνιδιού που με τη σειρά του αποτελεί βασικό συστατικό στοιχείο των κατηγοριών. Η παρούσα υπόθεση είναι ποινική και η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Κατά συνέπεια δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη (βλέπε Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363). Το να διαπιστώσει το Δικαστήριο ότι επρόκειτο για μηχανές τυχερού παιγνιδιού προϋποθέτει τη διενέργεια υποθέσεων από μέρους του Δικαστηρίου, πράγμα ανεπίτρεπτο. Ελλείψει μαρτυρίας αναφορικά με το ως άνω συστατικό στοιχείο του αδικήματος, θεωρώ ότι παρέλκει η αναγκαιότητα εξέτασης οποιουδήποτε άλλου θέματος που αφορά την παρούσα, αφού με βάση τα όσα ανέφερα καθίσταται εμφανές ότι το να κληθεί ο κατηγορούμενος 2 να παρουσιάσει την υπεράσπισή του στις προσαπτόμενες κατηγορίες, υπό τας περιστάσεις, με μόνο σκοπό την επιβεβαίωση των κενών της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής, δεν θα εξυπηρετούσε οποιαδήποτε αρχή δικαίου. Κρίνοντας ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου επαρκώς ώστε να υποχρεούται να προβάλει την υπεράσπισή του στις προσαπτόμενες κατηγορίες, οι κατηγορίες 4 και 5 απορρίπτονται και ο κατηγορούμενος 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται σε αυτές. (Υπ) .......... Μ. Αμπίζας, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο